Η FairLife Φροντίδα και Πρόληψη για τον καρκίνο του πνεύμονα παρουσιάζει τη νέα διαδικτυακή ενότητα στον ιστότοπό της «Προσυμπτωματικός Έλεγχος: Πρόληψη και Έγκαιρη διάγνωση καρκίνου του πνεύμονα», αφιερωμένη στον προσυμπτωματικό έλεγχο και την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του πνεύμονα Γνωρίζοντας τα προειδοποιητικά σημάδια της νόσου, μπορούμε να κάνουμε νωρίτερα εξετάσεις, να αντιμετωπίσουμε έγκαιρα την κατάσταση και να κερδίσουμε σε ανθρώπινες ζωές! Η νέα σελίδα: Περιλαμβάνει λεπτομερή ενημέρωση γύρω από τα συμπτώματα, τους παράγοντες κινδύνου εμφάνισης της νόσου, καθώς και τους τρόπους μείωσης αυτού του κινδύνου. Εξηγεί με απλό τρόπο τη λειτουργία των πνευμόνων, την ανάπτυξη και εξέλιξη του καρκίνου και τα επιμέρους χαρακτηριστικά των πνευμονικών όζων. Αναλύει τη διαδικασία γύρω από την αξονική τομογραφία χαμηλής δόσης ακτινοβολίας (LDCT), κάνοντας αναφορά στα οφέλη και μειονεκτήματα της εξέτασης, στα κριτήρια ένταξης καθώς και στην παρακολούθηση μετά την εξέταση. Αναφέρεται στις τελευταίες εξελίξεις στον προσυμπτωματικό έλεγχο και στη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης που ανοίγει τον δρόμο σε εξατομικευμένες θεραπευτικές επιλογές και στην βέλτιστη έκβαση της θεραπείας, Το σύντομο quiz τριών ερωτήσεων που περιλαμβάνεται στη νέα σελίδα απαντά στο ερώτημα εάν πληρούμε τις προϋποθέσεις για τον προσυμπτωματικό έλεγχο. Για τη δημιουργία της ενότητας του προσυμπτωματικού ελέγχου συνεργάστηκαν (αλφαβητικά): Ελευθέριος Ζέρβας, Πνευμονολόγος, Συντονιστής Διευθυντής 7ης Πνευμονολογικής Κλινικής Νοσοκομείο Γ.Ν.Ν.Θ.Α «Η ΣΩΤΗΡΙΑ», Ταμίας ΕΠΕ Παρασκευή Κατσαούνου, Αναπλ. Καθηγήτρια Πνευμονολογίας Ιατρικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., Μονάδα Πνευμονολογίας και Αναπνευστικής Ανεπάρκειας Α’ ΚΕΘ ΓΝΑ Ευαγγελισμός Μέλος ΔΣ ΕΠΕ Νικόλαος Κουφός, MD, ECFMG, PhD Eπιστημονικός Υπεύθυνος Μονάδας Επεμβατικής Πνευμονολογίας, Metropolitan Hospital Σοφία Λαμπάκη, Πνευμονολόγος, Ακαδημαϊκός Υπότροφος ΑΠΘ, Πνευμονολογική Κλινική ΑΠΘ, Τμήμα Ημερήσιας Νοσηλείας Χημειοθεραπειών Γ.Ν. “Γ. Παπανικολάου” Γεωργία Χαρδαβέλλα, MD, MSc, PhD Πνευμονολόγος Γ.Ν.Ν.Θ.Α «Σωτηρία», Πρόεδρος Ομάδας Εργασίας Καρκίνου Πνεύμονα, Ευρωπαϊκή Πνευμονολογική Εταιρεία (ERS), Συντονίστρια Ομάδας Καρκίνου Πνεύμονα (ΕΠΕ) Πέτρος Χριστόπουλος, MD, PhD Παθολόγος Ογκολόγος-Αιματολόγος, Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Χαϊδελβέργης Θερμές ευχαριστίες στους υποστηρικτές της σελίδας Roche Diagnostics Hellas και AstraZeneca. Μερικές από τις δράσεις ενημέρωσης της FairLife L.C.C. για τον προσυμπτωματικό έλεγχο. Η ευαισθητοποίηση για την πρόληψη της νόσου και η ένταξη του προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του πνεύμονα στο Εθνικό Σχέδιο Πρόληψης “Σπύρος Δοξιάδης” ήταν και παραμένουν βασικοί πυλώνες των δράσεων της FairLife L.C.C. μέσα στα 3 χρόνια από την ίδρυση του. Τον Νοέμβριο του 2022, μήνα ευαισθητοποίησης για τον Καρκίνο του Πνεύμονα, η FairLife LCC σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Πολιτικής Υγείας εκπόνησε την 1η μελέτη για τον προσυμπτωματικό έλεγχο στην Ελλάδα. Με βάση προβλεπτικό, στοχαστικό μοντέλο, ο προσυμπτωματικός έλεγχος οδηγεί σε σημαντική μείωση των θανάτων κατά 24,61% και σε μείωση των απολεσθέντων χρόνων ζωής κατά 30,9%. Τα στοιχεία αυτά συμβαδίζουν με αντίστοιχες μελέτες σε άλλες χώρες. Διαβάστε περισσότερα. Το 3ο ετήσιο συνέδριο της FairLife L.C.C. με τίτλο «Ο καρκίνος του πνεύμονα σε πρώτο πλάνο – από την καθημερινή πρακτική στην βέλτιστη αντιμετώπιση» ανέδειξε τον ρόλο και την στάση της πολιτείας στην αντιμετώπιση της νόσου του καρκίνου του πνεύμονα καθώς και η ανάγκη για συνεργασία και επικοινωνία μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Όπως συζητήθηκε, έχει κατατεθεί στο Υπουργείο Υγείας, στην Εθνική Επιτροπή Δημόσιας Υγείας και στον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας μελέτη με κατευθυντήριες οδηγίες για τον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου του πνεύμονα και σχέδιο προτυποποιημένης διαδικασίας εφαρμογής του στην Ελλάδα με σαφή κριτήρια. Στη μελέτη συμμετείχαν 55 επαγγελματίες διαφόρων ειδικοτήτων, ενώ για πρώτη φορά εμπλέκονται ενεργά και οι ασθενείς. Έως σήμερα, δεν υπάρχει κάτι νεότερο επί του θέματος. Η ηγεσία του Υπουργείου Υγείας τόνισε ότι το Υπουργείο είναι συμπαραστάτης σε αυτή την προσπάθεια και ήδη εργάζονται για τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών υγείας και την πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες.
Τα προβλήματα των πασχόντων από Σακχαρώδη Διαβήτη και το μείζον ζήτημα της συνταγογράφησης των ταινιών μέτρησης σακχάρου αίματος και των αισθητήρων μέτρησης γλυκόζης συζητήθηκαν στη συνάντηση εκπροσώπων της Π.Ο.Σ.Σ.Α.Σ.ΔΙΑ. με την διοίκηση του ΕΟΠΥΥ. Στόχος της συνάντησης ήταν να εξευρεθούν οι αναγκαίες λύσεις για αυτό και η ομοσπονδία θα στείλει τα αιτήματά της και εγγράφως προκειμένου να μην ταλαιπωρούνται οι πάσχοντες.
Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των νέων ιατροτεχνολογικών προϊόντων που αφορούν στον Σακχαρώδη Διαβήτη, τα οποία αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ, ανέδειξε ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σωματείων/ Συλλόγων Ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη, Χρήστος Δαραμήλας. Την αναγκαιότητα αξιολόγησής τους επεσήμανε ο κ. Δαραμήλας έπειτα από τα προβλήματα που έχουν προκύψει το τελευταίο διάστημα, μετά την εφαρμογή του ΦΕΚ (Β’ 919/ 22/02/2023), το οποίο έχει τεθεί σε ισχύ από 1 Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τη συνταγογράφησή τους. Σημειώνεται ότι στην συνάντηση συμμετείχαν ακόμη, από την πλευρά της ΠΟΣΣΑΣΔΙΑ, η γενική γραμματέας Αθανασία Καρούνου και ως μέλος του Δ.Σ. της ΠΟΣΣΑΣΔΙΑ η Βάνα Κουτσουδάκη. Από την πλευρά του ΕΟΠΥΥ, συμμετείχαν πέρα από την διοικήτρια του οργναισμού, Θεανώ Καρποδίνη, η διευθύντρια της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμο, Παναγιώτα Λίτσα και ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού, Σπυρίδων Γούλας.
Η Ομοσπονδία προτείνει τη θέσπιση και δημιουργία ενός συστήματος παρακολούθησης της εξέλιξης και της πορείας του πάσχοντος στο θέμα της συνταγογράφησης, από την πλευρά του ΕΟΠΥΥ. Συγκεκριμένα, κατά την εκτέλεση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, να αναγράφεται το υπόλοιπο των ποσοτήτων των τεμαχίων που υπάρχουν σε διαθεσιμότητα για τον εκάστοτε χρήστη/ πάσχοντα, μέσω της διαλειτουργικότητας των πληροφοριακών συστημάτων και των ηλεκτρονικών υπηρεσιών.
Συστήματα καταγραφής μέτρησης γλυκόζης
Η ομοσπονδία ζητά από τον ΕΟΠΥΥ έγκριση για μεγαλύτερη ποσότητα αισθητήρων καταγραφής γλυκόζης μηνιαίως, για τα παιδιά ηλικίας κάτω των 9 ετών, λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες κατά την τοποθέτηση και την εφαρμογή τους. Ως προς την αντικατάσταση των ελαττωματικών ιατροτεχνολογικών προϊόντων, η διοικήτρια του ΕΟΠΥΥ τόνισε ότι ο οργανισμός έχει απευθυνθεί στην επιστημονική κοινότητα, με σκοπό τη σύσταση Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων. Σε αυτή θα συμμετέχει και η ΠΟΣΣΑΣΔΙΑ, ως επίσημος φορέας εκπροσώπησης των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη.Στόχευση του ΕΟΠΥΥ είναι τα καλύτερα και πιο ποιοτικά χαρακτηριστικά στα νέα ιατροτεχνολογικά προϊόντα. Γι αυτό τον λόγο θα ενισχυθούν οι υπηρεσίες του με εξειδικευμένο προσωπικό, ώστε να αξιολογούνται, βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων και προδιαγραφών οι συμβαλλόμενες εταιρείες.
Ακόμη συζητήθηκαν η πιθανή αναδιαμόρφωση των υποκατηγοριών της Λ4 κατηγορίας που αφορά στα οικονομικά του Σακχαρώδη Διαβήτη, η πρόβλεψη για νέα ιατροτεχνολογικά στο Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2, καθώς και η εφαρμογή του Παραρτήματος που αφορά στα Ποιοτικά Χαρακτηριστικά των Ειδικών Θεραπευτικών Υποδημάτων.
Συνέντευξη του Επικεφαλής του Γραφείου Ποιότητας Φροντίδας και Ασφάλειας Ασθενών του ΠΟΥ στην Αθήνα στη Νέλλη Καψή
Η ίδρυση του Γραφείου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών στην Αθήνα το 2012 αποτέλεσε το έναυσμα για μια σειρά δράσεων με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας του συστήματος υγείας στην Ελλάδα, αλλά και σε αρκετές άλλες χώρες που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του ΠΟΥ. Μέσα από τη συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας και τους παρόχους υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα, το γραφείο του Οργανισμού, υπό τη διεύθυνση του Dr João Breda, συμμετέχει ενεργά σε αρκετά καινοτόμα προγράμματα, όπως στο έργο της δημιουργίας δεικτών, οι οποίοι με τη σειρά τους θα χρησιμοποιηθούν για την καταγραφή και αξιολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα.
Ποιες είναι οι προτεραιότητες σε θέματα δημόσιας υγείας και ο ρόλος του Γραφείου για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) στην Αθήνα;
Ο βασικός μας ρόλος ως Γραφείο του ΠΟΥ για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών στην Αθήνα, αφορά στη διασφάλιση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας και της ασφάλειας των ασθενών, σε σχέση πάντα με το δημόσιο σύστημα υγείας. Κορυφαία προτεραιότητά μας είναι η βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών υγείας. Πολλές φορές το επίπεδο αυτό δεν είναι κοινό για όλα τα άτομα. Ευπαθείς ομάδες πληθυσμού και άτομα με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης σε υψηλής ποιότητας υπηρεσίες υγείας. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που παρατηρούμε σε όλη την Ευρώπη και η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Εμείς επιδιώκουμε καθολική κάλυψη υπηρεσιών υγείας και βελτίωση της ποιότητας αυτών.
Επίσης, προτεραιότητά μας αποτελεί η ασφάλεια των ασθενών, μέσω της μείωσης των λαθών κατά την παροχή των υπηρεσιών υγείας στην πρωτοβάθμια,δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια περίθαλψη. Το Γραφείο μας, σε συνεργασία με το Ελληνικό Υπουργείο Υγείας, συμμετέχει στο έργο της δημιουργίας δεικτών, οι οποίοι με τη σειρά τους θα χρησιμοποιηθούν για την καταγραφή και αξιολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών και των προβλημάτων που σημειώνονται, με αποτέλεσμα τη βελτίωση της ποιότητας σε όλες τις βαθμίδες περίθαλψης. Αρωγός στην προσπάθειά μας αυτή είναι η ακαδημαϊκή κοινότητα, μέσω της συνεργασία με ελληνικά πανεπιστήμια, η ΗΔΙΚΑ και άλλοι φορείς του Υπουργείου Υγείας, καθώς και οι σύλλογοι ασθενών. Ταυτόχρονα, το Γραφείο, με την υποστήριξη της Ελληνικής Κυβέρνησης, έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο στην βελτίωση της ψυχικής υγείας των παιδιών και των εφήβων μέσω του νέου Ευρωπαϊκού Προγράμματος του ΠΟΥ για την Ποιότητα της Φροντίδας της Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων. Η πρωτοβουλία αυτή θέτει ως προτεραιότητα την εφαρμογή καινοτόμων λύσεων και την βελτίωση των δεδομένων για την ποιότητα της φροντίδας ψυχικής υγείας τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας του ΠΟΥ. Βασική μας αρχή είναι: «Δεν αφήνουμεκανέναν πίσω» και αυτή η αρχή διαπνέει όλες μας τις ενέργειες και εδώ στην Ελλάδα ώστε να είμαστε σίγουροι ότι οι πιο ευπαθείς ομάδες θα συμπεριλαμβάνονται σε όλες τις παρεχόμενες υπηρεσίες.
