Πως επηρεάζεται το σπουδαιότερο τμήμα του κεντρικού νευρικού μας συστήματος από την απώλεια εισοδήματος

Η μείωση του εισοδήματος στην νεαρή ηλικία μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη γνωστική δραστηριότητα στη μέση ενήλικη ζωή.

Αυτό οφείλεται στις αλλαγές που προκαλούνται στη δομή του εγκεφάλου προκαλώντας πρώιμη γήρανση.

Σχετική μελέτη που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «Neurology» περιέλαβε 3.287 άνδρες και γυναίκες ηλικίας 23 έως 35 ετών. Το εισόδημά τους καταγράφηκε από το 1990 έως το 2010. Στο τέλος της μελέτης οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε τεστ για τη μέτρηση των διανοητικών τους ικανοτήτων και σε μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου.

«Οι εισοδηματικές διακυμάνσεις καταγράφονται από το 1990 και όλο και περισσότερα στοιχεία δείχνουν πως αυτές μπορεί να έχουν διάχυτες επιδράσεις στην υγεία. Παράλληλα, οι πολιτικές εξομάλυνσης της εισοδηματικής αστάθειας στις ΗΠΑ και άλλες χώρες έχουν περιοριστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια», δήλωσε η συντάκτρια της έρευνας Λεσίλ Γκρασέ του Ερευνητικού Κέντρου «Inserm» στο Μπορντό της Γαλλίας.

Η ίδια μάλιστα προσθέτει ότι τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι τα υψηλότερα επίπεδα εισοδηματικών μεταβολών και η μείωση του εισοδήματος συνδέονται με τη γήρανση του εγκεφάλου στη μέση ηλικία.

Διαπιστώθηκε ότι περίπου το ένα τρίτο των συμμετεχόντων είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με μια πτώση του εισοδήματός τους της τάξης του 25%, ενώ 399 ανάμεσά τους είχαν βιώσει δύο οι περισσότερες τέτοιες μειώσεις.

Όσο περισσότερο μειωνόταν το εισόδημα τόσο χειροτέρευαν οι επιδόσεις των συμμετεχόντων σε δοκιμασίες σχετικές με την ταχύτητα της γνωστικής επεξεργασίας, την οργάνωση και τον προγραμματισμό.

Από τις μαγνητικές τομογραφίες φάνηκε ότι ο συνολικός όγκος του εγκεφάλου των ανθρώπων που είχαν βιώσει τη μείωση του εισοδήματός τους, ήταν μικρότερος και είχαν λιγότερες συνδέσεις μεταξύ διαφορετικών περιοχών του εγκεφάλου.

Αφού έλαβαν υπόψη το φύλο, τη φυλή, τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), την αρτηριακή πίεση και άλλα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά, οι μελετητές κατέληξαν στο ότι συγκριτικά με αυτούς στους οποίους δεν μειώθηκαν τα εισοδήματα, αυτοί που αντιμετώπιζαν διπλή μείωση του εισοδήματός τους είχαν μικρότερο όγκο εγκεφάλου και μειωμένα επίπεδα λευκής ουσίας.

Η Γκρασέ τονίζει ότι υπάρχουν πολλές και διαφορετικές εξηγήσεις γιατί ένα ασταθές εισόδημα επηρεάζει την υγεία του εγκεφάλου.

Ενδέχεται οι άνθρωποι με μειωμένο εισόδημα να αντιμετωπίζουν περιορισμένη πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης, το οποίο μπορεί να οδηγεί σε λιγότερο αποτελεσματική διαχείριση ορισμένων ιατρικών καταστάσεων, όπως του διαβήτη και ανθυγιεινών συμπεριφορών, όπως το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοόλ.

Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μείωση των εισοδηματικών διακυμάνσεων μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην υγεία του εγκεφάλου.

 

 

Πηγή:https://healthmag.gr/

Πάγκρεας: Ελπίδες έγκαιρης ανίχνευσης του «σιωπηλού» καρκίνου

Μια σημαντική ανακάλυψη έκαναν Αμερικανοί ερευνητές η οποία πιθανώς να συμβάλει στην έγκαιρη διάγνωση του παγκρεατικού καρκίνου

Ένα σημαντικό πρόβλημα στην περίπτωση του καρκίνου του παγκρέατος και, συγκεκριμένα, η διάγνωσή του σε προχωρημένο μόνο στάδιο, ελπίζουν πως θα αποτελέσει σύντομα παρελθόν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Μιζούρι, των ΗΠΑ.

Υπεύθυνα για την καθυστερημένη διάγνωση θεωρούνται τα σιωπηλά συμπτώματα που θα εκδηλωθούν μόνο όταν η νόσος έχει εξελιχθεί αρκετά ώστε παρεμβάσεις όπως το χειρουργείο, η χημειοθεραπεία ή η ακτινοθεραπεία να αποτελούν μονόδρομο.

Στη νέα τους μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Scientific Reports, ερευνητές από το Κολέγιο Κτηνιατρικής και τη Σχολή Ιατρικής του Πανεπιστημίου του Μιζούρι εντόπισαν νέα τμήματα βιολογικών πληροφοριών, όπως το RNA, τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν ως βιοδείκτες για την έγκαιρη ανίχνευση καρκίνου του παγκρέατος.

Όπως εξήγησε ο Δρ. Senthil Kumar, καθηγητής-ερευνητής στο Κολέγιο Κτηνιατρικής, με την απλή λήψη αίματος θα καθίσταται δυνατή η ανάλυση των εξωσωμάτων, νανο-φορέων, δηλαδή, που εντοπίζονται στην κυκλοφορία του αίματος και περιέχουν διαφορετικές βιολογικές πληροφορίες από τα φυσιολογικά και καρκινικά κύτταρα. Με αυτό το σημαντικό όπλο θα μπορούν να ταυτοποιούνται όσοι διατρέχουν υψηλό κίνδυνο να εμφανίσουν τη νόσο και με τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα, θα εξασφαλίζουν καλύτερα αποτελέσματα για την υγεία τους.

Σε αυτήν την αρχική συνεργασία του Δρ. Kumar με τους χειρουργούς Eric Kimchi και Jussuf Kaifi από το Κέντρο για τον Καρκίνο Ellis Fischel της Κλινικής του Πανεπιστημίου του Μιζούρι, αναλύθηκαν τα δείγματα αίματος υγιών ατόμων και ασθενών σε διαφορετικά στάδια της παγκρεατικής νόσου. Οι νέοι τύποι RNA που ανιχνεύθηκαν κατά τη μελέτη μπορούν να αποδειχθούν χρήσιμοι για τον εντοπισμό των περιπτώσεων καρκίνου στο πάγκρεας.

