Η θερμοκρασία δέρματος στον καρπό αποκαλύπτει μελλοντικές νόσους

Ερευνητές ανακάλυψαν σε νέα μελέτη ότι η θερμοκρασία του καρπού του χεριού συνδέεται με μελλοντικό κίνδυνο νόσου.

Μελλοντικά θα μπορούσε να γίνει εφικτή η παρακολούθηση των ανθρώπων για κίνδυνο εμφάνισης νόσων μετρώντας τη θερμοκρασία του δέρματός τους.

Ερευνητές ανακάλυψαν σε νέα μελέτη ότι η θερμοκρασία του καρπού του χεριού συνδέεται με μελλοντικό κίνδυνο νόσου.

Ο Dr. Carsten Skarke, του University of Pennsylvania, δήλωσε ότι τα ευρήματα δείχνουν την πιθανότητα συνδυασμού της νέας τεχνολογίας με την παρακολούθηση της υγείας με ισχυρό νέο τρόπο.

Για παράδειγμα, υπάρχουν πολλοί που φορούν smartwatches τα οποία ήδη περιλαμβάνουν αισθητήρες θερμοκρασίας δέρματος.

Στο μέλλον, αυτή η πληροφορία ενδεχομένως μπορεί να αξιοποιηθεί με τις ομάδες περίθαλψης ως ψηφιακός βιοδείκτης για να κατανοηθεί ο κίνδυνος εμφάνισης ορισμένων νόσων.

Η συνεχής παρακολούθηση της θερμοκρασίας του καρπού μπορεί να ρίξει φως στον μελλοντικό κίνδυνο για συχνές παθήσεις όπως ο διαβήτης τύπου 2, η υπέρταση, η ηπατική νόσος και η νεφρική ανεπάρκεια.

Για τις ανάγκες της έρευνας, περισσότεροι από 92.000 συμμετέχοντες φόρεσαν αισθητήρες που παρακολούθησαν αλλαγές στη θερμοκρασία του καρπού τους για μια εβδομάδα.

Οι αλλαγές από το πρωί ως το βράδυ περιέλαβαν την κιρκαδιανή συμπεριφορά και τη συμπεριφορά ύπνου -έγερσης μαζί με την επίδραση των περιβαλλοντικών συνθηκών όπως μείωση της θερμοκρασίας πυρήνα
κατά τον ύπνο.

Tα  ευρήματα έδειξαν ότι οι καθημερινές κορυφώσεις και πτώσεις στην καμπύλη της θερμοκρασίας του καρπού θα μπορούσαν να έχουν σημασία για την υγεία. Όσο πιο επίπεδες είναι οι αλλαγές τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος χρόνιων νόσων.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι έως 73 διαφορετικές παθήσεις συνδέονταν σημαντικά με μειωμένο ρυθμό θερμοκρασίας, που σημαίνει ότι συμμετέχοντες με μικρότερη διαφορά ημέρας-νύχτας στις τιμές είχαν μελλοντικό κίνδυνο για αυτές τις νόσους.

Οι ερευνητές είδαν 91% υψηλότερο κίνδυνο για μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος, 69% αυξημένο για διαβήτη τύπου 2, υψηλότερο κατά 25% για νεφρική ανεπάρκεια και 23% υψηλότερο για υπέρταση, καθώς και 22% υψηλότερο για πνευμονία.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Nature Communications.

Πηγές:
Nature Communications.

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Συμπληρώματα τζίντζερ είναι πιθανό να μειώνουν τη φλεγμονή σε αυτοάνοσες νόσους [μελέτη]

Οι ερευνητές ελπίζουν ότι οι ενδείξεις, περιλαμβανομένων του πώς το τζίντζερ επηρεάζει τα ουδετερόφιλα θα ενθαρρύνουν γιατρούς και ασθενείς να συζητήσουν αν η λήψη συμπληρωμάτων τζίντζερ θα μπορούσε να είναι ωφέλιμη ως μέρος σχεδίου αντιμετώπισης.

Συμπληρώματα τζίντζερ ενδεχομένως μπορεί να βοηθήσουν ανθρώπους με ορισμένες αυτοάνοσες νόσους όπως ο ερυθηματώδης λύκος και η ρευματοειδής αρθρίτιδα να ελέγξουν τη φλεγμονή.

Νέα έρευνα προσθέτει ενδείξεις για τη στήριξη της επίδρασης του τζίντζερ στη λειτουργία των λευκών αιμοσφαιρίων, ιδιαίτερα των ουδετερόφιλων.

Οι ερευνητές ενδιαφέρονταν κυρίως για  τις  εξωκυτταρικές παγίδες των ουδετερόφιλων (NET) και τον ρόλο τους στον έλεγχο της φλεγμονής.

Όταν οι υγιείς άνθρωποι λαμβάνουν τζίντζερ, έδειξε η έρευνα, τα ουδετερόφιλά τους είναι πιο ανθεκτικά στα ΝΕΤ, που είναι μικροσκοπικές δομές οι οποίες προάγουν τη φλεγμονή και θρόμβωση που συμβάλλουν σε πολλές αυτοάνοσες νόσους όπως λύκο και ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Η Dr. Kristen Demoruelle, του University of Colorado School of Medicine, δήλωσε ότι υπάρχουν πολλές νόσοι στις οποίες τα ουδετερόφιλα είναι υπερδραστήρια σε μη φυσιολογικό βαθμό.

Ανακάλυψε ότι το τζίντζερ μπορεί να συμβάλλει στην αναχαίτιση των ΝΕΤ. Αυτό είναι σημαντικό επειδή είναι φυσικό συμπλήρωμα που ενδεχομένως μπορεί να είναι βοηθητικό για την αντιμετώπιση της φλεγμονής και συμπτωμάτων σε ανθρώπους με αρκετές διαφορετικές αυτοάνοσες νόσους.

Κλινική δοκιμή σε υγιείς εθελοντές έδειξε ότι καθημερινή λήψη 20 mg για μια εβδομάδα, συμπληρωμάτων τζίντζερ, ενίσχυσε τη χημική παρουσία ουσίας εντός των ουδετερόφιλων (cAMP). Αυτά τα υψηλά επίπεδα των cAMP στη συνέχεια κατέστειλαν την ανταπόκριση των NET στη νόσο.

Ο Dr. Jason Knight, του University of Michigan, δήλωσε ότι η έρευνα για πρώτη φορά δίνει ενδείξεις για το βιολογικό μηχανισμό που υπογραμμίζει τις φαινομενικά αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες στους ανθρώπους.

Οι ερευνητές ελπίζουν ότι οι ενδείξεις, περιλαμβανομένων του πώς το τζίντζερ επηρεάζει τα ουδετερόφιλα θα ενθαρρύνουν γιατρούς και ασθενείς να συζητήσουν αν η λήψη συμπληρωμάτων τζίντζερ θα μπορούσε να είναι ωφέλιμη ως μέρος σχεδίου αντιμετώπισης.

Οι ερευνητές ελπίζουν να πραγματοποιήσουν κλινικές δοκιμές με αυτοάνοσες και φλεγμονώδεις νόσους, όπως ερυθηματώδη λύκο, ρευματοειδή αρθρίτιδα και  COVID-19.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο JCI Insight.