Aπό τον σχεδιασμό μέχρι την υλοποίηση πολιτικών μείωσης των ανισοτήτων, ο δρόμος πολλές φορές είναι αρκετά μακρύς. Πώς πείθετε τις κυβερνήσεις να μην μείνουν στις υποσχέσεις και να προχωρήσουν σε πραγματικές πολιτικές ισότητας στην πρόσβαση;
Στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας χρησιμοποιούμε πάντα την επιστήμη και την τεκμηρίωση για όλες τις πολιτικές και στρατηγικές που προτείνουμε. Παραθέτουμε στην εκάστοτε κυβέρνηση τα δεδομένα και προτείνουμε επιστημονικά τεκμηριωμένες λύσεις και εναλλακτικές για το πώς πρέπει να υλοποιηθούν οι εν λόγω στρατηγικές. Φυσικά δεν μπορούμε να επιβάλουμε στις κυβερνήσεις το πώς θα κινηθούν, όμως η πολυετής συνεργασία μας με τις διάφορες κυβερνήσεις εγγυάται το θετικό αποτέλεσμα. Η συνεργασία μας με το Eλληνικό Yπουργείο Υγείας είναι εξαιρετική και με την καθοδήγηση του Περιφερειακού Διευθυντή Ευρώπης του ΠΟΥ, Δρ Hans Klüge, διευρύνεται τώρα ακόμα περισσότερο. Tο γραφείο του ΠΟΥ στην Αθήνα, λειτουργώντας ως Κέντρο Αριστείας, δίνει έμφαση στη συνεργασία για την παροχή υγειονομικής περίθαλψης, διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με τα κεντρικά γραφεία του Οργανισμού και υποστηρίζει διάφορες χώρες σε όλη την Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του ΠΟΥ.
Ποιες είναι οι κύριες προτεραιότητες του ΠΟΥ όσον αφορά τα μη μεταδοτικά νοσήματα;
Όσον αφορά τα μη μεταδοτικά νοσήματα, εξετάζουμε όλες τις παθήσεις που οδηγούν τα άτομα σε πρόωρο θάνατο, δηλαδή σε ηλικίες κάτω των 65 ετών. Στην Ευρώπη, σε κάθε δέκα θανάτους, οι εννέα οφείλονται σε μη μεταδοτικά νοσήματα, όπως τα καρδιαγγειακά, ο σακχαρώδης διαβήτης, τα νοσήματα του αναπνευστικού κ.ά. Επίσης, η διάγνωση και αντιμετώπιση του καρκίνου είναι ένα σημαντικό και πολύ σύνθετο ζήτημα, για το οποίο πρέπει να γίνουν περισσότερα πράγματα. Αναφορικά με την πρόληψη, πρέπει να στοχεύσουμε στη μείωση των αιτίων που προκαλούν καρκίνο, είτε με την υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής, με περισσότερη άσκηση, είτε με την εξάλειψη των παραγόντων που δημιουργούν καρκίνο, όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ κ.ά.
Πώς μπορούμε, κατά τη γνώμη σας, να αντιμετωπίσουμε την κρίση εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας, που ειδικά στην Ελλάδα είναι τεράστιο ζήτημα, που υπονομεύει την ποιότητα της περίθαλψης;
Το θέμα του εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα σε διεθνές επίπεδο και μπορεί να έγινε πιο εμφανές κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όμως υπήρχε και πριν από αυτήν. Σταδιακά, όλο και λιγότεροι νέοι άνθρωποι επιλέγουν να εργαστούν στον τομέα της υγείας, γιατί δεν συμβαδίζει με τις προσδοκίες που έχουν από τη ζωή τους. Ένας ιατρός ή ένας νοσηλευτής δεν έχει σταθερό ωράριο, καθώς εργάζεται σε βάρδιες και συχνά καλείται να κάνει εφημερίες, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να συνδυάσει την προσωπική και την επαγγελματική του ζωή. Χρειαζόμαστε νέα κίνητρα για να προσελκύσουμε νέα άτομα στο ιατρικό και νοσηλευτικό επάγγελμα, προσφέροντάς τους παράλληλα καλύτερες χρηματικές απολαβές και συνθήκες εργασίας. Παράλληλα, το υπάρχον εργατικό δυναμικό, έχοντας αντιμετωπίσει το βάρος της πανδημίας, έχει εξουθενωθεί σωματικά και ψυχικά και θα πρέπει να αποφορτιστεί. Η λύση του προβλήματος περνάει μέσα από τον ψηφιακό μετασχηματισμό του συστήματος υγείας, ένα έργο σύνθετο και δαπανηρό, αλλά αναγκαίο, καθώς και από την ευρύτερη χρήση των νέων τεχνολογιών, ειδικά σε περιοχές απομονωμένες ή νησιωτικές, που υποφέρουν ταυτόχρονα από έλλειψη υποδομών και μειωμένους ανθρώπινους πόρους.
Η παχυσαρκία είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις δημόσιας υγείας του εικοστού πρώτου αιώνα. Ο επιπολασμός της έχει τριπλασιαστεί σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας του ΠΟΥ από τη δεκαετία του 1980 και ο αριθμός των προσβεβλημένων ατόμων συνεχίζει να αυξάνεται.
Η παχυσαρκία είναι μια περίπλοκη και πολυπαραγοντική νόσος που συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για πολλά μη μεταδοτικά νοσήματα, όπως καρκίνος, καρδιαγγειακά, σακχαρώδης διαβήτης κ.ά., νοσήματα που ευθύνονται για μεγάλο ποσοστό θανάτων. Τα ποσοστά παχυσαρκίας συνεχίζουν να αυξάνονται διεθνώς σε ενήλικες και παιδιά. Κάποτε θεωρούνταν πρόβλημα μόνο σε χώρες υψηλού εισοδήματος, όμως σήμερα το υπερβολικό βάρος και η παχυσαρκία αυξάνονται δραματικά σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, ιδιαίτερα στις αστικές περιοχές.
Η παχυσαρκία αυξάνεται ιδιαίτερα στα παιδιά και η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της ευρωπαϊκής λίστας όσον αφορά την παιδική παχυσαρκία. Μπορείτε να μας δώσετε τα τελευταία στατιστικά στοιχεία του ΠΟΥ για την παχυσαρκία σε Ευρώπη και Ελλάδα; Ποια είναι τα εργαλεία για την εκπαίδευση των παιδιών και των οικογενειών προς μια πιο υγιεινή διατροφή και άσκηση;
Πράγματι, η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση μετά την Κύπρο σε ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας. Επιπλέον, το 5% των μικρών παιδιών στην Ελλάδα εμφανίζουν σοβαρή νοσογόνο παχυσαρκία. Γνωρίζουμε ότι η κυβέρνηση έχει αποφασίσει σειρά δράσεων ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για το θέμα της παιδικής παχυσαρκίας και θα συνεργαστούμε στενά για τον σκοπό αυτό. Υπάρχουν θετικά παραδείγματα που μπορούμε να ακολουθήσουμε, όπως π.χ. της Πορτογαλίας, η οποία μείωσε τα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας κατά 8-10% μέσα σε μια δεκαετία. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι μια μόνο δράση δεν θα φέρει τη λύση στο πρόβλημα, το οποίο είναι πολυπαραγοντικό. Για παράδειγμα, μια αύξηση της φορολογίας στα αναψυκτικά με ζάχαρη, μπορεί να έχει μια μικρή συμβολή, αλλά δεν θα οδηγήσει σε σοβαρή μείωση των ποσοστών παχυσαρκίας. Χρειάζεται ταυτόχρονα έλεγχος στο λιανεμπόριο τροφίμων, πολιτικές τιμών, φορολογία, καμπάνιες για τη χρήση φρούτων και λαχανικών, εκπαίδευση ιατρών, νοσηλευτών, εκπαιδευτικών και γονέων, αποτελεσματικές καμπάνιες στα κοινωνικά δίκτυα, την τηλεόραση και τον τύπο, συνεργασία με δήμους, φορείς και διαφορετικά υπουργεία, ώστε να υπάρχει συνδυαστική προσπάθεια για να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Τέλος, πρέπει να εξαλειφθεί το στίγμα απέναντι στα άτομα που ζουν με παχυσαρκία.
Η συνέντευξη με τον Δαμιανό Σακά, Ομότιμο Καθηγητή Νευροχειρουργική του Πανεπιστημίου Αθηνών, Επίτιμο Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Λειτουργικής Νευροχειρουργικής και Μέλος της Παγκόσμιας Ακαδημίας Νευροχειρουργικής είχε ως αφορμή μια σημαντική επιτυχία της ομάδας του, η οποία ανοίγει νέες προοπτικές θεραπείας για ασθενείς που έχουν υποστεί βαριά τραυματική βλάβη νωτιαίου μυελού. Πρόκειται για περίπτωση ασθενούς η οποία μετά από ατύχημα υπέστη βαρύ τραυματισμό νωτιαίου μυελού και ανέπτυξε πλήρη κινητική παραπληγία και απώλεια αισθητικότητας, κάτω από το επίπεδο του ομφαλού.
Τι νέο γνωρίζουμε σήμερα, με βάση τις εξελίξεις της επιστήμης, για τη μετάδοση εντολών από τον εγκέφαλο προς τα άκρα;
Eχει γίνει κατανοητό ότι οι εντολές αποστέλλονται από τον εγκέφαλο προς το Κέντρο Συντονισμού της Βάδισης, που ευρίσκεται στην οσφυική περιοχή του νωτιαίου μυελού.
Η βάδιση είναι εφικτή χάρις στην λειτουργία αυτού του κέντρου που περιέχει μηχανισμούς ή τοπικές γεννήτριες σχεδίων (local pattern generators) που συντονίζουν τις αναγκαίες συνέργειες μυών ώστε να επιτυγχάνεται ο αυτοματικός, ρυθμικός χαρακτήρας της βάδισης. Δηλαδή, το κέντρο αυτό λειτουργεί με τρόπο ανάλογο με αυτό των κέντρων του εγκεφάλου που ελέγχουν τον ρυθμό της καρδιάς ή της αναπνοής.
Σε σχέση με την μετάδοση των σημάτων από τον εγκέφαλο προς τα κάτω άκρα, πρέπει να επισημάνουμε ότι μετά από σοβαρό τραύμα, στον νωτιαίο μυελό, διακρίνουμε τρείς κύριες κατηγορίες ινών ανάλογα με τον βαθμό βλάβης που έχει συμβεί: α) νευρικές ίνες που έχουν υποστεί πλήρη οριστική καταστροφή, β) νευρικές ίνες που έχουν διασωθεί και είναι λειτουργικές και γ) νευρικές ίνες που έχουν υποστεί μερική βλάβη, έχουν γίνει λειτουργικά ανενεργείς (απραξικές), χωρίς να έχουν καταστραφεί. Μέσω αυτών των δύο τελευταίων κατηγοριών ινών μπορεί να γίνει εφικτή η μετάδοση σημάτων από τον εγκέφαλο προς τα άκρα. Επιπλέον είναι σημαντικό ότι μετά από σοβαρή βλάβη νωτιαίου μυελού, δημιουργούνται γεφυρικές συνάψεις (συνδέσεις) διαμέσου της περιοχής της βλάβης. Μέσω της ηλεκτρικής διέγερσης, διαπιστώνεται ότι μπορούμε να επιτύχουμε ενίσχυση της λειτουργίας των (μερικώς τραυματισθέντων) απραξικών και της δημιουργίας γεφυρικών συνδέσεων. Όταν η ασθενής μας υποβλήθηκε σε μαγνητικό ερεθισμό του εγκεφάλου, διαπιστώθηκε αυξημένη μετάδοση σημάτων από τον εγκέφαλο προς τα κάτω άκρα διαμέσου της περιοχής της βλάβης του νωτιαίου μυελού.
Ένας άλλος μηχανισμός που επηρεάζει την μετάδοση των εντολών από τον εγκέφαλο προς τα κάτω άκρα σχετίζεται με τη διεγερσιμότητα των περιφερικών αισθητικο-κινητικών συνδέσεων. Σε κάθε μέλος του σώματος λειτουργούν άμεσες συνδέσεις μεταξύ των αισθητικών και κινητικών νεύρων, χωρίς συμμετοχή του εγκεφάλου που ονομάζονται αισθητικο-κινητικά τόξα. Η ένταση (ή δύναμη) της μυϊκής σύσπασης σε οποιοδήποτε μέλος του σώματος, επηρεάζεται από τα αισθητικά ερεθίσματα που φθάνουν στον νωτιαίο μυελό, – μέσω των αισθητικών ινών – και μεταφέρουν πληροφορίες από τους μύες, τένοντες και αρθρώσεις σχετικά με την κίνηση του μέλους. Δηλαδή, η κίνηση ενός μέλους μας, γεννά αισθητικά ερεθίσματα που ενισχύουν αυτή ακριβώς την κίνηση του μέλους. Σε ασθενείς με τραύμα νωτιαίου μυελού, η κίνηση τους έχει καταργηθεί και συνεπώς δεν παράγονται αισθητικά ερεθίσματα, ικανά να ενισχύσουν την δραστηριότητα των κινητικών ινών. Αυτό το έλλειμμα στην φυσιολογική διέγερση των αισθητικών ινών, το υποκαθιστά σε κάποιο βαθμό η τεχνητή ηλεκτρική διέγερση των αισθητικών ινών. Η ενίσχυση δηλαδή των αισθητικών ινών που γίνεται με τον διεγέρτη αυξάνει την ανταπόκριση των κινητικών ινών των κάτω άκρων στις εντολές από τον εγκέφαλο, ακόμη και εάν αυτές οι εντολές είναι ανεπαρκείς ή εξασθενημένες.