Ο έλεγχος και η σύγκριση των αποτελεσμάτων σε υγιείς και καρκινοπαθείς επέτρεψε στους ερευνητές να συγκρίνουν τα βιολογικά πρότυπα για να διαπιστώσουν εάν ορισμένες ομάδες ανθρώπων, όπως εκείνοι με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του παγκρέατος, μπορεί να έχουν μεγαλύτερη προδιάθεση για την εμφάνιση της νόσου.

Όπως διευκρίνισε η ερευνητική ομάδα, μολονότι οι τωρινές έρευνες βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο, περισσότερες κλινικές μελέτες, οι οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη, θα ρίξουν περισσότερο φως στη δυναμική αυτών των βιοδεικτών να λειτουργήσουν ως προειδοποιητικά σημάδια για τη νόσο. Μελλοντικά επίσης, ο προσδιορισμός συγκεκριμένων βιοδεικτών σε διαφορετικές ομάδες θα συντελέσει σε εξατομικευμένα θεραπευτικά σχήματα και καλύτερα αποτελέσματα για την υγεία των ασθενών.

 

 

Πηγή: https://ygeiamou.gr/

Κορωνοϊός: Έρευνα δείχνει ότι ασθενείς με μέση ηλικία τα 59 έτη παθαίνουν εγκεφαλικό επεισόδιο

Ανησυχητική η νέα έρευνα για τον κορωνοϊό

Όλο και περισσότερες μελέτες περιγράφουν την ευρεία νευρολογική σημειολογία που σχετίζεται με κορωνοϊό. Με άρθρο τους στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Neurology 19(9);P713-715 (COVID-19 related stroke in young individuals) οι J.T. Fifi και J. Mocoo σχολιάζουν ειδικά την εμφάνιση οξέων εγκεφαλικών συμβαμάτων σε νέους ασθενείς με λοίμωξη COVID-19. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Ιωάννης Ντάνασης, Μαρία Γαβριατοπούλου και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα σημαντικότερα σημεία του άρθρου. Σύμφωνα με τα τρέχοντα δεδομένα, ο νέος κορωνοϊός SARS-CoV-2 είναι πολύ πιθανότερο να προκαλέσει θρομβωτικά αγγειακά συμβάματα, συμπεριλαμβανομένου και του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, συγκριτικά με άλλους κορωνοϊούς και άλλες ιώσεις. Πιο συγκεκριμένα, ο κίνδυνος για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο είναι 7.6 φορές υψηλότερος σε ασθενείς με COVID-19 συγκριτικά με ασθενείς που πάσχουν από γρίπη. Το αναφερόμενο ποσοστό των ασθενών με λοίμωξη COVID-19 που εμφανίζουν αγγειακή εγκεφαλική νόσο κυμαίνεται από 1% έως 6%, το οποίο βεβαίως μεταφράζεται σε χιλιάδες ασθενείς καθώς τα συνολικά κρούσματα παγκοσμίως συνεχίζουν να αυξάνονται.

Οι προτεινόμενοι παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί συμπεριλαμβάνουν την κατάσταση υπερπηκτικότητας λόγω της συστηματικής φλεγμονής και της «καταιγίδας κυτταροκινών», την μετα-λοιμώδη ανοσολογική απόκριση, καθώς και την άμεση βλάβη του ενδοθηλίου των αγγείων από το SARS-CoV-2 (ενδοθηλίτιδα ή ενδοθηλιοπάθεια), η οποία οδηγεί σε θρόμβωση των αγγείων, συμπεριλαμβανομένων και των αγγείων του εγκεφάλου.

Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι σε περιοχές με υψηλή επίπτωση κρουσμάτων COVID-19 αυξήθηκε ο αριθμός των διαγνώσεων κρυπτογενούς αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, δηλαδή ασθενείς με κλινική συμπτωματολογία αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου χωρίς τα τυπικά ευρήματα από τον απεικονιστικό και εργαστηριακό έλεγχο. Κατά τη χρονική περίοδο 23 Μαρτίου έως 7 Απριλίου 2020 οι συγγραφείς του άρθρου, που εργάζονται σε νοσοκομεία στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ, αναφέρουν ότι 5 ασθενείς μικρότεροι των 50 ετών προσήλθαν με αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο σε μεγάλο αγγείο του εγκεφάλου. Όλοι ήταν θετικοί στον νέο κορωνοϊό SARS-CoV-2 ενώ δεν είχαν όλοι παράγοντες κινδύνου για αγγειακά συμβάματα. Επιδημιολογικά, αυτό αποτελεί μια αύξηση των εγκεφαλικών επεισοδίων σε αυτή την ηλικιακή ομάδα κατά 7 φορές συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια. Η εργαστηριακή εικόνα των ασθενών ήταν ενδεικτική μιας κατάστασης υπερπηκτικότητας. Αυτή η παρατήρηση οδηγεί στη θεωρία ότι η λοίμωξη από το νέο κορωνοϊό SARS-CoV-2 πιθανότατα σχετίζεται με την εμφάνιση αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου σε αυτούς τους νέους ασθενείς. Επιπλέον δεδομένα από άλλες ερευνητικές ομάδες στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ αλλά και στο Παρίσι της Γαλλίας δείχνουν ότι ασθενείς με COVID-19 που εμφανίζουν εικόνα αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου έχουν μέση ηλικία τα 59 έτη, ενώ η μέση ηλικία των ασθενών αυτών χωρίς COVID-19 είναι τα 74 έτη.

Συμπερασματικά, όλο και περισσότερα δεδομένα υποδεικνύουν την ύπαρξη συσχέτισης μεταξύ της λοίμωξης COVID-19 και της εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου σε νέους ασθενείς που δεν έχουν άλλους τυπικούς παράγοντες κινδύνου για αγγειακή νόσο. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι σε κατά τα λοιπά υγιείς νέους ασθενείς που προσέρχονται με αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο κατά της διάρκεια της πανδημίας COVID-19 θα πρέπει να γίνεται έλεγχος ανίχνευσης του νέου κορωνοϊού SARS-CoV-2. Επιπλέον ασθενείς με διεγνωσμένη λοίμωξη COVID-19 και ήπια συμπτώματα που εμφανίζουν νέα νευρολογικά σημεία ή/και συμπτώματα θα πρέπει να διερευνώνται πλήρως για αγγειακό εγκεφαλικό σύμβαμα.

