Μικροχλωρίδα εντέρου: Μεταμοσχεύσεις βακτηρίων μειώνουν τις επιπτώσεις της γήρανσης

Η μικροχλωρίδα των κοπράνων θα μπορούσε να είναι καθοριστική για τη μείωση των επιπτώσεων της γήρανσης, σύμφωνα με μια νέα μελέτη.

Τα βακτήρια και διάφοροι άλλοι μικροοργανισμοί στο έντερο μπορούν να επηρεάσουν την υγεία με διάφορους τρόπους. Οι αλλαγές στη χλωρίδα του εντέρου που συμβαίνουν με την ηλικία έχουν συσχετιστεί με συγκεκριμένα προβλήματα υγείας, συμπεριλαμβανομένων των μειώσεων στη λειτουργία του εγκεφάλου και των ματιών. Μια πρόσφατη μελέτη σε ποντίκια δείχνει ότι οι μεταμοσχεύσεις κοπράνων από νεότερους δότες μπορεί να συμβάλουν στη μείωση ορισμένων από αυτές τις επιπτώσεις της γήρανσης. Οι μικροοργανισμοί που ζουν στο έντερο μπορούν να βελτιώσουν την υγεία με διάφορους τρόπους. Ωστόσο, μπορούν να επηρεαστούν από πολλούς παράγοντες. Οι ερευνητές εξακολουθούν να μαθαίνουν πώς αλλάζουν τα βακτήρια του εντέρου με την ηλικία και πώς αυτές οι αλλαγές μπορεί να επηρεάσουν την υγεία.

Μια πρόσφατη μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Microbiome και πραγματοποιήθηκε σε ποντίκια, υποδηλώνει ότι η εισαγωγή νεότερων βακτηρίων στο έντερο μέσω μεταφοράς κοπράνων θα μπορούσε να βοηθήσει στη μείωση των επιπτώσεων της γήρανσης στο έντερο, τα μάτια και τον εγκέφαλο.

Υγεία εντέρου και μεταμοσχεύσεις κοπράνων

Η γαστρεντερική οδός περιέχει πολλούς μικροοργανισμούς, που μπορούν να επηρεάσουν την πεπτική μας υγεία και τη γενική υγεία. Για παράδειγμα, η χλωρίδα του εντέρου μας βοηθά με τους εξής τρόπους:

  • Διατήρηση της ανοσοποιητικής λειτουργίας του οργανισμού
  • Διατήρηση υγιούς μεταβολισμού
  • Προστασία από επιβλαβή παθογόνα

Όταν τα βακτήρια του εντέρου αλλάζουν, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πολλά προβλήματα υγείας, όπως ανάπτυξη λοιμώξεων ή προβλήματα με φλεγμονή. Όταν εξαντλούνται ή βλάπτονται, ένας τρόπος θεραπείας είναι η μεταμόσχευση κοπράνων. Οι μεταμοσχεύσεις κοπράνων είναι διαδικασίες κατά τις οποίες ένας γιατρός εισάγει κόπρανα από έναν δότη με υγιή εντερική χλωρίδα στο κόλον του ατόμου με ανώμαλη εντερική χλωρίδα. Αυτές οι μεταμοσχεύσεις μπορούν να βοηθήσουν στη ρύθμιση και τη βελτίωση των μικροοργανισμών του εντέρου.

Μεταφορά βακτηρίων του εντέρου

Η μελέτη εξέτασε τον αντίκτυπο της μεταφοράς μικροβίων στα κόπρανα (FMT) στη γήρανση χρησιμοποιώντας ποντίκια. Τα ποντίκια χωρίστηκαν σε τρεις ηλικιακές ομάδες:

  • Τριών μηνών (νέος)
  • 18 μηνών (ηλικίας)
  • 24 μηνών (ηλικίας)

Οι ερευνητές αρχικά εξάντλησαν τη μικροχλωρίδα του εντέρου των ποντικών που έλαβαν τις μεταφορές κοπράνων δίνοντάς τους αντιβιοτικά ευρέος φάσματος. Έδωσαν στα νεαρά ποντίκια κόπρανα από μεγαλύτερα ποντίκια και σε μεγαλύτερα ποντίκια κόπρανα από νεαρά ποντίκια. Συνέκριναν αυτές τις ομάδες μεταξύ τους και με ομάδες ελέγχου που είτε έλαβαν μεταφορά από ποντίκια της ηλικίας τους είτε δεν έλαβαν καμία μεταφορά κοπράνων.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές πραγματοποίησαν τεστ συμπεριφοράς για να αξιολογήσουν τη λειτουργία του εγκεφάλου των ποντικών. Διεξήγαγαν επίσης δοκιμές σε ιστό εγκεφάλου και χρησιμοποίησαν μια ποικιλία άλλων μεθόδων για να παρατηρήσουν και να μελετήσουν τις αλλαγές στα ποντίκια μετά τη μεταφορά κοπράνων. Διαπίστωσαν ότι τα νεότερα ποντίκια που έλαβαν μεταφορές κοπράνων από ηλικιωμένα ποντίκια είχαν αυξημένη φλεγμονή στο κεντρικό νευρικό σύστημα και στα μάτια τους. Είχαν επίσης αυξημένη διαπερατότητα (διαρρέον έντερο) στο έντερο.

Αντίθετα, οι ερευνητές παρατήρησαν μια βελτίωση στις ίδιες περιοχές όταν έκαναν μεταφορές κοπράνων σε μεγαλύτερα ποντίκια από νεότερα ποντίκια. Ωστόσο, τα αποτελέσματά τους δεν έδειξαν βελτιωμένη λειτουργία μνήμης. Η συγγραφέας της μελέτης Δρ Έιμι Πάρκερ εξήγησε τα ευρήματά της: «Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα μικρόβια του εντέρου διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της φλεγμονής που σχετίζεται με την επιδείνωση της όρασης και της εγκεφαλικής λειτουργίας, τουλάχιστον στα ποντίκια».

Είπε ότι τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι οι επιστήμονες μπορεί να είναι «σε θέση να χειριστούν τα μικρόβια του εντέρου μας για να βοηθήσουν στη διατήρηση της καλής όρασης και της καλής υγείας του εγκεφάλου για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε μεγάλη ηλικία».

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Θηλασμός: Ενισχύει την ψυχική υγεία της μητέρας-Μελέτη

Εκτός από τη δημιουργία δεσμού μεταξύ μητέρας και νεογνού, ο θηλασμός μπορεί να επηρεάσει θετικά και την υγεία των μητέρων.

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης, στις ΗΠΑ, ανακάλυψαν πρόσφατα ότι ο θηλασμός σχετίζεται με βελτιωμένη ψυχική υγεία της μητέρας. Ωστόσο, οι δυσκολίες που παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια του θηλασμού ή η αναντιστοιχία μεταξύ των προσδοκιών διατροφής και της πραγματικότητας, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τα αποτελέσματα της ψυχικής υγείας της νέας μανούλας. Η ανασκόπηση δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Journal of Women’s Health.