Πώς αποφασίσατε να αναλάβετε ένα τόσο δύσκολο περιστατικό, με παραπληγία και βαρύτατο τραυματισμό νωτιαίου μυελού; Τι σας παρακίνησε;
Πρόκειται για νέα γυναίκα 38 ετών, που είχε ένα ατύχημα πτώσης από ύψος δύο ορόφων. Υπέστη βαρύ τραυματισμό νωτιαίου μυελού, που προκάλεσε πλήρη κινητική παραπληγία και απώλεια αισθητικότητας, κάτω από το επίπεδο του ομφαλού. Η μετάδοση εντολών από τον εγκέφαλο προς τα κάτω άκρα ήταν δυσχερής και η ασθενής, επί τέσσερα έτη, αδυνατούσε να σταθεί όρθια και να βαδίσει, παρά το εντατικό πρόγραμμα φυσικοθεραπείας, το οποίο εφάρμοζε συστηματικά. Όταν ήλθε στην Μονάδα μας, υποβλήθηκε σε ενδελεχή νευρο-φυσιολογική μελέτη, μαγνητικές τομογραφίες υψηλής ανάλυσης και μαγνητικό ερεθισμό εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού, και κρίθηκε ότι είχε σημαντικές προοπτικές βελτίωσης μετά από επέμβαση σύνδεσης νευροδιεγέρτη με τον νωτιαίο μυελό, και πρόγραμμα εντατικής φυσικοθεραπείας. Επίσης, την απόφαση μας επηρέασε η ίδια η ασθενής, η οποία έχει πολύ δυνατή, αγωνιστική προσωπικότητα, θετικό πνεύμα, ισχυρή θέληση πολύ αγάπη για την οικογένεια της και μέσα από όλα αυτά την απαιτούμενη μεγάλη αποφασιστικότητα να τηρήσει πιστά το αναγκαίο εντατικό πρόγραμμα θεραπείας. Σε διάστημα έξι μηνών μετά τη χειρουργική επέμβαση και την σύνδεση του νευροδιεγέρτη με τον νωτιαίο μυελό, η ασθενής είναι σε θέση να σταθεί όρθια και να περπατήσει αυτόνομα, μόνο με την βοήθεια ενός τροχήλατου Π.
Πώς επετεύχθη στο περιστατικό που χειρουργήσατε επιτυχώς η μετάδοση των εντολών κίνησης από τον εγκέφαλο προς τα άκρα, δεδομένης της υπολειτουργίας του Κέντρου Συντονισμού της Βάδισης στη συγκεκριμένη ασθενή;
Η επιτευχθείσα βελτίωση της κίνησης των κάτω άκρων με την μέθοδο της ηλεκτρικής διέγερσης αποδίδεται στους παρακάτω μηχανισμούς:
Όπως ανέφερα το κέντρο βάδισης ευρίσκεται στην οσφυική χώρα και ρυθμίζει τις μυϊκές συνέργειες, που κάνουν εφικτή τη βάδιση. Όταν γίνει βλάβη στον νωτιαίο μυελό σε επίπεδο υψηλότερο από αυτό του κέντρου βάδισης, το Κέντρο Βάδισης γίνεται υπολειτουργικό. Όταν συμβεί διατομή του νωτιαίου μυελού, στην θωρακική περιοχή,είναι εφικτό να διεγείρουμε χαμηλότερα, στην οσφυϊκή χώρα, το Κέντρο της Βάδισης. Με ηλεκτρική διέγερση μπορούμε να επιτύχουμε αύξηση του βαθμού ανταπόκρισης (διεγερσιμότητας) του κέντρου της βάδισης, στις εντολές που αποστέλλονται από τον εγκέφαλο και είτε είναι ανεπαρκείς ή έχουν εξασθενήσει, λόγω του τραύματος νωτιαίου μυελού. Μέσα από αυτή τη διαδικασία είναι εφικτό να δώσουμε στον ασθενή τη δυνατότητα για ένα χονδροειδές βάδισμα, παρά το γεγονός ότι έχει γίνει σοβαρή βλάβη νωτιαίου μυελού.
Επίσης έχει προταθεί ότι η ηλεκτρική διέγερση ενεργοποιεί εκείνες τις νευρικές ίνες του νωτιαίου μυελού που έχουν γίνει λειτουργικά ανενεργές (απραξικές), διότι έχουν υποστεί μερική, δηλ. όχι καταστροφική βλάβη. Αυτές οι ίνες, είναι επιστρατεύσιμες, με ηλεκτρική διέγερση, και βελτιώνουν την μετάδοση εντολών από τον εγκέφαλο προς τα κάτω άκρα. Επίσης, σε συνδυασμό με τις νευρικές ίνες που έχουν διασωθεί, θα δώσουν στον ασθενή την ικανότητα να σηκώσει το βάρος του σώματος του (αντιβαρική ικανότητα). Ένας πρόσθετος μηχανισμός σχετίζεται με την αύξηση της διεγερσιμότητας των αισθητικο-κινητικών συνδέσεων. Η ένταση της κινητικής μας δράσεως ενισχύεται από αισθητικά ερεθίσματα που προκαλούνται κατά την κίνηση των μελών μας. Σε ασθενείς με τραύμα νωτιαίου μυελού αυτό δεν συμβαίνει διότι η κίνηση τους είναι περιορισμένη. Αυτό το έλλειμμα φυσικής αισθητικής διέγερσης των κινητικών ινών το υποκαθιστά η τεχνητή ηλεκτρική διέγερση. Με την τεχνητή ηλεκτρική διέγερση αυξάνουμε την λειτουργικότητα των αισθητικοκινητικών συνδέσεων και την ανταπόκριση τους στις εντολές πού έρχονται από τον εγκέφαλο. Τέλος, γίνεται προοδευτικά αποδεκτό ότι η ηλεκτρική διέγερση προκαλεί ενίσχυση της δημιουργίας γεφυρικών νευρικών συνδέσεων διαμέσου της περιοχής της βλάβης, ώστε να επιτρέπεται αυξημένη μετάδοση σημάτων από τον εγκέφαλο προς τα κάτω άκρα διαμέσου της περιοχής της βλάβης του νωτιαίου μυελού.
Ποιοι ασθενείς μπορούν να ωφεληθούν από την πρωτοποριακή αυτή επέμβαση; Ποιοι είναι επιλέξιμοι;
Στην παρούσα φάση μπορούν να ωφεληθούν επιλεγμένοι ασθενείς που έχουν διαγνωσθεί ότι έχουν υποστεί υφολική βλάβη νωτιαίου μυελού ή ασθενείς που έχουν θεωρηθεί ότι έχουν υποστεί πλήρη βλάβη νωτιαίου μυελού, εσφαλμένα, ενώ στην πραγματικότητα η βλάβη τους είναι υφολική. Σε αυτούς τους ασθενείς – αφού προηγηθεί λεπτομερής έλεγχος από πολλούς ειδικούς – και επιλεγούν οι κατάλληλοι θα μπορούσε να εφαρμοσθεί η μέθοδος – όπως εφαρμόσθηκε στην ασθενή μας. Δεν έχουν διαμορφωθεί διεθνώς κριτήρια επιλογής, αλλά πρέπει να επισημάνουμε ότι έχουν καλύτερες προοπτικές βελτίωσης, οι νέοι ασθενείς με ηλικία κάτω των 40 ετών, που έχουν αγωνιστικότητα και θετική, αισιόδοξη ψυχική διάθεση, και είναι δραστήριοι, μετέχοντας, παρά την αναπηρία τους, σε κοινωνικά και αθλητικά δρώμενα και πάσχουν από βαρεία αδυναμία μόνο στα κάτω άκρα (παραπληγία). Η μέθοδος δεν είναι κατάλληλη για τετραπληγικούς ασθενείς.
Ποιες προοπτικές θεραπείας διανοίγονται σήμερα για ασθενείς που έχουν υποστεί σοβαρή τραυματική βλάβη νωτιαίου μυελού;
Επιπλέον των ασθενών που προαναφέρθηκαν, διανοίγονται προοπτικές για ασθενείς που έχουν υποστεί πλήρη διατομή νωτιαίου μυελού. Γίνονται εξαιρετικά δύσκολες προσπάθειες από ελάχιστες επιστημονικές ομάδες διεθνώς να βελτιωθεί η κατάσταση τέτοιων ασθενών με ένα διπλό σύστημα που θα περιλαμβάνει αφενός ένα εγκεφαλικό εμφύτευμα που θα ανιχνεύει την επιθυμία ή την πρόθεση του ασθενούς να κάνει μία κίνηση (αυτό αποτελεί τον κύριο στόχο της εταιρείας NEURALINK του ELONMUSK) και αφετέρου ένα εμφύτευμα νωτιαίου μυελού (ανάλογο με αυτό που τοποθετήθηκε στην ασθενή μας) που θα λαμβάνει εντολές από το εγκεφαλικό εμφύτευμα για να τις μετατρέψει σε κινήσεις των μελών του ασθενούς.
Ο καρκίνος του πνεύμονα παραμένει η πιο κοινώς διαγιγνωσκόμενη και πιο θανατηφόρα μορφή καρκίνου παγκοσμίως. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα, όπου το 2020 καταγράφηκαν 8.960 νέες περιπτώσεις καρκίνου του πνεύμονα (Σχήμα 1) και 7.662 θάνατοι εξαιτίας αυτού, δηλαδή ο καρκίνος του πνεύμονα ευθυνόταν για το 23,1% των συνολικών θανάτων (33.166) που προκλήθηκαν από καρκίνο το συγκεκριμένο έτος.
Ιστορικά, η κυτταροτοξική χημειοθεραπεία έχει αποτελέσει την κύρια θεραπευτική επιλογή κατά του καρκίνου του πνεύμονα. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες, η εξέλιξη της ογκολογίας ακριβείας με τις μοριακά στοχευμένες θεραπείες και την ανοσοθεραπεία με αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού έχει οδηγήσει σε μία δραματική βελτίωση της επιβίωσης των ασθενών με προχωρημένο καρκίνο του πνεύμονα. Καθοριστικοί παράγοντες για την πρόοδο των μοριακά στοχευμένων θεραπειών έχουν υπάρξει η βαθύτερη κατανόηση της βιολογίας του καρκίνου και η ανίχνευση ογκογόνων μεταλλάξεων που μπορούν να στοχευθούν θεραπευτικά. Απόρροια αυτών των εξελίξεων, το θεραπευτικό πεδίο του καρκίνου γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκο. Στις ακόλουθες ενότητες του παρόντος άρθρου, χρησιμοποιώντας ως πηγή την επιστημονική δημοσίευση των A.C. Tan και D.S.W. Tan στο περιοδικό Journal of Clinical Oncology, συνοψίζονται οι εξελίξεις στην ταξινόμηση και στοχευμένη θεραπεία του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα με βάση τα μοριακά του χαρακτηριστικά.
Σχήμα 1. Αριθμός νέων περιπτώσεων καρκίνου ανά τύπο στην Ελλάδα το έτος 2020 και για τα δύο φύλα.
Μοριακή ταξινόμηση του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα
Ο καρκίνος του πνεύμονα παραδοσιακά ταξινομείται με βάση την ιστολογία του, διακρινόμενος σε μικροκυτταρικό καρκίνο και μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (non-small-cell lung cancer, NSCLC). Ο μη μικροκυτταρικός τύπος είναι ο πιο κοινός, αποτελώντας το 80-85% των περιπτώσεων καρκίνου του πνεύμονα και αυτός διακρίνεται περαιτέρω στις μορφές του αδενοκαρκινώματος και του πλακώδους καρκινώματος. Το κάπνισμα αποτελεί την πρωταρχική αιτία εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα και σχετίζεται κυρίως με την εμφάνιση του μικροκυτταρικού καρκίνου και του πλακώδους καρκινώματος του πνεύμονα. Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό των καρκίνων του πνεύμονα δεν σχετίζεται με το κάπνισμα αλλά με την παρουσία συγκεκριμένων ογκογόνων μεταλλάξεων. Ο πρώτος κλινικοπαθολογικός φαινότυπος του καρκίνου του πνεύμονα που σχετίστηκε με συγκεκριμένη μετάλλαξη ήταν αυτός των γυναικών και ατόμων Ασιατικής προέλευσης που δεν είχαν καπνίσει ποτέ και που παρουσίασαν αδενοκαρκίνωμα του πνεύμονα το οποίο ήταν θετικό σε μεταλλάξεις του γονιδίου EGFR και ευαίσθητο σε θεραπεία με αναστολείς της κινάσης τυροσίνης του EGFR.
Σχήμα 2. Συχνότητα θεραπευτικά στοχεύσιμων ογκογόνων γενετικών αλλοιώσεων στο αδενοκαρκίνωμα του πνεύμονα.
Με την πρόοδο των αναλύσεων αλληλουχίας γονιδιώματος, ο μοριακός χαρακτηρισμός του NSCLC έχει αποκαλύψει ένα πλήθος ογκογόνων μεταλλάξεων (Σχήμα 2), εκ των οποίων αρκετές έχουν αποτελέσει στόχους θεραπειών υπό κλινική ανάπτυξη, σηματοδοτώντας τη νέα εποχή της ογκολογίας ακριβείας. Πλέον, είναι εφικτή η περαιτέρω κατηγοριοποίηση του NSCLC σε μοριακούς υπότυπους, καθένας από τους οποίους μπορεί να αντιμετωπιστεί με την αντίστοιχη μοριακά στοχευμένη θεραπεία. Ως εκ τούτου, μοριακές αναλύσεις για μεταλλάξεις του EGFR, αναδιατάξεις των ALK και ROS1 και μεταλλάξεις V600E του BRAF συνιστώνται για όλα τα άτομα με νεοδιαγνωσθέν προχωρημένο αδενοκαρκίνωμα του πνεύμονα. Επιπρόσθετα, η λίστα με τις εγκεκριμένες μοριακά στοχευμένες θεραπείες συνεχώς διευρύνεται, περιλαμβάνοντας θεραπείες για καρκίνους που είναι θετικοί σε μεταλλάξεις G12C του KRAS, αλλοιώσεις του εξονίου 14 του MET και αναδιατάξεις του NTRK και του RET (Σχήμα 3).
