Ο κορονοϊός μολύνει και τα κύτταρα του στόματος, λένε οι επιστήμονες για πρώτη φορά

Μια διεθνής ομάδα επιστημόνων ανακοίνωσε ότι βρήκε για πρώτη φορά βάσιμες ενδείξεις πως ο κορονοϊός SARS-CoV-2 μπορεί να μολύνει και τα κύτταρα του στόματος. Αυτό πιθανώς αναδεικνύει το ρόλο του σάλιου στη μετάδοση του ιού. Οι ερευνητές τόνισαν ότι «το στόμα, μέσω των μολυσμένων κυττάρων του, παίζει μεγαλύτερο ρόλο στη λοίμωξη Covid-19 από ό,τι είχε θεωρηθεί έως τώρα».

Ήταν γνωστό ότι αν και οι πνεύμονες αποτελούν το βασικό στόχο της λοίμωξης Covid-19, ο κορονοϊός μπορεί να μολύνει και άλλη μέρη του σώματος, όπως το πεπτικό σύστημα, τα αιμοφόρα αγγεία, τα νεφρά κ.α. Η νέα μελέτη δείχνει πως στον κατάλογο πρέπει να προστεθεί και το στόμα.

Η μόλυνση του στόματος, πέρα από συμπτώματα όπως η απώλεια της γεύσης, η ξηροστομία και οι άφθες που έχουν ορισμένοι ασθενείς, πιθανώς δείχνει ότι το στόμα παίζει ρόλο στην μετάδοση του ιού μέσω του σάλιου, όταν αυτό περιέχει μεγάλο ιικό φορτίο μολυσμένων κυττάρων.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής επιστήμονες των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό “Nature Medicine”, ανέφεραν πως ήταν γνωστό ότι το σάλιο των ασθενών με Covid-19 μπορεί να περιέχει μεγάλες ποσότητες του κορονοϊού. Μελέτες έχουν ήδη δείξει ότι το τεστ σάλιου είναι σχεδόν εξίσου αξιόπιστο με το ρινοφαρυγγικό για τη διάγνωση της νόσου.

Αυτό για το οποίο οι επιστήμονες δεν ήσαν έως τώρα βέβαιοι, είναι από πού προέρχεται ο κορονοϊός του σάλιου. Στους ασθενείς με Covid-19 που έχουν αναπνευστικά συμπτώματα, ο ιός στο σάλιο πιθανώς προέρχεται, εν μέρει τουλάχιστον, από τα εκκρίματα της μύτης και των πνευμόνων. Όμως η ίδια εξήγηση δεν μπορεί να ισχύει για το πώς υπάρχει κορονοϊός στο σάλιο ασθενών χωρίς αναπνευστικά συμπτώματα. Το συμπέρασμα από τη νέα έρευνα είναι ότι τουλάχιστον ένα μέρος αυτού του ιού προέρχεται από μολυσμένους ιστούς του ίδιου του στόματος.

Οι ερευνητές βρήκαν στο εργαστήριο ότι ορισμένα μέρη του στόματος είναι πιο ευάλωτα στη μόλυνση από τον κορονοϊό, κάτι που επιβεβαίωσαν με την ανάλυση δειγμάτων από ασθενείς που είχαν πεθάνει λόγω Covid-19. Ακολούθησε η ανακάλυψη ότι ακόμη και σε ανθρώπους με ήπια ή ασυμπτωματική Covid-19 υπάρχουν ενδείξεις μόλυνσης των ιστών του στόματος τους από τον κορονοϊό.

Τέλος, οι επιστήμονες έδειξαν εργαστηριακά ότι το σάλιο των ασυμπτωματικών μπορεί να μολύνει με κορονοϊό τα κύτταρα υγιών ανθρώπων, κάτι που εγείρει την πιθανότητα ότι ακόμη και άνθρωποι χωρίς συμπτώματα μπορούν να μεταδώσουν σε άλλους τη λοίμωξη Covid-19 μέσω του σάλιου.

«Όταν το μολυσμένο σάλιο καταπίνεται ή μικροσκοπικά σωματίδια του εισπνέονται, πιστεύουμε ότι μπορεί να μεταδώσει τον ιό SARS-CoV-2 βαθύτερα στο λαιμό, στους πνεύμονες ή ακόμη και στο έντερο μας», δήλωσε ο Κέβιν Μπερντ, επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Β.Καρολίνα.

Οι ερευνητές ανέφεραν ότι θα χρειαστεί περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιωθούν αυτά τα ευρήματα σε μεγαλύτερο δείγμα ανθρώπων και να προσδιορισθεί η ακριβής εμπλοκή του στόματος στη λοίμωξη από κορονοϊό, καθώς και η συμμετοχή του στη μετάδοση του ιού τόσο εντός όσο και εκτός του σώματος ενός ασθενούς.

 

 

Πηγή: https://healthmag.gr/

Μελέτη: Κρίσιμη η έγκαιρη έναρξη θεραπείας της νωτιαίας μυϊκής ατροφίας

Τα νέα δεδομένα υπογραμμίζουν την κρίσιμη σημασία της διάγνωσης και της αντιμετώπισης της SMA όσο το δυνατόν νωρίτερα.

Η Novartis ανακοίνωσε σήμερα νέα δεδομένα, τα οποία ενισχύουν το μετασχηματιστικό όφελος του onasemnogene abeparvovec, μιας εφάπαξ θεραπείας για τη νωτιαία μυϊκή ατροφία (SMA). Το συνολικό προφίλ ασφαλείας παραμένει θετικό μετά τη χορήγηση θεραπείας προσυμπτωματικά, κατά τη μακροχρόνια περίοδο παρακολούθησης των κλινικών μελετών και σε συνθήκες κλινικής πρακτικής. Αυτά τα δεδομένα παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια του διαδικτυακού κλινικού και επιστημονικού συνεδρίου του 2021 MDA (Muscular Dystrophy Association) Clinical and Scientific Conference.

Τα νέα δεδομένα υπογραμμίζουν την κρίσιμη σημασία της διάγνωσης και της αντιμετώπισης της SMA όσο το δυνατόν νωρίτερα. Σε αντίθεση με τη φυσική ιστορία1 αυτής της ολέθριας νόσου, η οποία οδηγεί σε προοδευτική και μη αναστρέψιμη απώλεια της κινητικής λειτουργίας, τα παιδιά που υποβλήθηκαν προσυμπτωματικά σε θεραπεία με onasemnogene abeparvovec στη μελέτη Φάσης 3 SPR1NT πέτυχαν κινητικά ορόσημα ανάλογα της ηλικίας τους και εντός του φάσματος φυσιολογικής ανάπτυξης που ορίζει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) – συμπεριλαμβανομένης της καθιστής θέσης, της όρθιας στάσης και της βάδισης – ήταν ικανά να λάβουν τροφή αποκλειστικά από το στόμα και δεν χρειάζονταν αναπνευστική υποστήριξη. Δεν αναφέρθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη θεραπεία στη μελέτη SPR1NT. Επιπλέον, τα παιδιά που διαγνώστηκαν μέσω νεογνικού ελέγχου και ήταν εγγεγραμμένα στο μητρώο RESTORE είχαν σημαντικά λιγότερες πιθανότητες να λάβουν περισσότερες από μία θεραπείες για την SMA σε σύγκριση με εκείνα που είχαν διαγνωστεί μετά την κλινική εκδήλωση της νόσου.