 

 

Πηγή: https://ygeiamou.gr/

Κορωνοϊός θεραπεία: Νέα κατηγορία φαρμάκων για τη νόσο COVID-19

Κορωνοϊός θεραπεία: To GigaGen παρουσιάζει μια νέα τεχνολογία για την παραγωγή μιας νέας κατηγορίας φαρμάκων, ανασυνδυασμένων υπερ-ανοσοποιητικών, που ενδέχεται να δημιουργήσουν νέες θεραπείες COVID-19. Η GigaGen, μια εταιρεία βιοτεχνολογίας με έδρα τις ΗΠΑ που ειδικεύεται σε φάρμακα αντισωμάτων για μολυσματικές ασθένειες, απόρριψη μοσχεύματος και ανθεκτικούς καρκίνους, υπέβαλε μια νέα μελέτη με τίτλο: “Σύλληψη και αναδημιουργία διαφορετικών αντισωμάτων ως πολυδύναμα ανασυνδυασμένα πολυκλωνικά φάρμακα αντισωμάτων”, στο bioRxiv, ένα διαδικτυακό αρχείο στο οποίο η εταιρεία παρουσιάζει μια νέα τεχνολογία για την παραγωγή μιας νέας κατηγορίας φαρμάκων, την οποία έχει ονομάσει «ανασυνδυασμένα υπεράνοσα».

Νέα δεδομένα που δημιουργήθηκαν στη μελέτη του GigaGen επισημαίνουν τη νέα κατηγορία φαρμάκων, τα οποία είναι πολυκλωνικά αντισώματα που περιλαμβάνουν χιλιάδες έως δεκάδες χιλιάδες αντισώματα που προέρχονται από κύτταρα δότη Β. Τα αντισώματα παράγονται ανασυνδυασμένα σε μεγάλη κλίμακα σε κύτταρα θηλαστικών. Το αρχικό υλικό για αυτά τα πολυκλωνικά αντισώματα προέρχεται από τον αναρρωμένο ορό. Οι θεραπείες ανάρρωσης ορού θεωρούνται ως μια μοναδική και βιώσιμη προσέγγιση για την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης πανδημίας COVID-19. Επειδή αυτές οι θεραπείες ορού περιλαμβάνουν δεκάδες χιλιάδες αντισώματα, έχουν πολυσθενή δραστικότητα έναντι πολλαπλών στόχων φαρμάκων και επιτόπων, τα οποία μπορεί να βελτιώσουν την κλινική αποτελεσματικότητα, ενώ εκμεταλλεύονται την ωρίμανση in-vivo των αντισωμάτων στο ανοσοποιητικό σύστημα των δοτών. Το σύστημα διαμορφώνεται σύμφωνα με άλλα φάρμακα που προέρχονται από το πλάσμα, όπως η ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIG) και η αντι-θυμοκυτταρική σφαιρίνη (ATG), και τα δύο χρησιμοποιούνται σήμερα για τη θεραπεία σημαντικών πληθυσμών ασθενών παγκοσμίως.

Παρά την υπόσχεση, αυτοί οι τύποι θεραπευτικών προϊόντων, ωστόσο, τα φάρμακα που προέρχονται από κλάσματα αίματος είναι δύσκολο να παρασκευαστούν με συνέπεια και σε μεγάλη κλίμακα. Για παράδειγμα, κατά την ανάπτυξη του πιθανού υποψήφιου φαρμάκου της GigaGen, GIGA-2050, η οθόνη της εταιρείας 50 αναρρωμένων δοτών COVID-19 έδειξε χιλιάδες διαφορές στους τίτλους αντι-SARS CoV-2. Επιπλέον, πολλοί δότες παράγουν αδύναμες απαντήσεις. Αυτός ο παράγοντας επομένως περιπλέκει σημαντικά την ικανότητα των κατασκευαστών ορού ανάρρωσης να αποκτήσουν αρκετό προϊόν υψηλής ισχύος για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19. Η ασυνέπεια που παρατηρείται στις αποκρίσεις αντισωμάτων στο COVID-19 υπογραμμίζει την ανάγκη ανάπτυξης εναλλακτικών θεραπευτικών προσεγγίσεων παράλληλα με τις θεραπείες ορού ανάρρωσης, δήλωσε η εταιρεία.

Το GIGA-2050 για τη θεραπεία του COVID-19 έχει παρόμοιο αποτέλεσμα με τον ανασυνδυασμένο αναρρωμένο ορό, ο οποίος συνδυάζει τα πλεονεκτήματα των ανασυνδυασμένων αντισωμάτων (π.χ. καθαρότητα, συνέπεια και ισχύ) με τα πλεονεκτήματα των αντισωμάτων που προέρχονται από πλάσμα (π.χ. αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα, ποικιλομορφία, polyvalence και ωρίμανση in-vivo ). Το GigaGen μπορεί να παράγει εκατομμύρια δόσεις ναρκωτικών χρησιμοποιώντας τη νέα τεχνολογία που προτείνεται στη μελέτη του και χωρίς την ανάγκη πρόσληψης περισσότερων αναρρωτικών δοτών.

Τα βασικά αποτελέσματα της μελέτης περιλαμβάνουν:

  • Επιτυχής επίδειξη σταθερής παραγωγής του υποψήφιου φαρμάκου GIGA-2050, το οποίο είναι ένα μείγμα 12.500 αντισωμάτων αντι-κοροναϊού
  • Μεγαλύτερη καθαρότητα IgG που αποδεικνύεται από το GIGA-2050 σε σύγκριση με άλλα φάρμακα που προέρχονται από πλάσμα αναφοράς
  • Εκατό φορές περισσότερα προστατευτικά χαρακτηριστικά από το GIGA-2050 έναντι του υψηλού τίτλου COVID-19 αναρρόφησης πλάσματος χρησιμοποιώντας δοκιμές εξουδετέρωσης ζωντανών ιών SARS CoV-2
  • Δυνατότητα ευρείας αποτελεσματικότητας με το GIGA-2050 επειδή συνδέεται με μια ποικιλία φυσικών παραλλαγών SARS CoV-2 εκτός από τον προκάτοχό του, SARS CoV

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Πολλά υποσχόμενη πιθανή θεραπεία για το άσθμα βασίζεται σε Ωμέγα-3

Νέα πιθανή θεραπεία για το άσθμα αναπτύσσεται, η οποία βασίζεται σε Ωμέγα-3 λιπαρά οξέα.

