Alzheimer’s: Ερευνητές συνδέουν μια γλυκοπρωτεΐνη με τη νόσο του Αλτσχάιμερ

Η αναγνώριση αυτής της μοναδικής γλυκοπρωτεΐνης παρέχει ένα βήμα προς την εύρεση νέων στόχων φαρμάκων και πιθανώς πρώιμης διάγνωσης για τη νόσο του Αλτσχάιμερ.

Σε μια μικρή έρευνα αντίστροφης μηχανικής που χρησιμοποιεί εγκεφαλικούς ιστούς από άτομα που πέθαναν με τη νόσο του Αλτσχάιμερ, οι ερευνητές του Johns Hopkins Medicine ισχυρίζονται ότι ανακάλυψαν πως ένα ειδικό μόριο ζάχαρης θα μπορούσε να παίξει βασικό ρόλο στην ανάπτυξη της νόσου του Αλτσχάιμερ. Εάν περαιτέρω έρευνα επιβεβαιώσει το εύρημα, το μόριο, γνωστό ως γλυκάνη, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως νέος στόχος για έγκαιρες διαγνωστικές δοκιμές, θεραπείες και ίσως πρόληψη της νόσου του Αλτσχάιμερ, λένε οι ερευνητές. Η μελέτη δημοσιεύτηκε διαδικτυακά στις 20 Απριλίου στο Journal of Biological Chemistry.

Η νόσος του Αλτσχάιμερ είναι η πιο κοινή μορφή άνοιας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Επηρεάζοντας περίπου 5,8 εκατομμύρια Αμερικανούς, η προοδευτική διαταραχή εμφανίζεται όταν τα νευρικά κύτταρα στον εγκέφαλο πεθαίνουν λόγω της συσσώρευσης επιβλαβών μορφών πρωτεϊνών που ονομάζονται αμυλοειδές και ταυ. Ο καθαρισμός των μορφών αμυλοειδούς και ταυ που προκαλούν ασθένειες είναι δουλειά των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος του εγκεφάλου, που ονομάζονται μικρογλοία. Προηγούμενες μελέτες διαπίστωσαν ότι όταν ο καθαρισμός είναι μειωμένος, είναι πιο πιθανό να εμφανιστεί η νόσος του Αλτσχάιμερ. Σε μερικούς ανθρώπους, αυτό προκαλείται από υπερβολική αφθονία ενός υποδοχέα στα κύτταρα μικρογλοίας, που ονομάζεται CD33.

“Οι υποδοχείς δεν είναι ενεργοί από μόνοι τους. Κάτι πρέπει να συνδεθεί μαζί τους για να εμποδίσει τη μικρογλοία να καθαρίσει αυτές τις τοξικές πρωτεΐνες στον εγκέφαλο”, λέει ο Ronald Schnaar, Ph.D., καθηγητής Φαρμακολογίας John Jacob Abel στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins. Ιατρικής και διευθυντής του εργαστηρίου που οδήγησε τη μελέτη. Προηγούμενες μελέτες των ερευνητών έδειξαν ότι για το CD33, αυτά τα «συνδετικά» μόρια είναι ειδικά σάκχαρα. Γνωστά στους επιστήμονες ως γλυκάνες, αυτά τα μόρια μεταφέρονται γύρω από το κύτταρο με εξειδικευμένες πρωτεΐνες που τους βοηθούν να βρουν τους κατάλληλους υποδοχείς. Ο συνδυασμός πρωτεΐνης-γλυκάνης ονομάζεται γλυκοπρωτεΐνη.

Σε μια προσπάθεια να ανακαλύψει ποια συγκεκριμένη γλυκοπρωτεΐνη συνδέεται με το CD33, η ερευνητική ομάδα του Schnaar έλαβε εγκεφαλικό ιστό από πέντε άτομα που πέθαναν από τη νόσο του Αλτσχάιμερ και από πέντε άτομα που πέθαναν από άλλες αιτίες από το Ερευνητικό Κέντρο για τη Νόσο Αλτσχάιμερ του Τζονς Χόπκινς. Μεταξύ των πολλών χιλιάδων γλυκοπρωτεϊνών που συγκέντρωσαν από τους ιστούς του εγκεφάλου, μόνο μία συνδέθηκε με το CD33. Για να αναγνωρίσουν αυτή τη μυστηριώδη γλυκοπρωτεΐνη, οι ερευνητές έπρεπε πρώτα να τη διαχωρίσουν από τις άλλες γλυκοπρωτεΐνες του εγκεφάλου. Δεδομένου ότι ήταν το μόνο στον εγκέφαλο που προσκολλήθηκε στο CD33, χρησιμοποίησαν αυτό το χαρακτηριστικό για να το «πιάσουν» και να το διαχωρίσουν.

Οι γλυκάνες αποτελούνται από διάφορα δομικά στοιχεία σακχάρου που επηρεάζουν τις αλληλεπιδράσεις του μορίου. Τέτοια σάκχαρα μπορούν να αναγνωριστούν από τα συστατικά τους μέρη. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν χημικά εργαλεία για να αποδομήσουν τη γλυκάνη βήμα προς βήμα, καθορίζοντας την ταυτότητα και τη σειρά των δομικών στοιχείων της. Οι ερευνητές αναγνώρισαν το τμήμα γλυκάνης της γλυκοπρωτεΐνης ως σιαλυλιωμένη θειική κερατάνη. Στη συνέχεια, οι ερευνητές προσδιόρισαν την ταυτότητα του συστατικού πρωτεΐνης παίρνοντας το «δαχτυλικό του αποτύπωμα» χρησιμοποιώντας φασματοσκοπία μάζας, η οποία προσδιορίζει τα δομικά στοιχεία πρωτεΐνης. Συγκρίνοντας τη μοριακή σύνθεση της πρωτεΐνης με μια βάση δεδομένων γνωστών πρωτεϊνικών δομών, η ερευνητική ομάδα μπόρεσε να συμπεράνει ότι το πρωτεϊνικό τμήμα της γλυκοπρωτεΐνης ήταν ο υποδοχέας της φωσφατάσης τυροσίνης (RPTP) ζήτα.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Εικονική βιοψία: Μεταμορφώνει τη φροντίδα μεταμόσχευσης καρδιάς

Αυτή η νέα εικονική βιοψία απαιτεί λιγότερο χρόνο, είναι μη επεμβατική, πιο οικονομικά αποδοτική, δεν χρησιμοποιεί ακτινοβολία ή σκιαγραφικούς παράγοντες και κυρίως οι ασθενείς την προτιμούν πολύ.