«Χωρίς το όφελος της νοσοτροποποιητικής θεραπείας, τα νεογέννητα με ομόζυγη έλλειψη του SMN1 γονιδίου και δύο ή τρία αντίγραφα του SMN2, θα ανέπτυσσαν κανονικά SMA Τύπου 1 και SMA Τύπου 2, αντίστοιχα. Όταν έλαβαν θεραπεία με onasemnogene abeparvovec πριν από την έναρξη των συμπτωμάτων, τα παιδιά στη μελέτη SPR1NT πέτυχαν ορόσημα όπως η καθιστή θέση, η όρθια στάση και η βάδιση στην αναμενόμενη ηλικία, αναπτύχθηκαν όπως αναμενόταν χωρίς υποστήριξη σίτισης και παρέμειναν απαλλαγμένα από κάθε μορφή μηχανικής αναπνευστικής υποστήριξης», δήλωσε ο Kevin. Strauss, M.D., Ιατρικός Διευθυντής της Κλινικής για Παιδιά με Ειδικές Ανάγκες της Πενσυλβάνια. «Αυτό έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τη φυσική εξέλιξη της SMA Τύπου 1, η οποία υπό άλλες συνθήκες θα τα καθιστούσε ανίκανα μέσα στον πρώτο χρόνο της ζωής τους και δεν θα μπορούσαν να καταπιούν, να αναπνεύσουν ή να επιβιώσουν χωρίς μηχανική υποστήριξη. Το μετασχηματιστικό όφελος της έγκαιρης παρέμβασης, όπως φαίνεται στην μελέτη SPR1NT, υπογραμμίζει περαιτέρω την επείγουσα ανάγκη για νεογνικό έλεγχο».

Τα δεδομένα μακροχρόνιας παρακολούθησης από δύο μελέτες συνέχισαν να καταδεικνύουν ότι τα παιδιά που έλαβαν θεραπεία με onasemnogene abeparvovec εμφάνισαν διατηρούμενο όφελος από τη γονιδιακή θεραπεία στα χρόνια που ακολούθησαν, χωρίς ενδείξεις για νέα ή μεταγενέστερα συμβάντα ασφάλειας. Το onasemnogene abeparvovec οδήγησε στην επίτευξη νέων ορόσημων χρόνια μετά τη θεραπεία – συμπεριλαμβανομένης της καθιστής θέσης – με παρατεταμένη διατήρηση σε παιδιά που είναι σήμερα ηλικίας έως έξι ετών, και για περισσότερα από πέντε χρόνια μετά τη θεραπεία.

Τα ευρήματα που προέκυψαν από το μητρώο RESTORE – που έχει σχεδιαστεί για να παρέχει δεδομένα κλινικής πρακτικής για την καλύτερη κατανόηση μας αναφορικά με τους ασθενείςπου παρακολουθούνται σε καθημερινή βάση – δείχνουν ότι τα μεγαλύτερα παιδιά (≥6 μηνών) πέτυχαν ένα κλινικά σημαντικό όφελος από τη θεραπεία μόνο με onasemnogene abeparvovec, μετά τη μετάβαση στη γονιδιακή θεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλη θεραπεία για την SMA, με δεδομένα ασφάλειας σύμφωνα με το προφίλ ασφάλειας που περιγράφηκε προηγουμένως. Σχεδόν όλα τα παιδιά με δύο ή περισσότερες διαθέσιμες αξιολογήσεις με την κλίμακα CHOP-INTEND βελτίωσαν ή διατήρησαν τις βαθμολογίες τους και τα περισσότερα είχαν μια κλινικά σημαντική αύξηση ≥ 4 μονάδων.

Σύμφωνα με τον Shephard Mpofu, M.D., SVP, Chief Medical Officer της Novartis Gene Therapies, «Με περισσότερους από 1.000 ασθενείς να έχουν λάβει τη θεραπεία μέχρι στιγμής, τα δεδομένα που παρουσιάζονται στο MDA ενισχύουν περαιτέρω αυτό που αναμένουμε από το onasemnogene abeparvovec – διατηρούμενο, ουσιαστικό και κλινικά σημαντικό θεραπευτικό όφελος για την SMA, συμπεριλαμβανομένης της παρατεταμένης επιβίωσης χωρίς συμβάντα, της επίτευξης κινητικών ορόσημων που δεν ακολουθούν τη φυσική εξέλιξη της νόσου και της διατήρησής τους για περισσότερο από πέντε χρόνια μετά τη χορήγηση».

 

 

Πηγή: https://www.iatronet.gr/

Καρκίνος θεραπεία: Η ανοσοθεραπεία μπορεί να θεραπεύσει κάποια αυτοάνοσα νοσήματα

Μια ομάδα ερευνητών διαπίστωσε ότι η διακοπή της αλληλεπίδρασης μεταξύ καρκινικών κυττάρων και ορισμένων ανοσοκυττάρων είναι πιο αποτελεσματική στη θανάτωση καρκινικών κυττάρων από τις τρέχουσες θεραπείες ανοσοθεραπείας.

Τα ευρήματα, που περιλαμβάνουν μελέτες σε κυτταρικές σειρές και ζωικά μοντέλα, εμφανίστηκαν στο JCI Insight και επικεντρώθηκαν σε μια πρωτεΐνη που ονομάζεται CD6 ως στόχος για μια νέα προσέγγιση στην ανοσοθεραπεία.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών, αναπτύχθηκαν νέες προσεγγίσεις για τη θεραπεία του καρκίνου που μπλοκάρουν τα ανοσοποιητικά σημεία ελέγχου, τα οποία είναι υποδοχείς στην επιφάνεια ορισμένων ανοσοκυττάρων, όπως τα φυσικά θανάσιμα Τ κύτταρα. Ο καρκίνος εκμεταλλεύεται αυτά τα ανοσοκύτταρα και τα καθιστά αδρανή.

Αυτή η θεραπεία, που ονομάζεται ανοσοθεραπεία αναστολέα σημείου ελέγχου, δίνει σε αυτά τα κύτταρα του ανοσοποιητικού την ευκαιρία να αντισταθούν. Δυστυχώς, ωστόσο, οι ασθενείς που αναρρώνουν από τον καρκίνο συχνά αντιμετωπίζουν αυτοάνοσες καταστάσεις που, σε ορισμένους ασθενείς, μπορεί τελικά να αποβούν θανατηφόρες.

Μόνο περίπου το ένα τρίτο των ασθενών με καρκίνο τελικά επωφελούνται από τους επί του παρόντος διαθέσιμους αναστολείς του ανοσοποιητικού σημείου.