Για το θηλασμό

Ο θηλασμός είναι γνωστό ότι έχει θετικό αντίκτυπο στην υγεία των βρεφών. Βοηθά στη βελτίωση του ανοσοποιητικού συστήματος, στη μείωση του κινδύνου παιδικού καρκίνου και μεταβολικών διαταραχών, στη βελτίωση της γνωστικής ανάπτυξης και στην πρόληψη του συνδρόμου αιφνίδιου βρεφικού θανάτου. Σύμφωνα με τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), ένα βρέφος πρέπει να θηλάζει τουλάχιστον έως και 6 μήνες μετά τη γέννηση. Εκτός από τη δημιουργία δεσμού μεταξύ μητέρας και νεογνού, ο θηλασμός μπορεί να επηρεάσει θετικά και την υγεία των μητέρων. Βοηθά στην απώλεια βάρους μετά την εγκυμοσύνη, προστατεύει από τον διαβήτη, την υπέρταση και τις καρδιαγγειακές παθήσεις και μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού και των ωοθηκών.

Παρά το γεγονός ότι γνωρίζουν τα οφέλη του θηλασμού, ορισμένες μητέρες δεν μπορούν να το κάνουν για πολλούς λόγους. Οι πιο συνηθισμένοι λόγοι είναι η έλλειψη γάλακτος, η αίσθηση πόνου κατά τη διάρκεια του θηλασμού και οι ανάγκες/υποχρεώσεις εργασίας. Η αδυναμία θηλασμού μπορεί να προκαλέσει ενοχές και άγχος στις μητέρες, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ψυχική τους υγεία.

Στην παρούσα μελέτη, οι επιστήμονες ανέλυσαν την υπάρχουσα βιβλιογραφία για τον θηλασμό και την ψυχική υγεία της μητέρας, με σκοπό να προσδιορίσουν τις επιδράσεις του θηλασμού στην ψυχική υγεία της μητέρας εντός ενός έτους από τον τοκετό.

Σχεδιασμός μελέτης

Αρχικά συνέλεξαν 1.110 άρθρα από διαφορετικές ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων. Μετά από εκτενή προβολή, επέλεξαν συνολικά 55 άρθρα για τελική ανάλυση. Οι επιλεγμένες μελέτες προέρχονταν από 25 διαφορετικές χώρες, με τα μεγέθη του δείγματος να κυμαίνονταν από 29 συμμετέχουσες έως περισσότερους από 180.000.

Επίδραση του μητρικού θηλασμού στην ψυχική υγεία της μητέρας

Σημαντική συσχέτιση μεταξύ του θηλασμού και της ψυχικής υγείας αναφέρθηκε από 36 μελέτες. εκ των οποίων οι 29 δήλωσαν ότι ο θηλασμός σχετίζεται με λιγότερα συμπτώματα ψυχικής υγείας. Όσον αφορά την κατάθλιψη μετά την εγκυμοσύνη, 34 από τις 52 μελέτες είχαν βρει σημαντική συσχέτιση με το θηλασμό. Μια μελέτη μεγάλης κοόρτης που διεξήχθη σε 186.452 συμμετέχουσες ανέφερε ότι ο θηλασμός δεν σχετίζεται με την επιλόχεια κατάθλιψη. Ένας σημαντικός αριθμός μελετών ανέφερε σημαντική συσχέτιση του θηλασμού με μειωμένη επιλόχεια κατάθλιψη.

Όσον αφορά το άγχος μετά την εγκυμοσύνη, τέσσερις μελέτες έχουν αναφέρει ότι ο θηλασμός μειώνει τον κίνδυνο άγχους και σχετικής νοσηλείας. Όσον αφορά άλλες καταστάσεις ψυχικής υγείας, η μελέτη μεγάλης κοόρτης δεν βρήκε σημαντική συσχέτιση μεταξύ του θηλασμού και του κινδύνου νοσηλείας λόγω διαταραχής προσαρμογής ή διαταραχής προσωπικότητας. Ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματά της, οι μητέρες που δεν θηλάζουν έχουν υψηλότερο κίνδυνο νοσηλείας εντός ενός έτους από τον τοκετό λόγω διπολικής διαταραχής ή σχιζοφρένειας.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

ΗΠΑ: Υψηλότερη έκθεση σε χημικές ουσίες για τις εγκύους

Η έκθεση σε δυνητικά επιβλαβείς χημικές ουσίες αυξάνεται μεταξύ των εγκύων γυναικών, προειδοποιεί μια νέα μελέτη.

«Αυτή είναι η πρώτη φορά που καταφέραμε να μετρήσουμε τις ποσότητες χημικών ουσιών σε μια τόσο μεγάλη και ποικιλόμορφη ομάδα εγκύων γυναικών – και όχι απλώς να αναγνωρίσουμε τις χημικές ουσίες», δήλωσε η ανώτερη συγγραφέας της μελέτης Tracey Woodruff, διευθύντρια του Προγράμματος για την Αναπαραγωγική Υγεία και το Περιβάλλον του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Σαν Φρανσίσκο. Για τη μελέτη, η ομάδα της Woodruff ανέλυσε δείγματα ούρων 12 ετών από 171 γυναίκες στην Καλιφόρνια, τη Τζόρτζια, το Ιλινόις, το Νιου Χάμσαϊρ, τη Νέα Υόρκη και το Πουέρτο Ρίκο που ήταν εγγεγραμμένες στο πρόγραμμα Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ για τις περιβαλλοντικές επιδράσεις στην υγεία των παιδιών.

Περίπου το ένα τρίτο (34%) ήταν λευκές, το 40% ήταν Ισπανόφωνες, το 20% ήταν μαύρες και το υπόλοιπο 6% ήταν από άλλες ή πολλαπλές εθνοτικές ομάδες. Οι συγγραφείς της μελέτης έλεγξαν τα δείγματα ούρων για 103 χημικές ουσίες, και κυρίως για φυτοφάρμακα, πλαστικά και χημικά υποκατάστατα για BPA και φθαλικές ενώσεις. Πάνω από το 80% των χημικών ουσιών βρέθηκαν σε τουλάχιστον μία από τις γυναίκες στη μελέτη και περισσότερο από το ένα τρίτο βρέθηκαν στην πλειονότητα των γυναικών. Ορισμένες από αυτές τις χημικές ουσίες υπήρχαν σε υψηλότερες ποσότητες από ό,τι είχαν βρει προηγούμενες μελέτες, ανέφεραν οι ερευνητές.

Πολλές από τις χημικές ουσίες στις οποίες είχαν εκτεθεί οι γυναίκες ήταν νέες μορφές χημικών ουσιών που έχουν απαγορευτεί ή καταργηθεί σταδιακά, αλλά μπορεί να είναι εξίσου επιβλαβείς με αυτές που αντικατέστησαν. Οι ερευνητές βρήκαν επίσης ότι πολλές από τις γυναίκες είχαν εκτεθεί σε νεονικοτινοειδή, ένα είδος φυτοφαρμάκου που είναι τοξικό για τις μέλισσες, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύτηκε διαδικτυακά στις 10 Μαΐου στο περιοδικό Environmental Science & Technology.

Οι μη λευκές γυναίκες, εκείνες με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, όσες ήταν ανύπαντρες και εκείνες που είχαν εκτεθεί στον καπνό είχαν υψηλότερα επίπεδα συνολικής έκθεσης σε χημικές ουσίες, σύμφωνα με τα ευρήματα. Οι Ισπανόφωνες είχαν ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα parabens, τα οποία χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά, καθώς και φθαλικές ενώσεις και δισφαινόλες, που χρησιμοποιούνται στα πλαστικά.