Αν και το άσθμα πλήττει σχεδόν 340 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, δεν υπάρχει ακόμα θεραπεία. Η αναπνευστική νόσος αναπτύσσεται συχνά στην παιδική ηλικία και μπορεί να προκαλέσει «προσβολές» άσθματος όπου επέρχεται φλεγμονή των πνευμόνων και οι αεραγωγοί συστέλλονται, προκαλώντας δυσκολία στην αναπνοή και αγκομαχητό. Αυτές οι επιθέσεις προκαλούνται από διάφορους παράγοντες, όπως η ρύπανση, αλλεργιογόνα και το κάπνισμα.

Η κατάσταση αντιμετωπίζεται συχνά με εισπνοή ενός βρογχοδιασταλτικού φαρμάκου που ονομάζεται βήτα αγωνιστής. Κατά τη διάρκεια μιας επίθεσης άσθματος, οι εισπνευστήρες φέρνουν το βήτα αγωνιστή στους αεραγωγούς. Αυτό αναγκάζει τους μυς του αεραγωγού να χαλαρώσουν, επιτρέποντας στον ασθενή να αναπνέει πιο εύκολα. Αλλά αυτός ο τύπος φαρμάκου δεν λειτουργεί πολύ καλά για όλους – και υπάρχουν περιορισμένες άλλες επιλογές για φάρμακα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία οξέων επιθέσεων άσθματος.

Όμως, σε μία έρευνα για τα οφέλη για την υγεία από την κατανάλωση «λιπαρών» ψαριών όπως ο σολομός και το σκουμπρί, βρέθηκε κάτι εκπληκτικό: ωμέγα-3 λιπαρά οξέα (συνήθως βρίσκονται σε τέτοια ψάρια σε υψηλά επίπεδα) και πιο άμεσα φάρμακα που μιμούνται μερικές από τις δράσεις των ωμέγα-3 λιπαρών οξέων, θα μπορούσαν ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία του άσθματος .

Τα λιπαρά οξέα ωμέγα-3 έχουν πολλά οφέλη για την υγεία και τα παράγουν με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού της φλεγμονής. Αυτό συμβαίνει επειδή αλληλεπιδρούν και διεγείρουν μια πρωτεΐνη που ονομάζεται « ελεύθερος υποδοχέας λιπαρών οξέων 4 ». Αυτή η πρωτεΐνη υπάρχει στην επιφάνεια ορισμένων κυττάρων που ελέγχουν την ποσότητα σακχάρου στο αίμα. Καθώς το αυξημένο σάκχαρο στο αίμα συνδέεται συχνά με τον διαβήτη, φάρμακα που ενεργοποιούν τον υποδοχέα ελεύθερου λιπαρού οξέος 4 έχουν θεωρηθεί ως μια πιθανή νέα θεραπεία για τον διαβήτη τύπου 2.

Θεραπεία άσθματος

Δεδομένου του μεγάλου αριθμού υποδοχέων ελεύθερου λιπαρού οξέος 4 στους πνεύμονες, οι ερευνητές αναρωτήθηκαν εάν τα πρωτο-φάρμακα (συνθετικές χημικές ουσίες που ενεργοποιούν τον υποδοχέα ελεύθερου λιπαρού οξέος 4) θα λειτουργούσαν εξίσου καλά με τους β-αγωνιστές στο άνοιγμα των αεραγωγών και θα μπορούσαν επίσης να μειώσουν τη φλεγμονή οι πνεύμονες.

Δοκίμασαν πρώτα αυτές τις χημικές ουσίες τόσο σε ζωντανά ποντίκια όσο και σε δείγματα πνευμονικού ιστού. Αρχικά, βρήκαν ότι ενεργοποιητές του υποδοχέα ελεύθερου λιπαρού οξέος 4 πράγματι άνοιξαν αεραγωγούς που είχαν συσφιγκτεί στους πνεύμονες ποντικών. Ωστόσο, σε ποντίκια των οποίων το DNA αλλάξαν ώστε να στερείται ελεύθερου υποδοχέα λιπαρών οξέων 4, αυτά τα πρωτο-φάρμακα δεν λειτούργησαν.

Στη συνέχεια θέλησαν να μάθουν αν αυτές οι ενώσεις λειτουργούσαν επίσης αποτελεσματικά εάν προκαλούσαν μια κατάσταση που μοιάζει με άσθμα στα ποντίκια. Το έκαναν αυτό κάνοντάς τους να αναπνέουν το όζον που ρυπαίνει τον αέρα ή να τους αναπνέουν καπνό τσιγάρων. Και τα δύο είναι γνωστό ότι προκαλούν κρίσεις άσθματος στους ανθρώπους. Και πάλι, είδαμε ότι στα ποντίκια που είχαν ελεύθερο υποδοχέα λιπαρού οξέος 4, τα πρωτο-φάρμακα άνοιξαν τους αεραγωγούς. Δεν είχαν καμία επίδραση σε ποντίκια που δεν είχαν τον υποδοχέα.

Φυσικά, τα ποντίκια δεν είναι άνθρωποι – και εάν οι αρχικές τους παρατηρήσεις πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να δείξουν μια νέα θεραπεία για το άσθμα και άλλες ασθένειες που επηρεάζουν τους αεραγωγούς, όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, έπρεπε να δείξουν ότι ο ελεύθερος υποδοχέας λιπαρών οξέων 4 υπάρχει επίσης στους πνεύμονες του ανθρώπου.

Χρησιμοποιώντας δείγματα ιστών από ανθρώπινους πνεύμονες, βρήκαν ότι υπήρχε επίσης ο υποδοχέας ελεύθερου λιπαρού οξέος 4 – και ότι τα πρωτο-φάρμακα που ενεργοποιούν τον υποδοχέα ήταν σε θέση να χαλαρώσουν τον ανθρώπινο πνεύμονα και τους αεραγωγούς.

Τώρα, θα πρέπει να δείξουν ότι τέτοιες θεραπείες είναι εξίσου αποτελεσματικές στον ιστό των αεραγωγών από ασθενείς που πάσχουν από άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ή άλλες σχετικές ασθένειες. Θα πρέπει να δείξουν ότι μπορούν να παράγουν βελτιωμένες εκδόσεις των πρωτοφαρμάκων που θα είναι ασφαλή για χρήση. Θα είναι επίσης απαραίτητο να αποδειχθεί ότι θα είναι αποτελεσματικά στην ανακούφιση της συστολής των βρόγχων από ό, τι αφήνει τους ανθρώπους που αγωνίζονται για αναπνοή.