«Ενδιαφέρομαι για το πώς τα καρκινικά κύτταρα αλληλεπιδρούν με ορισμένα ανοσοκύτταρα για τον έλεγχο της ανοσοαπόκρισης στον καρκίνο και πώς το ανοσοποιητικό σύστημα αλληλεπιδρά με όργανα και ιστούς για να προκαλέσει αυτοάνοσες ασθένειες», λέει ο ανώτερος συγγραφέας της μελέτης David Fox, MD, ένας ρευματολόγος και ερευνητής καρκίνου στο Πανεπιστήμιο του Michigan Rogel Cancer Center. “Πώς μπορούν οι ερευνητές να παρέμβουν για να αλλάξουν αυτές τις αλληλεπιδράσεις και ταυτόχρονα να καταστρέψουν τους καρκίνους, αποτρέποντας ταυτόχρονα την αυτοανοσία;”

Το εργαστήριο και οι συνεργάτες του Fox στο Cleveland Clinic Research Foundation μελετούν τους ρόλους του CD6 και των υποδοχέων με τους οποίους αλληλεπιδρά, καθώς σχετίζεται με την αυτοανοσία για πολλά χρόνια. Προηγουμένως, η ερευνητική ομάδα μπόρεσε να δημιουργήσει τεχνητά CD6 και CD318, έναν υποδοχέα με τον οποίο αλληλεπιδρά το CD6, για να ενεργήσει σαν ανθρώπινα αντισώματα στο ανοσοποιητικό σύστημα και να καταπολεμήσει τα καρκινικά κύτταρα.

Αυτή η νέα μελέτη αποδείχθηκε επιτυχής στην καταπολέμηση του καρκίνου του μαστού στον άνθρωπο, του καρκίνου του πνεύμονα και του καρκίνου του προστάτη σε κυτταρικές σειρές, υποδεικνύοντας ότι το αντίσωμα κατά του CD6, γνωστό ως UMCD6, θα μπορούσε να είναι χρήσιμο στη θεραπεία ενός ευρέος φάσματος τύπων καρκίνου.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Πολλαπλή σκλήρυνση: Μεγαλύτερος ο κίνδυνος για βαριά Covid-19

Οι άνθρωποι με πολλαπλή σκλήρυνση, αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο να προσβληθούν σοβαρά από την Covid-19 και να πεθάνουν εξαιτίας του, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη.

Ιδίως οι μεγαλύτερης ηλικίας ασθενείς με κινητικά προβλήματα, έχουν έως τέσσερις φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν συμπτώματα βαριάς Covid-19 και να χρειασθούν νοσηλεία, αν κολλήσουν κορωνοϊό και αρρωστήσουν από αυτόν, καθώς επίσης έως 25 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα θανάτου, σε σχέση με όσους έχουν τις πιο ήπιες μορφές της πολλαπλής σκλήρυνσης.

Επίσης, οι ασθενείς που έκαναν πρόσφατα θεραπεία με κορτικοστεροειδή όπως η πρεδνιζόνη, έχουν τριπλάσια πιθανότητα να χρειαστούν νοσηλεία λόγω της επιδημίας Covid-19 και τετραπλάσια να πεθάνουν από τη λοίμωξη, σε σχέση με όσους δεν παίρνουν τέτοια φάρμακα. Ακόμη, εκείνοι που κάνουν θεραπεία με το αντίσωμα rituximab, έχουν σχεδόν πενταπλάσιο κίνδυνο σοβαρής Covid-19 και τριπλάσιο κίνδυνο θανάτου, σε σχέση με όσους δεν παίρνουν αυτό το φάρμακο.

Τα στοιχεία της μελέτης

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την επίκουρη καθηγήτρια κ. Άμπερ Σόλτερ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ουάσιγκτον του Σεντ Λούις, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό περιοδικό νευρολογίας “JAMA Neurology”, ανέλυσαν στοιχεία για 1.626 περιστατικά Covid-19 μεταξύ ασθενών με πολλαπλή σκλήρυνση ηλικίας 34 έως 60 ετών (το 80% είχαν την υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα μορφή της νόσου), εκ των οποίων περίπου οι μισοί είχαν άλλα χρόνια υποκείμενα νοσήματα, όπως διαβήτη και καρδιοπάθεια ή ήσαν παχύσαρκοι. Περίπου το 3% των ασθενών πέθαναν λόγω του κορωνοϊού.

Διαπιστώθηκε ότι οι ασθενείς που χρειάζονταν βοήθεια για να περπατήσουν, είχαν διπλάσια πιθανότητα νοσηλείας και θανάτου μετά τη λοίμωξη από τον κορωνοϊό, σε σχέση με όσους δεν είχαν καθόλου κινητικά προβλήματα. Όσοι χρειάζονταν αμαξίδιο για τη μετακίνηση τους, είχαν τριπλάσια πιθανότητα νοσηλείας λόγω Covid-19 και 25 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου λόγω της λοίμωξης.

Οι παχύσαρκοι ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση είχαν 69% μεγαλύτερη πιθανότητα ανάγκης νοσηλείας και δυόμισι φορές μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου λόγω του κορονοϊού. Παρά τον κίνδυνο πιο σοβαρής Covid-19 για όσους παίρνουν ορισμένα φάρμακα, οι ερευνητές τόνισαν ότι οι ασθενείς πρέπει να συμβουλευθούν το γιατρό τους, προτού κάνουν οποιαδήποτε αλλαγή στη θεραπεία τους για την πολλαπλή σκλήρυνση.

«Η τήρηση των συστάσεων για χρήση μάσκας, αποστάσεις από τους άλλους κ.ά., είναι σημαντική ιδίως για τους ανθρώπους με πολλαπλή σκλήρυνση, ώστε να μειώσουν τον κίνδυνο της Covid-19», τόνισε η δρ Σόλτερ. Η πολλαπλή σκλήρυνση (παλαιότερα πιο γνωστή ως σκλήρυνση κατά πλάκας) είναι μια αυτοάνοση πάθηση, στην οποία το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα νευρικά κύτταρα του ασθενούς.

 

 

Πηγη:https://www.healthpharma.gr

Περιβάλλον Έκθεση: Κάδμιο και αιθάλη πίσω από την ίνωση πνευμόνων

“Τα δεδομένα δείχνουν ότι το κάδμιο / αιθάλη είναι παράγοντας κινδύνου, όχι μόνο σε άτομα με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση IPF που καπνίζουν, αλλά και σε μη καπνιστές.

Περιβάλλον Έκθεση: Η πυροδότηση και οι αιτίες μιας σοβαρής ουλώδους νόσου των πνευμόνων – ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση ή IPF – παραμένουν ασαφείς. Τώρα, η έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Science Translational Medicine δείχνει πώς το κάδμιο και η αιθάλη μπορούν να προκαλέσουν μακροφάγους των πνευμόνων για να παράγουν μια τροποποιημένη πρωτεΐνη, κιτρουλινωμένη βιμεντίνη ή cit vim, η οποία οδηγεί σε ίνωση των πνευμόνων. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα στο Μπέρμιγχαμ και τρία άλλα αμερικανικά Πανεπιστήμια περιγράφουν επίσης μια ακολουθία μηχανιστικών βημάτων σε μακροφάγους και ινοβλάστες των πνευμόνων που οδηγούν σε ουλές των πνευμόνων.