«Ενώ τα φυτοφάρμακα και οι χημικές ουσίες αντικατάστασης επικρατούσαν σε όλες τις γυναίκες, με έκπληξη ανακαλύψαμε ότι οι Λατίνες είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα parabens, φθαλικών ενώσεων και δισφαινόλες», δήλωσε η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Jessie Buckley, αναπληρώτρια καθηγήτρια περιβαλλοντικής υγείας, μηχανικής και επιδημιολογίας στο Johns Hopkins Bloomberg School of Public Health, στη Βαλτιμόρη.«Αυτό θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα υψηλότερης έκθεσης σε προϊόντα με χημικές ουσίες, όπως επεξεργασμένα τρόφιμα ή προϊόντα προσωπικής φροντίδας», διευκρίνισε.

Σημειώνεται ότι η έκθεση σε χημικές ουσίες μπορεί να προέλθει από τον αέρα, τα τρόφιμα, το νερό, τα πλαστικά και άλλα βιομηχανικά και καταναλωτικά προϊόντα. Αν και αυτές οι χημικές ουσίες μπορεί να σημαίνουν κινδύνους για την εγκυμοσύνη και την ανάπτυξη του παιδιού, λίγες παρακολουθούνται τακτικά στους ανθρώπους, σημείωσαν οι συγγραφείς της μελέτης.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Αφαντασία: Η απόκριση της κόρης των ματιών στις εικόνες θα μπορούσε να είναι ένδειξη

Ο τρόπος με τον οποίο η κόρη διαστέλλεται ως απόκριση σε ερεθίσματα θα μπορούσε να είναι ένας δείκτης της ικανότητας οπτικής φαντασίας ενός ατόμου.

Οι κόρες των ματιών αλλάζουν μέγεθος για να αφήσουν τη σωστή ποσότητα φωτός και να βελτιστοποιήσουν την όραση, για παράδειγμα, συστέλλοντας σε φωτεινές συνθήκες και διαστέλλοντας σε συνθήκες σκότους. Αναδυόμενη έρευνα υποδηλώνει ότι οι υψηλότερης τάξης αντιληπτικές και γνωστικές διαδικασίες μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε αλλαγές στο μέγεθος της κόρης. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι η νοητική απεικόνιση μπορεί να οδηγήσει τις αποκρίσεις της κόρης στο φως. Μια άλλη μελέτη διαπίστωσε ότι η υποκειμενική ερμηνεία των οπτικών ερεθισμάτων επηρεάζει επίσης το μέγεθος της κόρης, δηλαδή το εάν οι εικόνες σε κλίμακα του γκρι ερμηνεύονται ως ήλιος ή σελήνη.

Ενώ μερικοί άνθρωποι αναφέρουν ότι οι εικόνες στο μυαλό τους είναι σχεδόν εξίσου ζωντανές με αυτό που αντιλαμβάνονται στην πραγματική ζωή, ένα μικρό ποσοστό κατά τα άλλα υγιών ανθρώπων δεν μπορεί να παράγει εικόνες στο μυαλό τους (νοητικές εικόνες). Αυτή η κατάσταση είναι γνωστή ως αφαντασία και μπορεί να ξεκινήσει από τη γέννηση ή να αναπτυχθεί αργότερα. Οι ερευνητές υπέθεσαν ότι διερευνώντας τις αποκρίσεις της κόρης των ατόμων με αφαντασία, θα μπορούσαν να καταλάβουν καλύτερα πώς λειτουργούν οι οπτικές περιοχές του εγκεφάλου και τα οφθαλμικά αντανακλαστικά.

Μια πρόσφατη μελέτη συνέκρινε τις αποκρίσεις της κόρης σε άτομα με και χωρίς αφαντασία για να αποκτήσει περαιτέρω γνώση. «Το συναρπαστικό εύρημα που αναφέρεται εδώ είναι ότι οι άνθρωποι που φαντάζονται φωτεινά ή σκοτεινά αντικείμενα δείχνουν τον ίδιο τύπο δράσης της κόρης που θα βρίσκαμε κανονικά όταν τα μάτια εκτίθενται σε φωτεινά και σκοτεινά αντικείμενα στον πραγματικό κόσμο», δήλωσε η καθηγήτρια Τζούλια Σίμερ, η οποία ηγείται του εργαστηρίου MULTISENSE στο Πανεπιστήμιο του Sussex και δεν συμμετείχε στη μελέτη.

«Αυτό υποδηλώνει ότι η φαντασία τους αντιμετωπίζεται [ως] προσομοίωση του πραγματικού κόσμου. [Εν τω μεταξύ,] τα άτομα με αφαντασία -που φαντάζονται με πιο αφηρημένο τρόπο επειδή δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια εικόνα στο μυαλό τους- δεν δείχνουν το ίδιο αποτέλεσμα», συμπλήρωσε. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο eLife.

Μέγεθος κόρης και φαντασία σχημάτων

Οι ερευνητές στρατολόγησαν 42 φοιτητές ψυχολογίας με μέση ηλικία τα 19,8 έτη που δεν είχαν αφαντασία. Επίσης στρατολόγησαν 18 άτομα με αφαντασία κατά μέσο όρο ηλικίας 35,8 ετών. Για τη μελέτη, σε όλους τους συμμετέχοντες ζητήθηκε να φανταστούν 32 λευκά ή γκρι σχήματα. Οι ερευνητές μέτρησαν το μέγεθος της κόρης τους καθ’ όλη τη διάρκεια.

Οι συμμετέχοντες συμμετείχαν επίσης σε άλλα πειράματα και συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο για να διασφαλίσουν την έλλειψη μεροληψίας στη λήψη αποφάσεων και την απροσεξία στις απαντήσεις τους, καθώς και το αν είχαν ή όχι αφαντασία. Στο τέλος, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σε άτομα χωρίς αφαντασία, η ζωηρότητα και η φωτεινότητα των εικόνων επηρέασαν σημαντικά την απόκριση της κόρης τους στο φως.

Εν τω μεταξύ, ανακάλυψαν ότι η φωτεινότητα και η ζωντάνια των εικόνων -αντιληπτικών ή φανταστικών- δεν είχαν σημαντική επίδραση στο μέγεθος της κόρης των ατόμων με αφαντασία, αντανακλώντας την έλλειψη υποκειμενικής οπτικής απεικόνισης. Οι ερευνητές ανακάλυψαν περαιτέρω ότι τα άτομα με αφαντασία κατέβαλαν περισσότερη γνωστική προσπάθεια όταν προσπαθούσαν να φανταστούν τέσσερα σχήματα σε αντίθεση με ένα.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Διπλάσιος ο κίνδυνος θανάτου από Covid σε ανθρώπους με διαβήτη

O καλός έλεγχος της πάθησης μπορεί να μετριάσει τους κινδύνους. Τι δείχνει πρόσφατη έρευνα του University of Aberdeen.

Ανθρωποι με σακχαρώδη διαβήτη, φάνηκε σε έρευνα ότι είχαν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες θανάτου και σχεδόν τριπλάσιες για σοβαρή νόσο ή κρίσιμη κατάσταση από COVID.

Ωστόσο, η έρευνα του University of Aberdeen, που επισκόπησε στοιχεία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων παγκοσμίως, επίσης διαπίστωσε ότι ο καλός έλεγχος της πάθησης μπορεί να μετριάσει τους κινδύνους.

Η έρευνα, σε συνεργασία με το King’s College, ανακάλυψε ότι ενώ ο διαβήτης αντιπροσωπεύει σημαντικό κίνδυνο σοβαρής νόσησης και θανάτου από COVID, ο καλός έλεγχος του σακχάρου σε αυτούς τους ασθενείς μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο.

