Εμφύτευση νέου εξωαγγειακού απινιδωτή για τη θεραπεία ασθενών με κακοήθη καρδιακή αρρυθμία

Στην Καρδιολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Ευαγγελισμός» πραγματοποιήθηκε με απόλυτη επιτυχία στις 7 Μαρτίου από τον Διευθυντή ΕΣΥ Ξυδώνα Σωτήριο η πρώτη εμφύτευση του νέου εξωαγγειακού απινιδωτή για τη θεραπεία ασθενών με κακοήθη  καρδιακή αρρυθμία, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αιφνίδια καρδιακό θάνατο (SCA). Το σύστημα Extravascular Implantable Cardioverter-Defibrillator (EV-ICD), το οποίο αποτελείται από το Aurora EV-ICD™ MRI SureScan™, το ηλεκτρόδιο απινίδωσης Epsila EV™ MRI SureScan™ και τα σχετικά εργαλεία εμφύτευσης, έλαβε έγκριση CE το 2023.

Το σύστημα Aurora EV-ICD™ είναι ο πρώτος στο είδος του απινιδωτής με το ηλεκτρόδιο τοποθετημένο κάτω από το στέρνο, έξω από την καρδιά και τις φλέβες. Το καινοτόμο σύστημα παρέχει θεραπεία απινίδωσης και αντι-ταχυκαρδιακή βηματοδότηση (ATP) για την πρόληψη του αιφνιδίου καρδιακού θανάτου, μέσω μιας εμφυτευμένης συσκευής παρόμοιας σε μέγεθος, σχήμα και διάρκεια ζωής σε σύγκριση με τους παραδοσιακους, διαφλεβίους απινιδωτές.

«Το σύστημα Aurora EVICD™ μας επιτρέπει να προσφέρουμε στους ασθενείς τα οφέλη των παραδοσιακών απινιδωτών, μειώνοντας παράλληλα ορισμένους κινδύνους που προκύπτουν από την τοποθέτηση ηλεκτροδίων στην καρδιά ή τις φλέβες», δήλωσε ο εμφυτευτής γιατρός Ξυδώνας Σωτήριος.

Ο συντονιστής Διευθυντής της Καρδιολογικής κλινικής κ. Τρίκας Αναπλ. Καθηγητής, ανέφερε: «Προσπαθούμε να παρέχουμε φροντίδα ασθενών υψηλής ποιότητας, και αυτή η τεχνολογία είναι ένα ακόμη βήμα προς την πρόοδο παρέχοντας στους ασθενείς μας τις πιο πρόσφατες κλινικές εξελίξεις για τη διαχείριση της καρδιακής τους κατάστασης».

Το Aurora EV-ICD™ εμφυτεύεται κάτω από την αριστερή μασχάλη ενώ το ηλεκτρόδιο απινίδωσης Epsila EV™ τοποθετείται κάτω από το στέρνο χρησιμοποιώντας μια ελάχιστα επεμβατική προσέγγιση. Η τοποθέτηση των ηλεκτροδίων έξω από την καρδιά και τις φλέβες έχει σχεδιαστεί για να βοηθήσει στην αποφυγή μακροχρόνιων επιπλοκών που μπορεί να σχετίζονται με διαφλέβια ηλεκτρόδια, όπως απόφραξη αγγείων (στένωση, απόφραξη ή συμπίεση φλέβας) και κινδύνους λοιμώξεων του αίματος.

 

 

Πηγη: https://healthmag.gr/

Πως μπορούν αντιμετωπιστούν οι νεφρικές ανεπάρκειες

Παγκόσμια καμπάνια με τίτλο «Make the Change for Kidney Health» υλοποιείται για την πρόληψη της Υγείας του νεφρού.  Διεθνώς υπολογίζεται ότι περισσότερα από 850 εκ. άτομα πάσχουν από νεφρικές ανεπάρκειες.

Με αφορμή την Παγκόσμιά Ημέρα του Νεφρού, στις 14 Μαρτίου, επιχειρείται η ευαισθητοποίηση, η ενημέρωση και η εκπαίδευση του κοινού σε θέματα πρόληψης και αντιμετώπισης των νεφρικών παθήσεων. Κομβικό σημείο θεωρείται η διατήρηση της καλή υγείας των νεφών μέσω της υγιεινής διατροφής, της επαρκούς ενυδάτωσης της αποφυγή του καπνίσματος και της τακτικής άσκησης. Στο πνεύμα αυτό συνιστάται το check up και η επίσκεψη στον οικογενειακό γιατρό σε ετήσια βάση.

Η προαναφερόμενη καμπάνια στοχεύει στην πρόληψη, όπως εξηγεί η Πανελλήνια Ομοσπονδία Νεφροπαθών, σε σχετική ανακοίνωσή της.  η καμπάνια απευθύνεται σε κυβερνήσεις και σε υπεύθυνους χάραξης πολιτικών υγείας ώστε να αναδειχθεί ηη Χρόνια Νεφρική Νόσος ως μια επείγουσα  παγκόσμια προτεραιότητα για την υγεία.

Βασικός στόχος είναι η εφαρμογή πολιτικών με επίκεντρο τον ασθενή βασιζόμενη σε τεκμηριωμένα στοιχεία για:

  • Την έγκαιρη ανίχνευση και διάγνωση των ασθενών με Χρόνια Νεφρική Νόσο.
  • Τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στη συνιστόμενη θεραπεία και περίθαλψη για την επιβράδυνση της εξέλιξης της ΧΝΝ.

Η Παγκόσμια Ημέρα του Νεφρού είναι ευκαιρία για όλους να συντονίσουν τις δυνάμεις τους και να εργαστούν για την πρόληψη και την αντιμετώπιση των νεφρικών παθήσεων, όπως τονίζει η ομοσπονδία.

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Έξαρση μηνιγγίτιδας – ΕΟΔΥ: Χημειοπροφύλαξη σε 5.000 φοιτητές ενόψει Πατρινού Καρναβαλιού

Αυξάνεται το επίπεδο συναγερμού του ΕΟΔΥ για την έξαρση της μηνιγγίτιδας στην Πάτρα, αλλά και ο αριθμός των ατόμων που θα λάβουν χημειοπροφύλαξη ενόψει των καρναβαλικών εκδηλώσεων.