Ένα από τα ένζυμα που εμπλέκονται σε αυτά τα στάδια – η πεπτιδυλαργινίνη δεϊμινάση 2 ή το PAD2 – μπορεί να είναι ένας πολλά υποσχόμενος στόχος για την εξασθένιση της ίνωσης που προκαλείται από κάδμιο / άνθρακα, λένε. Οι ερευνητές αναφέρουν επίσης ένα πιθανό μοντέλο ασθένειας για την ίνωση των πνευμόνων και την IPF – τη χρήση χλωριούχου καδμίου για την πρόκληση διάμεσης ίνωσης σε ποντίκια. Η μελέτη, με επικεφαλής τον Veena Antony, MD, περιελάμβανε ασθενείς με IPF, πειράματα ιστών και μοντέλα ποντικών.

Ο Antony είναι ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Ιατρικής στο Τμήμα Ιατρικής του UAB και διευθύνει το ερευνητικό πρόγραμμα UAB Superfund. “Συνολικά, αυτές οι μελέτες υποστηρίζουν έναν ρόλο για το cit-vim ως μοριακό μοτίβο που σχετίζεται με βλάβη, ή το DAMP, που δημιουργείται από μακροφάγους πνευμόνων σε απόκριση στην περιβαλλοντική έκθεση καδμίου / αιθάλης”, δήλωσε ο Antony. Το κάδμιο είναι ένα τοξικό βαρύ μέταλλο που αναγνωρίζεται ως αιτία πνευμονικής ίνωσης. Το κάδμιο μπορεί να προσροφηθεί σε σωματίδια αιθάλης. Στον πνεύμονα, τέτοια σωματίδια καταπίνονται από μακροφάγα, τα κύτταρα άμυνας του ξενιστή του πνεύμονα θηλαστικού. Έως και τα δύο τρίτα των ασθενών με IPF έχουν ιστορικό καπνίσματος και ο καπνός τσιγάρου περιέχει τόσο κάδμιο όσο και αιθάλη. Η ατμοσφαιρική ρύπανση από καύσιμα βιομάζας και κλιβάνους άνθρακα είναι επίσης πηγή των δύο ρύπων.

Δεδομένα από ανθρώπινα θέματα

Οι ερευνητές αξιολόγησαν τη συσσώρευση καδμίου και cit-vim στον ιστό, χρησιμοποιώντας βιοψίες πνευμόνων από 25 άτομα με IPF – οκτώ μη καπνιστές και 17 καπνιστές – και 14 ελέγχους – οκτώ ποτέ καπνιστές και έξι καπνιστές. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τόσο το κάδμιο όσο και η αιθάλη συσσωρεύτηκαν σημαντικά στον πνευμονικό ιστό από άτομα με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση IPF. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις καδμίου στους ιστούς των πνευμόνων IPF συσχετίστηκαν άμεσα με τις ποσότητες cit-vim, και οι ποσότητες cit-vim ήταν υψηλότερες στον ιστό καπνιστού IPF σε σύγκριση με τον ιστό μη καπνιστών IPF. Επίσης, τα άτομα με IPF είχαν υψηλότερα επίπεδα cit-vim στο πλάσμα και αυτές οι ποσότητες συσχετίστηκαν αντιστρόφως με τη λειτουργία των πνευμόνων. Οι μακροφάγοι των πνευμόνων από άτομα με IPF είχαν σημαντικά αυξημένη έκφραση βιμεντίνης και cit-vim σε σύγκριση με τους μακροφάγους από τους ελέγχους. Η βιμετίνη είναι μια δομική πρωτεΐνη σε ζωικά κύτταρα.

Δεδομένα από ανθρώπινους ιστούς

Χρησιμοποιώντας μακροφάγους πνευμόνων από άτομα με IPF, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το κάδμιο / αιθάλη προκαλούσε κιτρολίωση της βιμεντίνης και η έκκριση cit-vim από μακροφάγους πνευμόνων εξαρτάται από την ενεργοποίηση δύο ενζύμων, Akt1 και PAD2. Η κιτρολίωση είναι η προσκόλληση του αμινοξέος της κιτρουλλίνης σε μια πρωτεΐνη. Το cit-vim που απομονώθηκε και καθαρίστηκε από μακροφάγους του πνεύμονα μπόρεσε να προκαλέσει εισβολή των πνευμοσφαιρίων από πρωτογενείς ινοβλάστες πνευμόνων από φυσιολογικά άτομα. Το Cit-vim ενίσχυσε την έκφραση του κολλαγόνου από τους ινοβλάστες και η έκφραση του κολλαγόνου από τους ινοβλάστες των πνευμόνων από άτομα IPF ήταν ακόμη μεγαλύτερη.

Τα pulmospheres – τρισδιάστατα σφαιροειδή – προέρχονταν από φυσιολογικό πνευμονικό ιστό. Ο πολλαπλασιασμός των ινοβλαστών και η υπερβολική εναπόθεση κολλαγόνου αποτελούν μέρος της ουλής των πνευμόνων στην IPF. Τα DAMP είναι μόρια από κατεστραμμένα ή πεθαμένα κύτταρα που προκαλούν έμφυτη ανοσοαπόκριση για να καθαρίσουν τη βλάβη. Οι ερευνητές έδειξαν ότι το cit-vim ενήργησε ως DAMP για την ενεργοποίηση των ινοβλαστών μέσω σηματοδότησης υποδοχέα 4 που μοιάζει με διόδια. Οι ενεργοποιημένοι ινοβλάστες παρήγαγαν ινοβρωτικές κυτοκίνες, συμβάλλοντας στην παθογένεση του IPF. Έτσι, τα δεδομένα τονίζουν έναν κρίσιμο ρόλο για τους μακροφάγους των πνευμόνων στην ανάπτυξη της πνευμονικής ίνωσης.

Δεδομένα από ποντίκια

Σε ζώα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα ποντίκια που υποβλήθηκαν σε αγωγή με cit-vim, αλλά όχι φυσιολογική βιμεντίνη, ανέπτυξαν ανεξάρτητα πνευμονική ίνωση, με αρχιτεκτονική καταστροφή και αυξημένη εναπόθεση κολλαγόνου, με τρόπο που εξαρτάται από τον υποδοχέα 4.

Ποντίκια άγριου τύπου που εκτέθηκαν σε κάδμιο / αιθάλη – αλλά όχι σε μεταλλάγματα ποντικού που δεν είχαν PAD2 ή υποδοχέα που μοιάζει με διόδια 4 – δημιούργησαν υψηλές ποσότητες cit-vim στο πλάσμα και σε υγρό βρογχοκυψελιδικής πλύσης και τα ποντίκια ανέπτυξαν ίνωση των πνευμόνων. “Αυτό το εύρημα είναι σημαντικό,” είπε ο Antony, “επειδή το cit-vim είναι αρκετό για να προκαλέσει ενεργοποίηση ινοβλαστών in vitro και να προκαλέσει παραγωγή ινοβρωτικής κυτοκίνης / χημειοκίνης και ίνωση των πνευμόνων που εξαρτάται από το TLR4. “Τα δεδομένα μάς δείχνουν ότι το κάδμιο / αιθάλη είναι παράγοντας κινδύνου, όχι μόνο σε άτομα με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση IPF που καπνίζουν, αλλά και σε μη καπνιστές. Υψηλότερες συγκεντρώσεις καδμίου σε ασθενείς που δεν καπνίζουν μπορεί να προκληθούν από έκθεση στο κάδμιο μέσω τροφής ή / και επαγγέλματος ή περιβάλλοντος.”