Οι επιζώντες από μεταμόσχευση καρδιάς που υποβάλλονται σε επεμβατικές βιοψίες θα μπορούσαν σύντομα να επιλέξουν μια άλλη νέα τεχνική μαγνητικής τομογραφίας, η οποία έχει αποδειχθεί ασφαλής και αποτελεσματική, με μείωση των επιπλοκών και των εισαγωγών στο νοσοκομείο. Οι επιστήμονες του Ινστιτούτου Καρδιολογικής Έρευνας Victor Chang και του Νοσοκομείου St Vincent του Σίδνεϊ, ελπίζουν ότι η νέα εικονική βιοψία που έχει σχεδιαστεί για να ανιχνεύει τυχόν σημάδια απόρριψης της καρδιάς θα υιοθετηθεί από κλινικούς γιατρούς σε όλο τον κόσμο. Περίπου 3.500 άνθρωποι παγκοσμίως λαμβάνουν μεταμοσχεύσεις καρδιάς κάθε χρόνο. Οι περισσότεροι ασθενείς βιώνουν κάποια μορφή απόρριψης οργάνου και ενώ τα ποσοστά επιβίωσης είναι υψηλά, ένα μικρό ποσοστό θα πεθάνει τον πρώτο χρόνο μετά την επέμβαση.

Ο αναπληρωτής καθηγητής Andrew Jabbour, του Ινστιτούτου Καρδιολογικής Έρευνας Victor Chang, είπε ότι η νέα εξέλιξη θα οδηγήσει σε σημαντικές βελτιώσεις στη φροντίδα πολλών χιλιάδων ασθενών με μεταμόσχευση καρδιάς παγκοσμίως. “Είναι σημαντικό να μπορούμε να παρακολουθούμε αυτούς τους ασθενείς στενά και με υψηλό βαθμό ακρίβειας· τώρα έχουμε ένα νέο εργαλείο που μπορεί να το κάνει αυτό χωρίς την ανάγκη μιας εξαιρετικά επεμβατικής διαδικασίας”, δήλωσε ο A/Prof Jabbour, ο οποίος είναι επίσης Σύμβουλος Καρδιολόγος στο St. Vincent’s Hospital, Σίδνεϊ. “Αυτή η νέα εικονική βιοψία απαιτεί λιγότερο χρόνο, είναι μη επεμβατική, πιο οικονομικά αποδοτική, δεν χρησιμοποιεί ακτινοβολία ή σκιαγραφικούς παράγοντες και κυρίως οι ασθενείς την προτιμούν πολύ”. Οι περισσότεροι κλινικοί γιατροί σε όλο τον κόσμο δοκιμάζουν επί του παρόντος για απόρριψη πραγματοποιώντας βιοψία που βοηθά στον προσδιορισμό του επιπέδου και της καταλληλότητας των ανοσοκατασταλτικών θεραπειών που απαιτούνται για τη θεραπεία και την πρόληψη περαιτέρω απόρριψης.

Αυτή η επεμβατική διαδικασία περιλαμβάνει την τοποθέτηση ενός σωλήνα στη σφαγίτιδα φλέβα για να επιτρέψει στους χειρουργούς να εισάγουν ένα εργαλείο βιοψίας στην καρδιά για να αφαιρέσουν πολλά δείγματα καρδιακού ιστού. Εκτός από άβολο, μπορεί επίσης να οδηγήσει σε σπάνιες αλλά σοβαρές επιπλοκές εάν η καρδιά είναι διάτρητη ή μια βαλβίδα έχει υποστεί βλάβη. Οι ασθενείς συνήθως υποβάλλονται σε βιοψία περίπου 12 φορές τον πρώτο χρόνο μετά τη μεταμόσχευση. Η νέα τεχνική μαγνητικής τομογραφίας έχει αποδειχθεί ακριβής στην ανίχνευση της απόρριψης και λειτουργεί αναλύοντας τα επίπεδα του οιδήματος της καρδιάς, τα οποία η ομάδα απέδειξε ότι συνδέονται στενά με τη φλεγμονή της καρδιάς.

Βασικά αποτελέσματα

  • Σαράντα ασθενείς με μεταμόσχευση καρδιάς από το νοσοκομείο St Vincent’s Hospital του Σίδνεϋ τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε μια παραδοσιακή βιοψία είτε τη νέα τεχνική MRI.
  • Τα αποτελέσματα που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Circulation αποκάλυψαν ότι το νέο τεστ ήταν εξίσου αποτελεσματικό με τον εντοπισμό της απόρριψης.
  • Τα δευτερεύοντα ευρήματα της μελέτης αποκάλυψαν ότι παρά τις ομοιότητες στις απαιτήσεις ανοσοκαταστολής, στη λειτουργία των νεφρών και στα ποσοστά θνησιμότητας, υπήρξε μείωση στα ποσοστά νοσηλείας και μόλυνσης για όσους υποβλήθηκαν σε διαδικασία MRI έναντι βιοψίας. Επίσης, μόνο το 6% των ασθενών που έκαναν τη νέα τεχνική MRI χρειάστηκαν βιοψία για διευκρινιστικούς λόγους. Αυτά τα δευτερεύοντα ευρήματα προορίζονται να επιβεβαιωθούν εκ νέου σε προγραμματισμένες μεγαλύτερες πολυκεντρικές μελέτες.
  • Ο συνάδελφος συγγραφέας και καρδιολόγος Δρ. Κρις Άντονι, ο οποίος βοήθησε στη διεξαγωγή της μελέτης, είπε: “Η τεχνική χρησιμοποιείται τώρα συχνά στο νοσοκομείο St Vincent στο Σίδνεϊ και αναμένω ότι περισσότερες κλινικές σε όλο τον κόσμο θα υιοθετήσουν αυτή τη νέα τεχνολογία”.

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Ανακαλύφθηκε νέα νόσος νεφρών και ήπατος

Σημαντική ανακάλυψη που θα μπορούσε να βοηθήσει ασθενείς με ανεξήγητα προβλήματα στο ήπαρ και τους νεφρούς.

Επιστήμονες εντόπισαν νέα νόσο, κάτι που αποτελεί σημαντική ανακάλυψη που θα μπορούσε να βοηθήσει ασθενείς με ανεξήγητα προβλήματα στο ήπαρ και τους νεφρούς.

Eιδικοί του Newcastle University, εντόπισαν την κληρονομική νόσο διαταραχή των κροσσών σχετιζόμενη με το γονίδιο TULP3, η οποία προκαλεί νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια σε παιδιά και ενηλίκους.

Ερευνα που δημοσιεύτηκε στο American Journal of Human Genetics, αποκάλυψε ότι ελαττωματικό γονίδιο είναι καταλύτης για την αυξημένη ίνωση στο ήπαρ και τα νεφρά, οδηγώντας συχνά στην ανάγκη για μεταμόσχευση.

Ο καθηγητής John Sayer, δήλωσε ότι τα ευρήματα έχουν τεράστια σημασία για την καλύτερη διάγνωση και έλεγχο της νεφρικής και ηπατικής νόσου σε ορισμένους ασθενείς.

Τώρα μπορούν να κάνουν ακριβή διάγνωση σε ορισμένους ασθενείς, κάτι που επιτρέπει η αγωγή να ταιριάζει στις ανάγκες τους για το καλύτερο δυνατόν αποτέλεσμα.

