Σουκραλόζη: «Καμπανάκι» κινδύνου από νέα έρευνα για το γνωστό τεχνητό γλυκαντικό

Αν και γενικά θεωρείται ασφαλής για κατανάλωση, έχουν εκφραστεί ορισμένες ανησυχίες για την υγεία.

Η υψηλή κατανάλωση ενός διαδεδομένου τεχνητού γλυκαντικού, της σουκραλόζης, που χρησιμοποιείται σε τρόφιμα και ποτά, μειώνει τις ανοσολογικές αποκρίσεις σε ποντίκια και το εύρημα αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί θεραπευτικά σε ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα, σύμφωνα με επιστήμονες του βρετανικού Ινστιτούτου Φράνσις Κρικ.

Όπως για πολλά άλλα τεχνητά γλυκαντικά, οι επιδράσεις της σουκραλόζης στον οργανισμό δεν είναι ακόμα πλήρως κατανοητές.

Αν και γενικά θεωρείται ασφαλής για κατανάλωση, έχουν εκφραστεί ορισμένες ανησυχίες σχετικά με τις επιπτώσεις στην υγεία που μπορεί να έχει η μακροχρόνια κατανάλωση ορισμένων γλυκαντικών, συμπεριλαμβανομένης της σουκραλόζης.

Στη συγκεκριμένη έρευνα, που χρηματοδοτήθηκε από το βρετανικό Ινστιτούτο Έρευνας του Καρκίνου και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature, τα ποντίκια τράφηκαν με υψηλές δόσεις σουκραλόζης, σε επίπεδα ισοδύναμα με την αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη που συστήνουν οι ευρωπαϊκές και αμερικανικές αρχές για την ασφάλεια των τροφίμων.

Ωστόσο, διευκρινίζεται ότι η δοσολογία ήταν συγκριτικά υψηλότερη από αυτή της κανονικής ανθρώπινης κατανάλωσης τροφίμων και ποτών με σουκραλόζη.

Τα ποντίκια εμφάνισαν μειωμένα επίπεδα πολλαπλασιασμού και διαφοροποίησης των Τ κυττάρων, που είναι συστατικά του ανοσοποιητικού συστήματος και ήταν λιγότερο ικανά να ενεργοποιήσουν τα Τ κύτταρα ως απόκριση στον καρκίνο ή σε κάποια μόλυνση. Δεν παρατηρήθηκε επίδραση σε άλλους τύπους ανοσοκυττάρων.

Η έρευνα συνεχίζεται και προγραμματίζονται δοκιμές για να ελεγχθεί εάν η σουκραλόζη έχει παρόμοια επίδραση στους ανθρώπους.

Εάν αυτό διαπιστωθεί, τότε η σουκραλόζη θα μπορούσε στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί θεραπευτικά για να βοηθήσει στην άμβλυνση των αποκρίσεων των Τ κυττάρων, όπως σε ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα που πάσχουν από ανεξέλεγκτη ενεργοποίηση των Τ κυττάρων.

Την ίδια ώρα, οι ερευνητές σημειώνουν ότι δεν πρέπει να ανησυχήσουν όσοι θέλουν να διασφαλίσουν ότι έχουν ένα υγιές ανοσοποιητικό σύστημα ή αναρρώνουν από ασθένειες, καθώς οι άνθρωποι που καταναλώνουν φυσιολογικά ή ακόμα και μέτρια αυξημένα επίπεδα σουκραλόζης δεν εκτίθενται στα επίπεδα που επιτυγχάνονται σε αυτήν την μελέτη.

Από το ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Ενδομητρίωση: Δεκάδες γονίδια εμπλέκονται στην ανάπτυξή της, σύμφωνα με μεγάλη γενετική έρευνα

Φαίνεται ότι έχει κοινά γενετικά αίτια με άλλους χρόνιους πόνους, όπως η ημικρανία και ο πόνος στη μέση.

Τον δρόμο στην ανάπτυξη καλύτερων θεραπειών για την ενδομητρίωση ανοίγουν τα ευρήματα της μεγαλύτερη έως σήμερα έρευνας που αναζήτησε τα γενετικά αίτιά της. Στην έρευνα συμμετείχαν 25 ερευνητικές ομάδες από πολλές χώρες του κόσμου, οι οποίες ανέλυσαν το γονιδίωμα δεκάδων χιλιάδων ασθενών.

Τα γονίδιά τους συγκρίθηκαν στη συνέχεια με εκείνα εκατοντάδων χιλιάδων γυναικών χωρίς ενδομητρίωση. Έτσι εντοπίστηκαν δεκάδες γενετικοί παράγοντες που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο αναπτύξεως της νόσου.

Η ενδομητρίωση είναι μία σοβαρή φλεγμονώδης πάθηση. Εκδηλώνεται όταν αναπτύσσεται έξω από τη μήτρα ιστός, ο οποίος είναι παρόμοιος δομικά και λειτουργικά με αυτόν που επιστρώνει το εσωτερικό τοίχωμά της (το ενδομήτριο).

Ο ετερότοπος ιστός μπορεί να αναπτυχθεί γύρω ή μέσα στα όργανα της πυέλου, όπως τη μήτρα, τις ωοθήκες, τις σάλπιγγες ή την ουροδόχο κύστη. Η ανάπτυξή του οδηγεί σε συμπτώματα όπως:

  • Έντονο πόνο (π.χ. κατά την έμμηνο ρύση, το σεξ, την ούρηση κ.λπ.)
  • Αιμορραγικές διαταραχές κατά την έμμηνο ρύση
  • Μειωμένη γονιμότητα
  • Κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές

Τα συμπτώματα αυτά είναι μη ειδικά, με συνέπεια να γίνεται συχνά με καθυστέρηση η διάγνωση της νόσου.  Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), η κατάσταση προσβάλλει το 10% των κοριτσιών και των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε τουλάχιστον 190 εκατομμύρια ασθενείς, σε όλο τον κόσμο.