Ογκογόνες μεταλλάξεις που «καθοδηγούν» την εξέλιξη του NSCLC Απαλοιφή του εξονίου 19 και μεταλλάξεις L858R του γονιδίου EFGR
Οι κλασσικές ενεργοποιητικές μεταλλάξεις του γονιδίου EGFR, οι οποίες προκαλούν την ενεργοποίηση του υποδοχέα EGFR ανεξάρτητα από την πρόσδεση ενός σηματοδοτικού μορίου σε αυτόν, συνήθως (80%-90%) περιλαμβάνουν απαλοιφές του εξονίου 19 και σημειακές μεταλλάξεις L858R του εξονίου 21. Οι μεταλλάξεις του EGFR παρουσιάζουν μία σημαντική γεωγραφική ποικιλότητα, με πολύ υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης σε Ασιατικούς πληθυσμούς (40%-60%) συγκριτικά με τους Δυτικούς πληθυσμούς (10%-15%) ασθενών με NSCLC. Οι αναστολείς της κινάσης τυροσίνης (tyrosine kinase inhibitors, ΤΚΙs) του EGFR σταδιακά καθιερώνονται ως πρώτης γραμμής θεραπευτικές επιλογές για τον προχωρημένο NSCLC με μεταλλάξεις στο EGFR.
Αναστολείς της κινάσης τυροσίνης του EGFR πρώτης γενιάς, όπως η ερλοτινίμπη (erlotinib) και η γεφιτινίμπη (gefitinib), και δεύτερης γενιάς, όπως η αφατινίμπη (afatinib) και δασομιτινίμπη (dacomitinib), έχουν επιδείξει ανωτερότητα ως προς την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (progression-free survival, PFS) και την ποιότητα ζωής συγκριτικά με τη χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα ή τους πρώτης γενιάς TKIs του EGFR, αντίστοιχα (Πίνακας 1). To διάμεσο PFS γενικά κυμαίνεται από 10 έως 14,7 μήνες. Ο πιο κοινός μηχανισμός ανάπτυξης αντίστασης στη θεραπεία με πρώτης ή δεύτερης γενιάς TKIs του EGFR αφορά τη μετάλλαξη T790M του EGFR, η οποία παρουσιάζεται στο 50% με 60% των ασθενών.
Σχήμα 3. Χρονοδιάγραμμα των μοριακά στοχευμένων θεραπειών που έχουν εγκριθεί από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) κατά συγκεκριμένων μοριακών υποτύπων του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα με βάση τη θετικότητα του σε ογκογόνες μεταλλάξεις. Οι κόκκινες γραμμές δείχνουν θεραπείες που έχουν εγκριθεί υπό καθεστώς ονομασίας «Καινοτόμου Θεραπείας» (Breakthrough Therapy designation)(παρατίθεται το πρωτότυπο σχήμα στα αγγλικά).
Η οσιμερτινίμπη (osimertinib) είναι ένας τρίτης γενιάς ΤΚI του EGFR με υψηλή επιλεκτικότητα για τη μετάλλαξη T790M που αρχικά έλαβε έγκριση για την αντιμετώπιση του NSCLC που έχει αναπτύξει αντίσταση στη θεραπεία εξαιτίας της μετάλλαξης T790M. Πιο πρόσφατα, ωστόσο, η τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη φάσης III FLAURA καθιέρωσε την οσιμερτινίμπη ως μία θεραπευτική επιλογή για ασθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά θεραπεία – η οσιμερτινίμπη σχετίστηκε με βελτιωμένο PFS (18,9 μήνες) και βελτιωμένη συνολική επιβίωση (overall survival, OS) συγκριτικά με τους πρώτης γενιάς TKIs του EGFR ερλοτινίμπη και γεφιτινίμπη (διάμεσο PFS: 10,2 μήνες).
Συνδυαστικές θεραπευτικές στρατηγικές σε ασθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά θεραπεία έχουν επίσης επιδείξει βελτιωμένη επιβίωση συγκριτικά με πρώτης γενιάς TKIs του EGFR σε τυχαιοποιημένες δοκιμές φάσης ΙΙΙ.
Αυτές περιλαμβάνουν τη χορήγηση των πρώτης γενιάς TKIs του EGFR σε συνδυασμό με αντιαγγειογενετικούς παράγοντες όπως τη ραμουσιρουμάμπη (ramucirumab) ή με χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα και πεμετρεξίδη (pemetrexed). Αν και δεν υπάρχουν μελέτες που να συγκρίνουν την οσιμερτινίμπη με αυτούς τους θεραπευτικούς συνδυασμούς, η εν εξελίξει κλινική δοκιμή FLAURA2 εξετάζει το όφελος της προσθήκης χημειοθεραπείας πλατίνας σε συνδυασμό με πεμετρεξίδη στην οσιμερτινίμπη.
Παρά τα υψηλά ποσοστά αντικειμενικής ανταπόκρισης στη θεραπεία (objective response rate, ORR) που φτάνουν το 70%-80% σε ασθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά θεραπεία, αναπόφευκτα αναπτύσσεται αντίσταση στη θεραπεία. Οι μηχανισμοί αντίστασης πιστεύεται ότι είναι διαφορετικοί, και αυτοί περιλαμβάνουν: α) τις σημειακές μεταλλάξεις αντίστασης όπως είναι η T790M και η C797S στο γονίδιο EGFR (με τη μετάλλαξη T790M να εμφανίζεται μετά από θεραπεία με πρώτης ή δεύτερης γενιάς TKIs του EGFR και τη μετάλλαξη C797S μετά από τρίτης γενιάς TKIs του EGFR), β) την ενεργοποίηση του σηματοδοτικού μονοπατιού στα κατάντη του σημείου δράσης της στοχευμένης θεραπείας μέσω εναλλακτικών μορίων και/ή υποδοχέων που παρακάμπτουν την αρχικά επιτυχή θεραπευτική αναστολή της σηματοδότησης (πχ., ενίσχυση του MET), και γ) τον φαινοτυπικό μετασχηματισμό του αδενοκαρκινώματος σε μικροκυτταρικό καρκίνο.
Σχήμα 4. Θεραπευτικός αλγόριθμος για τον μη μικροκυτταρικό καρκίνο που φέρει μετάλλαξη του γονιδίου EGFR.
Τρέχουσες κλινικές μελέτες αξιολογούν στοχευμένες θεραπευτικές στρατηγικές μετά από την ανάπτυξη αντίστασης στη θεραπεία με TKIs του EGFR – ωστόσο, και επί του παρόντος, οι θεραπευτικές επιλογές περιορίζονται στην κυτταροτοξική χημειοθεραπεία. Αξιοσημείωτα, είναι χαρακτηριστική η έλλειψη αποτελεσματικότητας της θεραπείας με αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού στον NSCLC που φέρει μετάλλαξη στο EGFR. Εξαίρεση αποτελεί ο θεραπευτικός συνδυασμός της ατεζολιζουμάμπης (atezolizumab) με καρβοπλατίνη (carboplatin), πακλιταξέλη (paclitaxel) και μπεβασιζουμάμπη (bevacizumab), ο οποίος δείχθηκε να είναι αποτελεσματικός σε ασθενείς με προχωρημένο NSCLC με μεταλλάξεις στο EGFR (υποανάλυση κλινικής δοκιμής φάσης ΙΙΙ Impower150). Ο θεραπευτικός αλγόριθμος για τον προχωρημένο NSCLC με μεταλλάξεις στο EGFR απεικονίζεται στο Σχήμα 4.
Μεταλλάξεις G719X, S768I και L861Q του γονιδίου EGFR
Σπάνιες (<10%) ογκογόνες μεταλλάξεις του EGFR, όπως οι μεταλλάξεις G719X, S768I και L861Q, μπορούν επίσης να στοχευθούν θεραπευτικά, με την αφατινίμπη να έχει λάβει έγκριση από τον FDA για θεραπευτική χρήση στους πληθυσμούς ασθενών που φέρουν NSCLC θετικό σε αυτές τις μεταλλάξεις. Μία συνδυαστική εκ των υστέρων (post-hoc) ανάλυση δεδομένων από τις κλινικές δοκιμές LUX-Lung 2, LUX-Lung 3 και LUX-Lung 6, η οποία συμπεριέλαβε τον υποπληθυσμό ασθενών με προχωρημένο NSCLC με σπάνιες μεταλλάξεις του EGFR που λάμβαναν θεραπεία με TKIs για πρώτη φορά, έδειξε ότι η θεραπεία με αφατινίμπη ήταν αποτελεσματική και σχετίστηκε με ORR της τάξης του 71% και με ένα διάμεσο PFS των 10,7 μηνών.
Αναδιατάξεις του γονιδίου ALK
Οι ΤΚΙs του υποδοχέα ALK έχουν καθιερωθεί επίσης ως πρώτης γραμμής θεραπευτικές επιλογές σε ασθενείς με προχωρημένο NSCLC με αναδιάταξη του ALK. Η ενσαρτινίμπη , ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών της τυροσίνης (ALK, ROS1 και MET), είχε αρχικά εγκριθεί από τον FDA βάσει του βελτιωμένου PFS που η χρήση της επέφερε συγκριτικά με τη χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα, στην τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III PROFILE 1014. Ακολούθως, αρκετοί επόμενης γενιάς TKIs του υποδοχέα ALK έχουν επίσης δείξει όφελος του PFS σε κλινικές δοκιμές φάσης III σε ασθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά θεραπεία: η σεριτινίμπη (ceritinib) δείχθηκε να σχετίζεται με όφελος έναντι της χημειοθεραπείας με βάση την πλατίνα και η αλεκτινίμπη (alectinib), η μπριγκατινίμπη (brigatinib), η λορλατινίμπη (lorlatinib) και η ενσαρτινίμπη (ensartinib) έναντι της σεριτινίμπης αντίστοιχα (Πίνακας 1). Συνεπώς, επί του παρόντος υπάρχουν πολλαπλοί TKIs του ALK ως θεραπευτικές επιλογές πρώτης γραμμής, με τις συζητήσεις, ωστόσο, να περιστρέφονται γύρω από το ερώτημα του ποια είναι η πιο βέλτιστη επιλογή σε ασθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά θεραπεία.
Σχήμα 5. Θεραπευτικός αλγόριθμος για τον μη μικροκυτταρικό καρκίνο που φέρει αναδιάταξη του γονιδίου ALK
Όμοια με τον NSCLC που φέρει ογκογόνες μεταλλάξεις του EGFR, οι θεραπευτικές επιλογές είναι περιορισμένες μετά από την ανάπτυξη αντίστασης στη θεραπεία με TKIs του ALK. Οι μηχανισμοί αντίστασης συχνά περιλαμβάνουν μεταλλαγές στην περιοχή της κινάσης του ALK ή ενεργοποίηση παρακαμπτήριων σηματοδοτικών μονοπατιών στα κατάντη της φαρμακευτικής αναστολής του υποδοχέα ALK. Η λορλατινίμπη έχει αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα μετά από την ανάπτυξη αντίστασης σε έναν ή περισσότερους ΤΚΙs του ALK, ειδικά σε ασθενείς που φέρουν τη μετάλλαξη G1202R του ALK. Ως εκ τούτου, η σειρά χορήγησης των επόμενης γενιάς TKIs του ALK αποτελεί επίσης ένα ζήτημα που είναι άξιο θεώρησης. Ο θεραπευτικός αλγόριθμος για τον προχωρημένο NSCLC με αναδιάταξη του ALK απεικονίζεται στο Σχήμα 4.
Αναδιατάξεις του γονιδίου ROS1
Η κριζοτινίμπη (crizotinib) και η εντρεκτινίμπη (entrectinib) έχουν λάβει έγκριση από τον FDA για τη θεραπεία του προχωρημένου NSCLC που φέρει αναδιάταξη του ROS1. Η κριζοτινίμπη εγκρίθηκε βάσει των αποτελεσμάτων μίας κοόρτης προέκτασης 50 ασθενών με NSCLC με αναδιάταξη του ROS1 (από μία μελέτη φάσης Ι), εκ των οποίων το 86% είχε λάβει προηγουμένη παρηγορητική συστηματική θεραπεία. Μεταξύ των θεραπευτικών αποτελεσμάτων, το ORR ήταν 72% και το διάμεσο PFS ήταν 19,2 μήνες. Η αποτελεσματικότητα της εντρεκτινίμπης εκτιμήθηκε σε μία συγκεντρωτική ανάλυση ασθενών που συμμετείχαν σε 3 κλινικές δοκιμές φάσης Ι ή ΙΙ (ALKA, STARTRK-1 και STARTRK-2) και το ORR ήταν 67%, με ένα διάμεσο PFS των 15,7 μηνών.
Ένας άλλος φαρμακευτικός παράγοντας, η ρεποτρεκτινίμπη (repotrectinib) έχει λάβει έγκριση από τον FDA υπό καθεστώς ονομασίας «Καινοτόμου Θεραπείας» με βάση τα προκαταρκτικά δεδομένα από τη δοκιμή φάσης Ι/ΙΙ TRIDENT-1, συμπεριλαμβανομένου του ΟRR της τάξης του 86% σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με TKIs του ROS1 για πρώτη φορά.
Επιπρόσθετα, και ένεκα της παρόμοιας αλληλουχίας αμινοξέων στην περιοχή της κινάσης των πρωτεϊνών ROS1 και ALK, άλλοι ΤΚIs του ALK έχουν επιδείξει δραστικότητα κατά του NSCLC με αναδιάταξη του ROS1, συμπεριλαμβανομένων της σεριτινίμπης και της λορλατινίμπης.
Αναδιατάξεις του γονιδίου RET
Στον NSCLC που φέρει αναδιάταξη του RET, προηγούμενες μελέτες αναστολέων πολλαπλών κινασών της τυροσίνης, όπως η καμποζαντινίβη (cabozantinib) και η βανδετανίμπη (vandetanib), απέδωσαν απογοητευτικά θεραπευτικά αποτελέσματα. Πιο πρόσφατα, ωστόσο, οι παράγοντες πραλσετινίμπη (pralsetinib) και σελπερκατινίμπη (selpercatinib), οι οποίοι είναι ειδικοί TKIs του RET, επέδειξαν σημαντική θεραπευτική δραστικότητα. Η σελπερκατινίμπη αξιολογήθηκε στη μελέτη φάσης Ι/ΙΙ LIBRETTO-001, η οποία είχε δύο ξεχωριστές ομάδες ασθενών, μία με ασθενείς που προηγουμένως είχαν λάβει χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα και μία με ασθενείς που προηγουμένως δεν είχαν λάβει θεραπεία. Στην ομάδα ασθενών που προηγουμένως είχαν λάβει θεραπεία, το ORR ήταν 64% και το διάμεσο PFS ήταν 16,5 μήνες, ενώ στην ομάδα ασθενών που προηγουμένως δεν είχαν λάβει θεραπεία το ORR ήταν 85%.