 

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Έξυπνο χάπι για τη διάγνωση και αντιμετώπιση νόσων του εντέρου

Ερευνητές του MIT και του Boston University ανέπτυξαν έξυπνο χάπι στο μέγεθος βατόμουρου, που θα μπορούσε να φέρει την αλλαγή στη διάγνωση και θεραπεία των παθήσεων του εντέρου. Είναι η πρώτη συμβατή με την πέψη τεχνολογία που μπορεί να εντοπίσει αυτόματα και να αναφέρει σε πραγματικό χρόνο σημαντικά μόρια που θα μπορούσαν να υποδεικνύουν την ύπαρξη προβλήματος.

Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο Nature, εξελίσσει σημαντικά προηγούμενη που αναφέρθηκε το 2018 στο Science.Το νέο χάπι είναι 6 φορές μικρότερο από το πρωτότυπο. Εχει σχεδιαστεί για να εντοπίζει σημαντικά μόρια, όπως το μονοξείδιο του αζώτου και υποπροϊόντα υδρόθειου, που είναι σημαντικά σήματα φλεγμονής που σχετίζεται με ασθένειες του εντέρου.

Στο Nature οι ερευνητές ανέφεραν ότι το έξυπνο χάπι θα μπορούσε να εντοπίζει το μονοξείδιο του αζώτου, μόριο με βραχύ βίο, που συνδέεται με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου.

Tο νέο χάπι που έχει δοκιμαστεί με επιτυχία σε χοίρους, συνδυάζει ειδικά σχεδιασμένα βακτήρια με ηλεκτρονικά μέρη και μικροσκοπική μπαταρία.

Όταν τα βακτήρια αντιληφθούν ένα μόριο ενδιαφέροντος παράγουν φως. Τα ηλεκτρονικά μέρη του χαπιού, στη συνέχεια μετατρέπουν το φως σε ασύρματο σήμα που μπορεί να μεταδοθεί μέσω του σώματος σε smartphone ή υπολογιστή σε πραγματικό χρόνο καθώς το χάπι ταξιδεύει στο έντερο.

Το χάπι θα μπορούσε να ξεκλειδώσει πολλές πληροφορίες για τη λειτουργία του οργανισμού, τη  σχέση του με το περιβάλλον, την επίπτωση νόσων καθώς και τις παρεμβάσεις.

Πηγές:
MIT, Nature

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Μακρά Covid: Πόσο αυξάνει τον κίνδυνο αλλοιώσεων στα όργανα

Το ένα τρίτο των ανθρώπων που νοσηλεύονται λόγω Covid-19 εμφανίζουν «ανωμαλίες» σε πολλά όργανα μήνες μετά τη μόλυνση, σύμφωνα με νέα βρετανική μελέτη, η οποία αναμένεται να ρίξει φως στα εξουθενωτικά συμπτώματα της Long Covid.

Εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από μακρά Covid, η οποία περιλαμβάνει μια σειρά συμπτωμάτων, όπως η δύσπνοια, η κόπωση, η σύγχυση και η μείωση της πνευματικής διαύγειας, για μεγάλο διάστημα μετά τη λοίμωξη με τον ιό.

Πολλές παράμετροι που αφορούν στη μακρά Covid ωστόσο, όπως το γιατί ο Covid προκαλεί ένα τόσο ευρύ φάσμα συμπτωμάτων, παραμένουν άγνωστες.

Η μελέτη είναι η πρώτη που εξετάζει μαγνητικές τομογραφίες πολλών οργάνων -εγκεφάλου, καρδιάς, ήπατος, νεφρών και πνευμόνων- μετά τη νοσηλεία τους με Covid.

Οι επιστήμονες συνέκριναν τις τομογραφίες οργάνων 259 ενηλίκων που νοσηλεύτηκαν με Covid στο Ηνωμένο Βασίλειο την περίοδο 2020-2021 με αυτές ομάδας ελέγχου 52 ενηλίκων που δεν μολύνθηκαν με τον ιό.

Σχεδόν το ένα τρίτο των ασθενών με Covid είχαν ανωμαλίες σε περισσότερα από ένα όργανα κατά μέσο όρο πέντε μήνες μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο.

Εκείνοι που νοσηλεύτηκαν με Covid, ήταν 14 φορές πιο πιθανό να έχουν πρόβλημα στους πνεύμονες και τρεις φορές πιο πιθανό να έχουν πρόβλημα στον εγκέφαλο. Η καρδιά και το ήπαρ φάνηκαν να είναι πιο ανθεκτικά στον ιό, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Οι ανωμαλίες στον εγκέφαλο περιλάμβαναν υψηλότερο ποσοστό αλλοιώσεων στη λευκή ουσία, η οποία έχει συνδεθεί με την ήπια γνωστική εξασθένιση.

Ουλές και σημάδια φλεγμονής παρατηρήθηκαν και στους πνεύμονες.

Οι ασθενείς με προβλήματα σε πάνω από ένα όργανα, ήταν τέσσερις φορές πιο πιθανό να αναφέρουν σοβαρή ψυχική και σωματική βλάβη, που τους καθιστά ανίκανους να εκτελέσουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες, δήλωσε η επικεφαλής συγγραφέας Betty Raman από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Η μελέτη διεξήχθη κατά τη διάρκεια μιας προηγούμενης φάσης της πανδημίας, πριν από τη μαζική ανοσία που προκάλεσε ο εμβολιασμός, ενώ η προηγούμενη μόλυνση άμβλυνε τη συνολική σοβαρότητα του Covid.

Επίσης, δεν κάλυπτε τη λιγότερο σοβαρή παραλλαγή Όμικρον που παραμένει η κυρίαρχη σε όλο τον κόσμο.

Οι ασθενείς με Covid ήταν λίγο μεγαλύτερης ηλικίας και γενικά λιγότερο υγιείς από τους συμμετέχοντες στην ομάδα ελέγχου, αν και οι ερευνητές προσπάθησαν να προσαρμόσουν τα ευρήματά τους για να υπολογίσουν αυτές τις διαφορές.

Ο συν-συγγραφέας της μελέτης Christopher Brightling από το Πανεπιστήμιο Leicester δήλωσε ότι η μελέτη παρέχει «συγκεκριμένες αποδείξεις ότι προκαλούνται αλλαγές σε πολλά όργανα» μετά τη νοσηλεία των ανθρώπων με Covid.

Χαρακτήρισε το εύρημα ένα «βήμα προς τα εμπρός προκειμένου να βοηθηθούν οι άνθρωποι με μακρά Covid».

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση The Lancet Respiratory Medicine.