Κλιμάκια του ΕΟΔΥ “σαρώνουν” την Πάτρα και χορηγούν αντιβιοτική χημειοπροφύλαξη σε ευρεία κλίμακα ενόψει του Πατρινού Καρναβαλιού 2024.

Τα κρούσματα μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου σε φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας, τα οποία συνιστούν “έξαρση” σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, έχουν οδηγήσει τις αρμόδιες υγειονομικές αρχές στην απόφαση να λάβουν δραστικά μέτρα, με αφορμή το Πατρινό Καρναβάλι.

Ο ΕΟΔΥ σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Πάτρας θα χορηγήσει χημειοπροφύλαξη, δηλαδή φαρμακευτική αγωγή σε περίπου 5.000 φοιτητές!

Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, ανακοίνωσε πως προληπτική προφυλακτική αγωγή κατά της μηνιγγίτιδας Β’ αναμένεται να λάβουν, όχι μόνο 3.000 άτομα όπως είχε ανακοινωθεί αρχικά, αλλά πολύ περισσότερα.

Στόχος είναι να μειωθεί η πιθανότητα εμφάνισης νέων κρουσμάτων, λόγω του συνωστισμού του Καρναβαλιού, όπως είπε:

“Αυτός είναι ο στόχος. Κι αν χρειαστεί θα δώσουμε και σε παραπάνω. Γιατί το κάνουμε αυτό; Για να μειώσουμε τη φορεία. Να μειώσουμε δηλαδή την πιθανότητα να νοσήσουν περισσότεροι άνθρωποι. Στις στενές επαφές αυτών των κρουσμάτων, εκτός από χημειοπροφύλαξη θα χορηγηθεί και εμβολιασμός, τόνισε μιλώντας το βράδυ της Τρίτης (12.03.24) στο Action 24.

Τα συνολικά 14 κρούσματα βακτηριακής μηνιγγίτιδας μέσα σε μόλις 1,5 μήνα που εντοπίστηκαν σε όλη τη χώρα, ενώ ολόκληρη την περσινή χρονιά είχαν εντοπιστεί 23 περιστατικά, έχουν θέσει σε συναγερμό τις αρχές. Οι καρναβαλικές εκδηλώσεις είναι μια “ευκαιρία” για το μικρόβιο να επεκταθεί.

“Κάνουμε αυτές τις ενέργειες για να μειωθεί η φορεία, άρα να έχουμε προστασία για όλο τον πληθυσμό και όχι μόνο για τους ανθρώπους που ήταν στενές επαφές των συγκεκριμένων κρουσμάτων. Η μηνιγγίτιδα δεν μεταδίδεται όπως ο COVID με τον αέρα. Δεν επιβιώνει στο περιβάλλον γι’ αυτό δεν έχει νόημα να κάνουμε απολύμανση. Αυτό που έχει σημασία είναι να αποφεύγουμε τη στενή επαφή”, τονίζει η κα. Αγαπηδάκη.

Μηνιγγιτιδόκοκκος Β: “Προσοχή στα φιλιά και τις στενές επαφές”

Όπως ακριβώς ανέφερε η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, ο μηνιγγιτιδόκοκκος δεν επιβιώνει στο περιβάλλον. Η μετάδοση γίνεται με άμεση επαφή από άτομο σε άτομο με σταγονίδια των αναπνευστικών εκκρίσεων.

“Δηλαδή πως μπορεί να κολλήσει; Με το φιλί. Και πρέπει να έχουμε και πολύ μεγάλη εγρήγορση σε σχέση με τα συμπτώματα. Μέτρα για το Καρναβάλι δεν έχει χρειαστεί αυτή τη στιγμή να λάβουμε με βάση τα δεδομένα. Να μιλάμε με βάση τα δεδομένα που έχουμε μέχρι τώρα. Δεν μας έχει θέσει ούτε ο ΕΟΔΥ κάτι τέτοιο”, τόνισε η ίδια.

Η περίοδος μεταδοτικότητας του μηνιγγιτιδόκοκκου είναι όλη η περίοδος κατά την οποία ανευρίσκεται στο σάλιο και στις ρινοφαρυγγικές εκκρίσεις, έως και 24 ώρες μετά την έναρξη αποτελεσματικής αντιμικροβιακής αγωγής.

Η πενικιλίνη που χορηγείται σε αυτές τις περιπτώσεις, καταστέλλει παροδικά τους μικροοργανισμούς αλλά δεν τους εξαλείφει στις ρινοφαρυγγικές εκκρίσεις.

Σε κλειστούς πληθυσμούς, όπως είναι και οι φοιτητές που διαβιούν σε φοιτητικές εστίες, κατά τη διάρκεια επιδημιών το ποσοστό της φορείας αγγίζει το 100% .

Ο κίνδυνος δευτερογενούς προσβολής υπολογίζεται σε 2-4 περιπτώσεις ανά 1000 μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος. Αυτός ο κίνδυνος είναι 500-1000 φορές μεγαλύτερος εκείνου του γενικού πληθυσμού, αναφέρει ο ΕΟΔΥ.

Η κα. Ειρήνη Αγαπηδάκη μεταφέρει τις συστάσεις των επιστημόνων του ΕΟΔΥ, με τους οποίους βρίσκεται σε στενή επαφή:

Εξάνθημα με πυρετό, πάμε κατευθείαν στο γιατρό. Και αποφεύγουμε τη στενή επαφή, για παράδειγμα το φιλί, με ανθρώπους που νοσούν ή έχουν εξάνθημα και πυρετό. Δεν κολλάει η μηνιγγίτιδα εάν είμαστε στον ίδιο χώρο 10 λεπτά. Απαιτεί παραπάνω χρόνο και στενή επαφή”, τονίζει.