Η νέα έρευνα

Τη νέα έρευνα πραγματοποίησαν δεκάδες επιστήμονες, με επικεφαλής ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Οι ερευνητές ανέλυσαν το γονιδίωμα 60.674 γυναικών με ενδομητρίωση, από 25 βάσεις δεδομένων. Στη συνέχεια, το συνέκριναν με εκείνο 701.926 υγιών γυναικών και κοριτσιών.

Τα ευρήματά τους δημοσιεύονται στην ιατρική επιθεώρηση Nature Genetics. Όπως αναφέρουν, εντόπισαν 42 γενετικούς τόπους που σχετίζονται με τη νόσο. Ο αριθμός αυτός είναι υπερδιπλάσιος από εκείνον που είχαν αναδείξει προγενέστερες, αλλά αισθητά μικρότερες μελέτες.

Η μελέτη κατέδειξε ακόμα κοινή γενετική βάση ανάμεσα στην ενδομητρίωση και άλλα είδη χρόνιου πόνου, τα οποία φυσιολογικά δεν σχετίζονται με αυτήν, είπε η επικεφαλής ερευνήτρια Dr.  Nilufer Rahmioglu, από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται:

  • Η ημικρανία
  • Ο πόνος στη μέση
  • Ο πολυεστιακός πόνος

«Οι αιτίες της ενδομητρίωσης δεν είναι γνωστές. Μελετώντας όμως τα γονίδια των ασθενών μπορούμε να βρούμε ενδείξεις για τις βιολογικές διεργασίες που αποτελούν τη βάση της έναρξης και της εξέλιξής της», δήλωσε η ερευνήτρια Dr. Sally Mortlock, από το Ινστιτούτο Μοριακής Βιοεπιστήμης του Πανεπιστημίου του Κουήνσλαντ, στην Αυστραλία.

«Πριν από αυτή τη μελέτη, γνωρίζαμε περίπου 17 γενετικούς τόπους που σχετίζονταν με την ενδομητρίωση. Τώρα, ξέρουμε 42 και επιπλέον έχουμε πολύ περισσότερα δεδομένα», πρόσθεσε. «Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να απομονώσουμε τα υπαίτια γονίδια και να αναπτύξουμε νέους, πιο αποτελεσματικούς θεραπευτικούς στόχους».

 

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Καρκίνος: Ανίχνευση από τα ούρα με πάμφθηνο πρωτοποριακό αισθητήρα-ταινία

Το κόστος παραγωγής του αισθητήρα-ταινίας είναι μικρότερη από 0,07 € ανά μονάδα.

Μια ερευνητική ομάδα πέτυχε να αναπτύξει έναν αισθητήρα (σε μορφή ταινίας/λωρίδας) που μπορεί να ενισχύσει το φωτεινό σήμα των μεταβολιτών του καρκίνου στα ούρα και να διευκολύνει την έγκαιρη διάγνωση.

Επικεφαλής της έρευνας ήταν ο δρ. Ho Sang Jung του Τμήματος Επιφανειών & Νανοϋλικών του Κορεατικού Ινστιτούτου Επιστήμης Υλικών (KIMS), σε κοινή προσπάθεια με τον καθηγητή Junsuk Rho της POSTECH και τον καθηγητή Samjin Choi της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Kyung Hee.

Αυτή η τεχνολογία μπορεί να εφαρμοστεί για την εξέταση του καρκίνου του προστάτη και του καρκίνου του παγκρέατος χωρίς πρόσθετη διαδικασία ανάλυσης, ακτινοβολώντας μόνο φως μετά από μικρό όγκο (10uL) ούρων τη στιγμή που χρειάζεται για εξέταση. Η συσκευή δοκιμής κατασκευάζεται σε μορφή λωρίδας, ώστε ο καρκίνος να μπορεί να διαγνωστεί γρήγορα και με υψηλή ευαισθησία.

καρκίνοςΣχηματική απεικόνιση της του συστήματος που αναπτύχθηκε από την ερευνητική ομάδα του δρ. Ho Sang Jung στο Ινστιτούτο Επιστήμης Υλικών της Κορέας.

Η ερευνητική ομάδα εστίασε στη διαφορά στα μεταβολικά συστατικά που υπάρχουν στα ούρα των καρκινοπαθών και των φυσιολογικών ανθρώπων.

Όταν τα καρκινικά κύτταρα πολλαπλασιάζονται στο σώμα, εκκρίνουν διαφορετικούς μεταβολίτες στα ούρα λόγω μη φυσιολογικού μεταβολισμού. Η ερευνητική ομάδα ανέπτυξε έναν ενισχυμένο επιφανειακά αισθητήρα τύπου Raman, που ενισχύει το οπτικό σήμα των μεταβολιτών στα ούρα περισσότερο από 1 δισεκατομμύριο φορές, σχηματίζοντας ένα νανοϋλικό σε σχήμα κοραλλιού σε πορώδες χαρτί.

Όταν τα ούρα πέφτουν στον αισθητήρα και το φως ακτινοβολείται, τα σήματα των μεταβολιτών του καρκίνου ενισχύονται στην επιφάνεια του αισθητήρα, καθιστώντας δυνατή τη διάγνωσή του.

Η ερευνητική ομάδα εφάρμοσε μια μέθοδο ανάλυσης με βοήθεια Τεχνητής Νοημοσύνης και κατάφερε να εντοπίσει έως και το 99% των ασθενών με καρκίνο του προστάτη και του παγκρέατος από τους φυσιολογικούς ανθρώπους.

Διάφορες άλλες τεχνικές διάγνωσης καρκίνου που χρησιμοποιούνται σήμερα ανιχνεύουν την παρουσία καρκίνου μέσω εξετάσεων αίματος ή ακτινολογικών μεθόδων και διαγιγνώσκουν τον καρκίνο μέσω ιστολογικής ανάλυσης.

Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να ανιχνεύσουν εγκαίρως την εμφάνιση καρκίνου μέσω ετήσιων εξετάσεων υγείας, αλλά σε πολλές περιπτώσεις, ο καρκίνος εντοπίζεται αργά και η θεραπεία καθυστερεί ή επέρχεται θάνατος.

Αυτή η μελέτη χρησιμοποίησε ούρα, ένα βιολογικό δείγμα που μπορεί εύκολα να παράσχει ο καθένας.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μια νέα μέθοδο διάγνωσης καρκίνου με χρήση ούρων, επιτόπου ταχείας εξέτασης ασθενών με καρκίνο και τεχνολογία παρακολούθησης υποτροπών μετά τη θεραπεία.

Επιπλέον, δεδομένου ότι το κόστος παραγωγής του αισθητήρα-ταινίας είναι μικρότερη από 0,07 € ανά μονάδα, αναμένεται ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μαζική διάθεση.

Ο ανώτερος ερευνητής Ho Sang Jung, δήλωσε: “Στην περίπτωση των καρκίνων όπου η έγκαιρη διάγνωσης δεν είναι καλή μέχρι στιγμής, όπως ο καρκίνος του παγκρέατος, το ποσοστό επιβίωσης μετά την αρχική διάγνωση είναι χαμηλό (…) Επειδή η έγκαιρη διάγνωση είναι η πιο σημαντική για ανίατες ασθένειες, όπως ο καρκίνος, αναμένουμε ότι αυτή η τεχνολογία να αποτελέσει μιας δυνατή νέα διαγνωστική μέθοδο”.

Επί του παρόντος, η κορεατική ερευνητική ομάδα αυξάνει σταδιακά τους τύπους καρκίνου που μπορούν να διαγνωστούν, αναλύοντας τα ούρα από ασθενείς με καρκίνο του προστάτη, του παγκρέατος, του παχέος εντέρου και του πνεύμονα.

 

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Νέα θεραπεία στην Ευρώπη για ασθενείς με μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία

Το «πράσινο φως» έλαβε η Bristol Myers Squibb από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη χρήση του luspatercept. Στόχος είναι η αντιμετώπιση της αναιμίας σε ενήλικους ασθενείς με μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία.

 

Πρόκειται για την χορήγηση πλήρης Άδειας Κυκλοφορίας για το luspatercept, το οποίο αποτελεί πρώτη στην κατηγορία της (first-in-class) θεραπευτική επιλογή, για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της αναιμίας που σχετίζεται με μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία σε ενήλικες ασθενείς. Επί του παρόντος, το luspatercept είναι εγκεκριμένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά για την αντιμετώπιση της εξαρτώμενης από μεταγγίσεις αναιμίας που σχετίζεται με β-θαλασσαιμία και χαμηλού κινδύνου μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα (ΜΔΣ). Η κεντρική Άδεια Κυκλοφορίας αφορά την έγκριση χρήσης του luspatercept σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στη Νορβηγία, την Ισλανδία και το Λιχτενστάιν.

«Η β-θαλασσαιμία είναι μια κληρονομική αιματολογική διαταραχή που λόγω της αναιμίας, θέτει τους ασθενείς σε σημαντικό κίνδυνο εκδήλωσης μακροπρόθεσμων επιπλοκών. Ο κίνδυνος αυτός αναδεικνύει την ουσιαστική ανάγκη για την ύπαρξη θεραπευτικών επιλογών, ανεξαρτήτως της εξάρτησης του ασθενούς από μεταγγίσεις αίματος. Η ανακοίνωση αποτελεί μια ευχάριστη είδηση για τους ασθενείς με αναιμία που σχετίζεται με μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι οποίοι αναζητούν νεότερες θεραπευτικές επιλογές για να αποφύγουν αυτές τις επιπλοκές», δήλωσε ο Noah Berkowitz, M.D., Ph.D., αντιπρόεδρος ανάπτυξης του τομέα Αιματολογίας της Bristol Myers Squibb. «Η πρόσφατη έγκριση αφορά στην τρίτη ένδειξη για το luspatercept στην Ευρώπη και ανυπομονούμε να συνεχίσουμε την αξιολόγηση αυτής της πρώτης στην κατηγορία της (first–in-class) θεραπευτικής επιλογής, σε πολλές ακόμη ασθένειες που συνδέονται με την αναιμία, στο πλαίσιο ενός ευρύτατου προγράμματος κλινικής ανάπτυξης».

Η  απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  έλαβε υπόψιν  αποτελέσματα που προέρχονται από τη μελέτη Φάσης 2 BEYOND, η οποία αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του luspatercept έναντι εικονικού φαρμάκου. Η μελέτη είχε πληθυσμό 145 ενήλικους ασθενείς με μη εξαρτώμενη από μεταγγίσεις β-θαλασσαιμία. Οι συμμετέχοντες έλαβαν τη βέλτιστη υποστηρικτική αγωγή (BSC), η οποία περιλάμβανε μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων και χηλικοποιητικούς παράγοντες σιδήρου. Το luspatercept αναπτύσσεται και διατίθεται στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας συνεργασίας της BMS με τη Merck, μετά την εξαγορά της Acceleron Pharma από τη Merck τον Νοέμβριο του 2021.  Αξίζει να αποσαφηνιστεί ότι η κεντρική Άδεια Κυκλοφορίας δεν περιλαμβάνει έγκριση για χρήση στη Μεγάλη Βρετανία (Αγγλία, Σκωτία και Ουαλία).