 

 

 

Πηγη: https://www.onmed.gr/

Μακροζωία: Έρευνα αποκαλύπτει το «κλειδί» μιας καινοτόμου αντιγηραντικής θεραπείας

Ο χρόνος περνά, αφήνοντας ένα ισχυρό αποτύπωμα στο σώμα και τον οργανισμό μας. Και ποιος δεν θα ήθελε να δείχνει για πάντα νέος; Ή να είναι τόσο δυνατός και δραστήριος όσο στα νιάτα του; Ένα τέτοιο ενδεχόμενο έμοιαζε έως τώρα ουτοπικό, όμως επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Exeter υποστηρίζουν ότι ίσως μπορεί, στο άμεσο μέλλον, να μετατραπεί σε ένα ρεαλιστικό σενάριο. Στη σχετική έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences, αναφέρεται ότι η χορήγηση φαρμάκων που εμπεριέχουν μια μικρή ποσότητα υδρόθειου (H2S) και στοχεύουν απευθείας στο εσωτερικό των κυττάρων ίσως αποδειχθεί μια καινοτόμος μέθοδος αντιγήρανσης.

Διεξάγοντας πειράματα σε σκουλήκια, η ομάδα διαπίστωσε ότι, στοχεύοντας τα κυτταρικά μιτοχόνδρια με μικρές δόσεις υδρόθειου, μέσω της χρήσης ενός μορίου που ονομάζεται AP39, μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την υγεία και τη δραστηριότητα των σκουληκιών καθώς αυτά μεγάλωναν. Η ανακάλυψη αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία, αν σκεφτεί κανείς ότι τα μιτοχόνδρια ονομάζονται αλλιώς και «δύναμη», καθώς είναι υπεύθυνα για την παραγωγή ενέργειας.

Μια δυσλειτουργία στα μιτοχόνδρια ισοδυναμεί με μια σειρά καταστάσεων που σχετίζονται με την ηλικία, όπως η φυσική γήρανση, οι νευροεκφυλιστικές ασθένειες, όπως η νόσος Πάρκινσον και η νόσος Αλτσχάιμερ, η μυϊκή δυστροφία και οι πρωτογενείς μιτοχονδριακές ασθένειες.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ένα σύνολο πρωτεϊνών που είναι υπεύθυνες για τη ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης στη γήρανση και τις στόχευσαν με το υδρόθειο, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν δυνητικές οδούς για θεραπείες που αντιμετωπίζουν τη γήρανση και τις μυϊκές παθήσεις.

Οι ερευνητές επεσήμαναν ότι τα σκουλίκια που υποβλήθηκαν στις δοκιμές παρέμειναν «δραστήρια και με υγιή φυσιολογία» μέχρι το θάνατό τους, ο οποίος επήλθε πολύ αργότερα από το αναμενόμενο.

Μια εταιρεία προσκείμενη στο Πανεπιστήμιο του Exeter έχει ήδη λάβει τα δικαιώματα για τη βασική τεχνολογία του φαρμάκου με υδρόθειο. Η εταιρεία αναπτύσσει επί του παρόντος προηγμένες ενώσεις ως πιθανά φάρμακα για την αντιμετώπιση ασθενειών που σχετίζονται με την ηλικία, συμπεριλαμβανομένης της νόσου του Huntington και παθήσεων της παιδικής ηλικίας, όπως η μυϊκή δυστροφία.

«Αυτή η μελέτη δεν έχει να κάνει με την παράταση της ζωής, αλλά με τη διασφάλιση μιας πιο υγιούς ζωής μέχρι τα βαθιά γεράματα, εξέλιξη που θα μπορούσε να έχει τεράστια οφέλη για την κοινωνία», λέει ο Matt Whiteman, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Exeter. «Είμαστε ενθουσιασμένοι που βλέπουμε τα ευρήματα της έρευνας να εξελίσσονται και ελπίζουμε ότι μια μέρα θα αποτελέσουν τη βάση για τη δημιουργία νέων θεραπειών».

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Πρόγραμμα δια-βίου μάθησης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης «Πιστοποίηση Χρήστη DDART»

Πρόγραμμα δια βίου μάθησης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης «Πιστοποίηση Χρήστη DDART».

Έναρξη υποβολής αιτήσεων: 21/9/2023
Καταληκτική ημερομηνία: 25/10/2023

Η υποβολή των αιτήσεων γίνεται μόνο ηλεκτρονικά μέσω της ιστοσελίδας https://kedivim.duth.gr/

 

ενημερωτικό_δελτίο_GP

 

με εκτίμηση
Δημήτρης Αγγελώνιας

Μονάδα Οφθαλμικής Έρευνας και Καινοτομίας
Πανεπιστημιακή Οφθαλμολογική Κλινική
Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
1ο Κτίριο Ιατρικής Σχολής
Πανεπιστημιούπολη, Δραγάνα – Αλεξανδρούπολη, 68 100
τηλ: 2551030990 –  e-mail: [email protected]
# # # # # # # # # # # # # #
Opthalmic Research and Innovation Unit
Department of Ophthalmology
Democritus University of Thrace
Administrative Building
University Campus, Dragana – Alexandroupoli, 68 100
Tel: (+30) 2551030990 – e-mail: [email protected]

Προστάτης: 11 γονίδια σχετίζονται με τον επιθετικό καρκίνο

Ένα βήμα πιο κοντά στη λύση του μυστηρίου του επιθετικού καρκίνου του προστάτη, βρίσκονται οι επιστήμονες καθώς εντοπίστηκαν μεταλλάξεις σε έντεκα γονίδια.

Διεθνής ερευνητική ομάδα με επικεφαλής επιστήμονες του Κέντρου Γενετικής Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολή Keck του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνιας(USC) και του Κέντρου «USC Norris Comprehensive Cancer Center» εντόπισε μεταλλάξεις σε 11 γονίδια, που σχετίζονται με την μορφή του επιθετικού καρκίνου του προστάτη.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σε κλίμακα μελέτη για τον καρκίνο του προστάτη που έγινε ποτέ και αφορά στη διερεύνηση των εξωνίων, δηλαδή των βασικών τμημάτων του γενετικού κώδικα που περιέχουν τις οδηγίες για την παραγωγή πρωτεϊνών. Οι επιστήμονες ανέλυσαν δείγματα αίματος από περίπου 17.500 ασθενείς ευρωπαϊκής καταγωγής με καρκίνο του προστάτη, από τους οποίους οι 9.185 είχαν επιθετική νόσο και οι 8.361 όχι, και συνέκριναν τη συχνότητα των μεταλλάξεων μεταξύ των δύο ομάδων.

Μεταλλάξεις και κίνδυνος

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «JAMA Oncology», αποκάλυψε μεταλλάξεις που σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο για πιο επιθετικό και θανατηφόρο καρκίνο του προστάτη και οι οποίες δεν περιλαμβάνονται επί του παρόντος σε πίνακες γενετικών εξετάσεων.

Διαπίστωσαν επίσης ότι κάποια γονίδια που αποτελούν σήμερα μέρος τέτοιων γενετικών εξετάσεων δεν συνδέονται με τον κίνδυνο για επιθετική νόσο, αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

«Τα αποτελέσματα δεν είναι απολύτως οριστικά, αλλά είναι σαφές ότι πρέπει να γίνει περισσότερη δουλειά για να καθοριστεί σε ποια γονίδια θα πρέπει να επικεντρωθούν οι ογκολόγοι στις εξετάσεις», επισημαίνει ο καθηγητής Δημόσιας Υγείας στην Ιατρική Σχολή Keck, Κρίστοφερ Χάιμαν, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης.

