Ερευνητές από το Αντικαρκινικό Κέντρο Kimmel του Πανεπιστημίου Johns Hopkins ανέπτυξαν ένα αιματολογικό τεστ που μπορεί να προβλέψει την επανεμφάνιση του καρκίνου του στομάχου στους ασθενείς μετά από επέμβαση. Σύμφωνα με την ανακάλυψη αυτή, όπως περιγράφεται στη σχετική δημοσίευση στο Nature Communications, οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα αίματος 50 ασθενών με καρκίνο του στομάχου, οι οποίοι συμμετείχαν στη τρίτη φάση της δοκιμής CRITICS, μιας τυχαιοποιημένης ελεγχόμενης μελέτης με αντικείμενο τη χορήγηση χημειοθεραπείας κατά την περίοδο της εγχείρησης.
Οι επιστήμονες διεξήγαγαν ενδελεχή μελέτη ακολουθίας τόσο του ελεύθερου από κυκλοφορούντα κύτταρα DNA (cfDNA) όσο και των λευκών αιμοσφαιρίων και τα εξέτασαν για μεταλλάξεις. Η ακόλουθη αφαίρεση των πληροφοριών των λευκών αιμοσφαιρίων από το cfDNA ανέδειξε δεδομένα που οι ερευνητές μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν για να προβλέψουν την επανεμφάνιση του καρκίνου εντός εννέα εβδομάδων μετά την προεγχειρητική θεραπεία και τη χειρουργική επέμβαση.
«Πραγματοποιήσαμε αυτή τη μελέτη για να διαπιστώσουμε αν μπορούμε να προβλέψουμε την επανεμφάνιση του καρκίνου του στομάχου με μη επεμβατικές υγρές βιοψίες. Με αυτή την ενδελεχή προσέγγιση, βρήκαμε έναν εντυπωσιακά ακριβή τρόπο πρόβλεψης της επιτυχίας ή μη της θεραπείας», αναφέρει ο βασικός συγγραφέας της μελέτης, καθηγητής ογκολογίας και παθολογίας και διευθυντής του προγράμματος γενετικής και επιγενετικής στο Αντικαρκινικό Κέντρο Kimmel, Δρ. Victor Velcusescu.
Με τη σειρά του, ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, Δρ. Alessandro Leal τόνισε: «Οι ασθενείς που δεν είχαν μεταλλάξεις στο αίμα μετά την εγχείρηση θεραπεύτηκαν από τον καρκίνο, ενώ όσοι είχαν μεταλλάξεις συνήθως εκδήλωναν εκ νέου καρκίνο. Εμείς καταφέραμε να προβλέψουμε το αποτέλεσμα του κάθε ασθενούς μέσω των εξετάσεων αίματος σχεδόν εννέα μήνες νωρίτερα από ό,τι μπορούσαμε να κάνουμε μέσω της κλινικής αξιολόγησης».
Πηγή:https://www.healthweb.gr/

«Η ανοσοθεραπεία έχει αλλάξει τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τη νόσο. Όμως, έχουμε ακόμη πολύ δρόμο, καθώς ανακύπτουν κρίσιμα ερωτήματα: πώς επιλέγουμε τους ασθενείς, ποιοι είναι οι κατάλληλοι συνδυασμοί φαρμάκων, αν μπορεί να γίνει πρόβλεψη της τοξικότητας, πώς ξεπερνάμε την ανάπτυξη αντίστασης στις νέες θεραπείες και ποια είναι η βέλτιστη διάρκεια θεραπείας», ανέφερε ο κ. Ι. Μπουκοβίνας, πρόεδρος της Ένωσης Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδος (ΕΟΠΕ).
Στο μελάνωμα, που είναι η πιο επικίνδυνη μορφή καρκίνου του δέρματος, αναφέρθηκε η καθηγήτρια Ελ. Γκόγκα, διευθύντρια της Α παθολογικής κλινικής στο Λαϊκό. «Με την εισαγωγή της ανοσοθεραπείας άλλαξαν τα δεδομένα στην αντιμετώπιση ασθενών με προχωρημένο μελάνωμα. Η πενταετής επιβίωση διαμορφώνεται πλέον στο 35-40% με τη λήψη μίας ανοσοθεραπείας και με συνδυασμό φαρμάκων, το ποσοστό αυξάνεται στο 52%», σημείωσε.
Από την πλευρά του ο καθηγητής κ. Αρ. Μπάμιας, ο οποίος είναι διευθυντής στο Αττικόν αναφέρθηκε στις θετικές εξελίξεις από τη χρήση της ανοσοθεραπείας σε ασθενείς με καρκίνο του νεφρού. Όπως είπε, «η εφαρμογή της αυξάνει την επιβίωση και σε ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών επιτυγχάνεται μακροχρόνιος έλεγχος της νόσου, χωρίς ανάγκη για άλλες θεραπείες. Εξίσουν θετικά είναι τα αποτελέσματα στον καρκίνο του ουροθηλίου για τον οποίο δεν υπήρχε κανένα νέο φάρμακο εδώ και 15 χρόνια. Εδώ η ανοσοθεραπεία χορηγείται συνήθως μετά από αποτυχία της χημειοθεραπείας».
«Η ανοσοθεραπεία αποτελεί πλέον το βασικό πυλώνα θεραπείας των ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα, είτε μόνο της είτε σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία. Πολύ σύντομα όμως θα είναι εφικτή η θεραπεία και χωρίς χημειοθεραπεία χάρη στη χρήση συνδυασμού ανοσοθεραπειών», τόνισε ο καθηγητής.