“Όχι στα πάρτι – Προσοχή στα συμπτώματα”

Το ίδιο κατηγορηματικός ήταν πριν από μερικές ημέρες και ο Καθηγητής Παθολογίας Λοιμωξιολογίας ΕΚΠΑ, Σωτήρης Τσιόδρας, ο οποίος τόνισε πως όσα άτομα εμφανίζουν συμπτώματα (πυρετό, έντονο πονοκέφαλο, δυσκαμψία αυχένα και φωτοφοβία) και κυρίως οι φοιτητές που συνωστίζονται σε μπαρ και πάρτι, θα πρέπει να παραμείνουν στο σπίτι τους και να επικοινωνήσουν με γιατρό.

“Όποιος έχει συμπτώματα πάει στο γιατρό και απομονώνεται. Δεν πάει σε πάρτι και συγκεντρώσεις. Όπως κάναμε και την περίοδο του COVID-19. Είναι απλό”, ανέφερε σε συνέντευξη τύπου με αφορμή το 23ο συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Λοιμώξεων που έγινε τις προηγούμενες ημέρες στην Αθήνα.

Βελτιώνεται η υγεία του 20χρονου φοιτητή

Σημαντική βελτίωση παρουσίασε η υγεία του 20χρονου φοιτητή του τμήματος Μηχανολόγων – Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, ο οποίος είναι το τρίτο “θύμα” του μηνιγγιτιδόκοκκου τύπου Β’.

Σύμφωνα με τους γιατρούς του αναμένεται να λάβει εξιτήριο από τη ΜΕΘ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών. Από μέρα σε μέρα θα μεταφερθεί σε θάλαμο της Παθολογικής Κλινικής.

Ο διοικητής του νοσοκομείου Δημήτρης Μπάκος ανέφερε στην εφημερίδα Πελοπόννησος: «Είναι πολύ καλά τα νέα για την υγεία του κι όλα δείχνουν ότι και ο τρίτος φοιτητής θα πάει πολύ καλά», ευχαριστώντας όλο το υγειονομικό προσωπικό που περιέθαλψε και τους τρεις φοιτητές.

«Όλη η ομάδα, η κ. Φλίγκου, ο κ. Μαραγκός και όλες οι άλλες ιατρικές ειδικότητες, όπως και το νοσηλευτικό μας προσωπικό κατάφεραν να τους σώσουν τη ζωή τους. Ο πρώτος φοιτητής έχει πάρει εξιτήριο και η δεύτερη φοιτήτρια νοσηλεύεται ακόμη στην Κλινική» πρόσθεσε ο κ. Μπάκος.

Προ των πυλών η κάλυψη του ακριβού εμβολίου από τα ασφαλιστικά ταμεία

Αξίζει να σημειωθεί πως όλοι οι επιστήμονες συμφωνούν, πως ενώ η επιδημιολογική εικόνα της Ελλάδας για την μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο δεν θεωρούνταν επιβαρυμένη μέχρι σήμερα (το 2023 είχαν σημειωθεί 23 κρούσματα), τα 14 κρούσματα που έχουν εντοπιστεί σε μόλις δύο μήνες από την αρχή του έτους, συνιστούν πλέον ανησυχητική έξαρση.

Έτσι στην Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών έχει ανοίξει η συζήτηση και υπάρχει θετική εισήγηση των επιστημόνων προς το κράτος, για την κάλυψη του ακριβού εμβολίου (κοστίζει από 80 έως 100 ευρώ ανά δόση) από τα ασφαλιστικά ταμεία σε ορισμένες ομάδες του πληθυσμού, όπως στα πολύ μικρά παιδιά, ηλικίας έως 1 έτους.

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Η πιο θανατηφόρος λοίμωξη στον κόσμο μεταδίδεται με την ανάσα, λένε οι ειδικοί

Απρόσμενα ευρήματα από δύο μελέτες. Ανατρέπουν όσα πίστευαν έως τώρα οι επιστήμονες για τη μετάδοσή της.

Η πιο θανατηφόρος λοίμωξη στον κόσμο, που κοστίζει ετησίως πάνω από 1,3 εκατομμύρια ζωές, δεν μεταδίδεται μόνο με τον βήχα, το φτάρνισμα ή την ομιλία, όπως πίστευαν έως τώρα οι επιστήμονες. Νέες μελέτες αποκαλύπτουν ότι η φυματίωση μπορεί να μεταδοθεί και με την απλή ανάσα – ακόμα και από ανθρώπους που βγαίνουν αρνητικοί στο πιο συχνό τεστ γι’ αυτήν!

Τα ευρήματα αυτά πιθανώς εξηγούν γιατί παρά την τεράστια, παγκόσμια προσπάθεια που καταβάλλεται, η φυματίωση δεν εκριζώνεται, λένε οι ερευνητές.

Η νόσος αποτελούσε την πιο συχνή λοίμωξη παγκοσμίως πολύ πριν εμφανιστεί η COVID-19 (και θα ξαναγίνει, τώρα που υποχωρεί η πανδημία). Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι το 2022 νόσησαν 10,6 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο.  Έχασαν επίσης τη ζωής τους περισσότεροι από 1,3 εκατομμύρια ασθενείς.

Τα κρούσματα αναφέρθηκαν σε όλες τις χώρες του κόσμου. Στην Ελλάδα, λ.χ., δηλώθηκαν 320 περιστατικά. Αντιστοιχούν σε 3,06 κρούσματα ανά 100.000 κατοίκους.

Όπως αναφέρει ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), η φυματίωση μεταδίδεται από το ένα άτομο στο άλλο με την εισπνοή σταγονιδίων που περιέχουν μυκοβακτηρίδιο. Το παθογόνο αυτό είναι το βακτήριο που προκαλεί τη νόσο.

«Τα άτομα με πνευμονική φυματίωση αποβάλλουν πολύ μικρά τέτοια σταγονίδια με τον βήχα, το φτάρνισμα και τη δυνατή ομιλία», εξηγεί. «Τα άτομα αυτά μεταδίδουν συνήθως τη νόσο στους ανθρώπους που είναι σε επαφή μαζί τους αρκετές ώρες κάθε μέρα. Αυτοί μπορεί να είναι η οικογένεια, οι φίλοι ή οι συνάδελφοί τους στη δουλειά».