Στην κλινική δοκιμή φάσης Ι/ΙΙ ARROW, η πραλσετινίμπη αξιολογήθηκε παρόμοια με παραπάνω σε ασθενείς που προηγουμένως είχαν λάβει χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα και σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν. Στην πρώτη ομάδα ασθενών, το ORR ήταν 57% και η διάμεση διάρκεια ανταπόκρισης (duration of response, DOR) δεν επετεύχθη, ενώ στη δεύτερη ομάδα ασθενών, το ORR ήταν 70% και το διάμεσο DOR ήταν 9 μήνες.
Αλλοιώσεις του εξονίου 14 του γονιδίου MET
Οι αλλοιώσεις του εξονίου 14 του ΜΕΤ περιλαμβάνουν εξαλείψεις του εξονίου 14 στην πλειονότητα των περιπτώσεων (98%) και σημειακές μεταλλάξεις Y1003 στο εξόνιο 14 (2%). Η κριζοτινίμπη, η οποία είναι ένας αναστολέας πολλαπλών κινάσεων τυροσίνης του ΜΕΤ, εγκρίθηκε από τον FDA υπό καθεστώς ονομασίας «Καινοτόμου Θεραπείας» το 2018. Η έγκριση βασίστηκε στα αποτελέσματα μίας κοόρτης προέκτασης της κλινικής δοκιμής PROFILE 1001, με το ORR να είναι 32% και το διάμεσο PFS 7,3 μήνες. Κατόπιν της έγκρισης της κριζοτινίμπης, η καπματινίμπη (capmatinib) και η τεποτινίμπη (tepotinib), υψηλά επιλεκτικοί TKIs του MET, έλαβαν ταχεία έγκριση από τον FDA για χρήση σε ασθενείς με προχωρημένο NSCLC με αλλοιώσεις στο εξόνιο 14 του ΜΕΤ. Η καπματινίμπη αξιολογήθηκε στην κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ GEOMETRY, η οποία συμπεριέλαβε πολλές ομάδες ασθενών. Στην ομάδα 4, με ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία, το ORR ήταν 41% και το διάμεσο DOR ήταν 9,7 μήνες. Στην ομάδα 5, με ασθενείς που λάμβαναν για πρώτη φορά θεραπεία, το ORR ήταν 68% και το διάμεσο DOR ήταν 12,6 μήνες. Αντίστοιχα, σε μία κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ με πολλές ομάδες ασθενών, τη VISION, διερευνήθηκε η τεποτινίμπη. Στον πληθυσμό ασθενών στον οποίο εξετάστηκε η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, εκ των οποίων το 43% λάμβανε θεραπεία για πρώτη φορά, το ORR ήταν 46% και το διάμεσο PFS ήταν 8,5 μήνες.
Μεταλλάξεις V600E του γονιδίου BRAF
Ο συνδυασμός της δαμπραφενίμπης (dabrafenib) και της τραμετινίμπης (trametinib) έχει διερευνηθεί σε μία κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ για ασθενείς με NSCLC που είναι θετικός στη μετάλλαξη V600E στο γονίδιο BRAF. Στην ομάδα ασθενών που προηγουμένως είχαν λάβει θεραπεία και σε αυτήν των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία για πρώτη φορά, το ORR ήταν 63% και 64% και το διάμεσο PFS ήταν 9,7 και 10,9 μήνες, αντίστοιχα. Σημαντικά, ο θεραπευτικός συνδυασμός της δαμπραφενίμπης και της τραμετινίμπης ήταν περισσότερο αποτελεσματικός συγκριτικά με τον αποκλεισμό του BRAF μόνο με τη δαμπραφενίμπη (ORR: 33%, διάμεσο PFS: 5,5 μήνες), αναδεικνύοντας το όφελος του κάθετου αποκλεισμού ενός σηματοδοτικού μονοπατιού.
Μεταλλάξεις G12C του γονιδίου KRAS
Οι ογκογόνες μεταλλάξεις του γονιδίου KRAS στον NSCLC είναι πολύ δύσκολο να στοχευθούν θεραπευτικά με μικρομοριακούς αναστολείς, εξαιτίας της απουσίας μίας βαθιάς εσοχής πρόσδεσης στον παράγοντα KRAS. Η σοτορασίμπη (sotorasib), ο πρώτος στο είδος του μικρομοριακός αναστολέας της μετάλλαξης G12C του KRAS, προσδένεται μη αναστρέψιμα με τον KRASG12C μέσω μίας μοναδικής αλληλεπίδρασης με την εσοχή P2, και χάρη σε αυτόν τον ιδιαίτερο μηχανισμό δράσης έλαβε ταχεία έγκριση από τον FDA. Στην κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ μονού σκέλους CodeBreaK 100, η σοτορασίμπη σχετίστηκε με ORR της τάξης του 37% και διάμεσο PFS των 6,7 μηνών. Ένας άλλος φαρμακευτικός παράγοντας, η ανταγκρασίμπη (adagrasib) έλαβε έγκριση υπό καθεστώς «Καινοτόμου Θεραπείας» βάσει των αποτελεσμάτων της μελέτης φάσης Ι/ΙΙ KRYSTAL-1, στην οποία το ORR ήταν 45%. Αυτά τα δεδομένα καταδεικνύουν τη σημασία των συνδυαστικών θεραπευτικών προσεγγίσεων για να αυξηθεί η ανταπόκριση στη θεραπεία, και πολλαπλές κλινικές μελέτες βρίσκονται σήμερα υπό εξέλιξη εξετάζοντας την αποτελεσματικότητα των αναστολέων σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού σε συνδυασμό με αναστολείς του μονοπατιού MAPK (πχ., αναστολείς του ΜΕΚ).
Μεταλλάξεις ένθεσης στο εξόνιο 20 του γονιδίου EGFR
Οι μεταλλάξεις ένθεσης στο εξόνιο 20 του EGFR σχετίζονται με φτωχή ανταπόκριση στους ΤΚΙs του EGFR που δρουν κατά των κλασσικών μεταλλάξεων του EGFR, εξαιτίας της ξεχωριστής στερεοδιάταξης της μεταλλαγμένης πρωτεΐνης και του διαφορετικού μηχανισμού ενεργοποίησης της κινάσης. Η αμιβανταμάμπη (amivantamab) είναι ένα διειδικό αντίσωμα που στοχεύει τους παράγοντες EGFR και MET, το οποίο έλαβε ταχεία έγκριση από τον FDA για χρήση σε ασθενείς με NSCLC που παρουσιάζει εξέλιξη μετά από χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα. Σε μία ομάδα προέκτασης 81 ασθενών από την κλινική δοκιμή φάσης Ι CHRYSALIS, η χρήση της αμιβανταμάμπης σχετίστηκε με ORR της τάξης του 36% και διάμεσο PFS των 8,3 μηνών. Επιπρόσθετα, η μομποσερτινίμπη (mobocertinib), ένας TKI του EGFR, εγκρίθηκε από τον FDA με βάση τα αποτελέσματα μίας κλινικής δοκιμής φάσης I/II, στην οποία, με τη χρήση της συνιστώμενης δόσης κατά τη φάση ΙΙ της μομποσερτινίμπης σε 28 ασθενείς, το ORR ήταν 43% και το διάμεσο PFS ήταν 7,3 μήνες.
Αναδιατάξεις του γονιδίου NTRK
Οι αναδιατάξεις του NTRK περιλαμβάνουν γονιδιακές συντήξεις των γονιδίων NTRK1, NTRK2 ή NTRK3. Η εντρεκτινίμπη, ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών της οικογένειας ΤRK (tropomyosin receptor kinase), και η λαροτρεκτινίμπη (larotrectinib), ένας ειδικός αναστολέας του TRK, έλαβαν έγκριση από τον FDA για χρήση κατά των όγκων που φέρουν αναδιατάξεις του NTRK ανεξάρτητα από την ιστολογική προέλευσή τους (tumor-agnostic drugs). Τα άτομα με NSCLC που είναι θετικός σε αναδιατάξεις του ΝΤRK αντιπροσωπεύουν μικρές υποομάδες στις συνδυαστικές αναλύσεις των πληθυσμών ασθενών από κλινικές δοκιμές της εντρεκτινίμπης και της λαροτρεκτινίμπης. Για την εντρεκτινίμπη, η υποομάδα των ασθενών με NSCLC αποτελούνταν από 10 άτομα, για τα οποία το ORR ήταν 70% και το διάμεσο PFS ήταν 14,9 μήνες, ενώ για τη λαροτρεκτινίμπη, η υποομάδα ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα αποτελούνταν από 14 άτομα, για τα οποία το ORR ήταν 71% και το διάμεσο PFS δεν επετεύχθη. Παρά αυτά τα εξαιρετικά αποτελέσματα, η πρόκληση για την αντιμετώπιση των αναδιατάξεων NTRK εντοπίζεται στη διάγνωση τους, καθώς αποτελούν εξαιρετικά σπάνιες αλλοιώσεις και οι εκάστοτε γενετικές αναλύσεις επιδεικνύουν κυμαινόμενη ικανότητα ανίχνευσης των αναδιατάξεων των γονιδίων NTRK1, NTRK2 ή NTRK3. Μία στρατηγική ώστε να εντοπίζονται οι αναδιατάξεις του NTRK είναι η εκ των προτέρων γονιδιακή αλληλούχιση, κατά προτίμηση με τεχνική που βασίζεται στο RNA, ή η αρχική εξέταση με ανοσοϊστοχημεία ακολουθούμενη από μία τεχνική αλληλούχισης ώστε να επιβεβαιωθεί η θετικότητα σε αναδιάταξη του NTRK.
Άλλες ογκογόνες μεταλλάξεις
Εκτός των μεταλλάξεων που έχουν αναφερθεί παραπάνω, υπάρχουν πολλές άλλες ογκογόνες μεταλλάξεις που «καθοδηγούν» την εξέλιξη του καρκίνου του πνεύμονα, όπως οι μεταλλάξεις ένθεσης στο εξόνιο 20 του γονιδίου HER2 και οι αναδιατάξεις του γονιδίου NRG1, για τις οποίες αναδύονται δεδομένα αποτελεσματικότητας με τις στοχευμένες θεραπείες. Για τον NSCLC θετικό σε μετάλλαξη ένθεσης στο εξόνιο 20 του HER2, η τραστουζουμάμπη δερουξτεκάνη (trastuzumab deruxtecan) εγκρίθηκε υπό καθεστώς «Καινοτόμου Θεραπείας» από τον FDA βάσει των ευρημάτων μίας κλινικής δοκιμής φάσης Ι, στην οποία το ORR ήταν 56% και το διάμεσο PFS 11,3 μήνες. Στην κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ DESTINY-Lung01, στην οποία το 86% των ασθενών έφεραν μετάλλαξη ένθεσης στο εξόνιο 20 του HER2, η τραστουζουμάμπη δερουξτεκάνη επέδειξε ORR της τάξης του 55% και διάμεσο PFS των 8,2 μηνών.
Σχετικά με τον NSCLC που φέρει αναδιάταξη στο NRG1, τα θεραπευτικά αποτελέσματα είναι φτωχά με την τυπική χημειοθεραπεία, την ανοσοθεραπεία και τη στοχευμένη θεραπεία με αφατινίμπη. Ωστόσο, καινοτόμες θεραπείες που στοχεύουν τις αναδιατάξεις του NRG1 βρίσκονται τώρα υπό ανάπτυξη. Επιπρόσθετα, άλλες ογκογόνες γενετικές αλλοιώσεις, όπως σπάνιες γονιδιακές συντήξεις (πχ., αναδιατάξεις των FGFR και ΜΕΤ), ενδέχεται να στοχευθούν θεραπευτικά με υπό κλινική ανάπτυξη θεραπείες ή θεραπείες που έχουν ήδη εγκριθεί έχοντας άλλες ενδείξεις.
Μελλοντικές κατευθύνσεις
Όσο βαθαίνει η κατανόηση της μοριακής ετερογένειας του NSCLC και διευρύνεται η υιοθέτηση των τεχνικών γονιδιακής αλληλούχισης επόμενης γενιάς, η ανάπτυξη νέων στοχευμένων θεραπειών θα συνεχίσει να επιταχύνεται. Η ανακάλυψη θεραπευτικά στοχεύσιμων ογκογόνων γενετικών αλλοιώσεων στον NSCLC έχει μετασχηματίσει την αντιμετώπιση και τα θεραπευτικά αποτελέσματα για πολλά άτομα που νοσούν με NSCLC. Οι συνεχιζόμενες προσπάθειες για την αποκρυπτογράφηση του γενετικού και επιγενετικού υπόβαθρου των καρκινικών «οικοσυστημάτων» θα συνεχίσουν να καθοδηγούν την ανάπτυξη καινοτόμων, υψηλά επιλεκτικών στοχευμένων θεραπειών καθώς και περισσότερο διαφοροποιημένων προσεγγίσεων. Για την προχωρημένη νόσο, η αντίσταση στη θεραπεία παραμένει μία χρόνια πρόκληση και οι στρατηγικές που στοχεύουν την εξέλιξη του καρκίνου με θεραπείες επόμενης γενιάς ή θεραπευτικούς συνδυασμούς έχουν ήδη αρχίσει να αποφέρουν υποσχόμενα αποτελέσματα.
Παράλληλα, η εφαρμογή στοχευμένων θεραπειών στον NSCLC πρώιμου σταδίου μπορεί να βελτιώσει περαιτέρω τη φυσική εξέλιξη του καρκίνου του πνεύμονα. Επιπρόσθετα, η υιοθέτηση καινοτόμων τεχνολογιών στην κλινική, όπως ευρύτερων και αμερόληπτων τεχνικών αλληλούχισης και ελάχιστα επεμβατικών αναλύσεων, μπορεί να συμπληρώσει περαιτέρω τις θεραπευτικές παρεμβάσεις ώστε τελικώς να βελτιωθεί σημαντικά η επιβίωση των ασθενών με NSCLC που είναι θετικός σε ογκογόνες μεταλλάξεις.
Επεξηγήσεις:
• Η πλάγια γραφή της ονομασίας ενός κυτταρικού παράγοντα (πχ., EGFR) χρησιμοποιείται όταν γίνεται αναφορά στο γονίδιο που εκφράζει αυτόν τον παράγοντα (δηλαδή το EGFR είναι το γονίδιο που εκφράζει τον υποδοχέα EGFR).