Στην έρευνα, ειδικοί επισκόπησαν κλινικά συμπτώματα και έλαβαν βιοψίες ήπατος και γενετική αλλλούχιση από ασθενείς. Συνολικά 15 ασθενείς από 8 οικογένειες φάνηκε να έχουν τη νέα νόσο.

Χρησιμοποιήθηκαν δείγματα ούρων για να διαπσιτωθεί το ακριβές ελάττωμα που προκαλεί τη νόσο.

Πάνω από τους μισούς ασθενείς της έρευνας είχαν υποβληθεί σε μεταμόσχευση ήπατος ή νεφρών καθώς επιδεινώθηκε σημαντικά η νόσος τους. Σε αυτούς, η αρχική αιτία της οργανικής τους ανεπάρκειας ήταν άγνωστη μέχρη την έρευνα.

Οι ερευνητές ελπίζουν να παρέχουν κατάλληλη διάγνωση για πολλές οικογένειες στο μέλλον.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Κορωνοϊός – Omicron: Η θεραπεία που εξουδετερώνει όλες τις μεταλλάξεις της

Βρετανική μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο συνδυασμός μονοκλωνικών αντισωμάτων tixagevimab/cilgavimab εξουδετερώνει τα νέα στελέχη BA.4 και BA.5 της Omicron

Ο συνδυασμός μονοκλωνικών αντισωμάτων tixagevimab/cilgavimab (γνωστός με την εμπορική ονομασία Evusheld) πετυχαίνουν την εξουδετέρωση των στελεχών BA.4 και BA.5 της παραλλαγής Omicron, σύμφωνα με νεότερα στοιχεία από μελέτη του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο bioRxiv.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα συμπεράσματα των ερευνητών έρχονται να επιβεβαιώσουν δεδομένα προηγούμενων μελετών που έχουν δείξει ότι η προφυλακτική αγωγή Evusheld – που είναι διαθέσιμη και στην Ελλάδα – διατηρεί ισχυρή εξουδετερωτική δράση έναντι του στελέχους Omicron BA.2 που είναι επί του παρόντος το κυρίαρχο στέλεχος της πανδημίας Covid-19 και επίσης εξουδετερώνει όλα τις μεταλλάξεις στις οποίες έχει δοκιμαστεί έως σήμερα.

Οι παραλλαγές του SARS-CoV-2 που κυκλοφορούσαν στο παρελθόν έχουν επεκταθεί με παρόμοια μοτίβα. Επομένως, είναι πιθανό τα BA.4 και BA.5, που είναι τώρα κυρίαρχα στην Αφρική, να εξαπλωθούν παγκοσμίως με παρόμοιο μοτίβο με το BA.2. Τα BA.4 και BA.5 έχουν πανομοιότυπες αλληλουχίες πρωτεΐνης S και φαίνεται να έχουν εξελιχθεί από το BA.2.

Σύμφωνα με τον John L. Perez, MD, MBA, MA, Αντιπρόεδρο, Επικεφαλής Ανάπτυξης Εμβολίων και Ανοσοθεραπειών της AstraZeneca «με τον συνδυασμό δύο αντισωμάτων με διαφορετικές και συμπληρωματικές δραστηριότητες κατά του SARS-CoV-2, το Evusheld αναπτύχθηκε ευθύς εξ αρχής να ξεπεράσει τον ιό που προκαλεί τη λοίμωξη COVID-19 και να παραμείνει ισχυρό μπροστά στην ικανότητα αυτού του ιού να μεταλλάσσεται γρήγορα. Αυτά τα ευρήματα υποστηρίζουν περαιτέρω το Evusheld ως μια σημαντική επιλογή για να βοηθήσει στην προστασία ευάλωτων πληθυσμών, όπως οι ανοσοκατεσταλμένοι που δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν επαρκώς στον εμβολιασμό κατά της COVID-19 και διατρέχουν υψηλό κίνδυνο για σοβαρή νόσο».

Αξίζει να σημειωθεί ότι περίπου το 2% του παγκόσμιου πληθυσμού θεωρείται ότι διατρέχει αυξημένο κίνδυνο μη επαρκούς ανταπόκρισης στα εμβόλια για την COVID-19 και μπορεί να επωφεληθεί ιδιαιτέρως από την προφυλακτική θεραπεία Evusheld. Ο πληθυσμός αυτός περιλαμβάνει ανοσοκατασταλμένα άτομα, όπως ογκολογικοί ασθενείς, μεταμοσχευμένοι και οποιονδήποτε λαμβάνει ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Οι άνθρωποι που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο έκθεσης στον κορωνοϊό μπορούν επίσης να επωφεληθούν από την προφυλακτική θεραπεία. Μάλιστα νεο-αναδυόμενα στοιχεία δείχνουν ότι προστατεύοντας τις ευάλωτες ομάδες από τη λοίμωξη COVID-19 ενδεχομένως να προλαμβάνεται η ιολογική εξέλιξη, στάδιο σημαντικό για την εμφάνιση των μεταλλάξεων.

Το Evusheld, όπως προαναφέρθηκε είναι συνδυασμός δύο μονοκλωνικών αντισωμάτων μακράς δράσης – tixagevimab και cilgavimab – που έχουν αναπτυχθεί από β-κύτταρα ατόμων που έχουν αναρρώσει από λοίμωξη COVID-19. Ανακαλύφθηκαν από ερευνητές του Ιατρικού Κέντρου του Πανεπιστημίου Vanderbilt στις ΗΠΑ και την εμπορική εκμετάλλευσή τους ανέλαβε η AstraZeneca τον Ιούνιο του 2020. Τα δύο μονοκλωνικά αντισώματα προσδένονται σε διαφορετικές περιοχές της πρωτεΐνης S του κορωνοϊού και βελτιστοποιήθηκαν από την AstraZeneca με αντικαταστάσεις αμινοξέων στις Fc περιοχές για την παράταση του χρόνου ημίσειας ζωής τους. Η παράταση του χρόνου ημιζωής υπερτριπλασιάζει τη διάρκεια της δράσης του σκευάσματος σε σύγκριση με τα συμβατικά αντισώματα. Τα δεδομένα από τη δοκιμή φάσης III PROVENT δείχνουν προστασία που διαρκεί τουλάχιστον έξι μήνες. Η μειωμένη δέσμευση του υποδοχέα Fc στοχεύει στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου της εξαρτώμενης από το αντίσωμα ενίσχυσης της νόσου – ένα φαινόμενο το οποίο προάγουν συνήθως τα ειδικά για τον ιό αντισώματα προάγουν, αντί να αναστέλλουν τη μόλυνση ή/και τη νόσο.

Το Evusheld έχει λάβει αδειοδότηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελλάδα στις αρχές Μαΐου κατέληξε σε συμφωνία με την φαρμακευτική εταιρεία για την προμήθεια περίπου 2.000 συσκευασιών. Οι πρώτες παραλαβές αναμένονται εντός του καλοκαιριού.