 

 

Πηγή: https://www.news4health.gr/

Φάρμακο με δραστικό στοιχείο από τον ανανά μπορεί να περιορίσει την εξάπλωση του κοροναϊού

Δοκιμές για τη θεραπεία του κοροναϊού πρόκειται να ξεκινήσουν Αυστραλοί ερευνητές για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού και την ανακούφιση των ασθενών.

Ο καθηγητής Ντέιβιντ Μόρις και η διεθνής ομάδα του έχουν προχωρήσει σε μετατροπές ενός αντικαρκινικού φαρμάκου που είναι γνωστό με την ονομασία «BromAc» το οποίο ενδέχεεται να εμποδίζει την πορεία του ιού προς τους πνεύμονες των ασθενών, αλλά και την εξάπλωσή του σε άλλα άττομα.

Η ομάδα έχει προχωρήσει σε συμφωνία με νοσοκομείο της Μελβούρνης, προκειμένου να προχωρήσει σε δοκιμές σε ασθενείς κοροναϊού τον επόμενο μήνα.

Το BromAc βρισκόταν εδώ και 11 χρόνια σε στάδιο ανάπτυξης, με στόχο τη χρήση του για τη θεραπεία του καρκίνου. Περιλαμβάνει δύο δραστικά στοιχεία, τα οποία είναι ικανά να διαλύσουν την «κορώνα» του κοροναϊού, καθιστώντας τον ανίκανο να προσβάλει άλλα κύτταρα.

Ένα από τα κύρια δραστικά στοιχεία είναι ένα ένζυμο από το κοτσάνι του ανανά, το οποίο δοκιμάστηκε σε εργαστήριο αφού παρατηρήθηκε ότι ορισμένοι χοίροι που κατανάλωναν ανανά, παρουσίαζαν ανθεκτικότητα σε συγκεκριμένα γαστρεντερικά προβλήματα.

«Πήραμε ένα φάρμακο που αναπτύσσεται εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια και αναρωτηθήκαμε πώς μπορούμε να το μετατρέψουμε προκειμένου να είναι δραστικό σε ασθενείς κοροναϊού», τόνισε σε δήλωσή του ο Μόρις.

«Τα εργαστηριακά στοιχεία δείχνουν ότι το νέο φάρμακο καθιστά αναποτελεσματική την «κορώνα» του κοροναϊού, παρεμποδίζοντάς τον από το να μολύνει άλλα κύτταρα».

«Ελπίζουμε ότι τα αποτελέσματα θα δείξουν ότι η θεραπεία μπορεί να περιορίσει τη λοίμωξη στο λαιμό και τη ρινική κοιλότητα, και να λειτουργήσει προστατευτικά προς το κατώτερο αναπνευστικό σύστημα, αλλά και να σταματήσει τη μετάδοση του ζωντανού ιού σε υγιείς», τόνισε.

Ελπίδα των επιστημόνων είναι ότι το φάρμακο θα μπορεί να χορηγείται στα πρώτα στάδια της λοίμωξης και να σταματά την εξέλιξή της στη ρίζα της.

«Αυτό θα σήμαινε ότι θα είχαμε στη διάθεσή μας έναν πολύ ασφαλή και αποτελεσματικό τρόπο να σώζουμε ζωές, να προστατεύουμε τους ευάλωτους εργαζόμενους, να αποφεύγουμε τη νοσηλεία και να δίνουμε στους ασθενείς τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους», συνεχίζει.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι η θεραπεία δεν είναι τόσο δραστική όσο ένα εμβόλιο, όμως θα μπορούσε να λειτουργήσει μέχρι την κυκλοφορία του ως θεραπεία ή και μέσο πρόληψης.

Πηγή: www.inqld.com.au

 

Πηγή: https://healthmag.gr/

Κορονοϊος: Για πρώτη φορά ευρήματα εξηγούν γιατί οι άνδρες είναι πιο ευάλωτοι απέναντι στον ιό

Για πρώτη φορά επιστήμονες σύμφωνα με ευρήματα δίνουν μια πιθανή εξήγηση για τις παρατηρούμενες φυλετικές διαφορές ως προς την ευαισθησία και την πρόγνωση της COVID-19

Η διαφορετική απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος μεταξύ των δύο φύλων στη λοίμωξη από τον SARS-CoV-2 επηρεάζουν την κλινική πορεία και την έκβαση της νόσου COVID-19

Είναι πλέον σαφές ότι η νόσος COVID-19 σχετίζεται σημαντικά με την απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος έναντι του νέου κορωνοϊού SARS-CoV-2. Παράλληλα, έχει διαπιστωθεί ότι η ηλικία αλλά και το φύλο (άντρες ή γυναίκες) επηρεάζουν την κλινική πορεία και τη βαρύτητα της νόσου. Οι άντρες-ασθενείς με COVID-19 φάνηκαν από την αρχή της πανδημίας να είναι πιο ευαίσθητοι και σε παγκόσμιο επίπεδο οι περισσότεροι θάνατοι από COVID-19 αφορούν άντρες-ασθενείς.

Μάλιστα, μετά από στατιστική ανάλυση μεγάλου αριθμού περιστατικών, διαπιστώθηκε τόσο σε χώρες της Ευρώπης (Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Γερμανία, Ελβετία) όσο και σε μη Ευρωπαϊκές χώρες (Κίνα, Καναδά, Β. Κορέα), ότι όχι μόνο οι καταγεγραμμένοι θάνατοι από COVID-19 είναι συχνότεροι (κατά 1,5 φορά) στους άνδρες, αλλά οι άνδρες-ασθενείς που χρειάστηκαν διασωλήνωση ήταν 3-4 φορές περισσότεροι από τις γυναίκες- ασθενείς, και οι άνδρες-ασθενείς που χρειάστηκε να νοσηλευτούν ήταν επίσης κατά 50% περισσότεροι από τις γυναίκες. Είναι επίσης γνωστό ότι η ευαισθησία ανδρών και γυναικών και σε άλλες λοιμώξεις είναι διαφορετική. Για παράδειγμα, η λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Α και η φυματίωση είναι συχνότερες στους άνδρες, ενώ άνδρες μολυσμένοι από τον ιό της ηπατίτιδας C ή από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV) έχουν σταθερά υψηλότερα ιικά φορτία. Αντίθετα, το ανοσοποιητικό σύστημα των γυναικών απαντά ισχυρότερα στα εμβόλια και αδρανοποιεί ικανοποιητικότερα πολλούς λοιμογόνους παράγοντες.