Αυξημένος κίνδυνος

Κάποιες μεταλλάξεις που βρέθηκαν στη μελέτη, εμφανίστηκαν και σε ορισμένους ασθενείς που δεν είχαν επιθετική νόσο. «Αυτό υποδηλώνει ότι μεταλλάξεις σε αυτούς τους ανθρώπους μπορεί να τους θέτουν σε μεγαλύτερο κίνδυνο να γίνει ο καρκίνος τους αργότερα πιο προχωρημένος. Ενώ ο έλεγχος επικεντρώνεται σε άνδρες με προχωρημένη νόσο ή οικογενειακό ιστορικό, η εύρεση ασθενών με λιγότερο προχωρημένη νόσο που φέρουν αυτές τις γενετικές παραλλαγές μπορεί να τους επιτρέψει να λάβουν στοχευμένες μορφές θεραπείας νωρίτερα», εξηγεί ο κ. Χάιμαν.

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι τα αποτελέσματα της έρευνας θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη θεραπεία και να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζεται ο κίνδυνος επιθετικής νόσου.

 

 

Πηγη: https://healthpharma.gr

Τριγωνελίνη: Συστατικό προφυλάσσει τον εγκέφαλο απ’ τη γήρανση

Σύμμαχος για την ενίσχυση της μνήμης μας αποδεικνύεται ο καφές, η τριγωνέλλα και το ραπανάκι, καθώς το κοινό συστατικό που περιέχουν (αλκαλοειδές τριγωνελίνη), προάγει τη γνωστική λειτουργία, αλλά και την αντίληψή μας για το περιβάλλον.

Σύμφωνα με τους ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Τσουκούμπα της Ιαπωνίας το μοντέλο αυτό χρησιμοποίησαν σε μοντέλα ποντικιών με επιταχυνόμενη γήρανση. Οι επιστήμονες έδιναν στα ποντίκια ένα υδάτινο παρασκεύασμα με τριγωνελίνη επί 30 μέρες στα μισά ποντίκια και σκέτο νερό στα άλλα μισά, για σύγκριση.

Τα αποτελέσματα της μελέτης, δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Geroscience.

H επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας Χιρόκο Ισόντα, καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Επιστημών Υγείας και Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου της Τσουκούμπα, επεσήμανε πως η αναζήτηση για λειτουργικές φυσικές ενώσεις που μπορούν να βελτιώσουν τη γνωστική έκπτωση που προκαλεί η γήρανση, τελευταία, αποτελεί το επίκεντρο των επιστημονικών ερευνών στο πλαίσιο των προσπαθειών για γήρανση με υγεία.

Οι νευροεκφυλιστικές διαταραχές θα αποτελούν τη δεύτερη αιτία θνησιμότητας ως το 2040

Η έκπτωση γνωστικών λειτουργιών περιλαμβάνει αδυναμία επίλυσης των προβλημάτων

Γνωστική εξασθένηση

Η έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών λόγω γήρανσης, αφορά βλάβες όπως η βραδύτερη επίλυση προβλημάτων, η μειωμένη δυνατότητα λογικής αντιμετώπισης πρωτόγνωρων προβλημάτων, η μειωμένη ταχύτητα αντίληψης, η μείωση της μνήμης και η περιορισμένη αντίληψη του χώρου. Αποτελεί ένα από τα πιο συνήθη προβλήματα υγείας στους ηλικιωμένους.

Υπολογίζεται ότι η γνωστική εξασθένηση επηρεάζει πάνω από το 11,7% των ενηλίκων ηλικίας 65 ετών και άνω, με τον επιπολασμό να αυξάνεται σε περίπου 40% σε άτομα ηλικίας 80 ετών και άνω. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), οι νευροεκφυλιστικές διαταραχές θα κατέχουν τη δεύτερη θέση όλων των φυσικών αιτιών θνησιμότητας ως το 2040.

Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής παγκοσμίως, ιδιαίτερα στις προηγμένες χώρες, συμβάλλει σε σημαντική αύξηση της παγκόσμιας συχνότητας γνωστικής εξασθένησης.

Η γνωστική γήρανση μειώνει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων, επιβαρύνει τους παρόχους και τα συστήματα περίθαλψης και επιβάλλει σημαντικά οικονομικά βάρη στις οικογένειες και την κοινωνία στο σύνολό της. Ως εκ τούτου, είναι επιτακτική ανάγκη να ληφθούν προληπτικά μέτρα για την υποστήριξη της υγείας του εγκεφάλου στους ηλικιωμένους ενήλικες και την προώθηση της υγιούς γήρανσης σε ευρύτερη κλίμακα.

Όπως σημειώνεται στη σχετική μελέτη, η τριγωνελίνη, αναμενόταν να έχει ιδιότητες γνωστικής ενίσχυσης. Σε αυτή τη μελέτη, οι ερευνητές διερεύνησαν τις επιδράσεις της στη μνήμη και τη χωρική μάθηση, δηλαδή την απόκτηση, διατήρηση, δομή και εφαρμογή πληροφοριών που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον, τόσο από την πλευρά της γνωστική λειτουργίας όσο και από την πλευρά της μοριακής βιολογίας.

Οι διαπιστώσεις

Η χορήγηση της τριγωνελίνης επί 30 ημέρες, έδειξε σημαντική βελτίωση στη χωρική μάθηση και απόδοση μνήμης σε σύγκριση με τα ποντίκια που δεν έλαβαν τριγωνελίνη.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές πραγματοποίησαν μεταγραφική ανάλυση ολόκληρου του γονιδιώματος του ιππόκαμπου από τον εγκέφαλο των ποντικιών, για να εξερευνήσουν τους υποκείμενους μοριακούς μηχανισμούς.

Βρήκαν ότι τα μονοπάτια σηματοδότησης που σχετίζονται με την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος, τη μιτοχονδριακή λειτουργία, τη σύνθεση ATP, τη φλεγμονή, την αυτοφαγία και την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών ρυθμίστηκαν σημαντικά στην ομάδα της τριγωνελίνης.

Επιπλέον, διαπίστωσαν ότι η τριγωνελίνη κατέστειλε τη φλεγμονή στους νευρικούς ιστούς του εγκεφάλου, εμποδίζοντας την ενεργοποίηση του μεταγραφικού παράγοντα NF-κB που προκαλείται από τον παράγοντα σηματοδότησης Traf6. Επιπλέον, η ποσοτική ανάλυση πρωτεϊνών επιβεβαίωσε ότι τα επίπεδα των φλεγμονωδών κυτοκινών TNF-α και IL-6 μειώθηκαν σημαντικά και τα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών ντοπαμίνης, νοραδρεναλίνης και σεροτονίνης αυξήθηκαν σημαντικά στον ιππόκαμπο.

Όλα τα παραπάνω ευρήματα υποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα της τριγωνελίνης στην πρόληψη και τη βελτίωση της διαταραχής της χωρικής μαθησιακής μνήμης που σχετίζεται με την ηλικία.

