Κατά 30% μπορεί να μειωθεί ο κίνδυνος εκδήλωσης καρδιακού νοσήματος, ακόμη και σε άτομα με έντονη γενετική προδιάθεση για υπέρταση, όταν αυτά υιοθετούν υγιεινό τρόπο ζωής, σύμφωνα με μελέτη που συμμετείχε το πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και δημοσιεύτηκε το 2019 στο επιστημονικό περιοδικό «Circulation».
Όπως αναφέρει ο αναπληρωτής καθηγητής μοριακής επιδημιολογίας στο τμήμα της Ιατρικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ευάγγελος Ευαγγέλου, αυτό τον καιρό ο ίδιος και οι συνεργάτες του σχεδιάζουν μία αρκετά μεγαλύτερη μελέτη, για την αποκρυπτογράφηση του γενετικού υπόβαθρου της υπέρτασης.
«Θέλουμε να εξηγήσουμε όλη εκείνη τη γενετική πληροφορία που μπορεί να έχει σχέση με το πώς τα γονίδια συμβάλλουν και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, προκειμένου να αυξήσουν την αρτηριακή πίεση στο άτομο. Στόχος μας είναι στην ουσία να βρεθούν νέα γονίδια, τα οποία συμβάλλουν στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης, και όλα αυτά να τα μεταφράσουμε σε ένα κλινικό αποτέλεσμα».
Συνταγογράφηση βάσει γενετικής «υπογραφής»
«Θέλουμε να δούμε», επισημαίνει ο κ. Ευαγγέλου, «αν αυτή η γενετική “υπογραφή” μπορεί να μεταφραστεί σε ένα συγκεκριμένο σκορ (εμείς το αποκαλούμε πολυγονιδιακό δείκτη κινδύνου).
Αυτό στην ουσία θα είναι η υπογραφή του ατόμου και με βάση αυτή την υπογραφή ο γιατρός στο μέλλον θα συνταγογραφεί ή θα υποδεικνύει τον κατάλληλο τρόπο ζωής, προκειμένου να μειωθούν οι κίνδυνοι που προέρχονται από την αρτηριακή πίεση».
Η μελέτη γίνεται σε ενάμιση εκατομμύριο άτομα και τα πρώτα αποτελέσματα βοηθούν να έχουμε μία καλύτερη εικόνα της γενετικής υπογραφής του ατόμου, λέει ο κ. Ευαγγέλου.
«Το σημαντικό είναι ότι αυτή η γενετική υπογραφή δεν αλλάζει, οπότε για αυτό είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι αλλάζοντας τον τρόπο ζωής, στην ουσία μεταβάλλουμε και τον κίνδυνο που υπάρχει μέσω αυτής της γενετικής υπογραφής Κάτι που παλιά δεν πιστεύαμε ότι μπορεί να συμβεί σε τέτοιο βαθμό».
Πηγή:https://www.dikaiologitika.gr/

«Η ανοσοθεραπεία έχει αλλάξει τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τη νόσο. Όμως, έχουμε ακόμη πολύ δρόμο, καθώς ανακύπτουν κρίσιμα ερωτήματα: πώς επιλέγουμε τους ασθενείς, ποιοι είναι οι κατάλληλοι συνδυασμοί φαρμάκων, αν μπορεί να γίνει πρόβλεψη της τοξικότητας, πώς ξεπερνάμε την ανάπτυξη αντίστασης στις νέες θεραπείες και ποια είναι η βέλτιστη διάρκεια θεραπείας», ανέφερε ο κ. Ι. Μπουκοβίνας, πρόεδρος της Ένωσης Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδος (ΕΟΠΕ).
Στο μελάνωμα, που είναι η πιο επικίνδυνη μορφή καρκίνου του δέρματος, αναφέρθηκε η καθηγήτρια Ελ. Γκόγκα, διευθύντρια της Α παθολογικής κλινικής στο Λαϊκό. «Με την εισαγωγή της ανοσοθεραπείας άλλαξαν τα δεδομένα στην αντιμετώπιση ασθενών με προχωρημένο μελάνωμα. Η πενταετής επιβίωση διαμορφώνεται πλέον στο 35-40% με τη λήψη μίας ανοσοθεραπείας και με συνδυασμό φαρμάκων, το ποσοστό αυξάνεται στο 52%», σημείωσε.
Από την πλευρά του ο καθηγητής κ. Αρ. Μπάμιας, ο οποίος είναι διευθυντής στο Αττικόν αναφέρθηκε στις θετικές εξελίξεις από τη χρήση της ανοσοθεραπείας σε ασθενείς με καρκίνο του νεφρού. Όπως είπε, «η εφαρμογή της αυξάνει την επιβίωση και σε ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών επιτυγχάνεται μακροχρόνιος έλεγχος της νόσου, χωρίς ανάγκη για άλλες θεραπείες. Εξίσουν θετικά είναι τα αποτελέσματα στον καρκίνο του ουροθηλίου για τον οποίο δεν υπήρχε κανένα νέο φάρμακο εδώ και 15 χρόνια. Εδώ η ανοσοθεραπεία χορηγείται συνήθως μετά από αποτυχία της χημειοθεραπείας».
«Η ανοσοθεραπεία αποτελεί πλέον το βασικό πυλώνα θεραπείας των ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα, είτε μόνο της είτε σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία. Πολύ σύντομα όμως θα είναι εφικτή η θεραπεία και χωρίς χημειοθεραπεία χάρη στη χρήση συνδυασμού ανοσοθεραπειών», τόνισε ο καθηγητής.