Στα δεδομένα αυτά βασίστηκε η πρόσφατη δημοσίευση στο έγκριτο περιοδικό Nature της ομάδας του Takahashi και συνεργατών από το Πανεπιστήμιο Yale των ΗΠΑ (26 Αυγούστου 2020, https://doi.org/10.1038/s41586-020-2700-3), η οποία μελέτησε τις διαφορές της ανοσολογικής απόκρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών έναντι στο νέο κορωνοϊό. Τα κύρια σημεία και τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής συνοψίζονται από τους Καθηγητές του ΕΚΠΑ Ουρανία Τσιτσιλώνη, Ευάγγελο Τέρπο και Θάνο Δημόπουλο (Πρύτανη ΕΚΠΑ).

Πιο αναλυτικά, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Yale κατέγραψαν τις διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών με COVID-19 ως προς το ιικό φορτίο, την παραγωγή ειδικών για τον SARS-CoV-2 αντισωμάτων, τις παραγόμενες από τον οργανισμό κυτταροκίνες (διαλυτές πρωτεΐνες που ρυθμίζουν την ανοσολογική απόκριση) και τον φαινότυπο των ανοσοκυττάρων (την παρουσία δηλαδή ειδικών δεικτών σε αυτά) στο αίμα ασθενών με COVID-19. Στη μελέτη συμμετείχαν 98 ασθενείς, 47 άνδρες και 51 γυναίκες, με επιβεβαιωμένη (με μοριακό έλεγχο) λοίμωξη από τον SARS-CoV-2, που είχαν εκδηλώσει μέσης βαρύτητας νόσο και δεν είχαν λάβει θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Οι ερευνητές μέτρησαν τα επίπεδα αντισωμάτων (IgG και IgM) έναντι του SARS-CoV-2 και 71 διαφορετικών κυτταροκινών στο πλάσμα των ασθενών, και παράλληλα ανέλυσαν λεπτομερώς τα κύτταρα του αίματός τους με πολυχρωματική κυτταρομετρία ροής για την παρουσία 40 διαφορετικών επιφανειακών και ενδοκυτταρικών δεικτών. Εκτός από το φύλο, συνεκτίμησαν την ηλικία, το δείκτη μάζας-σώματος, τη θεραπευτική αγωγή που έλαβαν οι ασθενείς και τη βαρύτητα της νόσου, ενώ στην ανάλυση συμπεριελήφθη και ο χρόνος, δηλ. οι ημέρες από την εμφάνιση συμπτωμάτων και/ή εισαγωγής σε μονάδα εντατικής θεραπείας.

Ως προς το ιικό φορτίο, τα επίπεδα μεταξύ ανδρών και γυναικών με COVID-19 στην αρχή της νόσου ήταν παρόμοια. Αντίστοιχα παρόμοια μεταξύ των δύο φύλων ήταν και τα επίπεδα παραγωγής αντισωμάτων, τόσο στην αρχή αλλά και κατά την πορεία της νόσου. Από τις μελετηθείσες κυτταροκίνες, οι σχετιζόμενες με τη φλεγμονή ιντερλευκίνη-8 (IL-8) και IL-18 ήταν αυξημένες στην αρχή και η χημειοκίνη CCL5 αυξήθηκε σταδιακά κατά την πορεία της νόσου, κυρίως στους άνδρες και λιγότερο στις γυναίκες-ασθενείς. Τα αυξημένα επίπεδα αυτών των κυτταροκινών που σχετίζονται με τη φλεγμονή, είχαν αντίκτυπο και στον αριθμό συγκεκριμένων πληθυσμών από κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι ερευνητές κατέγραψαν διαφορές στα ποσοστά των μονοκυττάρων, δηλαδή κυττάρων της φυσικής ανοσίας με κύριους ρόλους να φαγοκυτταρώνουν και να καταστρέφουν τα παθογόνα που μολύνουν τον οργανισμό και να ενεργοποιούν τα λεμφοκύτταρα. Ενώ ο αριθμός των κλασικών μονοκυττάρων (που χαρακτηρίζονται από την παρουσία του δείκτη CD14 και την απουσία του CD16, είναι δηλαδή CD14+CD16-) ήταν παρόμοια μεταξύ ανδρών και γυναικών-ασθενών, τα ενδιάμεσα μονοκύτταρα (CD14+CD16+) ήταν αυξημένα στις γυναίκες. Αντίθετα, αυτά που ονομάζουμε «μη κλασικά» μονοκύτταρα (CD14-CD16+) ήταν πολύ υψηλότερα στους άνδρες με COVID-19.

Ως προς τα λεμφοκύτταρα, ενώ στην αρχή της COVID-19 δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, κατά την πορεία της νόσου οι άντρες-ασθενείς εμφάνισαν πολύ χαμηλότερα επίπεδα Τ λεμφοκυττάρων σε σχέση με τις γυναίκες. Οι γυναίκες-ασθενείς είχαν περισσότερα καλά διαφοροποιημένα και ενεργοποιημένα κυτταροτοξικά T λεμφοκύτταρα, τα οποία παρήγαγαν αρκετή ιντερφερόνη-γ όπως και παράγοντες που ενεργοποιούν άλλα κυτταροτοξικά κύτταρα (πχ. IL-15 που ενεργοποιεί τα φυσικά φονικά κύτταρα, M-CSF που ενεργοποιεί τα μακροφάγα). Αντίθετα, οι άνδρες-ασθενείς με COVID-19 εμφάνισαν χαμηλότερη ενεργοποίηση των κυτταροτοξικών Τ λεμφοκυττάρων τους και χαμηλότερη παραγωγή ιντερφερόνης-γ, στοιχεία τα οποία σε συσχέτιση με την αυξημένη ηλικία και τον υψηλότερο δείκτη μάζας-σώματος αποτέλεσαν παράγοντες δυσμενέστερης πρόγνωσης.

Συνδυάζοντας τα παραπάνω δεδομένα, φαίνεται ότι η συνολική απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος στις γυναίκες-ασθενείς με COVID-19 είναι πολύ διαφορετική από αυτή των ανδρών. Στις γυναίκες, ακόμα και προχωρημένης ηλικίας, τα χαμηλά επίπεδα παραγόμενων κυτταροκινών που σχετίζονται με τη φλεγμονή (των IL-8, IL-18 και κυρίως της CCL5) επιδρούν στα μονοκύτταρά τους σταματώντας τη μετάβασή τους προς ενδιάμεσα μονοκύτταρα, χωρίς να επηρεάζεται η λειτουργικότητα και ο αριθμός των Τ λεμφοκυττάρων. Στους άνδρες αντίθετα, τα υψηλά επίπεδα κυτταροκινών που σχετίζονται με τη φλεγμονή (IL-8, IL-18, CCL5) επιδρούν στα μονοκύτταρά τους μετατρέποντάς τα σε «μη κλασικά» (άρα και μη λειτουργικά), και συγχρόνως επιδρούν στα Τ λεμφοκύτταρά τους οδηγώντας σε μείωση του αριθμού τους. Το αποτέλεσμα είναι χαμηλή απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος, μειωμένη δυνατότητα περιορισμού της λοίμωξης από το νέο κορωνοϊό, εντονότερη φλεγμονή και τελικά, δυσμενέστερη έκβαση της COVID-19 στους άνδρες-ασθενείς.