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Εγκέφαλος παιδιά: Η ανάπτυξη του οπτικού συστήματος εμπλέκεται σε βρέφη που αναπτύσσουν αυτισμό

Όταν οι γονείς και τα μωρά δένονται, όταν κλείνουν τα μάτια και βιώνουν τον κόσμο τους μαζί μέρα με τη μέρα, δεν είναι απλά χαριτωμένο. Αντικατοπτρίζει το πώς τα μωρά μαθαίνουν να ερμηνεύουν τις λεπτές ενδείξεις για το περιβάλλον τους.

Για πρώτη φορά, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι οι διαφορές του εγκεφάλου στα οπτικά συστήματα του εγκεφάλου των βρεφών που αργότερα θα διαγνωστούν με αυτισμό σχετίζονται με κληρονομικούς γενετικούς παράγοντες. Δημοσιεύτηκε στο American Journal of Psychiatry, αυτή η έρευνα δείχνει ότι οι αλλαγές του εγκεφάλου στο μέγεθος, την ακεραιότητα της λευκής ουσίας και τη λειτουργική συνδεσιμότητα των συστημάτων οπτικής επεξεργασίας παιδιών έξι μηνών είναι εμφανείς πολύ πριν εμφανίσουν συμπτώματα αυτισμού ως νήπια. Επιπλέον, η παρουσία εγκεφαλικών αλλαγών στο οπτικό σύστημα σχετίζεται με τη σοβαρότητα των χαρακτηριστικών του αυτισμού στα μεγαλύτερα αδέρφια τους. Με επικεφαλής την Jessica Girault, Ph.D., επίκουρη καθηγήτρια ψυχιατρικής στο UNC School of Medicine, αυτή είναι η πρώτη έρευνα που παρατηρεί ότι τα βρέφη με μεγαλύτερα αδέρφια που έχουν αυτισμό και τα οποία αργότερα αναπτύσσουν αυτισμό ως νήπια, έχουν συγκεκριμένες βιολογικές διαφορές περιοχές οπτικής επεξεργασίας του εγκεφάλου.

Η παρουσία αυτών των διαφορών οπτικής επεξεργασίας σχετίζεται με το πόσο έντονα είναι τα χαρακτηριστικά του αυτισμού στα μεγαλύτερα αδέρφια. “Αρχίζουμε να αναλύουμε τις διαφορές στην ανάπτυξη του εγκεφάλου του βρέφους που μπορεί να σχετίζονται με γενετικούς παράγοντες”, δήλωσε η Girault, επίσης μέλος του Ινστιτούτου Αναπτυξιακών Αναπηριών της Καρολίνα (CIDD). “Χρησιμοποιώντας μαγνητική τομογραφία (MRI), μελετήσαμε επιλεγμένες δομές του εγκεφάλου, τη λειτουργική σχέση μεταξύ βασικών περιοχών του εγκεφάλου και τη μικροδομή των συνδέσεων λευκής ουσίας μεταξύ αυτών των περιοχών του εγκεφάλου. Τα ευρήματα και από τις τρεις μας κατέδειξαν την ανακάλυψη μοναδικών διαφορών στις οπτικά συστήματα βρεφών που αργότερα ανέπτυξαν αυτισμό”. Ως μέρος του Δικτύου Infant Brain Imaging Study (IBIS) που χρηματοδοτείται από το NIH, οι ερευνητές του UNC-Chapel Hill και του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον πρωτοστάτησαν σε αυτήν την πρώτη στο είδος του μελέτη.

Πίσω από τα μάτια του μωρού

Όταν οι γονείς και τα μωρά δένονται, όταν κλείνουν τα μάτια και βιώνουν τον κόσμο τους μαζί μέρα με τη μέρα, δεν είναι απλά χαριτωμένο. Αντικατοπτρίζει το πώς τα μωρά μαθαίνουν να ερμηνεύουν τις λεπτές ενδείξεις για το περιβάλλον τους. Είναι ο τρόπος με τον οποίο τα μωρά μαθαίνουν να συνδέουν τις συμπεριφορές ενός φροντιστή με τις δικές τους. Αυτός ο οπτικός ρυθμός κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής είναι κρίσιμος για τη γνωστική, συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη. Σε μωρά που συνεχίζουν να αναπτύσσουν αυτισμό, αυτή η έρευνα δείχνει ότι κάτι πάει στραβά στο οπτικό σύστημα του εγκεφάλου που επηρεάζει αυτή την οπτική αλληλεπίδραση. Τα τελευταία χρόνια, ερευνητές του Δικτύου IBIS χρησιμοποίησαν μαγνητική τομογραφία για να τεκμηριώσουν τις διαφορές του εγκεφάλου σε μωρά που αργότερα αναπτύσσουν αυτισμό στο δεύτερο έτος της ζωής τους. Το 2020, η έρευνα της Girault έδειξε ότι τα μικρότερα βρέφη αδέρφια είχαν πολύ περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν αυτισμό εάν τα μεγαλύτερα αυτιστικά αδέρφια τους είχαν υψηλότερα επίπεδα αυτιστικών χαρακτηριστικών.

“Αυτό υποδηλώνει ότι αυτά τα αυτιστικά χαρακτηριστικά μας λένε κάτι για τη δύναμη των γενετικών παραγόντων για τον αυτισμό σε μια οικογένεια”, είπε η Girault. “Αλλά δεν μπορούσαμε να πούμε πολλά περισσότερα πέρα ​​από αυτό. Αυτή η τρέχουσα μελέτη κάνει τη δουλειά μας ένα βήμα μπροστά.” Για αυτήν τη μελέτη, οι ερευνητές του Δικτύου Infant Brain Imaging Study (IBIS) στρατολόγησαν 384 ζεύγη αδερφών. Το μεγαλύτερο παιδί σε κάθε ζευγάρι είχε ήδη διαγνωστεί με αυτισμό, γεγονός που έθετε το βρέφος αδερφάκι σε μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξει αυτισμό. Στη συνέχεια, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν διάφορες προσεγγίσεις μαγνητικής τομογραφίας για να μελετήσουν λεπτομερώς τους εγκεφάλους των μικρότερων αδερφών σε ηλικία 6, 12 και 24 μηνών.

Οι ερευνητές μέτρησαν τον όγκο του εγκεφάλου, την περιοχή της επιφάνειας του εγκεφάλου, την περιοχή του εγκεφάλου που εμπλέκεται με την όραση (τον ινιακό φλοιό) – δομές που αυτή η ερευνητική ομάδα είχε δείξει προηγουμένως ότι αλλοιώθηκαν σε μωρά που ανέπτυξαν αυτισμό ως νήπια. Εξέτασαν επίσης τη μικροδομή της λευκής ουσίας του σπληνίου, μια δομή που προηγουμένως έδειξαν οι ερευνητές ότι σχετίζεται με το πόσο γρήγορα προσανατολίζονται τα βρέφη στα οπτικά ερεθίσματα στο περιβάλλον τους. Ταυτόχρονα, οι ερευνητές τεκμηρίωσαν το επίπεδο των αυτιστικών χαρακτηριστικών στα μεγαλύτερα αυτιστικά αδέρφια αυτών των βρεφών.