Ωστόσο επιστήμονες από το Πανεπιστημιακό Ιατρικό Κέντρο (UMC) του Άμστερνταμ ανακάλυψαν πως το 80% των ασθενών δεν έχουν επίμονο βήχα που θεωρείται το κύριο σύμπτωμά της.

Επιπλέον, το μυκοβακτηρίδιο υπάρχει στον εκπνεόμενο αέρα του 90% των ασθενών με πιθανή φυματίωση. Μάλιστα το εντόπισαν ακόμα και σε ανθρώπους που είχαν βγει αρνητικοί στο καθιερωμένο τεστ πτυέλων.

Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι οι ασθενείς μπορεί άθελά τους να μεταδίδουν το βακτήριο πριν καλά-καλά διαγνωστούν οι ίδιοι.

Η πρώτη μελέτη

Η πρώτη μελέτη δημοσιεύεται στην ιατρική επιθεώρηση Lancet Infectious Diseases. Οι ερευνητές ανέλυσαν συνδυαστικά τα δεδομένα από 12 προγενέστερες μελέτες, με περισσότερους από 620.000 ασθενείς από Ασία και Αφρική.

Όπως διαπίστωσαν, το 82,8% των φυματικών ασθενών δεν είχαν επίμονο βήχα, ενώ το 62,5% δεν είχε καθόλου βήχα. Σαν να μην έφτανε αυτό, πάνω από ένας στους τέσσερις ασθενείς (το σχεδόν 28%) δεν είχαν κανένα σύμπτωμα ύποπτο για φυματίωση.

«Τα ευρήματα αυτά υποδεικνύουν το πιθανό λόγο για τον οποίο, παρά τις τεράστιες  προσπάθειες…. η επίπτωση της φυματίωσης μετά βίας μειώνεται σε Ασία και Αφρική», δήλωσε ο επιβλέπων ερευνητής Dr. Frank Cobelens, καθηγητής Παγκόσμιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ.

Όπως εξήγησε, ο επίμονος βήχας αποτελεί συχνά την πρώτη ένδειξη της νόσου. Αν όμως το 80% των ασθενών δεν τον έχουν, τότε η διάγνωση θα καθυστερήσει. Αυτό «πιθανώς θα γίνει αφού μεταδώσουν τη νόσο σε πολλά άλλα άτομα», πρόσθεσε.

Η δεύτερη μελέτη

Στη δεύτερη μελέτη, επιστήμονες από το UMC του Άμστερνταμ και το Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν, στη Νότιο Αφρική, μελέτησαν 102 ασθενείς με ενδεχόμενη φυματίωση. Οι 52 είχαν θετικό αποτέλεσμα στο καθιερωμένο τεστ πτυέλων που ανιχνεύει γρήγορα τη νόσο. Άλλοι 20 ήταν αρνητικοί. Και οι 30 δεν είχαν διαγνωστεί.

Με μεγάλη τους έκπληξη οι επιστήμονες εντόπισαν το μυκοβακτηρίδιο στον εκπνεόμενο αέρα του 90% των συμμετεχόντων! Με άλλα λόγια, υπήρχε στην ανάσα ακόμα και ανθρώπων που είχαν αρνητική διάγνωση, δηλαδή δεν έπασχαν από ενεργό φυματίωση.

Οι εκπλήξεις, όμως, δεν τελείωσαν εδώ. Η ίδια μελέτη έδειξε πως το 30% των ασθενών που ολοκλήρωσαν την αντιφυματική θεραπεία, εξακολουθούσαν να έχουν το βακτήριο στην ανάσα τους.

Τα ευρήματα αυτά δημοσιεύθηκαν στην επιθεώρηση Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS). Οι ερευνητές λένε πως εφ’ όσον ένας άνθρωπος φέρει το μυκοβακτηρίδιο στην αναπνευστική οδό του, ενδέχεται και να το μεταδίδει.

Τι σημαίνουν στην πράξη

Επομένως, «τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι υπάρχει πολύ μεγαλύτερο εύρος ανθρώπων που μεταδίδουν τη φυματίωση απ’ ό,τι γνωρίζαμε έως πρότινος. Αυτό έχει σημαντικό αντίκτυπο για τις παρεμβάσεις προστασίας της δημόσιας υγείας, που αποσκοπούν στην διακοπή της μετάδοσης», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής Dr. Benjamin Patterson, υποψήφιος διδάκτωρ Παγκόσμιας Υγείας στο UMC του Άμστερνταμ.

«Η μελέτη αυτή μάλλον καταρρίπτει όσα ξέραμε για τη μετάδοση της φυματίωσης», σχολίασε ο Dr. Cobelens. «Νομίζαμε ότι τη νόσο μεταδίδουν μόνο όσοι έχουν ενεργή νόσο. Η μελέτη αυτή, όμως, δείχνει πως την μεταδίδουν και συμπτωματικοί άνθρωποι που βγαίνουν αρνητικοί στα τεστ».

Η μελέτη έδειξε ακόμα ότι το 20% των συμμετεχόντων εξακολουθούσαν να φέρουν το μυκοβακτηρίδιο στην ανάσα τους έξι μήνες μετά την πρώτη εξέταση. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι η μετάδοση μπορεί να συνεχίζεται για πολύ περισσότερο καιρό απ’ ό,τι νόμιζαν οι ειδικοί.

«Τα νέα ευρήματα συνολικά αποδεικνύουν ότι η φυματίωση είναι πολύπλοκη. Και ενδεχομένως γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να εκριζωθεί από τις ενδημικές περιοχές. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι αναγκαία η επανεκτίμηση των πρακτικών που χρησιμοποιούμε», κατέληξε ο Dr. Cobelens.

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Κυτταρομεγαλοϊός: Επιτυχής εφαρμογή τεστ της συγγενούς λοίμωξης

Κάθε χρόνο, δεκάδες χιλιάδες νεογνά προσβάλλονται από τη λοίμωξη cCMV, καθιστώντας την κύρια αιτία νευρολογικών ελλειμμάτων στην παιδική ηλικία με επιπτώσεις στη ζωή.