Οι ερευνητές επισκόπησαν στοιχεία 158 ερευνών σε 270.000 ανθρώπους.

Ανθρωποι με διαβήτη ήταν κατά 1.87 φορές πιο πιθανό να πεθάνουν από COVID, 1.59 φορές πιο πιθανό να νοσηλευτούν σε ΜΕΘ, 1.44 φορες πιο πιθανό να χρειαστούν μηχανικό αερισμό και 2.88 φορές πιο πιθανό να κατηγοριοποιηθούν ως σοβαρή ή κρίσιμη κατάσταση.

Συλλέχτηκαν στοιχεία από διάφορα σημεία του πλανήτη, όπως Κίνα, Κορέα, ΗΠΑ, Ευρώπη και Μέση Ανατολή.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ασθενείς στην Κίνα, Κορέα και Μέση Ανατολή έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου από αυτούς στις χώρες της ευρωπαικής ένωσης και στις ΗΠΑ.

Οι ερευνητές υποδεικνύουν ότι αυτό ενδεχομένως μπορεί να οφείλεται σε διαφορές σε συστήματα περίθαλψης, ενώ φάνηκε και ότι η διατήρηση του βέλτιστου γλυκαιμικού ελέγχου μειώνει σημαντικά την άσχημη εξέλιξη σε ασθενείς με διαβήτη και COVID.

Η Σταυρούλα Κάστορα, που συνεργάστηκε με την Καθηγήτρια Mirela Delibegovic και τον Καθηγητή Phyo Myint , εξηγεί ότι ανακάλυψαν πως μετά από λοίμωξη COVID-19, ο κίνδυνος θανάτου για ασθνείς με διαβήτη ήταν σημαντικά αυξημένος σε σύγκριση με ανθρώπους χωρίς.

Επίσης, στοιχεία από διάφορα σημεία του πλανήτη έδειξαν ότι ασθενείς με διαβήτη είχαν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο να χρειαστούν νοσηλεία σε ΜΕΘ και οξυγόνο ήνα εισαχθούν στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση.

Η  έρευνα δημοσιεύτηκε στο Endocrinology, Diabetes and Metabolism.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Συνεργασία ΕΚΠΑ και Yale: Κέντρο Αριστείας για τις περιβαλλοντικές επιστήμες και τη δημόσια Υγεία

Τις δυνάμεις τους ένωσαν τα πανεπιστήμια YALE και ΕΚΠΑ για την ανάπτυξη ενός Κέντρου Αριστείας για τις περιβαλλοντικές επιστήμες και τη δημόσια υγεία. Συνάντηση εργασίας πραγματοποιήθηκε σήμερα παρουσία του Δημάρχου Αθηναίων, Κώστα Μπακογιάννη.

Σήμερα το πρωί, οι ομάδες καθηγητών και από τα δύο πανεπιστήμια έγιναν δεκτοί στο ΕΚΠΑ από τον Πρύτανη, καθηγητή Μελέτιο Αθανάσιο Δημόπουλο. Την έναρξη των εργασιών κήρυξε ο Δήμαρχος Αθηναίων, Κώστας Μπακογιάννης.

Στην Αθήνα θα βρίσκονται έως και την Πέμπτη, 12 Μαΐου, 10 καθηγητές του Yale UniversityΣτόχος είναι να αρχίσει και πρακτικά η συνεργασία για την ανάπτυξη ενός Κέντρου Αριστείας για τις περιβαλλοντικές επιστήμες και τη δημόσια υγεία (Center of Excellence for Environmental Sciences and Public Health). Επικεφαλής από πλευράς ΕΚΠΑ ορίστηκε ο καθηγητής αναλυτικής χημείας Νικόλαος Θωμαΐδης και από πλευράς του Yale ο καθηγητής επιδημιολογίας Βασίλης Βασιλείου, οι οποίοι θα έχουν τη διεύθυνση του Κέντρου.

Επιδίωξη είναι η διαχείριση των επιπτώσεων των επικίνδυνων παραγόντων για τους ανθρώπους και τα οικοσυστήματα, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών παθογόνων. Στόχευση αποτελεί η ανάπτυξη πράσινης ενέργειας και η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης και του ψηφιακού μετασχηματισμού για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που συνδέονται με την παγκόσμια υγεία, όπως η σχέση της εμφάνισης πανδημιών με την κλιματική κρίση.

Στη σημερινή συνάντηση το όραμα για το Κέντρο Αριστείας, τα εκπαιδευτικά προγράμματα και τις ερευνητικές πρωτοβουλίες παρουσίασαν οι καθηγητές κ. Βασιλείου και Θωμαΐδης. Παρέμβαση έκαναν και τα υπόλοιπα μέλη της συντονιστικής επιτροπής του Κέντρου Αριστείας στην κατεύθυνση ανάπτυξης ενός στρατηγικού σχεδίου για τα επόμενα έτη. Επίσης, θα πραγματοποιηθεί η τελετή αναγόρευσης του κ. Βασιλείου σε επίτιμο καθηγητή του ΕΚΠΑ. Ο κ. Βασιλείου είναι απόφοιτος ελληνικού ΑΕΙ, καθώς έλαβε το πτυχίο του στη Χημεία και το Διδακτορικό στη Βιοχημική Φαρμακολογία από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ενώ σήμερα είναι ο πρόεδρος του Τμήματος Περιβαλλοντικών Επιστημών Υγείας, στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Yale.

Τέλος, οι ομάδες και από τα δύο ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα θα συναντηθούν με την πολιτική ηγεσία των Υπουργείων Παιδείας & Θρησκευμάτων και Περιβάλλοντος & Ενέργειας.

Κατόπιν των ζυμώσεων η συντονιστική επιτροπή του Κέντρου Αριστείας για τις περιβαλλοντικές επιστήμες και τη δημόσια υγεία θα καλέσει όλα τα μέλη ΔΕΠ να συμμετέχουν με τις δικές τους ιδέες και προτάσεις στην ανάπτυξη και στο στρατηγικό σχέδιο του Κέντρου.

 

 

Πηγή: https://virus.com.gr/

Μελέτη: Ποια η έκβαση της νόσου μετά από απευθείας διακομιδή ασθενών με ΑΕΕ

Μελέτη RACECAT: Η απευθείας διακομιδή ασθενών με ΑΕΕ σε απομακρυσμένα κέντρα που διενεργείται μηχανική θρομβεκτομή, με παράκαμψη των ενδιάμεσων κέντρων, δε σχετίζεται με βελτίωση της λειτουργικής έκβασης των ασθενών.

Πρόσφατα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό JAMA (με δείκτη απήχησης 56,3) τα αποτελέσματα της τυχαιοποιημένης κλινικής μελέτης RACECAT(ClinicalTrials.gov Identifier: NCT02795962). Σε αυτήν τη μελέτη, οι ερευνητές από την Καταλονία, με επικεφαλής τη Natalia Pérez de laOssaκαι το MarcRibo, θέλησαν να διερευνήσουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της απευθείας διακομιδής των ασθενών με πιθανό ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (ΙΑΕΕ) λόγω απόφραξης μεγάλου αγγείου σε κέντρο αντιμετώπισης που έχει τη δυνατότητα διενέργειας μηχανικής θρομβεκτομής.