Σε παιδιά έξι μηνών που συνέχισαν να αναπτύσσουν αυτισμό σε ηλικία 24 μηνών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα χαρακτηριστικά του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη δομή του οπτικού συστήματος διέφεραν από τα βρέφη που δεν ανέπτυξαν αυτισμό. Χρησιμοποιώντας αυτές τις πληροφορίες, η ερευνητική ομάδα εξέτασε στη συνέχεια δίκτυα σε όλο τον εγκέφαλο και βρήκε σημαντικά πιο αδύναμες λειτουργικές συνδέσεις μεταξύ συγκεκριμένων δικτύων εγκεφάλου που συνδέονταν με το οπτικό σύστημα. Ο Girault και οι συνεργάτες του εντόπισαν διαφορές στον εγκέφαλο σε δύο μέρη του συστήματος οπτικής επεξεργασίας – την ινιακή έλικα, η οποία είναι σημαντική για την αναγνώριση αντικειμένων και τη σπληνία, η οποία είναι σημαντική για την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών ημισφαιρικών τμημάτων του οπτικού συστήματος. Ο σπληνός είναι επίσης κρίσιμος για τον γρήγορο προσανατολισμό της προσοχής μας σε πράγματα που βλέπουμε γύρω μας.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Τρόφιμα πλούσια σε λίπος και καρκίνος: Νέα μελέτη αποκαλύπτει πώς συνδέονται

Η ποσότητα λίπους στη διατροφή κάποιου και τα επίπεδα νιτρικού οξειδίου στο σώμα θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο καρκίνου.

Νέα μελέτη διερευνά τη σύνδεση μεταξύ του διατροφικού λίπους και του μονοξειδίου του αζώτου (ΝΟ), τα υψηλά επίπεδα του οποίου έχουν συνδεθεί με φλεγμονή, η οποία, με τη σειρά της, έχει συνδεθεί με τον καρκίνο. Για να παρατηρήσουν το ΝΟ σε μοριακό επίπεδο, ερευνητές στο εργαστήριο Chan του Ινστιτούτου Προηγμένης Επιστήμης και Τεχνολογίας Beckman στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόις στην Urbana-Champaign (UIUC) ανέπτυξαν έναν μοριακό ανιχνευτή που μπορεί να παράγει εικόνες βαθιά μέσα στον ιστό του σώματος. Ονομάζεται BL660-NO και παρείχε στους συγγραφείς της νέας μελέτης μια ματιά στο μικροπεριβάλλον του όγκου. Οι ερευνητές επιβεβαίωσαν οπτικά υψηλότερα επίπεδα ΝΟ σε ποντίκια που τρέφονταν με δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά σε σύγκριση με ποντίκια που ακολουθούσαν μια δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά.

Ο κύριος συγγραφέας της μελέτης, ερευνητικός συνεργάτης Δρ. Anuj Yadav, σημειώνει ότι «προσπαθούν να κατανοήσουν πώς οι λεπτές αλλαγές στο μικροπεριβάλλον του όγκου επηρεάζουν την εξέλιξη του καρκίνου σε μοριακό επίπεδο». Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο ACS Central Science.

Ανίχνευση με BL660-NO

Ο μοριακός ανιχνευτής είναι μια ομάδα ατόμων ή μορίων που χρησιμοποιείται για την ανάλυση των ιδιοτήτων άλλων μορίων εξετάζοντας τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ του ανιχνευτή και των μορίων ενδιαφέροντος. Το BL660-NO είναι ένας βιοφωταυγής ανιχνευτής NIR. Κι ενώ έχουν αναπτυχθεί άλλοι μοριακοί ανιχνευτές βάσει δραστηριότητας (ABS), το BL660-NO είναι ο πρώτος ειδικά σχεδιασμένος για την απεικόνιση του ΝΟ.

Τι είδε ο BL660-NO

Οι ερευνητές διεξήγαγαν μια μελέτη διατροφής χρησιμοποιώντας ποντίκια BALB/c με καρκίνο του μαστού. Τα ποντίκια που έκαναν δίαιτα πλούσια σε λιπαρά στην οποία το 60% των θερμίδων προερχόταν από λίπος έγιναν παχύσαρκα και ανέπτυξαν μεγάλους όγκους. Στην ομάδα ελέγχου έδωσαν μια διατροφή με 10% λιπαρά. Και απεικόνισαν τα επίπεδα μονοξειδίου του αζώτου και στις δύο ομάδες. Όπως διαπίστωσαν υπήρχε μια αύξηση στο μονοξείδιο του αζώτου στα ποντίκια που τρέφονταν με δίαιτα πλούσια σε λιπαρά.

Ένας πολύπλοκος σύνδεσμος: μονοξείδιο του αζώτου και καρκίνος

Ενώ η μελέτη υποστηρίζει την ιδέα ότι το μονοξείδιο του αζώτου απαιτείται σε ένα μικροπεριβάλλον όγκου, υψηλές δόσεις του χρησιμοποιούνται επίσης στη χημειοθεραπεία ως μέσο θανάτωσης των καρκινικών κυττάρων. Αυτό δείχνει ότι η σχέση μεταξύ του μονοξειδίου του αζώτου και του καρκίνου είναι πολύπλοκη. Ο Δρ Nagrath εξήγησε ότι το μονοξείδιο του αζώτου ενεργούσε με δυο τρόπους στα καρκινικά κύτταρα. «Μια χαμηλή συγκέντρωση NO επιτρέπει την ανάπτυξη, τον πολλαπλασιασμό και τη μετάσταση του όγκου, ενώ η υψηλή συγκέντρωση σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα μέσω της βλάβης του DNA και των νιτροζωτικών στρες. Αυτός ο διπλός ρόλος του ΝΟ θα μπορούσε επίσης να εξαρτάται από τη διατροφή και το μικροπεριβάλλον του όγκου», σημείωσε. Σύμφωνα με τον καθηγητή Τσαν χάρη στην νέα τεχνολογία, οι ερευνητές μπόρεσαν να εντοπίσουν τον μοριακό σύνδεσμο που έλειπε.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Το στρες της εγκύου λόγω πανδημίας μπορεί να είχε επίπτωση στον εγκέφαλο του νεογνού

Τα παρατεταμένα επίπεδα στρες, άγχους και κατάθλιψης της εγκύου στη διάρκεια της πανδημίας Covid-19 συνέβαλαν ώστε πιθανώς να επηρεαστεί αρνητικά η ανάπτυξη του εγκεφάλου του εμβρύου της, ακόμη κι αν η μητέρα δεν είχε προσβληθεί από τον κορονοϊό, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα.