Σε μια πρόσφατη μελέτη, οι ερευνητές εισήγαγαν με επιτυχία ομαδοποιημένες δοκιμές αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης σάλιου (PCR) για τον καθολικό έλεγχο της συγγενούς λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό (cCMV). Αυτή η νέα μέθοδος βοηθά στην ανίχνευση και την έγκαιρη παρέμβαση στην πιο κοινή συγγενή λοίμωξη, γνωστή για την πρόκληση απώλειας ακοής και αναπτυξιακών προβλημάτων.

Κάθε χρόνο, δεκάδες χιλιάδες νεογνά προσβάλλονται από τη λοίμωξη cCMV, καθιστώντας την κύρια αιτία νευρολογικών ελλειμμάτων στην παιδική ηλικία με επιπτώσεις στη ζωή. Η παγκόσμια επιβάρυνση του cCMV είναι σημαντική και η απουσία μιας καθολικής μεθόδου προσυμπτωματικού ελέγχου έχει θέσει προκλήσεις στον έγκαιρο εντοπισμό και αντιμετώπιση περιπτώσεων. Οι τρέχουσες μέθοδοι προσυμπτωματικού ελέγχου εστιάζονται σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου, αλλά αυτό παραλείπει πολλά ασυμπτωματικά βρέφη.

Με επιπολασμό γέννησης 3,4 ανά 1.000 στον πληθυσμό που μελετήθηκε, η επιτυχής εφαρμογή των συγκεντρωτικών τεστ σάλιου, όπως αποδεικνύεται από τη μελέτη, σηματοδοτεί μια κρίσιμη πρόοδο στην έγκαιρη ανίχνευση. Η πρόκληση έγκειται στην ανάπτυξη μιας αξιόπιστης και αποτελεσματικής στρατηγικής δοκιμών λόγω της απουσίας ενός τεστ προσυμπτωματικού ελέγχου υψηλής απόδοσης που μπορεί να αναγνωρίσει όλα τα μολυσμένα νεογνά.

Αυτή η ανακάλυψη έχει τη δυνατότητα να μεταμορφώνει τη ζωή πολλών βρεφών ετησίως, προσφέροντας ένα πιο αποτελεσματικό και προσιτό μέσο για τον εντοπισμό των περιπτώσεων cCMV, ιδιαίτερα εκείνων που μπορεί να εμφανιστούν ασυμπτωματικά κατά τη γέννηση και διαφορετικά θα περνούσαν απαρατήρητες.

Η μελέτη, που διεξήχθη στα δύο νοσοκομεία Hadassah Medical Center στην Ιερουσαλήμ από τον Απρίλιο του 2022 έως τον Απρίλιο του 2023, αφορούσε τον έλεγχο 15.805 βρεφών, που αποτελούν το εντυπωσιακό 93,6% όλων των ζωντανών νεογνών. Η εφαρμογή συγκεντρωτικών τεστ σάλιου εμφανίστηκε ως μέθοδος ρουτίνας διαλογής κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου των 13 μηνών, επιδεικνύοντας την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία της.

Οι ερευνητές διερεύνησαν μια προσέγγιση συγκέντρωσης δειγμάτων για την ανίχνευση συγγενούς κυτταρομεγαλοϊού (cCMV), όπου μια ομάδα δειγμάτων δοκιμάζεται μαζί. Εάν το συγκεντρωμένο δείγμα είναι αρνητικό, όλα τα μεμονωμένα δείγματα θεωρούνται αρνητικά. Εάν είναι θετικά, επανεξετάζονται μεμονωμένα. Η μελέτη είχε ως στόχο να αξιοποιήσει τον χαμηλό επιπολασμό των γεννήσεων του cCMV (μέσος όρος 6,4 ανά 1000) για αποτελεσματικό προσυμπτωματικό έλεγχο. Προέβλεψαν ευαισθησία 99,5% για μια ομάδα 8 δειγμάτων με βάση τα ιικά φορτία.

Πάνω από 15.000 βρέφη εξετάστηκαν χρησιμοποιώντας αυτή τη μέθοδο, επιτυγχάνοντας εμπειρική αποτελεσματικότητα 6, μειώνοντας τις απαιτούμενες εξετάσεις κατά 83%, με ελάχιστη απώλεια ευαισθησίας. Ο cCMV εντοπίστηκε σε 54 νεογνά, από τα οποία περισσότερα από τα μισά ήταν ασυμπτωματικά κατά τη γέννηση και διαφορετικά θα είχαν χαθεί.

Η ερευνητική ομάδα περιελάμβανε τους καθηγητές Dana G. Wolf από το Hadassah Hebrew University Medical Center και το Lautenberg Center for General and Tumor Immunology και Moran Yassour από το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο, μαζί με τις ομάδες τους και την ομάδα νεογνολογίας Hadassah με επικεφαλής τον καθηγητή Smadar Eventov-Friedman.

“Ο συγγενής κυτταρομεγαλοϊός (cCMV) είναι η πιο κοινή ενδομήτρια λοίμωξη. Μας οδήγησε η ανικανοποίητη κλινική ανάγκη να ταυτοποιήσουμε όλα τα βρέφη με cCMV, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι ασυμπτωματικά κατά τη γέννηση, έτσι ώστε να παρέχεται έγκαιρη θεραπεία και παρακολούθηση σε μεγάλο ποσοστό βρέφη που διαφορετικά δεν διαγιγνώσκονται”, είπε ο καθηγητής Wolf.