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Ερευνητές του ΙΜΒΒ-ΙΤΕ αποκάλυψαν τους μοριακούς μηχανισμούς που εμπλέκονται στην παθογένεια του νευροεκφυλιστικού συνδρόμου Wolfram

Πρόσφατη έρευνα στο ΙΜΒΒ του ΙΤΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Cell Death and Disease, αποκάλυψε ότι η CISD-1, μια πρωτεΐνη με ικανότητα δέσμευσης συμπλεγμάτων σιδήρου-θείου που έχει συνδεθεί με το νευροεκφυλιστικό συνδρόμο Wolfram τύπου 2, ρυθμίζει τη μακροζωία και την πρωτεόσταση εμπλέκοντας τους μηχανισμούς της αυτοφαγίας και του ενδογενούς αποπτωτικού μονοπατιού.

[Nature CDDis]

 

 

Πηγη: https://www.forth.gr/

Αυξημένος ο κίνδυνος εγκεφαλικού για τους ανθρώπους με συμπτώματα κατάθλιψης

Οι άνθρωποι που έχουν συμπτώματα κατάθλιψης, μπορεί να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εγκεφαλικού, είτε ισχαιμικού είτε αιμορραγικού, δείχνει μια νέα διεθνής επιστημονική έρευνα.

Είναι επίσης πιθανότερο να εμφανίσουν χειρότερη πορεία ένα μήνα μετά το εγκεφαλικό.

Οι ερευνητές, σύμφωνα με τον δρα Ρόμπερτ Μέρφι του ιρλανδικού Πανεπιστημίου του Γκόλγουεϊ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό “Neurology” της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, μελέτησαν στοιχεία από 32 χώρες για 26.877 ενήλικες με μέση ηλικία 62 ετών.

Από αυτούς περίπου 13.000 είχαν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο. Παράλληλα αξιολογήθηκε η ψυχική κατάσταση όλων, ιδίως κατά πόσο είχαν κατάθλιψη κατά τους προηγούμενους 12 μήνες από το εγκεφαλικό.

Η μελέτη με την ονομασία INTERSTROKE διαπίστωσε ότι το 18% από όσους είχαν πάθει εγκεφαλικό, είχαν προηγουμένως εκδηλώσει συμπτώματα κατάθλιψης, έναντι μικρότερου ποσοστού 14% όσων δεν είχαν υποστεί εγκεφαλικό.

Υπολογίστηκε ότι εκείνοι με προηγηθείσα κατάθλιψη είχαν 46% μεγαλύτερη πιθανότητα εγκεφαλικού.

Όσα περισσότερα συμπτώματα κατάθλιψης είχε κάποιος, τόσο μεγαλύτερος ήταν ο κίνδυνος εγκεφαλικού. Εκείνοι με τρία ή τέσσερα καταθλιπτικά συμπτώματα, είχαν 58% μεγαλύτερο κίνδυνο εγκεφαλικού από ό,τι όσοι δεν είχαν καθόλου τέτοια συμπτώματα, ενώ εκείνοι με ένα ή δύο συμπτώματα είχαν 35% μεγαλύτερο κίνδυνο.

“Τα ευρήματα μας δείχνουν ότι τα συμπτώματα κατάθλιψης μπορούν να έχουν επίπτωση στην ψυχική υγεία, αλλά επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο εγκεφαλικού. Ο κίνδυνος είναι παρόμοιος ανεξαρτήτως ηλικίας και χώρας”, δήλωσε ο δρ Μέρφι.

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση: https://n.neurology.org/content/early/2023/03/08/WNL.0000000000207093

 

 

Πηγη: https://www.dikaiologitika.gr/

Ιογενής Λοίμωξη: Πώς τα κύτταρα διαδίδουν το μήνυμα κατά τη διάρκεια μιας νόσου

Οι γνώσεις που αποκτήθηκαν στην έρευνα της Van Eyndhoven αποτελούν το εφαλτήριο για την κατανόηση των βασικών αρχών του τρόπου με τον οποίο τα μεμονωμένα κύτταρα εκτελούν συλλογικά λειτουργίες σε επίπεδο συστήματος και πώς μπορούν να χειραγωγηθούν για θεραπευτικές θεραπείες. “Φαντάζομαι ένα μέλλον όπου οι εξατομικευμένες θεραπείες θα στοχεύουν σε ανώμαλα προφίλ έκκρισης κυτταροκινών (όπου μεμονωμένα κύτταρα λαμβάνουν λανθασμένες αποφάσεις), όπως παρατηρείται σε πολλές αυτοάνοσες ασθένειες”, λέει η Van Eyndhoven.

Ιογενής Λοίμωξη: Γιατί ορισμένοι άνθρωποι εμφανίζουν λίγα συμπτώματα, ενώ άλλοι αρρωσταίνουν σοβαρά, όταν μολύνονται από έναν ιό όπως η γρίπη ή o Sars Covid – 2 ; Η διδακτορική ερευνήτρια Laura Van Eyndhoven προσπάθησε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα εξετάζοντας τα κύτταρα ένα κύτταρο τη φορά. Η έρευνά της παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για το πώς τα μεμονωμένα ανοσοποιητικά κύτταρα επηρεάζουν τη συστηματική ανοσία, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εξατομικευμένες θεραπείες για τον καρκίνο και τις αυτοάνοσες ασθένειες στο μέλλον. Κάτι που προβληματίζει πολλούς είναι το εύρος των συμπτωμάτων που εμφανίζουν οι διάφοροι άνθρωποι όταν μολύνονται από έναν ιό όπως ο SARS Covid-2. Ορισμένοι αρρωσταίνουν πολύ, ενώ άλλοι εμφανίζουν ελάχιστα ή καθόλου συμπτώματα, παρά το γεγονός ότι η εξέταση είναι θετική για τον ιό. Ποια είναι η αιτία αυτών των διαφορών όσον αφορά τα συμπτώματα; Και τι ρόλο παίζει η συμπεριφορά και η επικοινωνία των μεμονωμένων κυττάρων; Η διδακτορική ερευνήτρια Laura Van Eyndhoven έθεσε ως στόχο να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα και σε άλλα, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται τα μεμονωμένα κύτταρα όταν μολύνονται από έναν ιό.