Η μελέτη αναδεικνύει τις πιθανές μακροπρόθεσμες νευροαναπτυξιακές επιπτώσεις της πανδημίας, όσον αφορά τον εγκέφαλο των αγέννητων μωρών.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την δρα Κάθριν Λυμπεροπούλου, διευθύντρια του Ινστιτούτου Αναπτυσσομένου Εγκεφάλου του Εθνικού Νοσοκομείου Παίδων στην Ουάσιγκτον, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό “Communications Medicine”, μελέτησαν 202 έγκυες γυναίκες, από τις οποίες 137 προ πανδημίας και 65 στη διάρκεια της.

Μέσω εξελιγμένων μαγνητικών απεικονιστικών μεθόδων και δημιουργίας τρισδιάστατων μοντέλων εγκεφάλων των εμβρύων μέσα στη μήτρα, οι επιστήμονες βρήκαν στα μωρά της πανδημίας μια μείωση στον όγκο της λευκής ουσίας τους, του ιπποκάμπου και της παρεγκεφαλίδας τους, σε σύγκριση με τα μωρά που είχαν γεννηθεί πριν την πανδημία. Επίσης στα έμβρυα της πανδημίας η επιφάνεια του εγκεφαλικού φλοιού και οι πτυχώσεις της ήσαν μειωμένες σε όλους τους λοβούς.

Η διαφορά αποδίδεται από τους ερευνητές σε μεγάλο βαθμό στο αυξημένο στρες των εγκύων εν μέσω της πανδημίας. Η μελέτη βρήκε ότι σχεδόν διπλάσιες γυναίκες που είχαν μείνει έγκυες στη διάρκεια της πανδημίας, είχαν μεγάλο στρες και κατάθλιψη (52%), από ό,τι προ πανδημίας (28%).

Προηγούμενη έρευνα της ίδιας ερευνητικής ομάδας είχε ανακαλύψει ότι το άγχος των εγκύων επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη των μωρών. Επίσης είχε συμπεράνει ότι η γενικότερη ψυχική υγεία της μητέρας, ακόμη και αν αυτή είναι εύπορη, επιδρά και μεταβάλλει τη δομή και τη βιοχημεία του αναπτυσσόμενου εγκεφάλου του εμβρύου, κάτι που δείχνει τη σημασία της καλής ψυχικής υγείας για μια έγκυο – πράγμα πιο δύσκολο λόγω πανδημίας.

“Μπορέσαμε να δείξουμε ότι υπάρχει όντως πρόβλημα και συμβαίνει προγεννητικά. Αυτό που είναι σαφές είναι ότι ο επόμενος στόχος είναι η έγκαιρη παρέμβαση, ώστε να δούμε πώς μπορούμε να αποτρέψουμε ή να μειώσουμε το στρες των μητέρων και έτσι να υποστηρίξουμε τα αγέννητα μωρά”, δήλωσε η Λυμπεροπούλου. Πρόσθεσε πάντως ότι πολλοί άλλοι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την εγκεφαλική ανάπτυξη του μωρού, πέρα από το μητρικό στρες.

Πηγη: https://www.dikaiologitika.gr/

Γενική αναισθησία: «Ξύπνιος» ο ένας στους δέκα – Έρευνα αποκαλύπτει

Έκπληξη προκαλούν τα στοιχεία νέας έρευνας που αποκαλύπτουν ότι κατά τη διάρκεια της γενικής αναισθησίας είναι τελικά αρκετοί οι ασθενείς που μπορεί να έχουν επαφή με το περιβάλλον και να ανταποκρίνονται σε ερεθίσματα – Τα ενδιαφέρονται ευρήματα

Έκπληξη και προβληματισμό προκαλούν τα ευρήματα νέας, διεθνούς έρευνας, που αποκάλυψαν ότι ένας στους 10 ασθενείς υπό γενική αναισθησία (ολική νάρκωση) είναι ικανός να ανταποκριθεί σε εντολές.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα νέα ευρήματα ρίχνουν φως στο φαινόμενο που είναι γνωστό ως «συνδεδεμένη συνειδητότητα». Πρόκειται για μία κατάσταση κατά την οποία ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε ολική νάρκωση είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε εξωτερικά ερεθίσματα – με απλά λόγια έχουν συνειδητή επαφή με το περιβάλλον.  Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, αδυνατούν να θυμηθούν οτιδήποτε μετά το πέρας της αναισθησίας – δηλαδή όταν ξυπνήσουν.

Σε προηγούμενες μελέτες είχε διαπιστωθεί ότι το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται σε περίπου 5% των περιπτώσεων ολικής νάρκωσης. Μετά τη νέα έρευνα, ωστόσο, οι ερευνητές ανησυχούν ότι στην πραγματικότητα συμβαίνει πιο συχνά.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο British Journal of Anaesthesia, είναι η μεγαλύτερη διεθνής μελέτη στο είδος της, περιλαμβάνοντας 338 συμμετέχοντες από 10 διαφορετικά νοσοκομεία ανά τον κόσμο.

Στο πλαίσιο της μελέτης, ερευνήθηκαν περιπτώσεις ασθενών ηλικίας μεταξύ 18 και 40 ετών, που βρίσκονταν υπό ολική νάρκωση. Με σκοπό να διαπιστώσουν εάν μπορούσαν να ανταποκριθούν σε εντολές, οι ερευνητές τους έκαναν μια σειρά από ερωτήσεις, ενώ ταυτόχρονα ήλεγχαν εάν οι ασθενείς μπορούσαν να απαντήσουν σε προφορικές εντολές, όπως «πίεσε το χέρι μου» ή «πίεσε το χέρι μου δύο φορές εάν αισθάνεσαι πόνο».

Προέκυψε ότι 1 στους 10 ασθενείς ήταν σε θέση να ανταποκριθεί σε εντολές μετά τη διασωλήνωσή του, αλλά πριν ξεκινήσει το χειρουργείο. Επιπλέον, περίπου οι μισοί από αυτούς που ανταποκρίθηκαν, διαβεβαίωσαν ότι αισθάνονταν πόνο. Εξ αυτών, κανένας δεν μπόρεσε να ανακαλέσει αυτή την εμπειρία μετά το πέρας του χειρουργείου. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η περίπτωση ενός ασθενή, που ανέφερε πως θυμόταν με ακρίβεια την εμπειρία του χειρουργείου μετά το πέρας της διαδικασίας.

Ένα εύρημα που εξέπληξε τους ερευνητές ήταν ότι η πιθανότητα να ανταποκριθεί ο ασθενής μετά την ολική αναισθησία ήταν τρεις φορές μεγαλύτερη στις γυναίκες.

Σημειώνεται ότι υπάρχουν αρκετοί τρόποι να χορηγηθεί αναισθησία, με σκοπό να γίνει στη συνέχεια η διασωλήνωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χορηγείται στους ασθενείς μία μόνο δόση αναισθητικού και ένα ακόμη παραλυτικό φάρμακο.