“Αυτό το έργο διευκολύνθηκε από τη πρόσφατα διαθέσιμη συγκεντρωτική διαγνωστική προσέγγιση και τις διεπιστημονικές συνεργασίες που είχαμε δημιουργήσει κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, οι οποίες κατέστησαν δυνατό τον καθολικό έλεγχο του cCMV. Τα ευρήματά μας προβάλλουν την ευρεία σκοπιμότητα και τα οφέλη της συγκέντρωσης δειγμάτων σάλιου για την ενίσχυση της καθολικής νεογνικός προσυμπτωματικός έλεγχος για cCMV. Τα δεδομένα που προκύπτουν από τον καθολικό έλεγχο που εφαρμόστηκε θα χρησιμεύσουν για τον προσδιορισμό της πραγματικής επιβάρυνσης του cCMV και την αξιολόγηση των μελλοντικών εμβολίων.”

Η μελέτη υποστηρίζει τη χρήση του τεστ συγκεντρωμένου σάλιου ως μια οικονομικά αποδοτική και ευαίσθητη μέθοδο για τον καθολικό έλεγχο του συγγενούς κυτταρομεγαλοϊού (CMV). Η διάταξη συγκέντρωσης ενσωματώνεται εύκολα σε ιατρικά εργαστήρια και η αποδοχή από τους γονείς είναι υψηλή. Η έρευνα τονίζει την κλινική σημασία του καθολικού προσυμπτωματικού ελέγχου για την έγκαιρη διάγνωση, παρακολούθηση και πιθανή θεραπεία του cCMV.

Αν και περιορίζεται σε δύο νοσοκομεία, η μελέτη προτείνει ότι ο καθολικός έλεγχος είναι ζωτικής σημασίας για την αποκάλυψη μη διαγνωσμένων περιπτώσεων, αν και οι εκτιμήσεις επιπολασμού μπορεί να διαφέρουν μεταξύ των πληθυσμών. Η υλοποίηση μεγάλης κλίμακας απαιτεί εξέταση πιθανών παραλείψεων περιπτώσεων. Τα δεδομένα από τον καθολικό προσυμπτωματικό έλεγχο θα βοηθήσουν στον προσδιορισμό της επιβάρυνσης του cCMV, των παραγόντων κινδύνου και των αποτελεσμάτων, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη περαιτέρω αξιολόγησης σε διαφορετικούς υποπληθυσμούς λόγω της διαφορετικής επικράτησης ανά φυλή, εθνικότητα και μητρικό οροθετικό επιπολασμό.

Ο καθηγητής Yassour σχολίασε: “Αυτή η συνεργασία, που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, έχει επεκτείνει απρόσκοπτα τον αντίκτυπό της για την αντιμετώπιση νέων ιατρικών προκλήσεων. Η μετασχηματιστική μας προσέγγιση συγκεντρωτικών δοκιμών μετατοπίζεται από τη δοκιμή περίπου 10% των νεογνών σε καθολικές δοκιμές περίπου 95%. Η προσαρμογή της υποδομής των εγκαταστάσεων μπορεί να δημιουργήσει προκλήσεις, είναι μια αξιόλογη, εφάπαξ επένδυση με τεράστια οφέλη για όλα τα νεογέννητα και τις οικογένειές τους παγκοσμίως”.

Οι δοκιμές αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό βήμα στον τομέα του καθολικού προσυμπτωματικού ελέγχου νεογνών για cCMV, προσφέροντας μια πολλά υποσχόμενη οδό για έγκαιρη ανίχνευση και παρέμβαση. Η ερευνητική ομάδα αναμένει ότι αυτή η προσέγγιση θα ανοίξει το δρόμο για ενισχυμένες παγκόσμιες προσπάθειες για την καταπολέμηση του αντίκτυπου του cCMV στα νεογνά.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Mpox: Μελέτη διαπιστώνει ότι το DNA της νόσου μπορεί να παραμείνει στο σώμα για έως και τέσσερις εβδομάδες

«Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα εάν η παρουσία ανιχνεύσιμου ιικού DNA σημαίνει απαραίτητα ότι ο ιός είναι μεταδοτικός σε άλλους ανθρώπους, επομένως χρειάζεται οπωσδήποτε περισσότερη έρευνα για να προσδιοριστεί οριστικά η περίοδος μολυσματικότητας» είπε ο Ταν.

Mpox: Το DNA από τον ιό mpox μπορεί να βρεθεί σε διαφορετικά μέρη του σώματος για έως και τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων, σύμφωνα με μια μελέτη με επικεφαλής ερευνητές στο Unity Health Toronto, στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Sunnybrook και στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο. Οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα από 64 άνδρες που προσβλήθηκαν από mpox, συμπεριλαμβανομένων των συμμετεχόντων από τη μελέτη “Προοπτική κοόρτη παρατήρησης Mpox” (Mpox Prospective Observational Cohort) με επικεφαλής τον Darrell Tan, έναν λοιμωξιολόγο στο νοσοκομείο St. Michael’s Hospital μέλος του τμήματος υγείας του Τορόντο όπου εντοπίστηκαν και περιθάλπονταν ορισμένοι από τους πρώτους ασθενείς του Τορόντο με mpox– και αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα ιατρικής και στο Ινστιτούτο Ιατρικής Επιστήμης της Ιατρικής Σχολής Temerty του Πανεπιστημίου U of T και στο Ινστιτούτο Πολιτικής, Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Υγείας (IHPME) της Σχολής Δημόσιας Υγείας Dalla Lana.