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Θεραπείες Αντιφλεγμονώδεις: Δυνατότητα πρόληψης των καρδιακών παθήσεων στους ηλικιωμένους

Η στόχευση του φλεγμονώδους μπορεί να μειώσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Η αναστολή διαφόρων συστατικών του φλεγμονώματος βελτίωσε τη σταθερότητα των πλακών, όπως και η αναστολή της IL-1ß, ενός προϊόντος του φλεγμονώματος.

Θεραπείες Αντιφλεγμονώδεις: Θεραπείες που καταπραΰνουν τη φλεγμονή θα μπορούσαν να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για την πρόληψη των καρδιακών παθήσεων σε άτομα με κοινή πάθηση αίματος που σχετίζεται με την ηλικία, σύμφωνα με μια νέα μελέτη από ερευνητές του Κολλεγίου Ιατρών και Χειρουργών Vagelos στο Πανεπιστήμιο της Columbia.

Οι ερευνητές εντόπισαν πώς η κατάσταση του αίματος, που ονομάζεται κλωνική αιματοποίηση, επιδεινώνει την αθηροσκλήρωση και τα ευρήματά τους υποδηλώνουν ότι ένα αντιφλεγμονώδες φάρμακο που είχε προηγουμένως δοκιμαστεί σε έναν ευρύτερο πληθυσμό ατόμων με καρδιαγγειακές παθήσεις μπορεί να έχει δυναμική, εάν χρησιμοποιείται μόνο σε άτομα με κλωνική αιματοποίηση. “Το κύριο μήνυμα από την έρευνά μας είναι ότι οι αντιφλεγμονώδεις θεραπείες για την αθηροσκληρωτική καρδιακή νόσο μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές σε ασθενείς με κλωνική αιματοποίηση”, λέει ο Alan Tall, MD, καθηγητής Ιατρικής του Tilden Weger Bieler, συνανώτερος συγγραφέας της μελέτης με τη Nan Wang, MD, αναπληρωτής καθηγητής ιατρικών επιστημών (στην ιατρική). Η μελέτη τους δημοσιεύθηκε στις 17 Μαρτίου στο Nature.

Η γήρανση συμβάλλει στις καρδιακές παθήσεις

Αν και έχουν σημειωθεί μεγάλα βήματα για τη μείωση της αθηροσκληρωτικής καρδιακής νόσου με θεραπείες όπως οι στατίνες, που μειώνουν τη χοληστερόλη, πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να έχουν αυξημένη ασθένεια παρά τις τρέχουσες θεραπείες. «Με την πάροδο των ετών, οι ερευνητές έμαθαν ότι η ίδια η διαδικασία της γήρανσης συμβάλλει σημαντικά στην καρδιαγγειακή νόσο», λέει ο Trevor P. Fidler, Ph.D., συνεργάτης ερευνητής στην ιατρική, πρώτος συγγραφέας της μελέτης. “Αλλά το πώς η ίδια η γήρανση μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακές παθήσεις – και πώς θα μπορούσε να προληφθεί – δεν είναι καλά κατανοητό.”

Η κοινή κατάσταση του αίματος αυξάνει τις καρδιακές παθήσεις

Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές εξέτασαν μια κοινή κατάσταση αίματος, που ονομάζεται κλωνική αιματοποίηση, η οποία σχετίζεται με τη γήρανση. Η κλωνική αιματοποίηση πιστεύεται ότι εμφανίζεται περίπου στο 10% των ατόμων άνω των 70 ετών και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν συμπτώματα. Ωστόσο, οι ερευνητές συνειδητοποίησαν πρόσφατα ότι η κατάσταση – για άγνωστους λόγους – αυξάνει τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων κατά 40%.

Η κλωνική αιματοποίηση συμβαίνει όταν τα αιμοποιητικά (αίμα) βλαστικά κύτταρα αποκτούν μεταλλάξεις. Καθώς οι άνθρωποι γερνούν, κάθε αιμοποιητικό βλαστικό κύτταρο αποκτά γενετικές μεταλλάξεις, αν και οι περισσότερες από αυτές τις μεταλλάξεις δεν έχουν καμία επίδραση. Αλλά στην κλωνική αιματοποίηση, ορισμένες μεταλλάξεις υπερφορτώνουν τα βλαστικά κύτταρα έτσι ώστε να παράγουν μεγαλύτερο αριθμό κυττάρων αίματος σε σύγκριση με άλλα βλαστικά κύτταρα. Η μελέτη των ποντικών αποκαλύπτει πηγή επιπλέον καρδιακού κινδύνου. Η κλωνική αιματοποίηση προκύπτει συνήθως όταν μεταλλάσσεται ένα από τα τέσσερα συγκεκριμένα γονίδια. Η ομάδα της Κολούμπια εξέτασε συγκεκριμένα το JAK2, το οποίο μεταδίδει τον ισχυρότερο κίνδυνο πρόωρης στεφανιαίας νόσου. Στην αθηροσκλήρωση, τα λευκά αιμοσφαίρια που ονομάζονται μακροφάγοι συσσωρεύονται στις πλάκες και πολλαπλασιάζονται καθώς μεγαλώνει η πλάκα.

Σε μελέτες ποντικών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι μεταλλάξεις JAK2 οδήγησαν σε μια σειρά αλλαγών στα μακροφάγα που αύξησαν τον πολλαπλασιασμό των μακροφάγων, αύξησαν τη φλεγμονή στις αθηροσκληρωτικές πλάκες και αύξησαν τον νεκρωτικό πυρήνα της πλάκας. «Γνωρίζουμε στους ανθρώπους ότι τέτοιες περιοχές σχετίζονται με ασταθείς πλάκες, οι οποίες μπορεί να σπάσουν, προκαλώντας καρδιακές προσβολές ή εγκεφαλικά επεισόδια», λέει ο Fidler. Οι ερευνητές εντόπισαν επίσης τους μοριακούς μηχανισμούς που οδήγησαν σε αυτές τις αλλαγές, συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης ενεργοποίησης του φλεγμονώδους AIM2, ενός συμπλέγματος πρωτεϊνών που προκαλεί φλεγμονή.

Η στόχευση του φλεγμονώδους μπορεί να μειώσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο

Η αναστολή διαφόρων συστατικών του φλεγμονώματος βελτίωσε τη σταθερότητα των πλακών, όπως και η αναστολή της IL-1ß, ενός προϊόντος του φλεγμονώματος.