Οι μελετητές ανακάλυψαν ότι, διατηρώντας ένα συνεχές επίπεδο αναισθησίας, μειώνονταν οι πιθανότητες να παρουσιάσουν οι ασθενείς ανταπόκριση κατά τη διάρκεια του χειρουργείου.

«Τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από την έρευνα μας δίνουν τη δυνατότητα να κατανοήσουμε καλύτερα το φαινόμενο της συνδεδεμένης συνειδητότητας. Οι ασθενείς αναμένουν ότι, μετά τη χορήγηση της αναισθησίας, δεν θα έχουν τις αισθήσεις τους και δεν θα αισθάνονται πόνο», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ και αναισθησιολόγος στο Νοσοκομείο Royal Prince Alfred, Robert Sanders. «Επιπλέον, καθησυχαστική είναι η διαπίστωση ότι, εάν τα αναισθητικά φάρμακα συνέχιζαν να χορηγούνται τακτικά το διάστημα μεταξύ της πρώτης δόσης της νάρκωσης και της διασωλήνωσης, η πιθανότητα να ανταποκριθεί ο ασθενής σε εντολές κατά τη διάρκεια του χειρουργείου μειωνόταν σημαντικά», συμπλήρωσε ο ίδιος.

«Η έρευνα υπογραμμίζει, επιπλέον, τη σημασία του να κατανοήσουμε πώς διαφορετικοί άνθρωποι ανταποκρίνονται στην αναισθησία. Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για περαιτέρω έρευνα σχετικά με τις βιολογικές διαφορές που μπορούν να επηρεάσουν την απόκριση στα φάρμακα της αναισθησίας και ιδιαίτερα το ρόλο που παίζει το φύλο», τόνισε ο δρ. Sanders.

Ο επικεφαλής εισηγητής, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Αναισθησιολογίας της Σχολής Ιατρικής και Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Wisconsin, Richard Lennertz υποστήριξε ότι: «Είναι σημαντικό να δώσουμε έμφαση στην ασφάλεια που πρέπει να διέπει την αναισθησία. Η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη να εξασφαλίσουμε στον ασθενή ασφάλεια, αλλά και μία γενικότερη βελτίωση στις παροχές υγείας».

Τέλος, η Δρ. Amy Gaskell, συνεργάτης από το Νοσοκομείο Waikato της Νέας Ζηλανδίας σχολίασε: «Στην παρούσα μελέτη επιβεβαιώσαμε ότι η συνδεδεμένη συνειδητότητα συμβαίνει αρκετά συχνά μετά τη διασωλήνωση, ιδιαίτερα σε νεότερους ασθενείς. Ταυτοποιήσαμε μία διαφοροποίηση σχετικά με το χρόνο της διασωλήνωσης, η οποία θα μπορούσε να εξηγεί μερικές από τις περιπτώσεις απόκρισης. Το υψηλό ποσοστό των γυναικών είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο και επιθυμούμε να διερευνήσουμε περισσότερο τους λόγους πίσω από αυτό».

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Μελέτη: Ισχυρό το Evusheld έναντι και των παραλλαγών Omicron BA.4 & BA.5

Νέα  προκλινικά δεδομένα δείχνουν ότι το Evusheld της AstraZeneca, ο συνδυασμός των μονοκλωνικων αντισωμάτων έναντι της Covid-19 διατηρεί τη εξουδερωτική του δράση έναντι των παραλλαγών Omicron BA.4 & BA.5. Τα στοιχεία προέρχονται από δοκιμασίες in vitro του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Τα αποτελέσματα αυτά συνάδουν με προηγούμενα δεδομένα από πολλαπλές μελέτες που δείχνουν ότι το Evusheld διατηρεί ισχυρή εξουδετερωτική δράση έναντι του Omicron BA.2, της τρέχουσας κυρίαρχης παραλλαγής που κυκλοφορεί, και εξουδετερώνει όλες τις παραλλαγές που έχουν δοκιμαστεί μέχρι σήμερα. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι παραλλαγές του SARS-CoV-2 που κυκλοφορούσαν προηγουμένως έχουν εξαπλωθεί με παρόμοια πρότυπα και είναι πιθανό οι παραλλαγές BA.4 και BA.5,  που κυριαρχούν στην Αφρική, να εξαπλωθούν παγκοσμίως με παρόμοιο πρότυπο με την BA.2.6 Οι BA.4 και BA.5. Οι νεότερες παραλλαγές έχουν πανομοιότυπες αλληλουχίες πρωτεΐνης S και φαίνεται ότι έχουν εξελιχθεί από την BA.2.1

Αναφερόμενος στα ευρήματα ο MD, MBA, MA, Senior Vice President, Head of Late Development, Vaccines & Immune Therapies της AstraZeneca, John L. Perez τόνισε ότι «Συνδυάζοντας δύο αντισώματα με διαφορετικές και συμπληρωματικές δραστηριότητες έναντι του SARS-CoV-2, το Evusheld σχεδιάστηκε από την αρχή για να ξεγελάσει τον ιό και να παραμείνει ισχυρό απέναντι στην ικανότητα του ιού αυτού να μεταλλάσσεται γρήγορα. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν περαιτέρω το Evusheld ως μια σημαντική επιλογή για την προστασία ευάλωτων πληθυσμών, όπως οι ανοσοκατεσταλμένοι που δεν μπορούν να ανταποκριθούν επαρκώς στον εμβολιασμό με COVID-19 και διατρέχουν υψηλό κίνδυνο σοβαρής νόσου».

Άξιο λόγου είναι πως εκτιμάται ότι περίπου το 2% του παγκόσμιου πληθυσμού θεωρείται ότι διατρέχει αυξημένο κίνδυνο ανεπαρκούς ανταπόκρισης στον εμβολιασμό COVID-19 και μπορεί να ωφεληθεί ιδιαίτερα από την προφύλαξη (πρόληψη) πριν από την έκθεση με το Evusheld. Στον πληθυσμό αυτό περιλαμβάνονται άτομα με ανοσοκαταστολή, όπως  είναι καρκινοπαθείς, μεταμοσχευμένοι ασθενείς και όσοι λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Τα άτομα που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο έκθεσης στον SARS-CoV-2 θα μπορούσαν επίσης να επωφεληθούν από την προστασία με το Evusheld.9 Αναδυόμενα στοιχεία δείχνουν ότι η προστασία των ευάλωτων πληθυσμών από την προσβολή του COVID-19 θα μπορούσε να συμβάλει στην πρόληψη της εξέλιξης του ιού, η οποία αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την εμφάνιση παραλλαγών.