Η διαδικασία έκπτωσης

Από την έναρξη της θεωρίας της γνωστικής γήρανσης στα μέσα της δεκαετίας του 1960, οι τεχνολογικές εξελίξεις μας έχουν προσφέρει μια καλύτερη κατανόηση των νευρικών μηχανισμών που κρύβονται πίσω από τη γνωστική γήρανση.

Ένα κοινό φαινόμενο της γνωστικής γήρανσης είναι η νευροφλεγμονή, που χαρακτηρίζεται από αύξηση των προφλεγμονωδών κυτοκινών στον εγκέφαλο, συμπεριλαμβανομένου του παράγοντα νέκρωσης όγκου-άλφα (TNFα) και της ιντερλευκίνης 6 (IL6). Η νευροφλεγμονή όχι μόνο οδηγεί σε βλάβη και δυσλειτουργία των νευρώνων και άλλων εγκεφαλικών κυττάρων, αλλά επίσης διαταράσσει την ισορροπία των νευροδιαβιβαστών όπως η ντοπαμίνη (DA), η νοραδρεναλίνη (NA), η σεροτονίνη (5-HT) και το γάμμα-αμινοβουτυρικό οξύ (GABA) στο εγκεφάλου, με αποτέλεσμα την εξασθενημένη μετάδοση σημάτων και γνωστικών διεργασιών. Ως εκ τούτου, μια αυξανόμενη εστίαση είναι στην αντιμετώπιση της νευροφλεγμονής και στην αποκατάσταση της ισορροπίας των νευροδιαβιβαστών ως βασικούς ερευνητικούς τομείς για την ανακούφιση της γνωστικής έκπτωσης και την υποστήριξη της υγιούς γνωστικής γήρανσης.

Φάρμακο η τροφή

Τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι ορισμένα λειτουργικά τρόφιμα, ποτά και φυσικές βιοδραστικές ενώσεις διαθέτουν νευροπροστατευτικές ιδιότητες και μπορούν να επιβραδύνουν αποτελεσματικά την εξέλιξη της γήρανσης του εγκεφάλου. Αυτές οι ενώσεις έχουν επιδείξει διάφορα οφέλη, όπως μείωση της νευροφλεγμονής, αποκατάσταση της ισορροπίας των νευροδιαβιβαστών και προώθηση της νευρωνικής διαφοροποίησης, όλα τους με τις ελάχιστες ανεπιθύμητες ενέργειες.

 

 

Πηγη: https://healthpharma.gr

Αύξηση λοιμώξεων από στρεπτόκοκκο ομάδας Α στα παιδιά μετά την πανδημία

Θεωρίες Ανοσιακού Χρέους, Ανοσιακού Κενού Ή Ανοσιακή δυσλειτουργία

Ο στρεπτόκοκκος της ομάδας Α αντιπροσωπεύει την πιο κοινή αιτία βακτηριακής φαρυγγίτιδας σε παιδιά σχολικής ηλικίας. Οι λοιμώξεις από στρεπτόκοκκο προκαλούν συνήθως μια ήπια ασθένεια που περιλαμβάνει πονόλαιμο, πονοκέφαλο, πυρετό και κάποιες φορές συνοδεύεται από το όστρακιοειδές εξάνθημα.

Στην Ευρώπη κορυφώνεται κατά τους χειμερινούς μήνες και στις αρχές της άνοιξης. Συχνά αναφέρονται κρούσματα σε νηπιαγωγεία και σχολεία. Η φαρυγγίτιδα από στρεπτόκοκκο της ομάδας Α διαγιγνώσκεται με δοκιμή ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου, με μοριακές τεχνικές ή και με καλλιέργεια φαρυγγικού επιχρίσματος, ενώ αντιμετωπίζεται με αντιβιοτικά και υποστηρικτική αγωγή.

Σε σπάνιες περιπτώσεις ο στρεπτόκοκκος της ομάδας Α μπορεί να προκαλέσει μια σοβαρή, απειλητική για τη ζωή λοίμωξη γνωστή ως διεισδυτικός στρεπτόκοκκος ομάδας Α, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί ως βακτηριαιμία, πνευμονία ή λοίμωξη δέρματος και οστών (κυτταρίτιδα, οστεομυελίτιδα, νεκρωτική απονευρωσίτιδα). Ενώ κάποιες φορές επιπλέκεται με μεταστρεπτοκοκκικές νόσους του ρευματικού πυρετού ή της οξείας σπείραματονεφρίτιδας.
Από τον Σεπτέμβριο του 2022, πολλές ευρωπαϊκές χώρες (Ιρλανδία, Γαλλία, Ολλανδία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασιλείο), αναφέρουν στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), αύξηση των περιπτώσεων λοίμωξης από διεισδυτικό στρεπτόκοκκο ομάδας Α σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των δέκα ετών (η διεισδυτική λοίμωξη, από τον στρεπτόκοκκο ομάδας Α, δεν επιτηρείται στην Ελλάδα).

Κατά την ίδια χρονική περίοδο από την Ιρλανδία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρονται αρκετοί θάνατοι που σχετίζονται με διεισδυτικό στρεπτόκοκκο ομάδας Α σε παιδιά ηλικίας κάτω των δέκα ετών. Στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αύξηση αυτών των κρουσμάτων από διεισδυτικό στρεπτόκοκκο ομάδας Α που παρατηρήθηκε σε παιδιά, ήταν αρκετές φορές υψηλότερη από τα προ πανδημικά επίπεδα, για την αντίστοιχη χρονική περίοδο. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι λοιμώξεις αυτές ακολούθησαν μια περίοδο μειωμένης συχνότητας, που παρατηρήσαμε κατά τη διάρκεια της πανδημίας από COVID-19. Αυτό πιθανότατα οφειλόταν στα μέτρα που έλαβαν πολλοί άνθρωποι κατά τη διάρκεια της πανδημίας για να αποτρέψουν την εξάπλωση της μόλυνσης από COVID-19 (π.χ. κλείσιμο σχολείων και χώρων εργασίας, χρήση προστατευτικής μάσκας, κοινωνική αποστασιοποίηση, κτλ).

Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων πιθανολογείται ότι η αύξηση των κρουσμάτων διεισδυτικής νόσου από τον στρεπτόκοκκο ομάδας Α συσχετίζεται με την πρόσφατη αύξηση της κυκλοφορίας πολλών αναπνευστικών ιών, συμπεριλαμβανομένης της εποχικής γρίπης και του αναπνευστικού συγκυτιακού ιού (RSV), καθώς η ταυτόχρονη λοίμωξη ιών με τον στρεπτόκοκκο ομάδας Α, ευνοεί την εκδήλωση διεισδυτικής νόσου.

Αν και η συλλογή των δεδομένων συνεχίζεται, τα πρώιμα στοιχεία σχετικά με την ταυτοποίηση του μικροοργανισμού, υποδηλώνουν ότι η αύξηση των κρουσμάτων δεν σχετίζεται με ένα συγκεκριμένο ή ένα νέο στέλεχος, αλλά ούτε με την αύξηση της αντοχής του στα αντιβιοτικά. Παρόμοια στοιχεία και δεδομένα για το θέμα λαμβάνουμε και από την αντίστοιχη επιτήρηση του αμερικανικού Kέντρου Eλέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC).