Αν και ένας αναστολέας IL-1ß που ονομάζεται canakinumab μείωσε τα καρδιαγγειακά συμβάντα σε μια κλινική δοκιμή, το φάρμακο συσχετίστηκε με έναν μικρό κίνδυνο μόλυνσης και δεν έχει διατεθεί στην αγορά για τη μείωση των καρδιαγγειακών παθήσεων. “Αν αντ ‘αυτού ακολουθούμε μια προσέγγιση ιατρικής ακριβείας και χρησιμοποιούμε μόνο το canakinumab για τη θεραπεία ασθενών με κλωνική αιματοποίηση που οδηγείται από JAK”, λέει ο Fidler,” μπορεί να αυξήσουμε το καρδιαγγειακό όφελος. Ακόμα κι αν ο κίνδυνος μόλυνσης παραμένει αμετάβλητος, ενδέχεται να προσφέρουμε ένα γενικό όφελος σε αυτόν τον συγκεκριμένο πληθυσμό. Η μελέτη έχει τίτλο: “Το φλεγμονώδες Aim2 επιδεινώνει την αθηροσκλήρωση στην κλωνική αιματοποίηση.”

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Νέα Μέθοδος: Βελτίωση των αποτελεσμάτων της θεραπείας για τον καρκίνο του μαστού

Δεδομένου ότι το ένα τρίτο της πρωτεϊνης  HER2 και των κυττάρων του καρκίνου του μαστού έχουν χαμηλά επίπεδα PPP2R2B, προβλέπουμε ότι αυτοί οι ασθενείς με καρκίνο μπορεί να επωφεληθούν από την προσθήκη αναστολέα EZH2 στη θεραπεία κατά της HER2.”

Νέα Μέθοδος: Ο καρκίνος του μαστού είναι ο πιο κοινός καρκίνος στις γυναίκες παγκοσμίως και ο δεύτερος πιο κοινός καρκίνος συνολικά. Αν και μπορεί τώρα να αντιμετωπιστεί με φάρμακα, πολλά από αυτά τα φάρμακα σταματούν μυστηριωδώς μετά από κάποιο χρονικό διάστημα να έχουν αποτέλεσμα, προκαλώντας υποτροπή. Τώρα, μια ομάδα ερευνητών από το Ινστιτούτο Επιστήμης του Καρκίνου της Σιγκαπούρης (CSI Singapore) στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης (NUS), το Ινστιτούτο Γονιδιώματος της Σιγκαπούρης (GIS) στο πλαίσιο του Οργανισμού Επιστήμης, Τεχνολογίας και Έρευνας (A * STAR) μαζί με τους διεθνείς ερευνητικούς συνεργάτες της στη Δανία ανακάλυψαν γιατί συμβαίνει αυτό. Υπάρχουν συχνά πολλές μοριακές οδοί που διεγείρουν την ανάπτυξη του καρκίνου και οι περισσότερες στοχευμένες θεραπείες επηρεάζουν μόνο μία μοριακή οδό. Η ανθεκτικότητα στα φάρμακα αναπτύσσεται συχνά λόγω της «διάσωσης» από την άλλη καρκινική οδό στην οποία δεν στοχεύει η φαρμακευτική αγωγή.

Οι ερευνητές βρήκαν μια λύση για τη χορήγηση ενός επιπλέον φαρμάκου που ελέγχει τη δεύτερη οδό.

Η ομάδα, με επικεφαλής τον καθηγητή Lee Soo Chin από το CSI Singapore και την Ιατρική Σχολή NUS Yong Loo Lin και τον καθηγητή Yu Qiang από το GIS, επικεντρώθηκε σε μια πρωτεΐνη που ονομάζεται HER2 (ανθρώπινος επιδερμικός υποδοχέας αυξητικού παράγοντα 2), η οποία, όταν υπάρχει σε υπερβολικές ποσότητες, διεγείρει καρκινική ανάπτυξη των κυττάρων του μαστού. Τα φάρμακα που στοχεύουν την πρωτεΐνη HER2 είναι αποτελεσματικά έναντι των κυττάρων καρκίνου του μαστού που υπερεκφράζουν την HER2, αλλά αυτά τα φάρμακα τελικά καθίστανται αναποτελεσματικά και οι επιστήμονες δεν ήξεραν γιατί. Αποκρυπτογράφηση των ανθεκτικών μηχανισμών του καρκίνου του μαστού στη θεραπεία στόχευσης HER2.

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν υπάρχοντα δεδομένα από μια βιοχημική βάση δεδομένων και δείγματα όγκων από 29 ασθενείς που συμμετείχαν σε κλινική δοκιμή που διεξήχθη στο NCIS, στο μηδέν σε μια ενζυμική υπομονάδα που ονομάζεται PPP2R2B (σερίνη / θρεονίνη-πρωτεΐνη φωσφατάση 2Α 55 kDa ρυθμιστική υπομονάδα Β beta ισομορφή) η οποία φάνηκε να έχει έλλειψη από καρκινικά κύτταρα κάθε φορά που τα φάρμακα που στόχευαν την HER2 απέτυχαν να λειτουργήσουν. Η ερευνητική ομάδα ανακάλυψε ότι η ενζυμική υπομονάδα PPP2R2B καταστέλλει τον καρκίνο κάνοντας χημικές τροποποιήσεις σε ένα μονοπάτι σηματοδότησης που ονομάζεται PI3K / AKT / mTOR. Όταν υπάρχει έλλειψη της PPP2R2B, η στοχευμένη με την πρωτεϊνη HER2 θεραπεία δεν φαίνεται να την καταστέλει και ο καρκίνος εξαπλώνεται.

Χρησιμοποιώντας ένα φάρμακο για να βοηθήσουμε ένα άλλο

Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι ένα άλλο ένζυμο, το EZH2 (ενισχυτής του ομολόγου zeste 2), ήταν υπεύθυνο για την καταστολή της δραστηριότητας της PPP2R2B. Διαπίστωσαν ότι ένα κλινικά διαθέσιμο φάρμακο που ονομάζεται EPZ-6348 είναι ικανό να μπλοκάρει τη δραστηριότητα του EZH2, επιτρέποντας τόσο στα φάρμακα της PPP2R2B όσο και στα φάρμακα της αντι-HER2 να συνεχίσουν τη δουλειά τους στην καταστολή του καρκίνου. Ο καθηγητής Lee, ο οποίος είναι επίσης επικεφαλής & ανώτερος σύμβουλος στο Τμήμα Αιματολογίας – Ογκολογίας στο NCIS, δήλωσε: “Ο καρκίνος του μαστού HER2 + αποτελείται από το 20% έως 25% όλων των καρκίνων του μαστού. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σηματοδότηση της πρωτεϊνης HER2 και αντιμετωπίζεται παραδοσιακά με φάρμακα με ειδικά στόχο τη σηματοδότηση της πρωτεΐνης HER2. Παρά την αρχική αποτελεσματικότητα, η αντίσταση στη θεραπεία κατά της HER2 αναπτύσσεται σχεδόν πάντα σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο οι οποίοι τελικά θα υποκύψουν στην ασθένεια.