Διαπίστωσαν ότι η εμμονή του DNA του ιού mpox διέφερε ανάλογα με το από πού ελήφθησαν τα δείγματα. Μεταξύ των βασικών ευρημάτων ήταν ότι το DNA ήταν ανιχνεύσιμο σε σχεδόν τα μισά επιχρίσματα δέρματος των γεννητικών οργάνων και ένα στα πέντε επιχρίσματα δέρματος από άλλα σημεία μια εβδομάδα μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων. Η μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο Ανοικτό φόρουμ Λοιμώδεις νόσοι (Open Forum Infectious Diseases) είναι ένα από τα πολλά έργα που υποστηρίζονται από την ταχεία ερευνητική απάντηση στην (mpox mpox rapid research response) που ξεκίνησε από την Κοινοπραξία αναδυόμενων και πανδημικών λοιμώξεων (EPIC) (Emerging and Pandemic Infections Consortium) (EPIC), μια θεσμική στρατηγική πρωτοβουλία και τους νοσοκομειακούς εταίρους της κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας επιδημίας mpox – παλαιότερα γνωστή ως monkeypox – το 2022. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, σχεδόν 94.000 επιβεβαιωμένα κρούσματα mpox, συμπεριλαμβανομένων 179 θανάτων, έχουν αναφερθεί από 117 χώρες από τον Ιανουάριο του 2022. Από τον Σεπτέμβριο του 2023, 1.515 κρούσματα έχουν επιβεβαιωθεί στον Καναδά, κυρίως στο Οντάριο και το Κεμπέκ. «Αν και γνωρίζαμε για το mpox για περισσότερα από 70 χρόνια, ήταν νέο για εμάς γιατί δεν το είχαμε δει εκτός των ενδημικών περιοχών» δήλωσε ο Robert Kozak, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης και κλινικός μικροβιολόγος στο Sunnybrook Research Institute και επίκουρος καθηγητής στο τμήμα εργαστηριακής ιατρικής και βιοπαθολογίας στο Temerty Medicine. “Υπήρχαν ακόμη πολλά για τον ιό και την ασθένεια που δεν γνωρίζαμε.” Για να απαντήσει σε βασικές ερωτήσεις σχετικά με την απόρριψη του ιού, ο Kozak συνεργάστηκε με τον Tan και τη Sharmistha Mishra, μια λοιμωξιολόγο στο νοσοκομείο St. Michael’s και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα ιατρικής της Temerty Faculty of Medicine και το Institute of Medical Science και το IHPME. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια τεχνική που ονομάζεται ποσοτική αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (qPCR) για να προσδιορίσουν την επιμονή του DNA του ιού mpox. Λήφθηκαν δείγματα από έξι διαφορετικά σημεία στο σώμα – γεννητική περιοχή, ρινική κοιλότητα, σπέρμα, δέρμα, λαιμό και ούρα – και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατά μέσο όρο, το DNA του mpox ανιχνεύθηκε σε επιχρίσματα δέρματος από την περιοχή των γεννητικών οργάνων και του πρωκτού και από άλλα σημεία του δέρματος στις 30 και 22 ημέρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων, αντίστοιχα. Αυτά τα ευρήματα συνάδουν με τη σεξουαλικά μεταδιδόμενη φύση του mpox κατά τη διάρκεια της πρόσφατης παγκόσμιας επιδημίας, η οποία επηρέασε κυρίως γκέι και αμφιφυλόφιλους άνδρες καθώς και άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες. Οι ερευνητές δεν μπόρεσαν να ανιχνεύσουν ιικό DNA σε μεγάλο ποσοστό δειγμάτων σπέρματος και επιχρισμάτων ρινικής κοιλότητας που ελήφθησαν όταν τα άτομα εμφανίστηκαν για πρώτη φορά με συμπτώματα, ενώ σε δείγματα ούρων και λαιμού, το mpox DNA παρέμεινε για περίπου δύο εβδομάδες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Είναι ενδιαφέρον ότι οι ερευνητές δεν παρατήρησαν διαφορά στη διάρκεια της επιμονής του ιικού DNA μεταξύ των ατόμων που έλαβαν αντιικό φάρμακο και εκείνων που δεν έλαβαν.

Ο Tan σημείωσε ότι ενώ οι συμμετέχοντες στη μελέτη δεν ανατέθηκαν τυχαία για να λάβουν το φάρμακο, αυτά τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν την αβεβαιότητα σχετικά με την αποτελεσματικότητα του αντιιικού φαρμάκου στη θεραπεία λοιμώξεων από mpox. Πρόσθεσε ότι η μελέτη παρέχει αρκετές βασικές γνώσεις για τους κλινικούς συναδέλφους του. “Πρώτον, τεκμηριώσαμε το εύρος των κλινικών δειγμάτων στα οποία μπορεί να αναγνωριστεί το DNA του mpox και επομένως μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιβεβαίωση μιας διάγνωσης. Τα ευρήματά μας ενισχύουν επίσης ότι αξίζει τον κόπο για τους κλινικούς γιατρούς να συλλέγουν τέτοια δείγματα σε άτομα όπου γίνεται διάγνωση mpox λαμβάνοντας υπόψη, ακόμη και μετά την εξαφάνιση των συμπτωμάτων της αδιαθεσίας» είπε ο Ταν. Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι επειδή το DNA του mpox μπορεί να ανιχνευθεί έως και τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων, δεν σημαίνει ότι τα άτομα είναι μολυσματικά για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. «Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα εάν η παρουσία ανιχνεύσιμου ιικού DNA σημαίνει απαραίτητα ότι ο ιός είναι μεταδοτικός σε άλλους ανθρώπους, επομένως χρειάζεται οπωσδήποτε περισσότερη έρευνα για να προσδιοριστεί οριστικά η περίοδος μολυσματικότητας» είπε ο Ταν. Για τον σκοπό αυτό, ο Jacklyn Hurst, ένας μεταδιδακτορικός συνεργάτης στο εργαστήριο του Kozak, ξεκίνησε πρόσφατα να εργάζεται στη Μονάδα Υψηλού Περιορισμού στο Τορόντο (Toronto High Containment Facility) για να αναζητήσει ζωντανό ιό στα ίδια δείγματα από τα οποία ανιχνεύθηκε DNA mpox. Οι ερευνητές χρησιμοποιούν επίσης τη βιοτράπεζα δειγμάτων ασθενών mpox της εγκατάστασης για να εντοπίσουν βιοδείκτες που θα μπορούσαν να προβλέψουν εάν ένα άτομο θα έχει μια ήπια ή σοβαρή λοίμωξη. “Χωρίς την εγκατάσταση υψηλού περιορισμού του Τορόντο, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα από αυτά. Η ύπαρξη αυτής της εγκατάστασης θα μας βοηθήσει να απαντήσουμε σε πολλές ερωτήσεις σχετικά με αυτόν τον ιό και πώς να τον σταματήσουμε”, δήλωσε ο Kozak. Αναγνώρισε την τεράστια συνεισφορά της κοινότητας των ασθενών σε αυτό το έργο. “Ένα τεράστιο ευχαριστώ σε όλους τους συμμετέχοντες στη μελέτη. Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτό το έργο χωρίς τη θυσία και τη δέσμευσή τους.”