Το άρθρο και τα αποτελέσματα της μελέτης RACECAT σχολιάζουν ο Καθηγητής Νευρολογίας του ΕΚΠΑ και Διευθυντής της Β’ Νευρολογικής Κλινικής του ΕΚΠΑ Γεώργιος Τσιβγούλης, o Καθηγητής Νευρολογίας-Νευροψυχολογίαςτου ΕΚΠΑ Σωτήριος Γιαννόπουλος, ο Επίκουρος Καθηγητής Νευρολογίας-Κλινικής Νευροφυσιολογίας του ΕΚΠΑ Αναστάσιος Μπονάκης, και η Νευρολόγος Λίνα Παλαιοδήμου.

Στην κλινική μελέτη RACECAΤ, ασθενείς με εμφάνιση οξείας νευρολογικής σημειολογίας, διαμένοντες σε επαρχιακές περιοχές της Καταλονίας και μακριά από κέντρα ΑΕΕ που πραγματοποιούν μηχανική θρομβεκτομή, εκτιμήθηκαν από το πλήρωμα ασθενοφόρων.

Το προσωπικό του πληρώματος, έπειτα από κατάλληλη εκπαίδευση στην προνοσοκομειακή εκτίμηση και τη χρήση ειδικών κλιμάκων βαρύτητας των ΑΕΕ, ήταν ικανό να αντιληφθεί εάν πρόκειται για συμπτωματολογία συμβατή με ΑΕΕ λόγω απόφραξης μεγάλου αγγείου (κλίμακα RACE≥5). Σε αυτήν την περίπτωση, οι ασθενείς τυχαιοποιούνταν σε δύο σκέλη: είτε στη διακομιδή πρωτίστως στο κοντινό κέντρο αντιμετώπισης ΑΕΕ και αν ήταν αναγκαίο στην περαιτέρω διακομιδή σε κέντρο που είναι ικανό για μηχανική θρομβεκτομήείτε στην παράκαμψη του πρώτου κέντρου και την απευθείας διακομιδή του ασθενή σε (συγκριτικά πιο μακρινό) κέντρο που πραγματοποιεί μηχανική θρομβεκτομή.

Στη μελέτη συμπεριληφθήκαν συνολικά 1.401 ασθενείς κατά την περίοδο Μάρτιος 2017 – Ιούνιος 2020,οι οποίο διακομίστηκαν είτε στο ικανό για θρομβεκτομή κέντρο (688 ασθενείς) είτε στο κοντινό κέντρο (713 ασθενείς).

Ωστόσο, ημελέτη RACECAT τερματίστηκε πρόωρα λόγω ματαιότητας(futility), όπως αποδείχτηκε κατά τη δεύτερη ενδιάμεση ανάλυση. Πιο συγκεκριμένα, βρέθηκε ότι δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά στη λειτουργική έκβαση των ασθενών στις 90 ημέρες μεταξύ των δύο ομάδων. Επιπλέον, δεν υπήρχε διαφορά ούτε σε θέματα ασφάλειας μεταξύ των ασθενών, συμπεριλαμβανομένης και της θνητότητας στους 3 μήνες.
Βάσει των παραπάνω αποτελεσμάτων, η απευθείας διακομιδήτων ασθενών με υποψία ΑΕΕ λόγω απόφραξης μεγάλου αγγείου σε απομακρυσμένα κέντρα όπου διενεργείται μηχανική θρομβεκτομή, με ταυτόχρονη παράκαμψη του περισσότερο κοντινού κέντρου αντιμετώπισης ΑΕΕ που δεν προσφέρει αυτή τη θεραπεία επαναιμάτωσης, δε σχετίζεται με καλύτερη έκβαση των ασθενών. Ωστόσο, θα πρέπει να τονιστεί ότι αυτό το εύρημα δε θα πρέπει να γενικευτεί σε όλες τις περιοχές, καθώς η μελέτη πραγματοποιήθηκε μόνο στην περιοχή της Καταλονίας.

Σε κάθε περίπτωση,η ενεργός συμμετοχή του πληρώματος των ασθενοφόρων που συμβάλλει στη στοχευμένη διαλογή των ασθενών και η γρήγορη διακομιδή τους σε ειδικά κέντρα αντιμετώπισης ΑΕΕ που προσφέρουν θεραπείες επαναιμάτωσης (είτε ενδοφλέβια θρομβόλυση είτε μηχανική θρομβεκτομή) θα πρέπει να υποστηρίζονται και να αποτελούν τη πρώτη προτεραιότητα των Εθνικών Συστημάτων Υγείας προκειμένου να βελτιωθεί η έκβαση των ασθενών με ΙΑΕΕ.

 

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/

Χρόνιος πόνος: Η τεχνολογία που υπόσχεται ανακούφιση

Την εικονική πραγματικότητα και τις αποδράσεις σε γαλήνια ψηφιακά περιβάλλοντα προτάσσει η επιστημονική κοινότητα ως μια πολλά υποσχόμενη θεραπεία έναντι του χρόνιου πόνου. Πώς λειτουργούν οι συσκευές;

Ένα αντίδοτο στον πόνο των χρονίως πασχόντων υπόσχεται η επιστήμη μέσα από την αξιοποίηση της τεχνολογίας και της εικονικής πραγματικότητας. Αυτό ισχυρίζονται ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, σύμφωνα με τους οποίους μια τέτοια ηλεκτρονική συσκευή για την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου στη μέση έχει ήδη λάβει άδεια διάθεσης και χρήσης από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) τον Νοέμβριο του 2021.

Η χρήση της ψηφιακής πραγματικότητας έρχεται να καλύψει μια ανάγκη της επιστημονικής κοινότητας για νέες θεραπευτικές μεθόδους έναντι του πόνου, οι οποίες θα προφυλάξουν τους ασθενείς από σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και τον κίνδυνο εξάρτησης που συνοδεύει τη χρήση οπιοειδών αναλγητικών.

Πώς λειτουργεί

Ο ασθενής τοποθετεί μια συσκευή εικονικής πραγματικότητας στο κεφάλι του που του επιτρέπει να μεταφερθεί σε ένα τρισδιάστατο ψηφιακό περιβάλλον όπου μπορεί να παρατηρήσει κάθε πτυχή του. Παράλληλα, με τα ακουστικά που ενσωματώνει η συσκευή, ο χρήστης εκτίθεται κατά τη διάρκεια της περιήγησής του σε ερεθίσματα όπως τιτιβίσματα, παφλασμούς ή άλλους φυσικούς και τεχνητούς ήχους που αρμόζουν στο εκάστοτε ψηφιακό τοπίο, είτε πρόκειται για ένα δάσος, έναν δρόμο είτε ένα λούνα παρκ. Κάποιοι κατασκευαστές έχουν προσθέσει επιπλέον στην εικονική περιήγηση και φωνητικές οδηγίες προς τον χρήστη για την πραγματοποίηση ασκήσεων αναπνοής, την απομάκρυνση των αρνητικών σκέψεων καθώς και απαντήσεις σε ερωτήματα που σχετίζονται με τον πόνο.

Στόχος της ψηφιακής εμπειρίας είναι η ανακούφιση των πασχόντων μέσα από ένα σύνολο αγχολυτικών πρακτικών που περιλαμβάνουν την ενσυνειδητότητα, το διαλογισμό και τη γνωσιακή συμπεριφοριστική ψυχοθεραπείαΌπως επεσήμανε ο Δρ David Binder, ψυχίατρος και διευθυντής του Κέντρου Αποκατάστασης Spaulding του Χάρβαρντ, «το άγχος, η κατάθλιψη και ο φόβος επιτείνουν το αίσθημα του πόνου. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν ότι εάν μπορούν να αντιμετωπιστούν, θα επέλθει και η μείωση του πόνου».