Διάφορες ερευνητικές μελέτες δημοσιεύθηκαν προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουν το αποτύπωμα της πανδημίας στις επιδημιολογικές διαφοροποιήσεις των λοιμώξεων. Αναπτύχθηκαν θεωρίες σχετικά με το μηχανισμό ο οποίος επηρέασε την πιθανή τροποποίηση στην επιδημιολογία όχι μόνο του στρεπτόκοκκου ομάδας Α αλλά και των υπολοίπων λοιμώξεων.

Στην θεωρία του “Ανοσιακού Χρέους” υποστηρίζεται ότι, οι μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας για τον έλεγχο της διάδοσης της νόσου, όπως κλείσιμο σχολείων – χώρων εργασίας, χρήση προστατευτικής μάσκας, κοινωνική αποστασιοποίηση κτλ, είχαν ως αποτέλεσμα την έλλειψη ανοσοδιέγερσης έναντι διαφόρων παθογόνων και μείωση της ανοσίας της αγέλης, καθιστώντας τα παιδιά πιο ευάλωτα σε αυτές τις λοιμώξεις.

Υποστηρικτές της θεωρίας συμφωνούν πλήρως ότι τα μέτρα που εφαρμόστηκαν για τον περιορισμό της πανδημίας COVID-19 ήταν απαραίτητα, όπως επίσης ότι σε κάθε θεραπευτικό μετρό μπορεί να προκύψουν απροσδόκητες συνέπειες. Ενώ αφήνουν αδιευκρίνιστο αν τα συγκεκριμένα μέτρα αποδυναμώνουν της ανοσοποιητικές ικανότητες των ατόμων και γίνεται λόγος για την προσαρμοστική ανοσία ορισμένων παιδιών σε συγκεκριμένα παθογόνα.
Αρνητές της συγκεκριμένης θεωρίας αναφέρουν ότι το “ανοσιακό χρέος” είναι ένας παραπλανητικός όρος και βλέπουν την κατάσταση περισσότερο ως ένα ελαφρύ “κενό στην εκπαίδευση του ανοσοποιητικού” που θα καλυφθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ωστόσο είναι επιφυλακτικοί γιατί υπάρχουν ορισμένα πράγματα που δεν μπορούν ακόμα να εξηγηθούν.

Όπως η ανοσιακή δυσλειτουργία που προκαλείται από κάποιους ιούς, αν και αυτή παρατηρείται πιο συχνά στο πλαίσιο των χρόνιων ιογενών λοιμώξεων και περιλαμβάνει τεκμηριωμένη εξάντληση των Τ κυττάρων. Η μακρόχρονη δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συνήθως δεν προκαλείται από οξείες λοιμώξεις. Με τα περισσότερα παιδιά που έχουν μολυνθεί από SARS-CoV-2 και ενώ εμφανίζουν ήπια συμπτώματα στο COVID-19, είναι απίθανο οι επόμενες υπερβολικές ανοσολογικές απαντήσεις τους σε άλλες λοιμώξεις να συνδέονται με την επαγόμενη από τον SARS-CoV-2 ανοσοποιητική δυσλειτουργία. Ορισμένοι επιστήμονες αρχίζουν να αναρωτιούνται εάν αυτό μπορεί να ισχύει.

Σήμερα μετά την πανδημία βλέπουμε παιδιά ηλικίας 5 και 6 ετών να νοσούν για πρώτη φορά από διάφορες λοιμώξεις, ενώ σε διαφορετική περίπτωση θα είχε συμβεί αυτό σε ηλικία 2 ή 3 ετών. Βιώνουν λοιπόν αυξημένες φλεγμονώδεις αποκρίσεις τώρα σε μεταγενέστερες ηλικίες επειδή το ανοσοποιητικό τους σύστημα είναι πιο ανεπτυγμένο και επομένως ανταποκρίνεται με πιο έντονο τρόπο που μπορεί να περιλαμβάνει καταιγίδα κυτοκινών και εκτεταμένη φλεγμονή;

Μία άλλη πολύ σημαντική πτυχή του θέματος είναι εκείνη που σχετίζεται με τα μητρικά αντισώματα.Τουλάχιστον για τα πολύ μικρά παιδιά, υπάρχει η υπόθεση ότι μπορεί να έχουν χάσει σημαντικό όφελος που συνήθως παρέχεται από τα μητρικά αντισώματα που αποκτώνται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Θα μπορούσε να υπάρχει ένα κενό στην κάλυψη των μητρικών αντισωμάτων, με τις έγκυες γυναίκες να προστατεύονται περισσότερο από το συνηθισμένο, για την έκθεση τους σε ιούς και λοιμώξεις γενικότερα, σε σύγκριση με τα χρόνια πριν την πανδημία.

Σχετικά με τον long COVID-19, ο οποίος εξακολουθεί να μην είναι ξεκάθαρο πώς ορίζεται και γιατί κάποιοι τον παθαίνουν και άλλοι όχι, υπάρχει μία ασάφεια και ως προς το τι αντίκτυπο έχει στο ανοσοποιητικό σύστημα. Σε άτομα με long COVID-19, δεν θα ήταν έκπληξη να δούμε μια επιζήμια επίδραση στο πόσο καλά το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί στη συνέχεια να αντιμετωπίσει άλλες λοιμώξεις, και θα χρειαστεί χρόνος για να καθοριστεί εάν αυτό συμβαίνει.

Πολλοί άνθρωποι θα υποστήριζαν τώρα ότι η πανδημία και ίσως ο επείγον χαρακτήρας της έχει τελειώσει αλλά εξακολουθούμε να ζούμε στις επιπτώσεις και τις συνέπειες της.

Το θέμα της ανοσολογίας συνεχίζει να βρίσκεται στο προσκήνιο του μυαλού μας, για παράδειγμα, η αναζωπύρωση των αναπνευστικών λοιμώξεων επηρεάζει την καθημερινή ζωή οποιουδήποτε με παιδιά ή αλληλεπιδρά με αυτά. Θα είναι ενδιαφέρον στο μέλλον να μάθουμε τις απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις σχετικά με το ανοσιακό κενό και τη ανοσιακή δυσλειτουργία. Παρά τις δυσκολίες και την τραγωδία που ζήσαμε στην πανδημία, ήταν και θα συνεχίσει να είναι, μια έντονη περίοδος μάθησης για τον τομέα της ανοσολογίας.