 

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

ΚΥΑ οικ. 18551/2024 – ΦΕΚ 1658/Β/12-3-2024 Ειδικό Σώμα Ιατρών (Ε.Σ.Ι.) του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.).

FEK-2024-Tefxos B-01658-downloaded -13_03_2024

 

 

 

.

Αύξηση του καρκίνου πνεύμονα στις γυναίκες κατά 84% τα τελευταία 40 χρόνια

Περίπου 20% των γυναικών με καρκίνο πνεύμονα δεν έχουν καπνίσει ποτέ
Η ανησυχητική αύξηση εμφάνισης του καρκίνου του πνεύμονα στις γυναίκες
τονίστηκε μεταξύ άλλων στην επιστημονική ημερίδα με θέμα «ΓΥΝΑΙΚΑ & ΚΑΡΚΙΝΟΣ», που διοργάνωσε ο Σύλλογος Καρκινοπαθών, Εθελοντών, Φίλων, Ιατρών «Κ.Ε.Φ.Ι.». Ανοίγοντας την εκδήλωση , η Πρόεδρος του Συλλόγου Κ.Ε.Φ.Ι., Ζωή Γραμματόγλου εξήγησε τη σημασία της ένταξης του καρκίνου του πνεύμονα στην Ημερίδα «Γυναίκα και Καρκίνος» καθώς είναι ολοένα και αυξανόμενα τα σχετικά περιστατικά στο γυναικείο πληθυσμό. Η Γεωργία Χαρδαβέλλα, MD, MSc, PhD, Πνευμονολόγος, Επιμελήτρια Α’ στο Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών «Η Σωτηρία», ανέφερε ότι η αλλαγή των επιδημιολογικών δεδομένων καρκίνου πνεύμονα είναι ανησυχητική για τις γυναίκες. Περίπου 20% των γυναικών με καρκίνο πνεύμονα δεν έχουν καπνίσει ποτέ ενώ το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών είναι 9%.Tα ποσοστά διάγνωσης καρκίνου πνεύμονα στις γυναίκες έχουν αυξηθεί κατά 84% τα τελευταία 40 χρόνια ενώ έχουν μειωθεί κατά 36% στους άνδρες. Ωστόσο οι γυναίκες φαίνεται να ανταποκρίνονται καλύτερα στις ογκολογικές θεραπείες καρκίνου πνεύμονα έναντι των ανδρών χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη ερμηνεία για αυτό. Επίσης φαίνεται να ωφελούνται περισσότερο από τον προσυμπτωματικό έλεγχο καρκίνου πνεύμονα έναντι των ανδρών. Παράλληλα, βρίσκονται αντιμέτωπες με το ευαίσθητο ζήτημα διατήρησης γονιμότητας το οποίο δεν προσφέρεται πάντα σαν εναλλακτική. Η Μαρία Θεοχάρη, Παθολόγος-Ογκολόγος, Γ.Ν.Α. «Λαϊκό», αναφέρθηκε στις εξελίξεις στην ογκολογία, επισημαίνοντας την πιο γρήγορη διάγνωση στην Αγγλία αλλά την πιο γρήγορη αντιμετώπιση στην Ελλάδα. Όλοι ασχολούνται με το θεραπευτικό πεδίο, λείπει, όμως, η ενσυναίσθηση που να οδηγήσει τον ασθενή από τη διάγνωση στη θεραπεία, ιδιαίτερα για τις γυναίκες που έχουν έναν ιδιαίτερα πολύπλευρο ρόλο. Στον καρκίνο του μαστού αναφέρθηκε διεξοδικά ο Αντώνης Χαρλαύτης, Χειρούργος Μαστού Γ.Α.Ο.Ν.Α. «Ο Άγιος Σάββας». Επισήμανε τη σημασία του προληπτικού ελέγχου επισημαίνοντας το διαχωρισμό πληθυσμιακού και ατομικού. Ανέπτυξε τις σύγχρονες μεθόδους έγκαιρης διάγνωσης καθώς και τη συμβολή της γενετικής στην πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία της νόσου

 

 

Πηγη:HealthDaily

Αγαπηδάκη: Προσπάθειες για να ενταχθεί η Ελλάδα στον Διεθνή Οργανισμό για τον καρκίνο

Συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας
Μιλώντας στο 4ο Ετήσιο Συνέδριο
ECONOMIST, η αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη, έδωσε έμφαση στις ανισότητες που επηρεάζουν την πρόληψη του καρκίνου και ανέφερε ότι η χώρα μας βρίσκεται σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) προκειμένου να ενταχθεί στον Διεθνή Οργανισμό Ερευνών για τον Καρκίνο (International Agency for Research on Cancer). Τόνισε ότι η χώρα μας έχει υλοποιήσει ήδη ορισμένες από τις πρόσφατες προτάσεις της Κομισιόν, όπως η επέκταση του HPV εμβολιασμού και στα αγόρια και την παρακολούθηση της εμβολιαστικής κάλυψης μέσω του ψηφιακού παιδιατρικού βιβλιαρίου. Πέρα από το πρόγραμμα πρόληψης για τον καρκίνο του μαστού, πρόσθεσε η κ. Αγαπηδάκη, υλοποιείται επίσης το πρόγραμμα για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, ενώ μέχρι τον Ιούνιο θα προχωρήσει η υλοποίηση του προγράμματος για τον καρκίνο του παχέος εντέρου, ενώ ανέφερε ότι η χώρα μας είναι από τις πρώτες χώρες που θα υλοποιήσει πρόγραμμα πρόληψης για τον καρκίνο του πνεύμονα. Η χώρα μας δίνει έμφαση στις πολιτικές πρόληψης, επενδύοντας εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, τόνισε η κ. Αγαπηδάκη.

 

 

Πηγη:HealthDaily