Το Evusheld

Ήταν γνωστό ως AZD7442. Πρόκειται για συνδυασμό δύο αντισωμάτων μακράς δράσης – tixagevimab (AZD8895) και cilgavimab (AZD1061) – που προέρχονται από Β-κύτταρα που δόθηκαν από άτομα που είχαν προηγουμένως μολυνθεί από τον SARS-CoV-2. Τα  ανθρώπινα μονοκλωνικά αντισώματα δεσμεύονται σε διαφορετικές θέσεις στην πρωτεΐνη αιχμής του  ιού και βελτιστοποιήθηκαν από την AstraZeneca με παράταση του χρόνου ημιζωής και μειωμένη δέσμευση του υποδοχέα Fc και του συμπληρώματος C1q12.  Η παράταση του χρόνου ημιζωής υπερτριπλασιάζει τη διάρκεια της δράσης του σε σύγκριση με τα συμβατικά αντισώματα.

Τα δεδομένα από τη δοκιμή φάσης ΙΙΙ PROVENT δείχνουν προστασία που διαρκεί τουλάχιστον έξι μήνες.Η μειωμένη σύνδεση με τον υποδοχέα Fc αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου της εξαρτώμενης από τα αντισώματα ενίσχυσης της νόσου – ένα φαινόμενο κατά το οποίο τα ειδικά για τον ιό αντισώματα προάγουν, αντί να αναστέλλουν, τη μόλυνση ή/και τη νόσο.

Υπενθυμίζεται ότι δεδομένα από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον έδειξαν ότι το Evusheld μείωσε το ιικό φορτίο και περιόρισε τη φλεγμονή στους πνεύμονες (in vivo) για τα Omicron BA.1, BA.1.1 και BA.2.2.

Τα κύρια δεδομένα που υποστηρίζουν τις άδειες κυκλοφορίας του Evusheld προέρχονται από την εν εξελίξει δοκιμή προφύλαξης πριν από την έκθεση PROVENT Φάσης ΙΙΙ, η οποία έδειξε στατιστικά σημαντική μείωση του κινδύνου εμφάνισης συμπτωματικού COVID-19 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Τον Οκτώβριο του 2021, η AstraZeneca ανακοίνωσε θετικά αποτελέσματα υψηλού επιπέδου από τη δοκιμή TACKLE Φάσης III για τη θεραπεία σε εξωτερικούς ασθενείς, στην οποία το Evusheld παρείχε στατιστικά και κλινικά σημαντική προστασία έναντι της ανάπτυξης σοβαρού COVID-19 ή θανάτου από οποιαδήποτε αιτία σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Το Evusheld ήταν γενικά καλά ανεκτό στις δοκιμές.

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Βρετανική μελέτη για Covid-19: Γιατί θα πρέπει να εμβολιάζονται ασθενείς με κακοήθειες

Με δεδομένο ότι ασθενείς με καρκίνο διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας και θανάτου μετά από λοίμωξη με SARS-CoV-2 δίνεται έμφαση στην ανοσοποίησή τους. Κατά το UK Coronavirus Cancer Evaluation Project (UKCCEP), καταδείχθηκε ότι η αποτελεσματικότητα του εμβολίου στους 3-6 μήνες ήταν χαμηλότερη στους καρκινοπαθείς από ό,τι στον πληθυσμό ελέγχου.

Μικρές μελέτες κοόρτης έχουν δείξει ότι οι ασθενείς με καρκίνο έχουν εξασθενημένη ανοσολογική απόκριση μετά τον εμβολιασμό με COVID-19, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερες ή ανύπαρκτες χυμικές και κυτταρικές αποκρίσεις, σε σύγκριση με ομάδες υγιών εθελοντών. Παρ’ όλα αυτά, εθνικές και διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές συνιστούν τον εμβολιασμό ασθενών με καρκίνο κατά της COVID-19. Λαμβάνοντας υπόψη το ευρύτερο ζήτημα της φθίνουσας αποτελεσματικότητας των εμβολίων, υπάρχει ανάγκη να αποσαφηνιστεί η αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού με COVID-19 σε ασθενείς με καρκίνο και να καλυφθούν κρίσιμα κενά τεκμηρίωσης

Τα  δεδομένα για την αποτελεσματικότητα του εμβολίου έναντι του SARS-CoV-2 σε ασθενής με ενεργή κακοήθεια δημοσιεύτηκαν από τον Lennard Y W Lee στην Lancet oncology  2022; S1470-2045(22). Τα στοιχεία παρουσιάζουν περιληπτικά οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Θεοδώρα ΨαλτοπούλουΓιάννης ΝτάνασηςΠάνος ΜαλανδράκηςΡοδάνθη Ελένη Συρίγου και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ).  Στη μελέτη συμμετείχαν ασθενείς με αρνητικό μοριακό τεστ covid-19, οι οποίοι είναι πλήρως εμβολιασμένοι με δύο δόσεις, και έχουν ενεργό κακοήθεια.

Συνολικά, συμπεριλήφθηκαν 377.194 ασθενείς από τους οποίους οι 42.882 νόσησαν με COVID-19 μετά τον εμβολιασμό τους με δύο δόσεις εμβολίου έναντι του SARS-CoV-2. Οι ασθενείς συγκρίθηκαν με 28.010.955 υγιείς χωρίς ενεργό καρκίνο από τους οποίους οι 5.748.708 νόσησαν με COVID-19 κατόπιν εμβολιασμού έναντι του SARS-CoV-2.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς η παρούσα μελέτη είναι μία από τις πρώτες που αξιολογεί την αποτελεσματικότητα του εμβολίου COVID-19 σε ασθενείς με καρκίνο σε ένα πραγματικό σύστημα υγείας σε επίπεδο πληθυσμού στην Αγγλία.  Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε η μεγαλύτερη κοόρτη ασθενών με καρκίνο παγκοσμίως, επιτρέποντας την πιο ολοκληρωμένη ανάλυση του κινδύνου του COVID-19 σε ασθενείς με καρκίνο.

Η αποτελεσματικότητα

Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η αποτελεσματικότητα του εμβολίου έναντι του SARS-CoV-2 ήταν 69.8% στον υγιή πληθυσμό ενώ ήταν 65.5% σε ασθενείς με ενεργό καρκίνο. Σημειώνεται ότι η αποτελεσματικότητα του εμβολίου στους τρεις με έξ μήνες μετά τον πλήρη εμβολιασμό με δύο δόσεις ήταν χαμηλότερη για τους ασθενείς με ενεργό κακοήθεια (47%) συγκριτικά με τους υγιείς στην ομάδα ελέγχου (61%).

Το όφελος

Οι ερευνητές κατέληξαν πως θα πρέπει να πραγματοποιείται εμβολιασμός έναντι του SARS-CoV-2, καθώς είναι αρκετά αποτελεσματικός σε ασθενείς με ενεργή κακοήθεια και προστατεύει έναντι της σοβαρής νόσησης, ακόμη και με μικρότερη αποτελεσματικότητα  σε σχέση με υγιείς.

Ο εμβολιασμός με COVID-19 για ασθενείς με καρκίνο θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μη φαρμακολογικές στρατηγικές και προγράμματα αντιιικής θεραπείας στην κοινότητα για τη μείωση του κινδύνου που ενέχει το COVID-19 για τους ασθενείς με καρκίνο.

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/