«Είναι όπως όταν τρίβεις τον αγκώνα σου μετά το χτύπημα» προσθέτει ο Δρ Binder, εξηγώντας πως η εικονική πραγματικότητα αξιοποιεί τον ίδιο μηχανισμό με την εν λόγω αυθόρμητη αντίδραση· ένα άλλο ερέθισμα, όπως από την τριβή του αγκώνα, θα «σαμποτάρει» το ερέθισμα του πόνου και θα φτάσει πρώτο στον εγκέφαλο.

Η διάθεση των συσκευών θα γίνεται συνοδεία οδηγιών προς τον χρήστη, καθώς και πληροφοριών σχετικά με τον χρόνιο πόνο.

Είναι αποτελεσματικό;

Επί του παρόντος, τα περισσότερα στοιχεία προέρχονται από τη χρήση της εικονικής πραγματικότητας σε περιστατικά αιφνίδιου, οξέος πόνου για την απόσπαση της προσοχής, όπως κατά τη θεραπεία σοβαρών εγκαυμάτων, τον μετεγχειρητικό πόνο, τον τοκετό ή τις χημειοθεραπείες.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η συσκευή τρισδιάστατου ψηφιακού περιβάλλοντος που κυκλοφορεί ήδη στην αγορά με την έγκριση του FDA, κατά την τυχαιοποιημένη δοκιμή με 179 συμμετέχοντες πέτυχε σε οκτώ εβδομάδες μείωση του πόνου έως και 46% για τους χρήστες της, έναντι 26% για την ομάδα που περιηγήθηκε σε ψηφιακά περιβάλλοντα δύο διαστάσεων.

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Σταγόνες για την πρεσβυωπία βάζουν τέλος στα γυαλιά, τους φακούς επαφής ακόμα και στο χειρουργείο

Νέες σταγόνες για την πρεσβυωπία φαίνεται ότι μπορούν να «γλιτώσουν» όσους έχουν πρεσβυωπία από τη χρήση γυαλιών, φακών επαφής και στην καλύτερη περίπτωση και από το…χειρουργείο.

Όταν οι άνθρωποι φτάνουν την ηλικία των 40 η όρασή τους αρχίζει να χειροτερεύει. Για αρκετούς ανθρώπους μπορεί να είναι δύσκολο να διαβάσουν τι γράφει στο κινητό τους και μπορεί να είναι αναγκαίο να ρυθμίζουν την φωτεινότητα στον υπολογιστή τους για να είναι σε θέση να διαβάζουν καλύτερα τα κείμενα που επιθυμούν, σύμφωνα με το news4health.gr.

Αυτή η πάθηση είναι γνωστή ως πρεσβυωπία και επηρεάζει περίπου 128 εκατομμύρια άτομα στις ΗΠΑ και πάνω από δεκάδες ανθρώπους παγκοσμίως.

Η πρεσβυωπία στην ουσία είναι η αδυναμία των ματιών να εστιάζουν σε αντικείμενα που βρίσκονται κοντά, με αποτέλεσμα να τα βλέπουμε θολά. Συνήθως ξεκινά στην ηλικία των 40 και σταδιακά κορυφώνεται στην ηλικία των 60.

Πώς λειτουργούν οι σταγόνες

Οι ερευνητές γνωρίζουν πλέον την βασική αιτία της πρεσβυωπίας, ωστόσο υπάρχει διχογνωμία σχετικά με τις αιτίες. Μέσα στο 2021 πάντως τα Κέντρα Ελέγχου Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (CDC) έδωσαν την έγκρισή τους για την κυκλοφορία νέων οφθαλμικών σταγόνων για τη θεραπεία της πρεσβυωπίας. Αυτές οι σταγόνες φαίνεται ότι μπορεί να γλιτώσουν πράγματι αρκετό κόσμο από τη χρήση των γυαλιών, τους φακούς επαφής ή το χειρουργείο για την πρεσβυωπία.

Για να κατανοήσει κανείς πως λειτουργούν οι σταγόνες πρέπει να ξέρει πως λειτουργεί το μάτι. Αρχικά, τα μέρη του ανθρώπινου ματιού επηρεάζονται από το φως που εισέρχεται μέσα για να μπορέσουν να παράγουν μια «καθαρή» εικόνα. Το πρώτο πράγμα που «χτυπάει» το φως είναι ο κερατοειδής χιτώνας. Κατόπιν το φως περνά από τη ίριδα και την κόρη του οφθαλμού, η οποία μπορεί να συρρικνωθεί ή να «μεγαλώσει» ώστε να μπορέσει να αφήσει περισσότερο ή λιγότερο φως να μπει μέσα στο μάτι. Έπειτα, διασχίζει τους φακούς, οι οποίοι «λυγίζουν» στο φως και εστιάζουν στο κέντρο του αμφιβληστροειδή χιτώνα. Τελικά, το φως μεταφέρεται στο οπτικό νεύρο και πάλι μετά πίσω στο φως ώστε να μπορέσει ο εγκέφαλος να «μεταφράσει» τη διαδικασία αυτή ως εικόνα .

Έτσι, για να παραχθεί μια καθαρή εικόνα, τα μάτια μας πρέπει να ρυθμίσουν πόσο μακριά το αντικείμενο είναι. Χρειάζονται τρία βασικά βήματα για να γίνει αυτό: Τα μάτια πρέπει να βλέπουν κατευθείαν το αντικείμενο, οι φακοί να αλλάξουν σχήμα και οι κόρες του ματιού να διασταλλούν.

Όταν αποφασίζει κανείς να κοιτάξεις εκεί που τον ενδιαφέρει, τότε ένας μικρός μυς στους φακούς επαφής αλλάζει το σχήμα των φακών και το κάνει παχύ. Όσο πιο «χοντροί» είναι οι φακοί τόσο περισσότερο φως περνά μέσα στο μάτι. Την ίδια ώρα οι κόρες διαστέλλονται για να μπλοκάρουν το φως από τα άλλα αντικείμενα.

Όταν το φως αναπηδά από ένα αντικείμενο και εισέρχεται στο μάτι , οι ακτίνες φωτός στο κέντρο είναι αυτές που παρέχουν μια καθαρή εικόνα. Το μπλοκάρισμα του φωτός που διασκορπίζει με τη στένωση της κόρης βοηθά στην ευκρίνεια της εικόνας των κοντινών αντικειμένων.

Μπορεί κανείς να κάνει προσομοίωση της διαδικασίας χρησιμοποιώντας την κάμερα στο κινητό του. Αρχικά μπορεί να εστιάσει με την κάμερα σε κάτι από απόσταση. Έπειτα, πρέπει να μετακινήσει τον αντίχειρά του στην εικόνα, κρατώντας τον περίπου 2 μέτρα μακριά. Ο αντίχειράς θα αρχίσει να ξεχωριάζει αλλά καθώς ο φακός της κάμεράς του αρχίσει να αλλάζει σχήμα και ο αντίχειράς του θα μπει στο επίκεντρο.

Ποια είναι η φαρμακευτική ουσία που κάτι όλη τη «δουλειά»

Οι σταγόνες αυτές «ρυθμίζουν» τους φακούς στο μάτι. Υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι με τους οποίους το μάτι εστιάζει στα αντικείμενα που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση: Οι φακοί αλλάζουν σχήμα και η κόρη του οφθαλμού μικραίνει. Η πρεσβυωπία περιορίζει την ικανότητα των φακών να αλλάζουν σχήμα και αυτές οι νέες σταγόνες έχουν την δυνατότητα να κάνουν το μάτι να μικραίνει.