Το φαινόμενο ντόμινο

“Όταν ένας ιός εισβάλλει, μόνον ένα μικρό κλάσμα των μολυσμένων κυττάρων, οι λεγόμενοι πρώτοι ανταποκριτές, ενημερώνουν τα άλλα κύτταρα γύρω τους ότι έχουν μολυνθεί. Με άλλα λόγια, οι πρώτοι ανταποκριτές παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στο να ενημερώνουν τον οργανισμό όταν δέχεται επίθεση”, λέει η Van Eyndhoven, η οποία ολοκλήρωσε τη διδακτορική της έρευνα στην ομάδα Ανοσομηχανικής υπό την επίβλεψη των Jurjen Tel και Carlijn Bouten. Για να ενημερώσουν τα μη μολυσμένα κύτταρα και τα τόσο σημαντικά κύτταρα του ανοσοποιητικού ότι το σώμα δέχεται επίθεση, οι πρώτοι ανταποκριτές παράγουν πρωτεΐνες σηματοδότησης γνωστές ως ιντερφερόνες τύπου Ι (εν συντομία IFN-Is). “Η παραγωγή IFN-Is είναι ένα κρίσιμο βήμα όταν πρόκειται για την εκκαθάριση μιας ιογενούς λοίμωξης”, σημειώνει ο van Eyndhoven. “Αυτό συμβαίνει επειδή τα κύτταρα που παράγουν πρώτα IFN-Is ξεκινούν την παραγωγή IFN-Is σε άλλα κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος. Είναι κάτι σαν φαινόμενο ντόμινο”.

Αποφύγετε την καταιγίδα κυτταροκινών

Η επικοινωνία με τη χρήση ιντερφερονών είναι κρίσιμη, αλλά η επικοινωνία μεταξύ των ανοσοποιητικών κυττάρων σχετικά με την παραγωγή της σωστής ποσότητας ιντερφερονών είναι επίσης σημαντική. “Αν παράγονται πάρα πολλές IFN-Is τότε αυξάνονται οι πιθανότητες να αναπτύξει κάποιος μια αυτοάνοση ασθένεια, αλλά αν παράγεται πολύ λίγη θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεπιτυχή κάθαρση των ιών”, λέει η Van Eyndhoven.

Πώς λειτουργούν τότε τα πράγματα με μια ιογενή λοίμωξη όπως η COVID-19; Εξηγεί η Van Eyndhoven: “Η ασθένεια που προκαλείται από την ασθένεια COVΙV είναι η πιο επικίνδυνη από τις ασθένειες που προκαλούνται από την ασθένεια. “Μόλις μολυνθούν με COVID-19, είναι ζωτικής σημασίας τα κύτταρα να αρχίσουν γρήγορα να παράγουν IFN-Is, καθώς αυτό επιταχύνει τη διαδικασία εκκαθάρισης της λοίμωξης. Εάν η διαδικασία αυτή καθυστερήσει και χρειαστεί πολύς χρόνος για να αρχίσουν τα κύτταρα να παράγουν IFN-Is, ο ιός μπορεί να πολλαπλασιαστεί ελεύθερα, οδηγώντας σε υψηλό ιικό φορτίο και σε καταστροφική υπέρβαση της παραγωγής IFN-Is. Αυτό οδηγεί στις λεγόμενες καταιγίδες κυτταροκινών (ανεξέλεγκτη φλεγμονή που οδηγεί σε σοβαρές απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις) και σε χρόνια φλεγμονή”.

Ένα κύτταρο τη φορά

Τα διαφορετικά συμπτώματα που παρουσιάζουν τα άτομα όταν μολύνονται από ιούς, όπως η γρίπη ή ο Sars COVID-2, υποτίθεται ότι αποδίδονται στους διαφορετικούς ρυθμούς αρχικής παραγωγής ιντερφερόνης από ένα μικρό κλάσμα κυττάρων σε όλα τα άτομα. “Θα μπορούσε να ισχύει ότι εκείνοι που αναπτύσσουν σοβαρά συμπτώματα κατά τη μόλυνση έχουν “τεμπέλικα” κύτταρα πρώτης ανταπόκρισης”, παρατηρεί η Van Eyndhoven. Πώς μπορεί λοιπόν να μελετηθεί αυτό λεπτομερώς; “Χάρη στις πρόσφατες εξελίξεις, διαθέτουμε πλέον την τεχνολογία για να μελετήσουμε τη συμπεριφορά μεμονωμένων ανοσοποιητικών κυττάρων και να χειραγωγήσουμε τη συμπεριφορά τους. Με άλλα λόγια, μπορούμε να μελετήσουμε τα κύτταρα ένα κύτταρο τη φορά”, λέει η van Eyndhoven. “Και για την έρευνά μου στράφηκα σε πειράματα με πρωτογενή ανοσοποιητικά κύτταρα, που απομονώθηκαν τόσο από υγιείς δότες όσο και από ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα. Με τη σειρά τους, τα υπολογιστικά μοντέλα μας επέτρεψαν να ερμηνεύσουμε τα εργαστηριακά αποτελέσματα”. Για τη μελέτη μεμονωμένων ανοσοκυττάρων στο εργαστήριο, ο Van Eyndhoven χρησιμοποίησε συσκευές μικρορευστοποίησης. “Μπόρεσα να μελετήσω και να ενεργοποιήσω μεμονωμένα ανοσοκύτταρα σε σταγονίδια των πικολιτρών, κάτι που ήταν πρακτικά αδύνατο στο παρελθόν. Αυτό παρείχε πληροφορίες για το πώς ένα μεμονωμένο κύτταρο επικοινωνεί με κύτταρα που μπορεί να βρίσκονται κοντά”. Τα πειράματα μικρορευστοποίησης μπορεί να βοήθησαν στην κατανόηση της συμπεριφοράς μεμονωμένων κυττάρων, αλλά αποδείχθηκε πολύ δύσκολο για την Van Eyndhoven και τους συνεργάτες της να μελετήσουν τις ίδιες συμπεριφορές σε περιβάλλον in vivo. “Τότε ήταν που στραφήκαμε στη μοντελοποίηση στον υπολογιστή, καθώς τα μοντέλα μπορούν να προσεγγίσουν ένα μεγάλο κυτταρικό σύστημα, ενώ ταυτόχρονα λαμβάνουν υπόψη διάφορα πράγματα, όπως αλληλεπιδρώντα μόρια, πολύπλοκους ιστούς, ακόμη και τον ασθενή”.