Βιβλιογραφία
Increase in Invasive Group A Strep Infections, 2022-2023 | Center for Disease Control Prevention
Increase in Invasive Group A streptococcal infections among children in Europe, including fatalities, European Centre for Disease Prevention and Control
Pathogenesis, epidemiology and control of Group A Streptococcus infection, Nature Reviews Microbiology | Volume 21 | July 2023 | 431–447
Belingheri M, Paladino ME, Piacenti S, Riva MA. Effects of COVID-19 lockdown on epidemic diseases of childhood. J Med Virol 2021;93(1):153–4.
Brueggemann AB, Jansen van Rensburg MJ, Shaw D, McCarthy ND, Jolley KA, Maiden MCJ, et al. Changes in the incidence of invasive disease due to Streptococcus pneumoniae, Haemophilus influenzae, and Neisseria meningitidis during the COVID-19 pandemic in 26 countries and territories in the Invasive Respiratory Infection Surveillance Initiative: a prospective analysis of surveillance data. Lancet Digit. Health 2021;3(6):e360–70.
Cohen R, Ashman M, Taha MK, Varon E, Angoulvant F, Levy C, et al. Pediatric Infectious Disease Group (GPIP) position paper on the immune debt of the COVID-19 pandemic in childhood, how can we fill the immunity gap? Infect Dis Now 2021;51(5):418–23.
Division of BioMedical Sciences, Faculty of Medicine, Memorial University, St. John’s, Canada. Public Health and Microbiology Laboratory, Eastern Health, St. John’s, Canada. VIRAL IMMUNOLOGY Volume 36, Number 1, 2023 a Mary Ann Liebert, Inc. Pp. 1–2
DOI: 10.1089/vim.2022.0204

Μάριος Ι. Φλέσσας

 

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Συγγενής CMV, ένας πρωταγωνιστής μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας

Ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV) για τους περισσότερους είναι μια μικρής σημασίας λοίμωξη. Τα όποια συμπτώματα, αν εμφανιστούν, είναι τις περισσότερες φορές ήπια, όπως μια αόριστη δυσφορία και ίσως πονόλαιμος. Για κάποιους όμως ο CMV θα είναι καθοριστικής σημασίας για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Πρόκειται για έναν πολύ κοινό ιό που θα προσβάλει το 75% των ανθρώπων κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Είναι η πιο συχνή συγγενής λοίμωξη παγκοσμίως με ποσοστό που κυμαίνεται από 0.2%-2,2% επί των γεννήσεων, καθώς και ο πλέον συχνός λόγος απώλειας ακοής. Κλινικά είναι πολύ δύσκολο να διαγνωσθεί καθώς το 90% των ανθρώπων που μολύνονται δεν θα εμφανίσουν συμπτώματα και το υπόλοιπο 10% που θα εμφανίσει θα είναι ήπια όπως ενός κοινού κρυολογήματος. Αποτέλεσμα είναι να περνάει απαρατήρητος στην πλειοψηφία των ασθενών.

Επιδημιολογικά η βιβλιογραφία δείχνει ότι κάποιοι πληθυσμοί έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο λοίμωξης από τον CMV.

Μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος χώρες έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά επιπολασμού και είναι ενδιαφέρον όσον αφορά τη συγγενή λοίμωξη, ότι οι γυναίκες σε χώρες με τον υψηλότερο επιπολασμό έχουν και υψηλότερο κίνδυνο να κολλήσουν τον ιό κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, είτε λόγω έκθεσης είτε λόγω επανενεργοποίησης του ιού. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην αρχή της αναπαραγωγικής ηλικίας 25% των γυναικών θα είναι οροθετικές και κατά το τέλος αυτής θα έχει φτάσει το 81%. Που σημαίνει ότι ο επιπολασμός αυξάνεται με την ηλικία, κάτι που θα έχει μεγαλύτερη επίπτωση στην οροθετικοποίηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Τα παραπάνω δείχνουν ότι μια γυναίκα που προσπαθεί για εγκυμοσύνη μπορεί να κολλήσει τον ιό ανεξάρτητα από την κοινωνικό – οικονομική κατάσταση, ηλικία , και το αν έχει βρεθεί θετική στο παρελθόν.

Ο CMV ανήκει στην οικογένεια των ερπετοϊών ,και όπως όλοι οι άλλοι ιοί αυτής της οικογένειας που μολύνουν τον άνθρωπο, μπορεί να εισέλθει σε ένα κύτταρο και μπορεί να προκαλέσει ή να μην προκαλέσει συμπτωματική λοίμωξη, αλλά μετά την έκθεσή του, παραμένει στο σώμα σε λανθάνουσα μορφή για μια ζωή και μπορεί να επανενεργοποιηθεί αργότερα. Καταστάσεις ανοσοκαταστολής, όπως αυτή της εγκυμοσύνης μπορεί να επανενεργοποιήσουν τον ιό, αλλά στην περίπτωση αυτή τα προϋπάρχοντα αντισώματα θα μειώσουν τον κίνδυνο προσβολής του εμβρύου από τον ιό. Θα πρέπει όμως να πούμε ότι δεν μηδενίζεται ο κίνδυνος, και λόγω της επαναλοίμωξης αλλά και λόγω της πιθανότητας λοίμωξης με ένα νέο ή διαφορετικό στέλεχος του Ιού.

Η αντίληψη ότι μωρά που γεννήθηκαν από οροθετικές μητέρες δεν διατρέχουν κίνδυνο δεν είναι πλέον αληθής. Είναι μεν σπάνια, αλλά 1% με 3% των εμβρύων που εκτέθηκαν σε μη πρωτογενή λοίμωξη θα μολυνθούν από τον ιό. Επιπλέον σε μία μελέτη εκτιμήθηκε ότι 75% των εμβρυικών λοιμώξεων από CMV οφείλεται σε επαναλοίμωξη και επανενεργοποίηση του ιού. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο κίνδυνος για συγγενής λοίμωξη είναι μεγαλύτερος σε εγκύους που δεν έχουν εκτεθεί ποτέ στον ιό, με το ποσοστό κάθετης μετάδοσης να είναι 30% στην πρωτογενή λοίμωξη.

Τα συμπτώματα που μπορεί να παρουσιάσει μία έγκυος ακόμα και με πρωτογενή λοίμωξη είναι ασαφή, δίκην ήπιας γρίπης για παράδειγμα. Και αυτό θα συμβεί σε ένα 10%, με το υπόλοιπο 90% να είναι ασυμπτωματικό. Κάποια από τα πιο συχνά συμπτώματα είναι πυρετός, κόπωση, μυαλγίες και άλλα λιγότερο συχνά όπως εξάνθημα που μπορεί να υπάρχει στo ένα τρίτο των συμπτωματικών ασθενών. Από τον αιματολογικό έλεγχο αυξημένα ηπατικά ένζυμα και χαμηλά αιμοπετάλια μπορεί να έχουμε και στον CMV, αλλά και σε καταστάσεις όπως η προεκλαμψία ή το σύνδρομο ΗΕLLP. Τα παραπάνω καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την διάγνωση και αναγνώριση των ασθενών με CMV κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Ο υπερηχογραφικός έλεγχος κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να αποκαλύψει ευρήματα μη ειδικά που υποδηλώνουν πιθανή συγγενή λοίμωξη ( IUGR, ασκίτης, μικροκεφαλία, ηχογενές έντερο κλπ.). Στην περίπτωση αυτή η διερεύνηση του αμνιακού υγρού είναι απαραίτητη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η SMFM (Society for Maternal Fetal Medicine) συστήνει τη διενέργεια CMV PCR όταν γίνεται αμνιοπαρακέντηση κατά τον έλεγχο σε IUGR έμβρυα. Αποτελεί ένα αξιόπιστο εργαλείο καθώς μελέτες έχουν βρει ότι η διενέργει PCR στο αμνιακό υγρό σε έμβρυα με υποψία CMV ήταν περίπου 75% έως 100% αποτελεσματική στην πρόβλεψη της παρουσίας πρωτοπαθούς λοίμωξης από CMV. Διαπίστωσαν επίσης έως και 95% αρνητική τιμή πρόβλεψης. Αρκετά συχνά δε, κατά τη διενέργεια εξετάσεων μετά από υπερηχογραφικά ευρήματα, ανακαλύπτουμε ότι η έγκυος είχε προσβληθεί από τον ιό νωρίτερα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, χωρίς να εμφανίσει συμπτώματα.