Τα ευρήματα αυτά δίνουν για πρώτη φορά μια πιθανή εξήγηση για τις παρατηρούμενες φυλετικές διαφορές ως προς την ευαισθησία και την πρόγνωση της COVID-19. Προτείνουν επίσης, ότι λόγω των ανοσολογικών διαφορών, η θεραπευτική προσέγγιση ανδρών και γυναικών με COVID-19 μάλλον θα πρέπει να είναι και αυτή διαφορετική.

 

 

Πηγή:https://www.dikaiologitika.gr/

Οστεοπενία & οστεοπόρωση: Η ορμόνη που προστατεύει τα οστά

Μια ορμόνη που παράγεται από τον υποθάλαμο και απελευθερώνεται από την υπόφυση στον εγκέφαλο μπορεί να συμβάλει στην ενδυνάμωση των οστών και στην πρόληψη της οστεοπόρωσης, ειδικά στις γυναίκες που βρίσκονται στον στάδιο πριν την εμμηνόπαυση.

Η ορμόνη αυτή είναι η ωκυτοκίνη, γνωστή και ως «ορμόνη της αγάπης» και μπορεί να αποτελεί ισχυρό σύμμαχο στην πρόληψη της οστεοπόρωσης, σύμφωνα με τη μελέτη επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο (UNESP) στη Βραζιλία.

Η μελέτη έδειξε ότι όταν η ορμόνη χορηγήθηκε σε θηλυκά ποντίκια που βρίσκονταν στο τέλος της γόνιμης περιόδου τους, μπόρεσε να αναστρέψει την πρόδρομη κατάσταση της οστεοπόρωσης, δηλαδή τη μειωμένη οστική πυκνότητα και δύναμη των οστών και την έλλειψη ουσιών που προάγουν τον σχηματισμό των οστών.

«Η έρευνά μας επικεντρώνεται στην πρόληψη της αρχικής οστεοπόρωσης, επομένως διερευνούμε τις σωματικές διαδικασίες που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της προ-εμμηνοπαυσιακής περιόδου. Σε αυτό το σημείο της ζωής της γυναίκας μπορούν να ληφθούν μέτρα για την πρόληψη της ευθραυστότητας και των καταγμάτων οστών, τα οποία οδηγούν σε χαμηλότερη ποιότητα ζωής και μπορούν να μειώσουν ακόμη και τη διάρκειά της», αναφέρει η Δρ. Rita Menegati Dornelles, ερευνήτρια και καθηγήτρια στο UNESP.

Σύμφωνα με την ειδικό, τα ορμονικά «ορόσημα» στη ζωή των γυναικών είναι η εφηβεία και η περιεμμηνόπαυση, μια μεταβατική περίοδος που ξεκινά μερικά χρόνια πριν την εμμηνόπαυση, όταν τα ωάρια ξεκινούν σταδιακά να παράγουν λιγότερα οιστρογόνα. Τα ορόσημα αυτά σηματοδοτούν την έναρξη και το τέλος της γονιμότητας.

Στη μελέτη, οι ερευνητές χορήγησαν δύο δόσεις ωκυτοκίνης με διαφορά 12 ωρών μεταξύ τους σε 10 θηλυκούς αρουραίους ηλικίας 18 μηνών, μια ηλικία που θεωρείται αντίστοιχη με αυτή της περιεμμηνόπαυσης στους ανθρώπους.

Έπειτα από 35 ημέρες μετά τη χορήγηση της ωκυτοκίνης, οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα αίματος και ιστών από τον μηριαίο λαιμό των τρωκτικών συγκρίνοντας τα αποτελέσματα με αυτά 10 τρωκτικών ίδιας ηλικίας τα οποία όμως δεν είχαν λάβει την ορμόνη.

Τα αποτελέσματα έδειξαν πως, αντίθετα με την ομάδα ελέγχου, στους αρουραίους που χορηγήθηκε ωκυτοκίνη δεν υπήρχαν στοιχεία οστεοπενίας. «Φάνηκε πως η ωκυτοκίνη βοηθά στη ρύθμιση του κύκλου αναδιαμόρφωσης των οστών στους γερασμένους αρουραίους. Τα τρωκτικά που έλαβαν την ορμόνη παρουσίασαν αύξηση στους βιοχημικούς δείκτες που σχετίζονται με την αναγέννηση των οστών και στην έκφραση των πρωτεϊνών που υποστηρίζουν την επιμετάλλωση και τον σχηματισμό του οστίτη ιστού», υπογραμμίζει η Δρ. Dornelles.

Η ανάλυση των δειγμάτων αίματος έδειξε αυξημένη δραστηριότητα σε σημαντικούς για τον σχηματισμό των οστών δείκτες, όπως η αλκαλική φωσφατάση. «Η ουσία αυτή παράγεται από τα οστεογονικά κύτταρα και σχετίζεται με τη επιμετάλλωση. Παρατηρήσαμε, επίσης, μειωμένη δραστηριότητα της ανθεκτικής σε τρυγικό άλας όξινης φωσφατάσης, ενός δείκτη απορρόφησης των οστών», εξηγεί η καθηγήτρια.

Οι αρουραίοι με την ωκυτοκίνη είχαν αυξημένη οστική πυκνότητα. «Βρήκαμε ότι η περιοχή του μηριαίου λαιμού ήταν δυνατότερη και λιγότερο πορώδης. Η απόκριση της βιο-μηχανικής συμπίεσης ήταν καλύτερη και είχε φυσικοχημικές ιδιότητες που εγγυώνταν μεγαλύτερη πυκνότητα», κατέληξε η Δρ. Dornelles.

Οι ερευνητές σκοπεύουν να μελετήσουν στο μέλλον τις επιδράσεις της ωκυτοκίνης στην πρόληψη της οστεοπόρωσης και στους ανθρώπους.

Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημινικό έντυπο Scientific Reports.