Η μοίρα των κυττάρων που ανταποκρίνονται πρώτα

Συνδυάζοντας τη μικρορευστομηχανική με τη μοντελοποίηση στον υπολογιστή, η Van Eyndhoven μπόρεσε να μελετήσει την παραγωγή ιντερφερόνης σε μεμονωμένα κύτταρα και να συγκρίνει τα αποτελέσματα με περιπτώσεις μεγάλων ομάδων κυττάρων. Η ίδια και οι συνεργάτες της έκαναν μια εντυπωσιακή ανακάλυψη σχετικά με την τύχη των κυττάρων που ανταποκρίνονται πρώτα, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό εύρημα όσον αφορά τη βελτίωση των στοχευμένων θεραπειών με IFN-Is. “Μόνο το 1% έως 3% των κυττάρων είναι κύτταρα πρώτης ανταπόκρισης – τα πρώτα κύτταρα που παράγουν IFN-Is μετά τη μόλυνση. Ωστόσο, τα κύτταρα πρώτης ανταπόκρισης δεν αρχίζουν τυχαία να παράγουν IFN-Is κατά τη μόλυνση, όπως υποτίθεται στο παρελθόν. Αντίθετα, η έρευνά μου δείχνει ότι αυτά τα κύτταρα είναι προορισμένα να είναι πρώτοι ανταποκριτές. Η μοίρα τους είναι σε μεγάλο βαθμό προκαθορισμένη”.

Μελλοντικό όραμα

Οι γνώσεις που αποκτήθηκαν στην έρευνα της Van Eyndhoven αποτελούν το εφαλτήριο για την κατανόηση των βασικών αρχών του τρόπου με τον οποίο τα μεμονωμένα κύτταρα εκτελούν συλλογικά λειτουργίες σε επίπεδο συστήματος και πώς μπορούν να χειραγωγηθούν για θεραπευτικές θεραπείες. “Φαντάζομαι ένα μέλλον όπου οι εξατομικευμένες θεραπείες θα στοχεύουν σε ανώμαλα προφίλ έκκρισης κυτταροκινών (όπου μεμονωμένα κύτταρα λαμβάνουν λανθασμένες αποφάσεις), όπως παρατηρείται σε πολλές αυτοάνοσες ασθένειες”, λέει η Van Eyndhoven.

 

 

πΗΓΗ: https://www.healthweb.gr/

Παιδιατρικός Καρκίνος του Εγκεφάλου: Νέα μελέτη αποκαλύπτει τον βασικό ένοχο πίσω από τη μετάσταση του όγκου

“Σκεφτόμαστε τη μετάσταση του μυελοβλαστώματος από την οπτική γωνία της νευροεπιστήμης και την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η μη φυσιολογική ανάπτυξη του εγκεφάλου προκαλεί και επηρεάζει τους όγκους του εγκεφάλου”, δήλωσε ο Hu. “Αυτή η προσέγγιση μας βοήθησε να εντοπίσουμε τους θεμελιώδεις μηχανισμούς της μετάστασης του μυελοβλαστώματος, οι οποίοι θα μας βοηθήσουν να αναπτύξουμε ασφαλείς, αποτελεσματικές και εξατομικευμένες θεραπείες για τα παιδιά με αυτόν τον καταστροφικό καρκίνο του εγκεφάλου”.

Παιδιατρικός Καρκίνος του Εγκεφάλου: Νέα έρευνα εντοπίζει μια βασική αιτία μετάστασης από μια επιθετική μορφή καρκίνου του εγκεφάλου στα παιδιά και παρέχει μια πιθανή νέα θεραπεία για τη θεραπεία αυτών των όγκων στο μέλλον. Σε μια εργασία που δημοσιεύθηκε στο Nature Cell Biology, ιατροί-επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ και το Νοσοκομείο Παίδων UPMC του Πίτσμπουργκ ανακάλυψαν ότι τα μυελοβλαστώματα καταλαμβάνουν μια ικανότητα που χρησιμοποιούν τα φυσιολογικά εγκεφαλικά κύτταρα κατά την πρώιμη ανάπτυξή τους και στη συνέχεια τη χειρίζονται για να βοηθήσουν τους όγκους να εξαπλωθούν. “Τα παιδιά με μυελοβλαστώματα που δεν έχουν ακόμη κάνει μεταστάσεις μπορεί να έχουν μεγάλη πιθανότητα μακροχρόνιας επιβίωσης, αλλά αν αυτοί οι όγκοι έχουν εξαπλωθεί, το ποσοστό επιβίωσης μειώνεται σημαντικά”, δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας Baoli Hu, Ph.D., επίκουρος καθηγητής νευρολογικής χειρουργικής στο Pitt. “Οι μακροχρόνιες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε στον τομέα περιλαμβάνουν την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι όγκοι είναι σε θέση να εξαπλωθούν και πώς μπορούμε να σταματήσουμε τη μετάσταση των όγκων”.