Αυτή η μελέτη παρέχει πληροφορίες σχετικά με το γιατί τα φάρμακα κατά της HER2 τελικά αποτυγχάνουν και προσφέρει μια λύση για την αποκατάσταση της ευαισθησίας στη θεραπεία κατά της HER2, η οποία μπορεί να παρατείνει την επιβίωση των ασθενών”. Ο καθηγητής Yu, ανώτερος ηγέτης της ομάδας στο GIS, πρόσθεσε, “Η μελέτη ανακάλυψε έναν νέο τρόπο με τον οποίο τα καρκινικά κύτταρα αναπτύσσουν αντοχή στα φάρμακα κατά της HER2. Δεδομένου ότι το ένα τρίτο της πρωτεΐνης  HER2 και των κυττάρων του καρκίνου του μαστού έχουν χαμηλά επίπεδα PPP2R2B, προβλέπουμε ότι αυτοί οι ασθενείς με καρκίνο μπορεί να επωφεληθούν από την προσθήκη αναστολέα EZH2 στη θεραπεία κατά της HER2.” Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Nature Communications στις 18 Νοεμβρίου 2020.

 

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Κορονοϊός: Υπάρχουν στοματικά διαλύματα που εμποδίζουν πλήρως την μετάδοση του ιού!

Ερευνητές από τη Σχολή Οδοντιατρικής Ιατρικής Rutgers βρήκαν στοιχεία ότι δύο τύποι στοματικού διαλύματος διαταράσσουν τον κορονοϊό SARS-CoV-2 υπό εργαστηριακές συνθήκες, εμποδίζοντας τον να αναπαραχθεί στα ανθρώπινα κύτταρα.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Pathogens, έδειξε ότι τα στοματικά διαλύματα Listerine και Chlorhexidine εμπόδισαν τον κορονοϊό μέσα σε δευτερόλεπτα. Επισημαίνεται, εντούτοις, ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες για τη δοκιμή της πραγματικής αποτελεσματικότητας στους ανθρώπους.

Η μελέτη διεξήχθη σε εργαστήριο χρησιμοποιώντας διαφορετικές συγκεντρώσεις του στοματικού διαλύματος και διάφορα επίπεδα χρονικής διάρκειας πλύσης. Έτσι προσομοιώθηκε η κοινή χρήση που κάνουν οι άνθρωποι, είπε ο Daniel H. Fine, επικεφαλής συγγραφέας της έρευνας και πρόεδρος του Τμήματος Στοματικής Βιολογίας της Σχολής Rutgers.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι δύο άλλα στοματικά διαλύματα έδειξαν καλά στοιχεία στο να παρέχουν κάποια προστασία στην πρόληψη της ιογενούς μετάδοσης: το Betadine, το οποίο περιέχει ιώδιο και το Peroxal, το οποίο περιέχει υπεροξείδιο του υδρογόνου. Ωστόσο, μόνο το Listerine και το Chlorhexidine εμπόδισαν πλήρως τον ιό, ενώ επηρέασαν ελάχιστα τα δερματικά κύτταρα μέσα στο στόμα, που παρέχουν ένα βασικό προστατευτικό φράγμα έναντι του ιού.

«Τόσο το Betadine όσο και το Peroxal προκάλεσαν σημαντικό θάνατο των δερματικών κυττάρων στις μελέτες μας. Από την άλλη, τόσο το Listerine όσο και το Chlorhexidine είχαν ελάχιστη θανάτωση των δερματικών κυττάρων σε συγκεντρώσεις που προσομοιώνουν αυτό που θα μπορούσε να βρεθεί στην καθημερινή χρήση», δήλωσε ο Fine.

Η ομάδα μελέτησε την αποτελεσματικότητα των στοματικών διαλυμάτων στην πρόληψη της ιογενούς μετάδοσης, για να κατανοήσει καλύτερα το πώς οι οδοντίατροι μπορούν να προστατευτούν από τα αερολύματα που εκπνέουν οι ασθενείς τους. “Ως οδοντίατροι, είμαστε κοντά στο πρόσωπο ενός ασθενούς. Θέλαμε να μάθουμε αν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να μειώσει το ιικό φορτίο”, δήλωσε μία εκ των ερευνητών, η Eileen Hoskin, επίκουρη καθηγήτρια στη Σχολή Οδοντιατρικής Ιατρικής του Rutgers.

Κορονοϊός: Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι θα πρέπει να ΜΗΝ βασιζόμαστε  στο στοματικό διάλυμα ως τρόπο επιβράδυνσης της εξάπλωσης της COVID-19, έως ότου αποδειχθεί σε κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους.

“Ο απώτερος στόχος θα ήταν να καθοριστεί εάν η χρήση στοματικού διαλύματος δύο ή τρεις φορές την ημέρα με αντισηπτικό παράγοντα με ενεργή αντι-ιική δραστηριότητα θα μπορούσε να μειώσει την εξάπλωση της COVID-19. Αλλά αυτό πρέπει να διερευνηθεί σε πραγματικές και όχι εργαστηριακές συνθήκες, είπε ο Fine.

Προηγούμενη έρευνα έδειξε ότι διάφοροι τύποι αντισηπτικών στοματικών διαλυμάτων μπορούν να διαταράξουν το νέο κορονοϊό και να αποτρέψουν προσωρινά την μετάδοση. Αλλά αυτή ήταν μια από τις πρώτες μελέτες που εξέτασαν τις αντισηπτικές συγκεντρώσεις στα στοματικά διαλύματα, τον χρόνο επαφής τους και την επίπτωση στα δερματικά κύτταρα του στόματος.

«Επειδή ο κορονοϊός SARS CoV-2 που είναι υπεύθυνος για τη νόσο COVID-19 εισέρχεται κυρίως μέσω της στοματικής και ρινικής κοιλότητας, οι οδοντίατροι θα πρέπει να συμπεριληφθούν σε αυτές τις μελέτες, επειδή έχουν μια εις βάθος κατανόηση των στοματικών μολυσματικών ασθενειών», δήλωσε ο Fine.

Πηγές: https://www.rutgers.eduhttps://www.eurekalert.org

 

Πηγή: https://www.iatropedia.gr/

Επιστήμονες δημιούργησαν για πρώτη φορά ανθρώπινα πρώιμα έμβρυα από βλαστοκύτταρα

Για πρώτη φορά στον κόσμο, δύο ανεξάρτητες διεθνείς επιστημονικές ομάδες ανακοίνωσαν ότι κατάφεραν να δημιουργήσουν -μέσω κυτταρικής καλλιέργειας στο εργαστήριο- μοντέλα του πρώιμου ανθρώπινου εμβρύου, της βλαστοκύστης, κάνοντας είτε χρήση κυττάρων του δέρματος ενηλίκων είτε πολυδύναμων βλαστικών κυττάρων. 

Το επίτευγμα που -και για τις δύο τεχνικές- χαρακτηρίζεται επαναστατικό, θα επιτρέψει, μεταξύ άλλων, την καλύτερη μελέτη των αιτιών της αποβολής στο αρχικό στάδιο της κύησης, καθώς επίσης των επιπτώσεων των φαρμάκων και τοξικών ουσιών στην ανάπτυξη του εμβρύου.