• Οι παρερμηνεύσιμες μεταλλάξεις, δηλαδή οι σημειακές μεταλλάξεις που αφορούν την αντικατάσταση ενός νουκλεοτιδίου στην κωδική περιοχή ενός γονιδίου και οι οποίες οδηγούν σε αντικατάσταση ενός αμινοξέος από ένα άλλο στην κωδικοποιούμενη από το mRNA πολυπεπτιδική αλυσίδα, αναγράφονται με το πρώτο γράμμα του αμινοξέος που αντικαθίσταται, ακολουθούμενο από το κωδικόνιο στο οποίο συμβαίνει η σημειακή μετάλλαξη και το πρώτο γράμμα του αμινοξέος που προκύπτει από τη μετάλλαξη. Για παράδειγμα, η σημειακή μετάλλαξη L858R στο γονίδιο EGFR συμβαίνει στο κωδικόνιο 858 του γονιδίου και έχει ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση του αμινοξέος λευκίνη (L) από αργινίνη (R) στην εκφραζόμενη πρωτεΐνη.
Κύρια βιβλιογραφική πηγή:
• Tan AC, Tan DSW. Targeted Therapies for Lung Cancer Patients With Oncogenic Driver Molecular Alterations. J Clin Oncol. 2022 Feb 20;40(6):611-625.
Συμπληρωματικές βιβλιογραφικές πηγές:
• World Health Organization. International Agency for Research on Cancer. Greece. Globocan 2020.
• American Cancer Society. Key Statistics for Lung Cancer. 2023.
• Yang JC, Sequist LV, Geater SL, Tsai CM, Mok TS, Schuler M, Yamamoto N, Yu CJ, Ou SH, Zhou C, Massey D, Zazulina V, Wu YL. Clinical activity of afatinib in patients with advanced non-small-cell lung cancer harbouring uncommon EGFR mutations: a combined post-hoc analysis of LUX-Lung 2, LUX-Lung 3, and LUX-Lung 6.
• Nguyen KT, Sakthivel G, Milano MT, Qiu H, Singh DP. Oligoprogression in non-small cell lung cancer: a narrative review. J Thorac Dis. 2022 Dec;14(12):4998-5011.
Περίπου 10.000 ασθενείς στην Ελλάδα πάσχουν από Ιδιοπαθή Πνευμονική ίνωση, τονίζει ο Αργύρης Τζουβελέκης Πνευμονολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών, σε συνέντευξή του στο Hellenic Medical Review. Ωστόσο, προσθέτει ότι εάν αθροίσει όμως κάποιος όλες τις μορφές πνευμονικής ίνωσης τότε ο αριθμός ξεπερνάει τις 100.000, οπότε αντιλαμβάνεται κανείς ότι η νόσος Πνευμονική ίνωση κάθε άλλο παρά σπάνια νόσος θα πρέπει να θεωρείται.
Σε πρόσφατη συνέντευξη τύπου αναφερθήκατε σε μια κατηγορία νοσημάτων που ονομάζονται διάμεσες πνευμονοπάθειες στις οποίες ανήκει και η Ιδιοπαθής Πνευμονική Ίνωση. Είναι συχνότερη από τις υπόλοιπες διάμεσες πνευμονοπάθειες και τι στοιχεία έχουμε για τον επιπολασμό της στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Ελλάδα;
H ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση είναι η συχνότερη μορφή πνευμονική ίνωσης αλλά με την ίδια συχνότητα εμφάνισης με την πνευμονική ίνωση σε έδαφος αυτοάνοσων νοσημάτων (ρευματοειδής αρθρίτιδα, σκληρόδερμα) και την πνευμονίτιδα εξ΄υπερευαισθησίας που οφείλεται σε χρόνια έκθεση σε επιβλαβείς ερεθιστικούς παράγοντες του περιβάλλοντος όπως η σκόνη, η υγρασία, η μούχλα, το φτέρωμα πουλιών. Η τελευταία με τις συνεχόμενες κλιματικές αλλαγές θα εμφανίζει ολοένα αι μεγαλύτερη επίπτωση. Υπολογίζεται ότι περίπου 10.000 ασθενείς στην Ελλάδα πάσχουν από Ιδιοπαθή Πνευμονική ίνωση. Αν αθροίσει όμως κάποιος όλες τις μορφές πνευμονικής ίνωσης τότε ο αριθμός ξεπερνάει τις 100.000, οπότε αντιλαμβάνεται κανείς ότι η νόσος Πνευμονική ίνωση, μόνο σπάνια ΔΕΝ είναι.
Ποια διαγνωστικά εργαλεία έχουν σήμερα στη διάθεσή τους οι ειδικοί για την ανίχνευση της νόσου και είναι αυτά αρκετά προκειμένου ένας πνευμονολόγος να τη διαγνώσει με βεβαιότητα;
Η διάγνωση της νόσου βασίζεται στο τρίπτυχο της ιατρικής επιστήμης: ιστορικό, κλινική εξέταση, παρακλινικός έλεγχος. Τα κυριότερα εργαλεία πέραν της οξυδέρκειας του κλινικού ιατρού/πνευμονολόγου ο οποίος στην ακρόαση θα ακούσει πνευμονικούς ήχους σαν τα «Velcro» αυτοκόλλητα και θα παρατηρήσει τα δάχτυλα χεριού δίκην πλήκτρων τυμπάνου (πληκτροδακτυλία), είναι η υπολογιστική θώρακος υψηλής ευκρίνειας και σε κάποιες περιπτώσεις η βιοψία πνεύμονα. Τεχνικές όπως η βρογχοσκόπηση (ενδοσκόπηση του πνεύμονα) δύναται να χρησιμοποιηθούν για να αποκλείσουν λοιμώδη αίτια της νόσου, ενώ η σπιρομέτρηση (λειτουργικός έλεγχος αναπνευστικού) χρησιμεύει για την αξιολόγηση της βαρύτητας της νόσου και όχι για τη διάγνωση της. Σημαντικό είναι να αποκλείσουμε αυτοάνοσα νοσήματα με την χρήση κυρίως της κλινικής εξέτασης αλλά και του ανοσολογικού εργαστηριακού ελέγχου. Τέλος να σημειώσουμε ότι η χειρουργική βιοψία πνεύμονα θα πρέπει να διενεργείται με περίσκεψη και προσοχή, και σε λίγες περιπτώσεις, διότι οι εν λόγω ασθενείς εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν επιδείνωση της νόσου μετεγχειρητικά.
Μιλήσατε επίσης και για διπλασιασμό της επιβίωσης με δύο καινούργια φάρμακα. Ποια είναι αυτά και πώς ακριβώς λειτουργούν;
Από το 2014 και έπειτα είμαστε στην ευχάριστη θέση να έχουμε στη φαρέτρα μας δυο αντι-ινωτικά φάρμακα, την νιντετανίμπη και την πιρφενιδόνη, τα οποία έχουν δείξει τόσο ασφάλεια όσο και αποτελεσματικότητα στην καθυστέρηση επιδείνωσης της νόσου. Τα φάρμακα αυτά αναστέλλουν τη δημιουργία νέων ουλών στον πνεύμονα, αλλά δεν θεραπεύουν τις παλαιές ουλές. Με απλά λόγια, αγοράζουμε «χρόνο» με αυτά τα φάρμακα, γεγονός που αποτελεί θεραπεία, καθώς με αυτόν τον τρόπο επιμηκύνουμε την επιβίωση των ασθενών η οποία σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνά και τα 10 έτη. Ωστόσο συνεχίζουμε να αναζητούμε περισσότερο αποτελεσματικές θεραπείες και το κυριότερο καλύτερα ανεκτές από τους ασθενείς, δηλαδή με λιγότερες παρενέργειες, καθώς είναι γνωστό ότι και τα 2 αυτά φάρμακα προκαλούν γαστρεντερικές διαταραχές όπως διάρροιες (νιντετανίμπη), ναυτία και σε αρκετές περιπτώσεις φωτοευαισθησία (πιρφενιδόνη).
Υπάρχουν κλινικές έρευνες σε εξέλιξη για την ανακάλυψη ακόμα πιο αποτελεσματικών θεραπειών για την Ιδιοπαθή Πνευμονική Ίνωση;
Την παρούσα χρονική στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη περισσότερες από 50 κλινικές μελέτες νέων φαρμάκων για την πνευμονική ίνωση, εκ των οποίων οι 6 βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο. Ευελπιστώ ότι σε 3-5 χρόνια από σήμερα θα μπορέσουμε να έχουμε στη διάθεση μας τουλάχιστον 2 νέα φάρμακα τα οποία θα προσδώσουν ένα επιπλέον θεραπευτικό όφελος στο ήδη υπάρχον.
Υπάρχει δυνατότητα μεταμόσχευσης πνεύμονα σε ασθενείς που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο; Γίνονται πλέον τέτοιες επεμβάσεις στην Ελλάδα; Ποια άτομα έχουν προτεραιότητα στη λίστα, καθώς ως γνωστόν δεν υπάρχουν επαρκή μοσχεύματα;
Η μεταμόσχευση πνεύμονα αποτελεί μια «πληγή» για το εθνικό σύστημα υγείας. Μέχρι προσφάτως δεν διενεργούνταν μεταμοσχεύσεις πνεύμονα. Τελικά τα τελευταία 4 περίπου έτη έγινε επανεκκίνηση του εθνικού προγράμματος μεταμοσχεύσεων πνεύμονα μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες ιατρών όπως ο Καθηγητής Πνευμονολογίας/Εντατικολογίας ΕΚΠΑ κος Τσαγκάρης στο ΑΤΤΙΚΟ νοσοκομείο. Την παρούσα χρονική στιγμή πραγματοποιούνται στην χώρα μας 10-15 περίπου μεταμοσχεύσεις πνεύμονα τον χρόνο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μεταμόσχευση πνεύμονα για έναν ασθενή με Ιδιοπαθή Πνευμονική ίνωση δεν αποτελεί πανάκεια καθώς η μέση πενταετής επιβίωση είναι 60% και η μέση 10ετής επιβίωση είναι 30%.
Πώς θα χαρακτηρίζατε την ποιότητα ζωής των ασθενών μετά η κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους; Τι ρόλο παίζει η άσκηση στην αποκατάσταση ενός ασθενούς με Ιδιοπαθή Πνευμονική Ίνωση και πόσα κέντρα πνευμονικής αποκατάστασης υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα;
Η πνευμονική αποκατάσταση αποτελεί ένα από τα ιατρικά θεραπευτικά μέσα τα οποία βελτιώνουν τόσο την ικανότητα του ασθενούς για άσκηση όσο και την ψυχολογία του, η οποία στα τελικά στάδια της νόσου είναι καταρρακωμένη. Η πνευμονική αποκατάσταση είναι ένα πρόγραμμα που έχει ως στόχο τη μείωση των σωματικών και συναισθηματικών επιπτώσεων της νόσου στη ζωή ενός ατόμου. Συνδυάζει την άσκηση με την εκπαίδευση σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους μπορεί ο ασθενής να βοηθήσει τον εαυτό του να διατηρηθεί το δυνατό περισσότερο υγιής και ευδιάθετος. Η πνευμονική αποκατάσταση περιλαμβάνει και άλλες θεραπείες από εργοθεραπευτές, διαιτολόγους, νοσηλευτές, κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους, όπου είναι διαθέσιμο αυτό το είδος υποστήριξης. Τα προγράμματα πνευμονικής αποκατάστασης προσαρμόζονται ειδικά για κάθε άτομο.
Δυστυχώς στη χώρα μας δεν υπάρχουν πιστοποιημένα κέντρα πνευμονικής αποκατάστασης στα δημόσια νοσοκομεία, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, και το κράτος οφείλει όχι μόνο για τους ασθενείς με πνευμονική ίνωση αλλά και με άλλα χρόνια αναπνευστικά και καρδιολογικά νοσήματα να δημιουργήσει τους χώρους και τις προϋποθέσεις, ώστε κάθε τριτοβάθμιο δημόσιο νοσοκομείο να διαθέτει αυτό το τόσο φθηνό αλλά τόσο αποτελεσματικό μέσο. Επιπρόσθετα οι ανάγκες για κέντρα αποκατάστασης πολλαπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια με την εμφάνιση των post-covid19 ασθενών, στους οποίους η πνευμονική αποκατάσταση έχει φανεί από μεγάλες μελέτες ότι έχει ευεργετικά αποτελέσματα.
Στην ομιλία σας δώσατε ιδιαίτερη έμφαση στην ψυχική κατάσταση τους ασθενούς και τον ρόλο που μπορεί να παίξει σε αυτό ο θεράπων ιατρός του. Θα μπορούσατε να μας πείτε κάτι παραπάνω για αυτό;
Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα εκτενές και αδύνατο να συνοψιστεί σε λίγες γραμμές. Αυτό που θα ήθελα να επικοινωνήσω ως μήνυμα είναι ότι οφείλουμε ως θεράποντες ιατροί να έχουμε καλύτερη επικοινωνία με τους ασθενείς και φυσικά με τους συγγενείς τους. Για να χτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης θα πρέπει να εφαρμόσουμε μια ιατρική προσέγγιση καθαρά ασθενο-κεντρική και όχι δογματική όπως συνέβαινε τα παλαιότερα χρόνια. Κοινώς να ενημερώνεται ο ασθενής και να ζητείται η άποψη του για τις ιατρικές παρεμβάσεις παραθέτοντας του τα υπέρ και τα κατά. Έτσι ο ασθενής αισθάνεται τον ιατρό συνοδοιπόρο του στο ταξίδι της ασθένειας και όχι απλό παρατηρητή. Η ενσυναίσθηση είναι ο βασικός πυλώνας οικοδόμησης αυτής της σχέσης. Το να αισθάνεσαι πόνο σημαίνει ότι είσαι ζωντανός. Το να αισθάνεσαι τον πόνο του άλλου σημαίνει ότι είσαι άνθρωπος, είχε πει ο Νίκος Καζαντζάκης. Οι ιατροί οφείλουν να θεραπεύουν την ψύχη μαζί με το σώμα, ειδικά όταν έχουν να αντιμετωπίσουν θανατηφόρα νοσήματα, τα οποία παλεύουν να τα καταστήσουν χρόνια. Ακούστε τον ασθενή τι έχει να σας πει. Αυτός/ή ξέρει τι έχει. Εμείς προσπαθούμε να μάθουμε, να το αποκωδικοποιήσουμε και να το θεραπεύσουμε. Αυτή είναι άλλωστε και η ευμορφία της ιατρικής τέχνης και όχι επιστήμης.