Οι όγκοι του εγκεφάλου είναι η κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο στα παιδιά. Ο πιο συχνός κακοήθης όγκος του εγκεφάλου των παιδιών είναι το μυελοβλάστωμα, το οποίο σχηματίζεται σε μια περιοχή του εγκεφάλου που ονομάζεται παρεγκεφαλίδα, με περίπου 500 νέες περιπτώσεις να διαγιγνώσκονται στις ΗΠΑ κάθε χρόνο. Τα μυελοβλαστώματα αντιμετωπίζονται συνήθως με χειρουργική επέμβαση ακολουθούμενη από ακτινοβολία και χημειοθεραπεία, αλλά σε έως και το ένα τρίτο των παιδιών, ο όγκος θα κάνει μετάσταση ή θα εξαπλωθεί σε ιστούς και όργανα πέρα από το σημείο από το οποίο προήλθε ο όγκος. Όταν τα κύτταρα του όγκου εξαπλώνονται, οι θεραπείες δεν λειτουργούν πλέον και τα αποτελέσματα είναι δυσοίωνα. Για να μάθουν πώς τα κύτταρα του μυελοβλαστώματος κάνουν μετάσταση, ο Hu και η ομάδα του αξιοποίησαν δεδομένα ασθενών και πειραματόζωων. Διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα ενός γονιδίου που ονομάζεται SMARCD3 ήταν σημαντικά υψηλότερα σε μεταστατικούς όγκους σε σύγκριση με εκείνους που δεν είχαν εξαπλωθεί.

Έδειξαν επίσης ότι το SMARCD3 υποκλέπτει νευροαναπτυξιακά μονοπάτια σηματοδότησης για την προώθηση της εξάπλωσης των καρκινικών κυττάρων. Αυτά τα μονοπάτια χρησιμοποιούνται από υγιή εγκεφαλικά κύτταρα κατά την πρώιμη ανάπτυξη της παρεγκεφαλίδας και απενεργοποιούνται όταν η παρεγκεφαλίδα ωριμάζει. Στη συνέχεια, οι ερευνητές στόχευσαν αυτά τα μονοπάτια με ένα φάρμακο που ονομάζεται dasatinib, το οποίο έχει εγκριθεί για τη θεραπεία της λευχαιμίας στην κλινική. Σε ένα μοντέλο μυελοβλαστώματος σε ποντίκια, το dasatinib σκότωσε κατά προτίμηση μεταστατικούς όγκους με υψηλότερα επίπεδα SMARCD3, γεγονός που υποδηλώνει ότι το φάρμακο προκαλεί ελάχιστη ή καθόλου βλάβη στα φυσιολογικά εγκεφαλικά κύτταρα και θα μπορούσε να είναι ασφαλές για τη θεραπεία ασθενών με μεταστάσεις μυελοβλαστώματος. “Σκεφτόμαστε τη μετάσταση του μυελοβλαστώματος από την οπτική γωνία της νευροεπιστήμης και την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η μη φυσιολογική ανάπτυξη του εγκεφάλου προκαλεί και επηρεάζει τους όγκους του εγκεφάλου”, δήλωσε ο Hu. “Αυτή η προσέγγιση μας βοήθησε να εντοπίσουμε τους θεμελιώδεις μηχανισμούς της μετάστασης του μυελοβλαστώματος, οι οποίοι θα μας βοηθήσουν να αναπτύξουμε ασφαλείς, αποτελεσματικές και εξατομικευμένες θεραπείες για τα παιδιά με αυτόν τον καταστροφικό καρκίνο του εγκεφάλου”.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Δημιουργήθηκε το Πρώτο Τεχνητό Μάτι που Μιμείται Αρκετά Πιστά το Ανθρώπινο

Επιστήμονες ανακοίνωσαν ότι δημιούργησαν ένα τεχνητό μάτι, το οποίο για πρώτη φορά μιμείται αρκετά πιστά τη δομή του ανθρώπινου ματιού.

Το βιομιμητικό μάτι έχει τη δυνατότητα να πετύχει μελλοντικά ψηφιακή ανάλυση υψηλής ποιότητας και να αποκτήσει έτσι εφαρμογές στη ρομποτική, στη δημιουργία νέων επιστημονικών οργάνων κ.ά.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία μπορεί να καταστεί εφικτή η ευρεία χρήση τέτοιων τεχνητών και βιονικών ματιών.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αποκτά από τα μάτια πάνω από το 80% των πληροφοριών του για το περιβάλλον.

Τα ανθρώπινα μάτια έχουν ένα ευρύ πεδίο όρασης 150 έως 160 μοιρών, θαυμάσια ανάλυση και μεγάλη ευαισθησία στο φως, κυρίως χάρη στο θολωτό σχήμα του αμφιβληστροειδούς φακού (ανώτερου από τους επίπεδους αισθητήρες εικόνας των καμερών) και στον τεράστιο αριθμό κυτταρικών φωτοϋποδοχέων του (περίπου δέκα εκατομμύρια ανά τετραγωνικό εκατοστό).

Η δημιουργία τεχνητών βιονικών ματιών που μιμούνται αυτά τα χαρακτηριστικά, ενδιαφέρει ιδιαίτερα το πεδίο της ρομποτικής και της ανάπτυξης προσθετικών οπτικών συσκευών.

Το νέο τεχνητό ηλεκτροχημικό μάτι περιλαμβάνει ένα ημισφαιρικό τεχνητό αμφιβληστροειδή από οξείδιο του αλουμινίου, ο οποίος περιέχει στους πόρους του σε πυκνή διάταξη ένα αριθμό φωτοευαίσθητων αισθητήρων από περοβσκίτη, ένα πολλά υποσχόμενο υλικό που έχει αρχίσει να αξιοποιείται και στα νέα ηλιακά πάνελ.

Οι αισθητήρες αυτοί μιμούνται τα κύτταρα φωτοϋποδοχέων στον ανθρώπινο αμφιβληστροειδή.