 

 

Πηγή: https://www.onmed.gr/

Κορονοϊός: Πώς επηρεάζει τους πάσχοντες από λύκο και ρευματοειδή αρθρίτιδα

Ο λύκος και η φλεγμονώδης αρθρίτιδα δεν αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες για την Covid-19, σύμφωνα με δύο νέες μελέτες που δημοσιεύθηκαν στην επιθεώρηση Arthritis & Rheumatology.

 

«Οι άνθρωποι που έχουν προσβληθεί από λύκο ή φλεγμονώδη αρθρίτιδα έχουν τόσο κίνδυνο να αναπτύξουν μια σοβαρή μορφή της Covid-19 όσον και αυτοί που δεν εμφανίζουν αυτές τις παθολογίες», εξηγεί η Δρ. Ρουθ Φερνάντες-Ρουίς, η οποία συνυπογράφει τη μία από τις μελέτες, που πραγματοποιήθηκαν από ερευνητές της σχολής ιατρικής Grossman του πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.

Στο πλαίσιο της πρώτης μελέτης, εξετάσθηκαν από τα μέσα Απριλίου μέχρι τις αρχές Ιουνίου οι περιπτώσεις 226 ενηλίκων –στην πλειονότητά τους μαύρων, ισπανόφωνων και γυναικών– που έπασχαν από περισσότερο ή λιγότερο σοβαρές μορφές λύκου.

Στο πλαίσιο της δεύτερης μελέτης, παρακολουθήθηκαν από τον Μάρτιο περίπου 100 άνθρωποι –κυρίως λευκές γυναίκες– που έπασχαν από φλεγμονώδη αρθρίτιδα (ρευματοειδή, ψωριασική και σπονδυλοαρθρίτιδα). Ήταν όλες θετικές στην Covid-19 ή είχαν αναπτύξει συμπτώματα. Το 26% χρειάσθηκε να νοσηλευθούν και το 4% πέθαναν.

Πρόκειται για ποσοστά συγκρίσιμα με αυτά που καταγράφηκαν στο σύνολο του πληθυσμού της Νέας Υόρκης.

Οι ασθενείς με αρθρίτιδα ωστόσο, οι οποίοι υποβάλλονταν σε θεραπεία με στεροειδή φάρμακα παρά με στοχευμένα βιολογικά φάρμακα, ήταν 10 φορές πιθανότερο να νοσηλευθούν αν μολύνονταν από τον νέο κορονοϊό.

Όμως οι ερευνητές επισήμαναν πως ο κίνδυνος αυτός μπορεί να υπερεκτιμάται εξαιτίας του μικρού μεγέθους του υπό παρακολούθηση δείγματος.

(ΑΠΕ-ΜΠΕ)

 

 

Πηγή: https://www.onmed.gr/

Κορονοϊός ή κοινό κρυολόγημα; Το σύμπτωμα που κάνει τη διαφορά

Η νόσος COVID-19 και το κοινό κρυολόγημα έχουν κοινά συμπτώματα με κυρίαρχο αυτό της απώλειας όσφρησης.

Νέα επιστημονική έρευνα ανέδειξε σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα προβλήματα όσφρησης, όπως η ανοσμία που προκαλεί η COVID-19 και εκείνες που αφορούν το κοινό κρυολόγημα.

Η βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις είναι πως, παρότι οι ασθενείς με Covid-19 χάνουν την αίσθηση της όσφρησης, εξακολουθούν να αναπνέουν με ευκολία, ενώ δεν έχουν συμπτώματα όπως καταρροή ή βουλωμένη μύτη. Παράλληλα όμως, αδυνατούν να διακρίνουν τις πικρές ή γλυκές γεύσεις.

Όπως εξήγησε ο επικεφαλής ερευνητής Carl Philpott, καθηγητής στην Ιατρική Σχολή Norwich του Πανεπιστημίου της Ανατολικής Αγγλίας, η ανοσμία, βασικό σύμπτωμα της νόσου COVID-19 και κοινό σύμπτωμα του έντονου κρυολογήματος όταν φράζει η ρινική κοιλότητα, έχει άλλη διάσταση στην περίπτωση της COVID-19, δεδομένου ότι ο νέος κορονοϊός συμπεριφέρεται διαφορετικά από άλλους ιούς που προσβάλλουν το αναπνευστικό σύστημα. Συγκεκριμένα, προκαλεί ιδιαιτέρως αυξημένη φλεγμονώδη απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος, γνωστή ως «καταιγίδα κυτοκίνης», επηρεάζοντας το νευρικό σύστημα.

Ο Δρ. Philpott και οι συνεργάτες του εξέτασαν τη γεύση και την όσφρηση 10 ασθενών με COVID-19, 10 ανθρώπων με κρυολόγημα και 10 υγιών ανθρώπων που αποτελούσαν την ομάδα ελέγχου.

Διαπίστωσαν ότι η ανοσμία ήταν εντονότερη στους ασθενείς με COVID-19, οι οποίοι επιπλέον δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τις πικρές ή γλυκές γεύσεις. Η απώλεια της γεύσης στους ασθενείς με COVID-19 ήταν η σημαντικότερη διαφορά σε σχέση με την ομάδα του κρυολογήματος.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα τεστ οσμής και γεύσης δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα επίσημα διαγνωστικά εργαλεία, όπως ο έλεγχος φαρυγγικού επιχρίσματος, θα μπορούσαν όμως να φανούν χρήσιμα σε περιπτώσεις όπου τα άμεσα αποτελέσματα κρίνονται αναγκαία, ιδιαίτερα σε επίπεδο πρωτοβάθμιας περίθαλψης, στα τμήματα επειγόντων περιστατικών ή στα αεροδρόμια.

Προηγούμενες έρευνες είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο νέος κορονοϊός επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα και ότι υπάρχουν ομοιότητες με τον SARS, ο οποίος έχει διαπιστωθεί ότι εισέρχεται στον εγκέφαλο, πιθανώς μέσω των οσφρητικών υποδοχέων στη μύτη.

«Τα ευρήματά μας αναδεικνύουν, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, μια συγκεκριμένη εμπλοκή του ιού σχετικά με το κεντρικό νευρικό σύστημα σε ορισμένους ασθενείς με COVID-19. Επιπλέον, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ο νέος κορονοϊός επηρεάζει σημαντικά τους υποδοχείς γλυκών και πικρών γεύσεων, γνωστών για τον σημαντικό ρόλο τους στη φυσική ανοσία», επεσήμαναν.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό έντυπο Rhinology.

 

 

Πηγη:https://www.onmed.gr/