Ποιοι είναι οι 4 άξονες για ισότιμη, βιώσιμη και καινοτόμο εφαρμογή της Ογκολογίας Ακριβείας στην Ευρώπη Την τεράστια πρόοδο που θα φέρουν στην ογκολογική θεραπεία οι εξελίξεις στην Ογκολογία Ακριβείας , τονίζει η EFPIA σε πρόσφατο άρθρο της, επισημαίνοντας ότι πέρα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα που θα προσφέρουν αυτές οι εξελίξεις σε μεμονωμένους ασθενείς, ωφέλειες θα έχουν και τα συστήματα υγείας αφού η ογκολογία ακριβείας προσφέρει μια ευκαιρία για μείωση του κόστους και ελάφρυνση της πίεσης στο ήδη πολύ επιβαρυμένο ανθρώπινο δυναμικό των συστημάτων υγείας.
Για τη διασφάλιση μιας δίκαιης, βιώσιμης και καινοτόμου εφαρμογής της Ογκολογίας Ακριβείας σε όλη την Ευρώπη, η Ογκολογική Πλατφόρμα της EFPIA παρουσιάζει το όραμα της για μετά το 2025, που βασίζεται σε τέσσερις άξονες: πρόσβαση, βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας, έρευνα και καινοτομία και δεδομένα.Η πρόσβαση στην Ογκολογία Ακριβείας, που εκτός από τα φάρμακα συμπεριλαμβάνει και την εξέταση βιοδεικτών, διαφέρει ανά την Ευρώπη.
Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλές προκλήσεις που συμβάλλουν στην άνιση πρόσβαση μεταξύ και εντός των χωρών, και η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων απαιτεί συνολική προσέγγιση. Μία από τις κύριες προκλήσεις είναι η απουσία ταυτόχρονης ρυθμιστικής έγκρισης και αποζημίωσης για τις θεραπείες ακριβείας και τη σχετική εξέταση βιοδεικτών. Δεύτερον, υπάρχει ανάγκη υιοθέτησης ευέλικτων ρυθμιστικών πλαισίων. Τέλος, υπάρχει επιτακτική ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο και ολιστικό πλαίσιο αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας για τις θεραπείες ακριβείας. Η επαναστατική μετάβαση από μια συμβατική προσέγγιση που ταιριάζει σε όλους σε εξατομικευμένες στρατηγικές στη θεραπεία του καρκίνου έχει ενισχύσει τον κρίσιμο ρόλο της Ογκολογίας Ακριβείας στην ενίσχυση της βιωσιμότητας των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης.
Επί του παρόντος, η αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού της Ογκολογίας Ακριβείας παρεμποδίζεται από σημαντικές διαφορές στην απαραίτητη υποδομή στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων των διακυμάνσεων στις διαγνωστικές δυνατότητες, τη διαπίστευση και την κατάρτιση των επαγγελματιών υγείας. Αυτές οι διαφορές οδηγούν σε ανισότητες στην πρόσβαση των ασθενών σε εξετάσεις και θεραπείες, με ασθενείς στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη να περιμένουν 500-800 ημέρες περισσότερες από τους ομολόγους τους στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη για τις ίδιες εξετάσεις και θεραπείες . Για να αντιμετωπιστούν αυτές οι προκλήσεις απαιτείται κατάλληλη οικονομική στήριξη. Η κινητήριος δύναμη για την πρόοδο στον τομέα της Ογκολογίας Ακριβείας είναι η συνεχής έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία. Στο τοπίο της Ε&Α της Ευρώπης, προκύπτουν προκλήσεις με τον κανονισμό της ΕΕ για τα διαγνωστικά ιατροτεχνολογικά προϊόντα In Vitro (IVDR), που επηρεάζουν σημαντικά την πρόσβαση των ασθενών στις ογκολογικές κλινικές δοκιμές. Αυτό όχι μόνο εμποδίζει την ανάπτυξη της θεραπείας αλλά περιορίζει επίσης την πρόσβαση σε ασθενείς που έχουν εξαντλήσει όλες τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές. Είναι σημαντικό να θεσπιστούν εναρμονισμένοι κανονισμοί για τις κλινικές δοκιμές Όσον αφορά τα δεδομένα, είναι σημαντικό οι πολιτικές να επιτρέπουν τη διασυνοριακή ανταλλαγή δεδομένων μέσω ενός διαλειτουργικού πλαισίου που θα διασφαλίζει το απόρρητο.
Η θεραπεία με ibrutinib-venetoclax για την χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία/ λέμφωμα υπερέχει έναντι του συνδυασμού φλουδαραβίνη-κυκλοφωσφαμίδη-ριτουξιμάμπη, σύμφωνα με μελέτη όσον αφορά την επιβίωση χωρίς υποτροπή της νόσου, ενώ φαίνεται να υπάρχει όφελος όσον αφορά και στη συνολική επιβίωση.
Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία/ λέμφωμα
Αποτελείται από μικρά λεμφοκύτταρα (ΧΛΛ) είναι μια κακοήθεια από ώριμα Β λεμφοκύτταρα και αποτελεί μια από τις συχνότερες μορφές λευχαιμίας. Η σχετική 5ετής επιβίωση των ασθενών με ΧΛΛ έχει αυξηθεί από 65,1% το 1975 στο 87,2% το 2021 λόγω της μεγάλης προόδου που έχει επιτευχθεί στη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου. Τα στοιχεία παρουσιάζουν περιληπτικά ο διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής, τ. Πρύτανης του ΕΚΠΑ, Καθηγητής Αιματολογίας – Ογκολογίας Θάνος Δημόπουλος και η ιατρός αιματολόγος Δρ. Δέσποινα Φωτίου.
Θεραπευτικές επιλογές
Η απόφαση για την έναρξη θεραπείας εξαρτάται από την παρουσία ενεργού/συμπτωματικής νόσου και οι ασυμπτωματικοί ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται χωρίς θεραπεία. Πλέον χορηγούνται συνδυασμοί στοχευμένων παραγόντων για βραχύ χρονικό διάστημα και ακολούθως παρακολούθηση. Οι τρεις βασικές κατηγορίες φαρμάκων που χρησιμοποιούνται είναι τα μονοκλωνικά αντισώματα όπως είναι η ομπινουτουζουμάμπη (obinotuzumab), οι αναστολείς της τυροσινικής κινάσης του Bruton (ΒΤΚ), ιμπρουτινίβη (ibrutinib), ακαλαμπρουτινίβη (acalabrutinib) και ζανουμπρουτινίβη (zanubrutinib) και οι αναστολείς της B-cell lymphoma (BCL)2 πρωτεΐνης που εμποδίζει τον θάνατο των Β-λεμφοκυττάρων όπως η βενετοκλάξη (venetoclax).Βασικές επιλογές αποτελούν λοιπόν ο συνδυασμός venetoclax-obitnotuzumab συνολικής διάρκειας 12 μηνών και οι συνδυασμοί venetoclax-ibrutinib ή venetoclax-acalabrutinib (φαρμακευτική αγωγή με χορήγηση μόνο από του στόματος) για 15 συνολικά μήνες.
Σε ασθενείς με χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΧΛΛ), έχει αποδειχθεί ότι ο συνδυασμός ibrutinib και venetoclax βελτιώνει τα αποτελέσματα σε σύγκριση με τη χημειοανοσοθεραπεία. Δεν είναι όμως σαφές με τα δεδομένα που έχουμε μέχρι σήμερα εάν η χορήγηση του συνδυασμού ibrutinib-venetoclax και η εξατομίκευση της διάρκειας της θεραπείας ανάλογα με τη μετρήσιμη υπολειπόμενη νόσο (MRD) είναι πιο αποτελεσματική από τη φλουδαραβίνη-κυκλοφωσφαμίδη-ριτουξιμάμπη (FCR) για τους ασθενείς αυτούς.
Μελέτη
Με βασικό στόχο να απαντηθεί αυτό το ερώτημα σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε μια τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη φάσης 3. Στη μελέτη εντάχθηκαν ασθενείς με νέα διάγνωση ΧΛΛ οι οποίοι είχαν ένδειξη θεραπείας και οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν ibrutinib-venetoclax έναντι μονοθεραπείας ibrutinib με FCR. Στο σκέλος του ibrutinib-venetoclax χορηγήθηκε αρχικά ibrutinib, με την προσθήκη του venetoclax από τον 3ο κύκλο θεραπείας, με μέγιστη διάρκεια θεραπείας έως και 6 έτη. Η διάρκεια της θεραπείας ibrutinib-venetoclax καθορίστηκε από την MRD που αξιολογήθηκε στο περιφερικό αίμα και στο μυελό των οστών και ήταν διπλάσια από το χρόνο που απαιτήθηκε για την επίτευξη μη ανιχνεύσιμης MRD. Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο ήταν η επιβίωση χωρίς υποτροπή της νόσου στην ομάδα ibrutinib-venetoclax σε σύγκριση με την ομάδα FCR. Τα βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η συνολική επιβίωση, η ανταπόκριση, η MRD και η ασφάλεια. Συνολικά εντάχθηκαν στη μελέτη και τυχαιοποιήθηκαν 523 ασθενείς. Σε μια διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 43.7 μηνών, παρατηρήθηκε υποτροπή της νόσου ή θάνατος σε 12 ασθενείς στο σκέλος του ibrutinib-venetoclax και σε 75 ασθενείς στην ομάδα του FCR (HR 0.13, 95% CI 0.07 – 0.24- p<0.001).
Πορίσματα
Θάνατος παρατηρήθηκε σε 9 ασθενείς στο σκέλος του ibrutinib-venetoclax έναντι 25 ασθενών στο σκέλος του FCR ( HR 0.31, 95% CI, 0.15 -0.67). Στα 3 έτη, το 58.0% των ασθενών στην ομάδα ibrutinib-venetoclax είχε διακόψει τη θεραπεία λόγω μη ανιχνεύσιμης MRD. Μετά από με πέντε έτη θεραπείας ibrutinib-venetoclax, το 65.9% των ασθενών είχε μη ανιχνεύσιμη MRD στο μυελό των οστών και το 92.7% είχε μη ανιχνεύσιμη MRD στο περιφερικό αίμα. Ο κίνδυνος λοιμώξεων ήταν παρόμοιος στις δύο ομάδες ενώ το ποσοστό των ασθενών με καρδιακές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν υψηλότερο στην ομάδα ibrutinib-venetoclax από ότι στους ασθενείς που έλαβαν FCR (10.7 % έναντι 0.4 %).
Καθιέρωση δεικτών παρακολούθησης των θεραπευτικών πρωτοκόλλων και μεγαλύτερη διείσδυση γενοσήμων είναι ανάμεσα στα μέτρα που προωθεί το Υπουργείο Υγείας
Σε δύο άξονες κινούνται οι ενέργειες του Υπουργείου Υγείας για τον περιορισμό του clawback που πλήττει τον χώρο της υγείας και του φαρμάκου, προκαλώντας οικονομική δυσχέρεια σε φαρμακευτικές εταιρείες και παρόχους υγείας, με αρνητικό αντίκτυπο στους πολίτες.
Ο Υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, έχει θέσει ως προτεραιότητα την «ανακούφιση» από το clawback από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα. Αναφέρθηκε σε αυτό ήδη από την ομιλία του κατά τη διάρκεια της τελετής παράδοσης – παραλαβής του χαρτοφυλακίου του Υπουργείου. Ο κ. Γεωργιάδης βρίσκεται σε διαρκείς διαβουλεύσεις με τους συνεργάτες του στο Υπουργείο αλλά και τους εμπλεκόμενους φορείς για να οριστούν συγκεκριμένα – και άμεσα εφαρμόσιμα – μέτρα που θα εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και κατ’ επέκταση δεν θα απειλείται η πρόσβαση των Ελλήνων σε φάρμακα και εξετάσεις.
Πιο συγκεκριμένα, με τη συγκράτηση του clawback, οι εταιρείες θα έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να φέρνουν καινοτόμα και ακριβά φάρμακα για χρόνιες και δύσκολες ασθένειες. Σήμερα, το υπέρογκο clawback που καλούνται να πληρώσουν οι εταιρείες αποτελεί αντικίνητρο για την είσοδο νέων φαρμάκων στη χώρα μας, όπως επίσης οδηγεί σκευάσματα στην…έξοδο, δηλαδή σταματούν να κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά για τους ίδιους ακριβώς οικονομικούς λόγους. Αντίστοιχα, σε ό,τι αφορά στις διαγνωστικές εξετάσεις, η μείωση του clawback για τα διαγνωστικά εργαστήρια και τους κλινικοεργαστηριακούς γιατρούς σημαίνει απρόσκοπτη πρόσβαση σε εξετάσεις, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος «λουκέτου» εργαστηρίων, όπως υπάρχει σήμερα.
«Καταρχάς το clawback δεν είναι μνημονιακός νόμος, είναι νόμος της Ελληνικής Δημοκρατίας που ισχύει και σήμερα και θα ισχύει και αύριο. Το έχουν ψηφίσει πια πάρα πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πολλές μας αντέγραψαν δηλαδή ως προς το clawback. Όταν έφυγα εγώ από το Υπουργείο Υγείας, στα μέσα του 2014, το clawback στα διαγνωστικά, στα μικροβιολογικά ήταν 7%. Το clawback σήμερα είναι 47%. Είναι προφανές ότι εκεί έχει γίνει κάποια μεγάλη ζημιά. Θέλω να ξέρουν όλοι όσοι ασχολούνται με αυτό το θέμα ότι είναι από τις πρώτες μου άμεσες προτεραιότητες να ανακουφίσουμε αυτό το ύψος του clawback, το οποίο είναι πάρα πολύ μεγάλο και όπως έχει φτάσει δεν δουλεύει», σημείωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του (Action 24) ο κ. Γεωργιάδης.