Η στένωση της κόρης μειώνει την ποσότητα του φωτός και αυτό περιορίζει το φως που μπαίνει στο μάτι και έτσι αυτό μπορεί να εστιάσει καλύτερα στον αμφιβληστροειδή χιτώνα, δημιουργώντας ένα μεγαλύτερο εύρος αποστάσεων για να εστιάσει στα αντικείμενα και να επιτρέψει στους ανθρώπους να βλέπουν καθαρά τόσο κοντινά όσο και μακρινά αντικείμενα. Με πιο απλά λόγια, η όρασή τους επανέρχεται και βλέπουν και πάλι καθαρά μπροστά τους.

Όταν βάλει κανείς τις σταγόνες αυτές χρειάζεσαι περίπου 15 λεπτά για να δράσει το συστατικό, η πιλοκαρπίνη. Η φαρμακευτική αυτή ουσία ανακαλύφθηκε αργά στο τέλος του 1800 και μπορεί να θεραπεύσει παθήσεις όπως είναι το γλαύκωμα και η οφθαλμική υπέρταση. Η δράση του μπορεί να κρατήσει περίπου 6 ώρες. Οι πιο συνηθισμένες παρενέργειες που έχουν αναφερθεί είναι ο πονοκέφαλος και τα κόκκινα μάτια.

 

Πηγη: https://www.dikaiologitika.gr/

Οι Στοχευμένες Θεραπείες για την Αντιμετώπιση του Καρκίνου στο Επίκεντρο

Η ανάγκη ανάπτυξης θεραπευτικών καινοτομιών για την αντιμετώπιση του καρκίνου σήμερα, είναι μεγάλη. 

Αν και ήδη μέχρι στιγμής, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος και βελτίωση των φαρμάκων για την αντιμετώπιση πολλών ασθενειών, τα ερευνητικά δεδομένα για τον καρκίνο, δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά.

Οι 10ετείς στατιστικές επιβίωσης ατόμων με καρκίνους όπως του οισοφάγου και του πνεύμονα, για παράδειγμα, παρουσιάζουν αύξηση της τάξης του 10%, ενώ ο καρκίνος του παγκρέατος δεν έχει δείξει σημαντική βελτίωση από τη δεκαετία του 1970.

Η ανάπτυξη και εφαρμογή στοχευμένων θεραπειών για την αντιμετώπιση του καρκίνου, θα αποτελέσει σημαντικό βήμα προόδου στη βελτίωση της συνολικής ποιότητας ζωής των ασθενών.

Καθώς οι ερευνητές συνεχίζουν να ανακαλύπτουν περισσότερα, σχετικά με τα καρκινικά κύτταρα, νέες, στοχευμένες θεραπείες θα εμφανίζονται.

Ωστόσο, δεδομένης της πολύπλοκης φύσης του καρκίνου, στοχευμένες θεραπείες, όπως συζεύκτες αντισωμάτων-φαρμάκων (ADCs), πιθανότατα θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό και με άλλες μορφές θεραπείας.

Τα ADCs είναι μια σχετικά νέα κατηγορία αντικαρκινικών παραγόντων που χαρακτηρίζονται ως εξαιρετικά στοχευμένα φάρμακα.

Τα τελευταία 12 χρόνια, τα ADCs υφίστανται κλινικές δοκιμές, δίνοντας εντυπωσιακά αποτελέσματα στη θεραπεία της νόσου, ενώ υπόσχονται μεγαλύτερη πρόοδο και εξέλιξη των θεραπειών στο μέλλον.

Αρχικά, αναφέρονται τα μονοκλωνικά αντισώματα. Αυτά, φαίνεται πως λειτουργούν εξαιρετικά σε ορισμένους τύπους καρκίνου, ενώ έχουν μέτρια επίδραση σε άλλους.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές προχώρησαν σε σύζευξη του αντισώματος με κάποιον άλλο θεραπευτικό παράγοντα (χημειοθεραπεία, ακτινοβολία ή τοξίνες), γεγονός το οποίο οδήγησε σε εντυπωσιακά θετικά αποτελέσματα.

Η χρήση στοχευμένων θεραπειών με τη βοήθεια των ADCs, θα μπορούσε να φέρει την επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τη θεραπεία του καρκίνου.

Τα ADCs εξελίσσονται ως μία νέα θεραπευτική κατηγορία

Τα ADCs, ως συνδυασμοί αντισωμάτων και αντικαρκινικών φαρμάκων, μπορούν να δράσουν στοχευμένα έναντι επιφανειακών αντιγόνων που υπάρχουν σε συγκεκριμένα καρκινικά κύτταρα.

Οι αντικαρκινικοί παράγοντες, μπορούν στη συνέχεια να επιφέρουν εξαιρετική κυτταροτοξική δράση απευθείας στα καρκινικά κύτταρα.

Σε ορισμένους καρκίνους, τα «γυμνά» μονοκλωνικά αντισώματα λειτουργούν αρκετά καλά, ωστόσο σε άλλους, το ποσοστό επιτυχίας είναι μικρότερο.

Τότε, είμαστε σε θέση να βελτιώσουμε την κατανομή της θεραπείας, παρέχοντας έναν αντικαρκινικό παράγοντα μέσω του αντισώματος.

Το αντίσωμα, «αναγνωρίζει» συγκεκριμένους δείκτες επιφανείας στα καρκινικά κύτταρα που προσπαθούμε να στοχεύσουμε, ενώ το φάρμακο που φέρεται στο αντίσωμα, παρέχει την θεραπεία απευθείας σε αυτό το καρκινικό κύτταρο, με πιο άμεσο τρόπο.

Εκτός από τα χημειοθεραπευτικά φάρμακα, υπάρχουν επίσης ανοσοτοξίνες και ραδιοφάρμακα, τα οποία μετά τη σύζευξη τους με το αντίσωμα και την προσέγγιση του στόχου, μπορούν να δράσουν απευθείας έναντι του καρκινικού κυττάρου.

Βελτίωση πρακτικών – η εξέλιξη των ADCs

Στόχος των κλινικών μελετών είναι η βελτίωση των θεραπειών, οι οποίες θα παρουσιάζουν λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες λόγω της στόχευσης.

Η μη στοχευμένη δράση των θεραπειών, είναι αυτή που θα οδηγήσει και σε μία πληθώρα ανεπιθύμητων ενεργειών λόγω της κυτταροτοξικότητας, γεγονός που χαρακτηρίζει τις παραδοσιακές μορφές θεραπείας του καρκίνου.

Υπάρχουν πολλά ADCs, που έχουν χρησιμοποιηθεί στον χώρο της αιματολογίας, με πρώτο το Mylotarg, το οποίο στόχευσε τα CD33 καρκινικά κύτταρα και έφερε τον θεραπευτικό παράγοντα αντι-τουμπουλίνη.

Το ADC το οποίο πραγματικά άνοιξε πόρτες, για τη θεραπεία αιματολογικών κακοηθειών, ήταν το Brentuximab vedotin, ένα αντι CD30 μονοκλωνικό αντίσωμα, συζευγμένο με την αντι-τουμπουλίνη MMAE.