Η διενέργεια εξετάσεων με τα αντισώματα IgG/IgM μπορεί να βοηθήσει στον καθορισμό της χρονικής στιγμής κατά την οποία έλαβε χώρα η έκθεση στον ιό. Η θετικοποίηση του IgM από μόνο του, σημαίνει μεν πρόσφατη λοίμωξη, αλλά υπάρχει διακύμανση μεταξύ των διαγνωστικών προσδιορισμών IgM, υποδεικνύοντας ότι οι προσδιορισμοί είναι λιγότερο τυποποιημένοι και επομένως δυνητικά λιγότερο αξιόπιστοι. Επίσης το IgM έχει και διασταυρούμενη αντιδραστικότητα των αντισωμάτων (για παράδειγμα με τον Ιό EBV). Επομένως, η διάκριση της πρωτοπαθούς μόλυνσης από CMV απαιτεί και την ανίχνευση χαμηλής τιμής IgG.

Όσον αφορά μετά τη γέννηση, σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), η συγγενής λοίμωξη από CMV διαγιγνώσκεται με ανίχνευση CMV DNA στα ούρα, στο σάλιο (προτιμώμενα δείγματα) ή στο αίμα, εντός τριών εβδομάδων μετά τη γέννηση. Η μόλυνση δεν μπορεί να διαγνωστεί χρησιμοποιώντας τεστ που ανιχνεύουν αντισώματα κατά του CMV. Η συγγενής λοίμωξη από CMV δεν μπορεί να διαγνωστεί χρησιμοποιώντας δείγματα που συλλέγονται περισσότερο από τρεις εβδομάδες μετά τη γέννηση, επειδή ο έλεγχος μετά από αυτό το χρονικό διάστημα δεν μπορεί να διακρίνει μεταξύ συγγενούς λοίμωξης και λοίμωξης που αποκτάται κατά τη διάρκεια ή μετά τον τοκετό.

Στην πράξη, αυτό τις περισσότερες φορές δεν συμβαίνει πραγματικά, ειδικά σε εκείνα τα μωρά που ήταν αρχικά ασυμπτωματικά. Και δυστυχώς, μόνο το 1% περίπου των βρεφών με συγγενή CMV διαγιγνώσκεται με βάση την κλινική υποψία και μόνο. Επιπλέον, ο αριθμός των νεογνών που έχουν προσβληθεί από CMV μπορεί να υποτιμηθεί, καθώς άλλες λανθασμένες διαγνώσεις μπορεί να αποδοθούν σε ένα μη ειδικό ή κοινό εύρημα. Όπως γνωρίζουμε, τουλάχιστον 1 στα 200 μωρά γεννιέται με συγγενή CMV. Αλλά αυτό είναι απλώς εκτίμηση και δεν εξετάζει άλλες παραμέτρους όπως αυθόρμητες αμβλώσεις, θνησιγένειες, λανθασμένες διαγνώσεις. Και επειδή τα νεογνά είναι ασυμπτωματικά, μπορεί να υποτιμούμε τον πραγματικό επιπολασμό του CMV.

Επομένως, τα δεδομένα επιπολασμού για συγγενή CMV θα πρέπει να θεωρούνται ως εκτιμήσεις.
Ενδιαφέρον είναι ότι σε μια μελέτη που διεξήχθη στην Αμερική, έδειξε ότι παρόλο που η συγγενής CMV προκαλεί τις περισσότερες αναπηρίες στα παιδιά (ξεπερνά τα γενετικά σύνδρομα όπως το σύνδρομο Down, το σύνδρομο συγγενούς ερυθράς και τις συγγενείς ανωμαλίες του νευρικού σωλήνα), οι γυναίκες έχουν ακούσει γι ‘αυτό τα λιγότερα από όλες τις παθήσεις που ρωτήθηκαν.

Προς το παρόν οι θεραπείες για τον CMV είναι περιορισμένες και δεν υπάρχουν διαθέσιμα εμβόλια για την πρόληψη της λοίμωξης και της νόσου από CMV, αν και πολλά υποψήφια εμβόλια είναι υπό έρευνα, με ένα από αυτά στο στάδιο 3 των κλινικών δοκιμών. Σε αρκετές χώρες ο τακτικός έλεγχος εγκύων γυναικών για λοίμωξη από CMV επίσης δεν συνιστάται ή αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και οι παρεμβάσεις για τη μείωση του κινδύνου μόλυνσης από CMV της μητέρας περιορίζονται σε πρακτικές υγιεινής (π.χ. πλύσιμο χεριών, αποφυγή επαφής με το σάλιο/ούρα ενός μικρού παιδιού, κ.λπ.). Ο επιλεκτικός έλεγχος νεογνών για CMV έχει εφαρμοστεί σε ορισμένες πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και σε ορισμένα συστήματα υγείας. Ωστόσο, ο καθολικός έλεγχος ρουτίνας νεογνών για CMV δεν πραγματοποιείται παγκοσμίως.

Το τίμημα όμως της συγγενούς CMV είναι ιδιαίτερα υψηλό τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε οικονομικό επίπεδο.

Πολλά από τα παιδιά θα έχουν νευρολογικά προβλήματα και θα χρειαστούν συνεχή φροντίδα για το υπόλοιπο της ζωής τους. Όσο προχωρά η επιστήμη τόσο θα αυξάνεται η πιθανότητα ανακάλυψης καλύτερων διαγνωστικών μέσων στη διάρκεια της εγκυμοσύνης που σε συνδυασμό με τη δυνατότητα πληθυσμιακού ελέγχου στη βρεφική ηλικία θα βοηθούσε σημαντικά. Καθοριστική επίσης θα είναι η ανακάλυψη ενός αποτελεσματικού εμβολίου. Μέχρι τότε ως θεράποντες ιατροί θα πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερο βάρος στην ενημέρωση των ασθενών. Η επιστημονική κοινότητα μαθαίνει συνεχώς και πρέπει να δείξει μεγαλύτερη προσοχή τα επόμενα χρόνια σε αυτόν τον ιό.


Cytomeglovirus and congenital CMV infection CDC
Congenital cytomegalovirus infection: Clinical Outcome” by Wang et al. and was published in the Journal of Clinical Virology in 2018
Fowler et al. published in BMC Public Health in 2022

Νικόλαος Τουμπανάκης

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/