Στο πλαίσιο της υψηλής προτεραιότητας που έχει τεθεί ο περιορισμός του clawback, το Υπουργείο Υγείας έχει διαμορφώσει μια λίστα με διορθωτικές κινήσεις. Δύο είναι οι βασικές ενέργειες που θα γίνουν προκειμένου να μειωθούν οι υποχρεωτικές επιστροφές: Πρώτον θα ενισχυθεί η χρηματοδότηση και δεύτερον θα εφαρμοστούν μέτρα εξορθολογισμού και αποτελεσματικότερης εφαρμογής των θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Μάλιστα, οι δράσεις ανακούφισης ξεκινούν από τα διαγνωστικά κέντρα.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, κατά τη διάρκεια της χθεσινής συνάντησης που είχε ο κ. Γεωργιάδης με το Συντονιστικό Όργανο Φορέων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), το οποίο εκπροσωπεί διαγνωστικά κέντρα, πολυϊατρεία, κλινικοεργαστηριακούς γιατρούς, συμφωνήθηκε ενίσχυση του προϋπολογισμού των διαγνωστικών κατά 30 εκατομμύρια ευρώ για να «κλείσει» το 2023. Το ποσό αυτό θα δώσει μια τονωτική ένεση στα εργαστήρια που έχουν βρεθεί σε μια κατάσταση μη διαχειρίσιμη. Οπως αναφέρουν εκπρόσωποι του χώρου, εφέτος το clawback έφτασε στο 47%. Η οικονομική πίεση είναι τέτοια οικονομική πίεση που έχει ως αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των εργαστηρίων να δυσκολεύονται να προμηθευτούν αντιδραστήρια και να καταβάλλουν το δώρο των Χριστουγέννων στους εργαζόμενους.
Παράλληλα με την επιπλέον χρηματοδότηση, η ΗΔΙΚΑ βρίσκεται ήδη σε διαδικασία εφαρμογής θεραπευτικών πρωτοκόλλων για να μπουν «κόφτες» στις διαγνωστικές εξετάσεις. Σύμφωνα με όσα είπαν οι εκπρόσωποι των διαγνωστικών στον κ. Γεωργιάδη, κοινές εξετάσεις όπως η βιταμίνη D ή εξέταση χοληστερίνης γίνονται πέντε και επτά φορές το χρόνο, κάτι που οδηγεί σε σπατάλη. Έτσι, συμφωνήθηκε να εφαρμοστούν πιο συγκεκριμένα πρωτόκολλα που θα «κόβουν» υπέμετρη επαναληψιμότητα εξετάσεων. Μάλιστα, όταν υπάρχει επιθυμία υπέρβασης του πρωτοκόλλου – κάποιος θέλει να κοιτάζει τη χοληστερίνη του πολλαπλές φορές το χρόνο – θα έχει τη δυνατότητα να πηγαίνει σε δημόσια δομή Υγείας και όχι στον ιδιωτικό τομέα.
Δείκτες παρακολούθησης και «κλειδώματα» θεραπευτικών πρωτοκόλλων
Σε καλό δρόμο βρίσκεται η συζήτηση και για τον περιορισμό του clawback στον τομέα του φαρμάκου. Ο κ. Γεωργιάδης έχει πραγματοποιήσει από δύο φορές συναντήσεις με κάθε φορέα-εκπρόσωπο φαρμακευτικών επιχειρήσεων (ΣΦΕΕ, ΠΕΦ, PIF). Για τη μείωση του clawback προκρίνεται ένας συνδυασμός αύξησης της χρηματοδότησης και εξορθολογιστικών μέτρων για τη μείωση της δαπάνης.
Ειδικότερα, η ενίσχυση της νοσοκομειακής και εξω – νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης πιθανόν προέλθει από το Ταμείο Ανάκαμψης, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί το ποσό που θα αφορά. Επιπλέον, προωθούνται νομοθετικές διατάξεις για την εφαρμογή μέτρων που θα οδηγήσουν σε εξορθολογισμό των δαπανών. Αυτά αφορούν κυρίως στην εφαρμογή θεραπευτικών πρωτοκόλλων και στη διείσδυση γενοσήμων.
Μεταξύ άλλων αναμένεται να εφαρμοστούν δείκτες παρακολούθησης των θεραπευτικών πρωτοκόλλων που αφορούν σε διάφορους παράγοντες, όπως για παράδειγμα τα κλινικά χαρακτηριστικά και ο ρυθμός ένταξης ασθενών. Επίσης, πρωθούνται κλειδώματα θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Παράλληλα, η πρόθεση του Υπουργείου είναι η αύξηση της υποχρεωτικής συνταγογράφησης γενοσήμων. Όλα τα παραπάνω μέτρα, θα λειτουργήσουν υπέρ της συγκράτησης της δαπάνης που σημαίνει περιορισμός του clawback.
Σύμφωνα με τους εκπροσώπους των φαρμακευτικών εταιρειών, έτσι όπως υπολογίζεται σήμερα το clawback οδηγεί τη φαρμακοβιομηχανία να καταβάλλει ποσά που υπερβαίνουν πλέον την «κλειδωμένη» δημόσια χρηματοδότηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι εταιρείες να μην έχουν επιχειρηματικό συμφέρον να φέρουν νέα και καινοτόμα φάρμακα στη χώρα μας, ούτε να κρατήσουν κάποια σκευάσματα στην ελληνική αγορά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πρόσβαση που έχουν οι πολίτες σε θεραπείες.
Τη βούληση της Πολιτείας για έλεγχο του clawback επιβεβαίωσε προ ημερών και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά το χαιρετισμό του στην τελετή θεμελίωσης της νέας πτέρυγας του εργοστασίου της φαρμακευτικής εταιρείας Boehringer Ingelheim, στο Κορωπί.
«Πρόθεσή μας είναι να μειώσουμε, να περιορίσουμε δραστικά το clawback τα επόμενα χρόνια. Για να γίνει, ωστόσο, αυτό θα πρέπει να γίνουν επίσης και τολμηρές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες να εξορθολογίζουν συνολικά τη φαρμακευτική δαπάνη στη χώρα μας. Αναφέρω ενδεικτικά τον ψηφιακό φάκελο υγείας για γιατρούς και ασθενείς, την πλήρη αξιοποίηση του εργαλείου της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, που μας δίνει πρόσβαση σε πολύ αναλυτικά δεδομένα, και βέβαια την παράλληλη λειτουργία των μητρώων διασταύρωσης ασθενών, νοσημάτων, φαρμάκων» είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πρωθυπουργός.
Κατασκεύασαν μοντέλα υπολογιστών για να εξερευνήσουν τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των καρκινικών κυττάρων και των γηρασμένων κυττάρων. Αυτό που βρήκαν ήταν εκπληκτικό: Δεν ήταν τα διαχυτικά μόρια που δελέαζαν τα καρκινικά κύτταρα. Ήταν πρωτεΐνες που εκκρίνονται από γηρασμένα κύτταρα που κατακάθονται ως η εξωκυτταρική μήτρα (ECM) – η βάση στην οποία προσκολλώνται και αναπτύσσονται τα κύτταρα – που καλούσαν τα καρκινικά κύτταρα.
Καρκίνος των Ωοθηκών: Η γερασμένη μεσοθηλιακή μήτρα προσελκύει τα καρκινικά κύτταρα των ωοθηκών, βοηθώντας την προσκόλληση και την εξάπλωσή τους. Ο καρκίνος των ωοθηκών είναι επικίνδυνος επειδή συχνά δεν ανιχνεύεται μέχρι να εξαπλωθεί πέρα από τις ωοθήκες και τα συμπτώματα μπορούν επίσης να αποδοθούν σε άλλες καταστάσεις.
Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η γήρανση μπορεί να αυξήσει την εξάπλωση του καρκίνου των ωοθηκών και άλλων μορφών καρκίνου, αλλά οι υποκείμενοι μηχανισμοί δεν είναι πλήρως σαφείς. Τώρα, ερευνητές στο Ινδικό Ινστιτούτο Επιστημών (IISc) ανακάλυψαν ότι τα καρκινικά κύτταρα των ωοθηκών μπορούν να εξαπλωθούν πιο εύκολα σε ιστούς που έχουν γεράσει, επειδή αυτοί οι ιστοί εκκρίνουν μια μοναδική εξωκυτταρική μήτρα που προσελκύει τον καρκίνο που εξαπλώνεται. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα μοντέλο γήρανσης που προκαλείται από χημειοθεραπεία για να μελετήσουν αυτό το φαινόμενο. Πρώτα εξήγαγαν ιστούς που βρέθηκαν στην επένδυση των σωματικών κοιλοτήτων από μοντέλα ποντικών και εξέθεσαν τους μισούς από αυτούς τους ιστούς σε χημειοθεραπευτικά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του καρκίνου, ωθώντας τους στη γήρανση – μια κατάσταση στην οποία τα κύτταρα σταματούν να αναπαράγονται αλλά δεν πεθαίνουν. «Αυτό που θα μπορούσατε να ονομάσετε σε ένα σώμα που γερνά, σε ένα κύτταρο ή ιστό θα το αποκαλούσατε γήρανση», εξηγεί ο Ramray Bhat, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Αναπτυξιακής Βιολογίας και Γενετικής (DBG) και αντίστοιχος συγγραφέας της μελέτης που δημοσιεύτηκε στο Επιστήμες της Ζωής Κυτταρική και Μοριακή (Cellular and Molecular). Στη συνέχεια, η ομάδα εξέθεσε ιστούς νεαρών και ηλικιωμένων ποντικών και κυτταρικά φύλλα που μοιάζουν με ανθρώπινο ιστό σε καρκινικά κύτταρα των ωοθηκών. Χρησιμοποίησαν απεικόνιση time-lapse για να επισημάνουν τα φυσιολογικά και τα καρκινικά κύτταρα με διαφορετικούς φθορίζοντες δείκτες, ώστε να μπορούν να μελετηθούν κάτω από ένα μικροσκόπιο για εκτεταμένες χρονικές περιόδους. «Είναι ελαφρώς πιο δύσκολο να απεικονίσεις ιστούς σε σύγκριση με κυτταρικές σειρές, καθώς η τελευταία έχει μόνο έναν συγκεκριμένο κυτταρικό τύπο που αναπτύσσεται», εξηγεί ο Bharat Thapa, πρώτος συγγραφέας και πρώην προπτυχιακός φοιτητής βιολογίας στο IISc, που τώρα κάνει Ph.D. στο Πανεπιστήμιο Vanderbilt, Η.Π.Α. Αυτό που βρήκαν ήταν ότι τα καρκινικά κύτταρα επέλεξαν να εγκατασταθούν περισσότερο στους γηρασμένους ιστούς. Επιπλέον, εγκαταστάθηκαν πιο κοντά στα γηρασμένα φυσιολογικά κύτταρα στα κυτταρικά φύλλα. Για να καταλάβουμε τι έλκει τα καρκινικά κύτταρα στα γηρασμένα κύτταρα, η ομάδα αναρωτήθηκε αρχικά αν έλκονταν από μόρια σηματοδότησης που εκκρίνονταν από τα γηρασμένα κύτταρα και διαχέονταν σε μεγάλες αποστάσεις. Κατασκεύασαν μοντέλα υπολογιστών για να εξερευνήσουν τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των καρκινικών κυττάρων και των γηρασμένων κυττάρων. Αυτό που βρήκαν ήταν εκπληκτικό: Δεν ήταν τα διαχυτικά μόρια που δελέαζαν τα καρκινικά κύτταρα. Ήταν πρωτεΐνες που εκκρίνονται από γηρασμένα κύτταρα που κατακάθονται ως η εξωκυτταρική μήτρα (ECM) – η βάση στην οποία προσκολλώνται και αναπτύσσονται τα κύτταρα – που καλούσαν τα καρκινικά κύτταρα.
«Η εξωκυτταρική μήτρα είναι αυτό που έφερε τα καρκινικά κύτταρα εκεί και τους επέτρεπε να προσκολληθούν καλύτερα κοντά στα γερασμένα κύτταρα και να εξαπλωθούν πιο γρήγορα», λέει ο Bhat. Η ομάδα πραγματοποίησε, επίσης, πειράματα σε ανθρώπινες κυτταρικές σειρές για να αναπαράγει τις προβλέψεις των προσομοιώσεων υπολογιστή. Παρατήρησαν ότι τα καρκινικά κύτταρα κόλλησαν έντονα στην εξωκυτταρική μήτρα γύρω από τα γηρασμένα κύτταρα και τελικά καθάρισαν τα γηρασμένα κύτταρα. Παρατήρησαν επίσης ότι η ηλικιωμένη εξωκυτταρική μήτρα ECM είχε υψηλότερα επίπεδα πρωτεϊνών όπως η φιμπρονεκτίνη, η λαμινίνη και η υαλουρονάνη σε σύγκριση με την εξωκυτταρική μήτρα ECM των νεαρών κυττάρων, γεγονός που επέτρεπε στα καρκινικά κύτταρα να δεσμεύονται πιο ισχυρά. Με βάση τα ευρήματά τους, οι ερευνητές προτείνουν ότι αυτός θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι ηλικιωμένοι πληθυσμοί συνήθως τείνουν να έχουν χειρότερα αποτελέσματα στον καρκίνο από τους νεότερους πληθυσμούς. «Το γεγονός είναι ότι η χημειοθεραπεία προκαλεί επίσης γήρανση και ότι η γήρανση μπορεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα», λέει ο Bhat. «Η κατάλληλη χρήση της χημειοθεραπείας θα μπορούσε να είναι πολύ σημαντική για την επίτευξη καλών αποτελεσμάτων στον καρκίνο των ωοθηκών». Ένας τρόπος προς τα εμπρός, προσθέτει ο Bhat, θα μπορούσε να είναι η εστίαση στην εύρεση ανιχνευτών που μπορούν να αναγνωρίσουν ορισμένες από αυτές τις πρωτεΐνες μήτρας, οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν στην πρόβλεψη του πού θα εναποτεθούν τα καρκινικά κύτταρα στους ιστούς. O Thapa ελπίζει επίσης ότι οι μελλοντικές μελέτες θα δημιουργήσουν μια ισχυρή περίπτωση για τη χρήση σηνολυτικών – φαρμάκων που σκοτώνουν τα γηρασμένα κύτταρα – ως συνδυαστική θεραπεία με χημειοθεραπευτικά για την αντιμετώπιση της εξέλιξης του καρκίνου.