Το CD30 αποτελεί έναν ικανό δείκτη επιφανείας του κυττάρου που μπορεί να αποτελέσει στόχο της χημειοθεραπείας.

Ο θεραπευτικός παράγοντας που φέρεται από το αντίσωμα, απελευθερώνεται ενδοκυτταρικά, γεγονός που σημαίνει ότι η χημειοθεραπεία διανέμεται απευθείας μέσα στο κύτταρο-στόχο.

Κάθε φορά που χορηγείται χημειοθεραπεία ενδοφλεβίως, στόχος είναι η διείσδυση του φαρμάκου στα καρκινικά κύτταρα, γεγονός που δυστυχώς δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε, εκτός αν χορηγηθεί μία μεγάλη ποσότητα φαρμάκου, πράγμα ανέφικτο λόγω των πολλών ανεπιθύμητων ενεργειών που θα υπάρξουν.

Χρησιμοποιώντας ένα αντίσωμα, δίνεται η δυνατότητα επίτευξης υψηλής συγκέντρωσης του φαρμάκου στο κύτταρο-στόχο, χωρίς να χορηγηθούν υψηλές δόσεις χημειοθεραπείας, μειώνοντας έτσι τις τοξικότητα και βελτιώνοντας εξαιρετικά την αποτελεσματικότητα.

Η πρώτη κλινική μελέτη, περιλάμβανε τη χρήση του Brentuximab vedotin για τη θεραπεία του λεμφώματος Hodgkin.

Η μελέτη έδειξε θετικά αποτελέσματα, βελτιώνοντας σημαντικά την επιβίωση. Το ADC αυτό, είναι επίσης το πρώτο που προστέθηκε στη θεραπεία κατά του καρκίνου, στοχεύοντας στο επιφανειακό αντιγόνο CD30 των Τ-κυττάρων των περιφερικών λεμφωμάτων και οδήγησε στον διπλασιασμό του ποσοστού επιβίωσης.

Το γεγονός αυτό, προσφέρει μεγάλη ελπίδα για την καταπολέμηση καρκινικών κυττάρων που φέρουν ως αντιγόνο επιφανείας το CD30.

Μέχρι στιγμής, η ενσωμάτωση των ADCs στη θεραπεία κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών, επέδειξε εξαιρετικά αποτελέσματα, αναδεικνύοντας τα ως πολύτιμο τύπο θεραπείας.

Εκτός του Brentuximab vedotin, αυτή τη στιγμή βρίσκονται και άλλα πολλά ADC σε εξέλιξη. Πρόσφατα, έγινε η παρουσίαση πολλών δεδομένων στο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Αιματολογικής Εταιρείας (EHA) παρουσιάζοντας την emtansine Naratuximab, ένα ADC κατά του δείκτη επιφανείας CD37.

Η παρουσίαση περιλάμβανε επίσης δεδομένα από τη χορήγηση του Rituximab (αντίσωμα με στόχο το αντιγόνο επιφανείας CD20) σε ομάδα Β-κυττάρων υποτροπιάζοντος/ ανθεκτικού λεμφώματος.

Έδειξε ένα καλό προφίλ αποτελεσματικότητας/ασφάλειας, με υψηλά ποσοστά ανταπόκρισης.

Επιπλέον, πολύ λίγοι ασθενείς διέκοψαν λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονταν με τη θεραπεία. Δεδομένων των χαρακτηριστικών αυτών, η συγκεκριμένη θεραπεία μπορεί να αποδειχθεί αρκετά χρήσιμη και να δώσει ελπίδα για την αντιμετώπιση του επιθετικού λεμφώματος.

Τι σημαίνει αυτό για τους ασθενείς;

Υπάρχουν διάφορες τρέχουσες κλινικές δοκιμές σε μια προσπάθεια επίτευξης διαφορετικών και καλύτερων αποτελεσμάτων.

Στόχος είναι η ανάπτυξη θεραπειών με στοχευμένους μηχανισμούς δράσης, ώστε να μειωθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες που οφείλονται στην τοξικότητα των φαρμάκων.

Η χημειοθεραπεία στοχεύει στη θανάτωση των καρκινικών κυττάρων, ωστόσο όμως επηρεάζει επίσης σημαντικά και τα υγιή κύτταρα σε όλο το σώμα, καθιστώντας την εξαιρετικά επώδυνη για τον ασθενή.

Οι στοχευμένες θεραπείες, δίνουν ελπίδα στους ασθενείς. Εκτός από αποτελεσματικές, θα είναι πολύ πιο ανεκτές, οδηγώντας σε λιγότερη νευροπάθεια και γαστρεντερικές τοξικότητες από ό,τι θα αντιμετώπιζαν με μια μη στοχευμένη θεραπευτική προσέγγιση.

Το γεγονός αυτό, θα οδηγήσει τελικά σε καλύτερη ποιότητα στην καθημερινή ζωή των ασθενών.

Πού θα πάμε από εδώ και πέρα;

Η ανάπτυξη μίας στοχευμένης θεραπείας δεν είναι εύκολο κατόρθωμα. Υπάρχουν τρία μέρη σε ένα ADC και όλα είναι απαραίτητα ώστε να είναι αποτελεσματικό.

Το αντίσωμα – το οποίο είναι το πρωτεϊνικό συστατικό που θα αναγνωρίσει τον στόχο, το ωφέλιμο φορτίο (το κυτταροτοξικό φάρμακο) και το συνδετικό.

Το συνδετικό συνδέει το φάρμακο με το αντίσωμα, προκειμένου αυτό να παραδοθεί απευθείας στο καρκινικό κύτταρο. Η πολυπλοκότητα που σχετίζεται με την ανάπτυξη αποτελεσματικών ADCs για θεραπεία, διασφαλίζει ότι αυτό δεν θα διαχωριστεί πριν φτάσει στον στόχο του.

Για εταιρείες δίχως εμπειρία, αυτό μπορεί να είναι δύσκολο. Για παράδειγμα, μιλώντας για το πρώτο ADC που ήταν διαθέσιμο στην αιματολογία, το οποίο ήταν το Mylotarg, ήταν περισσότερο ένας «πρωτόγονος» σύνδεσμος όπου μόνο τα μισά από τα μόρια είχαν επισημανθεί, φέροντας το αντικαρκινικό φάρμακο.

Τώρα, βλέποντας τα επόμενα CD30 ADCs, παρατηρούμε πως το 100% των μορίων επισημαίνονται, ενώ και η χρήση καλύτερου συνδετικού, βοήθησε σημαντικά ώστε να μην υπάρξει αποσύνδεση του αντισώματος από το φάρμακο, πριν φτάσει στο στόχο του, βελτιώνοντας τελικά τα συνολικά αποτελέσματα της θεραπείας.

Χρειάζεται σωστός σχεδιασμός για την ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού και καλά στοχευμένου ADC.

Είναι δύσκολο να προβλέψουμε το τι θα γίνει στο μέλλον σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των αντισωμάτων.

Τα ADCs ίσως να είναι μεγαλύτερα σε μέγεθος ή να υπάρχουν και άλλοι τρόποι με τους οποίους να μπορούμε να παρέχουμε στοχευμένες θεραπείες, χωρίς να χρησιμοποιούμε ολόκληρο το αντίσωμα.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, στόχος του μέλλοντος θα είναι πάντα η βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών οι οποίοι λαμβάνουν αντικαρκινικές θεραπείες.

 

 

Πηγή: https://www.medicalmanage.gr/