Στην πρώτη περίπτωση, οι ερευνητές από την Αυστραλία, τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Σιγκαπούρη, με επικεφαλής τον καθηγητή Χοσέ Πόλο του Ινστιτούτου Βιοϊατρικής Ανακάλυψης του αυστραλιανού Πανεπιστημίου Μόνας, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature», αναπρογραμμάτισαν ανθρώπινα κύτταρα δέρματος (ινοβλάστες), ώστε να μετατραπούν σε μία τρισδιάστατη σφαιρική κυτταρική δομή, η οποία μοροφολογικά και μοριακά είναι παρόμοια (αν και όχι τελείως ίδια) με τη βλαστοκύστη του ανθρώπου, δηλαδή με το αρχικό -μόλις λίγων ημερών- στάδιο ανάπτυξης του εμβρύου.

Αυτό το εργαστηριακό μοντέλο εμβρύου, που ονομάστηκε iBlastoid, μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί -αντί ενός κανονικού εμβρύου- για τη μελέτη της εμβρυϊκής βιολογίας. Μέχρι σήμερα ο μόνος τρόπος για να μελετηθούν οι πρώτες ημέρες του εμβρύου είναι από βλαστοκύστες που έχουν αποκτηθεί μέσω δωρεάς από τη διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης, κάτι που περιορίζει τη διαθεσιμότητά τους. Πιο πρόσφατα, άλλοι επιστήμονες ανέπτυξαν δομές τύπου βλαστοκυστών σε ποντίκια, αλλά είναι η πρώτη φορά που κάτι ανάλογο γίνεται με τη χρήση ανθρώπινων κυττάρων.

«Τα iBlastoids θα επιτρέψουν στους επιστήμονες να μελετήσουν τα πολύ αρχικά βήματα της ανθρώπινης ανάπτυξης και μερικές από τις αιτίες της υπογονιμότητας, των εκ γενετής παθήσεων και της επίπτωσης των τοξινών και των ιών στα πρώιμα έμβρυα, χωρίς να χρειάζεται η χρήση ανθρώπινων βλαστοκυστών, επιταχύνοντας έτσι την κατανόησή μας και την ανάπτυξη νέων θεραπειών», δήλωσε ο δρ Πόλο.

Η υπογονιμότητα και η πρώιμη αποβολή του εμβρύου συμβαίνει μέσα στις πρώτες δύο εβδομάδες μετά τη σύλληψη, όταν οι γυναίκες δεν ξέρουν καν ότι είναι έγκυες. Αυτές οι «σιωπηλές» αποβολές πιθανώς αποτελούν ένα σημαντικό ποσοστό του συνολικού αριθμού αποβολών παγκοσμίως. Τα iBlastoids θα συμβάλουν, ώστε οι επιστήμονες να ρίξουν περισσότερο φως σε αυτές τις αφανείς αποβολές.

Στη δεύτερη μελέτη, που δημοσιεύθηκε επίσης στο «Nature», οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Τζουν Γου του Νοτιοδυτικού Ιατρικού Κέντρου του Πανεπιστημίου του Τέξας, ακολούθησαν μία διαφορετική στρατηγική, ξεκινώντας από ανθρώπινα πολυδύναμα βλαστοκύτταρα, για να αναπτύξουν στο εργαστήριο τρισδιάστατα βλαστοειδή σαν τις βλαστοκύστες. Τα εργαστηριακά βλαστοειδή μοιάζουν με τις ανθρώπινες βλαστοκύστες στη μορφολογία, στο μέγεθος, στον αριθμό των κυττάρων και στη σύνθεση. Τόνισαν, πάντως, ότι αυτά τα βλαστοειδή δεν είναι ισοδύναμα ακριβώς με τις βλαστοκύστες και δεν μπορούν να εξελιχθούν σε βιώσιμο ανθρώπινο έμβρυο.

Αναπόφευκτα, οι νέες έρευνες, οι οποίες χρειάζονται περίπου μία εβδομάδα για να καλλιεργήσουν στο εργαστήριο τα μοντέλα των βλαστοκυστών, εγείρουν ζητήματα βιοηθικής. Καθώς δεν υπάρχει νομικό προηγούμενο αναφορικά με την έρευνα σε μοντέλα βλαστοκυστών όπως τα iBlastoids και με δεδομένο ότι οι διεθνείς επιστημονικές οδηγίες είναι οι ανθρώπινες βλαστοκύστες να μην καλλιεργούνται στο εργαστήριο (in vitro) πέρα από τη 14η ημέρα της εμβρυικής ανάπτυξης, ο Πόλο και οι συνεργάτες του δεν καλλιέργησαν τα iBlastoids πέρα από την 11η ημέρα.

Σύντομα αναμένονται οι νέες καθοδηγητικές αρχές της Διεθνούς Εταιρείας για την Έρευνα σε Βλαστικά Κύτταρα και δεν είναι γνωστό κατά πόσο θα περιλαμβάνουν κάτι και για τις νέες βλαστοκύστες εργαστηρίου όπως τα iBlastoids.

(ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Πηγή: https://www.onmed.gr/

Ερευνα για συστηματική λήψη ασπιρίνης

Και πιθανότητες λοίμωξης από COVID-19

 

Ερευνητική ομάδα από το Ισραήλ, εξέτασε αν η λήψη χαμηλής δόσης ασπιρίνης σε καθημερινή βάση θα μπορούσε να μειώνει την ευαισθησία στην COVID-19 και τη διάρκεια της νόσου σε περίπτωση νόσησης. Σημειώνεται ότι η ασπιρίνη χρησιμοποιήθηκε ευρέως στην πανδημία ισπανικής γρίπης αρκετές δεκαετίες πριν επιβεβαιωθεί η δραστηριότητά της έναντι ιών RNA.

Η δόση που χρησιμοποίησε η ομάδα από το Ισραήλ ήταν 75 mg και ανέλυσε στοιχεία 10.500 ανθρώπων που εξεταστήκαν για COVID-19 κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας στο Ισραήλ. Ο σχεδιασμός της έρευνας έδειξε σχέση αλλά δεν απέδειξε ότι είναι αιτιατή. Αναλυτικότερα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι άνθρωποι που ήδη λάμβαναν ασπιρίνη σε χαμηλή δόση για τη μείωση του κινδύνου καρδιοπάθειας είχαν 29% χαμηλότερο κίνδυνο λοίμωξης από COVID-19 σε σύγκριση με όσους δεν λάμβαναν ασπιρίνη και τα ποσοστά χρήσης χαμηλής δόσης ασπιρίνης ήταν πολύ χαμηλότερα σε ασθενείς με κορονοιό έναντι όσων δεν μολύνθηκαν.

Σε ανθρώπους που υπέστησαν λοίμωξη από COVID-19, ο χρόνος που μεσολάβησε από το να βρεθεί το τεστ από θετικό αρνητικό ήταν σημαντικά μικρότερος σε όσους λάμβαναν ασπιρίνη και η διάρκεια της νόσου ήταν 2-3 ημέρες μικρότερη-ανάλογα με προϋπάρχουσες παθήσεις που είχαν οι ασθενείς.

 

 

Πηγη:HealthDaily