Πολύ λεπτά και εύκαμπτα νανοσύρματα από υγρό μέταλλο με διάμετρο 700 μικρομέτρων (εκατομμυριοστών του μέτρου), τα οποία μιμούνται τα νεύρα που συνδέουν το ανθρώπινο μάτι με τον εγκέφαλο, μεταδίδουν τα σήματα των τεχνητών φωτοϋποδοχέων σε ένα εξωτερικό ηλεκτρονικό κύκλωμα (τον «εγκέφαλο») για να γίνει η επεξεργασία τους.

Τόσο ο συνθετικός αμφιβληστροειδής που βρίσκεται στο πίσω μέρος του τεχνητού ματιού, όσο και ο φακός και μια τεχνητή ίριδα που βρίσκονται στο μπροστινό μέρος της συσκευής, περιβάλλονται από ένα πολυμερές από σιλικόνη, σχηματίζοντας από κοινού ένα σφαιροειδή βολβό, γεμάτο με μια υγρή γέλη ανάμεσα στον αμφιβληστροειδή και στον φακό, όπως συμβαίνει στο ανθρώπινο μάτι.

Μέχρι στιγμής το βιομιμητικό μάτι έχει χαμηλή ανάλυση, καθώς περιέχει μόνο 100 πίξελ (κάθε πίξελ έχει τρία ή τέσσερα νανοσύρματα), ενώ το οπτικό πεδίο του έχει εύρος 100 μοιρών, δηλαδή μικρότερο από το ανθρώπινο.

Είναι επίσης ικανό να ανιχνεύσει φως με ένταση 0,3 μικροβάτ έως 50 μιλιβάτ ανά τετραγωνικό εκατοστό.

Κάθε νανοσύρμα του τεχνητού αμφιβληστροειδούς ανιχνεύει κατά μέσο όρο 86 φωτόνια ανά δευτερόλεπτο, έχοντας ευαισθησία ανάλογη με τους φωτοϋποδοχείς του ανθρώπινου αμφιβληστροειδούς.

Οι ερευνητές των πανεπιστημίων Επιστήμης και Τεχνολογίας του Χονγκ Κονγκ και Ουισκόνσιν-Μάντισον, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό “Nature”, θεωρούν ότι το μάτι τους θα μπορούσε μελλοντικά να αποκτήσει καλύτερη ανάλυση από τα ανθρώπινα μάτια, αυξάνοντας την πυκνότητα των νανοσυρμάτων, ώστε να είναι τουλάχιστον δεκαπλάσια από τους κυτταρικούς φωτοϋποδοχείς του ανθρώπινου ματιού.

 

 

Πηγη: https://medicalmanage.gr

Χάρβαρντ: Σε τσιπ με κύτταρα κόλπου οι δοκιμές νέων θεραπειών

Ο πρώτος γυναικείος «κόλπος σε τσιπ» διεθνώς, έγινε πραγματικότητα από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, με μια συσκευή μεγέθους όσο ένα flash drive, φτιαγμένη από γυαλί.

Πρόκειται για μια νέα τάση στην έρευνα, η οποία αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια σε περιπτώσεις όπου οι επιστήμονες αναπτύσσουν «όργανα σε τσιπ», προκειμένου να προχωρήσουν μελέτες εκεί που οι εφαρμογές σε πειραματόζωα δεν θα έχουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα στους ανθρώπινους ιστούς.

Στη λογική αυτή, το τμήμα Βιολογικής Μηχανικής στο Ινστιτούτο Wyss του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Ντον Ίνγμπερ έχει αναπτύξει περίπου 15 διαφορετικά τσιπ που μιμούνται τους πνεύμονες, το έντερο, τους νεφρούς και τον μυελό των οστών.

Τώρα το νέο εγχείρημα είναι η δημιουργία γυναικείου κόλπου σε τσιπ.

Βιοθεραπευτικοί παράγοντες

Ο λόγος που οι ερευνητές του Χάρβαρντ το ανέπτυξαν είναι ότι για χρόνια η έρευνα στη γυναικολογία υστερεί και ο λόγος είναι ότι δεν υπάρχει προκλινικό μοντέλο (πειραματόζωο) που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να δοκιμαστούν ζωντανοί βιοθεραπευτικοί παράγοντες ή ζωντανά μικρόβια όπως τα προβιοτικά, που θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν το μικροβίωμα του γυναικείου κόλπου.

Το Ίδρυμα Γκέιτς αναγνώρισε ότι η γυναικεία αναπαραγωγική υγεία είναι ιδιαίτερα σημαντική διεθνώς, ενώ από την πλευρά του ο Ίνγκμπερ επεσήμανε ότι η υγεία των γυναικών είναι ένα πεδίο που παραμελείται ερευνητικά. Για παράδειγμα η θεραπεία για μικροβιακή κολπίτιδα στηρίζεται σε δύο αντιβιοτικά από το 1982. Και αυτό οφείλεται στο ότι δεν υπάρχει ζωικό μοντέλο που να μπορεί να γίνει έρευνα σε αυτό, γιατί σε κανένα άλλο έμβιο είδος δεν αποικούν οι ίδιες βακτηριακές ομάδες που αποικούν τους ανθρώπους.

Έτσι αναπτύχθηκε το τσιπ, μια συσκευή μεγέθους όσο ένα flash drive, φτιαγμένη από γυαλί. Αυτό περιέχει ζωντανά ανθρώπινα κύτταρα μέσα σε αυλακώσεις, οι οποίες επιτρέπουν το πέρασμα υγρών τα οποία χρησιμοποιούνται είτε για τη διατήρηση, είτε για την διατάραξη της λειτουργίας των κυττάρων αυτών.

Θεραπευτικές στρατηγικές

Στη σχετική μελέτη της ομάδας του Ίνγκμπερ η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Microbiome, επισημαίνεται ότι διάφορες θεραπευτικές στρατηγικές διερευνώνται για τη ρύθμιση της σύνθεσης του κολπικού μικροβιώματος. Ωστόσο, δεν υπάρχει ανθρώπινο μοντέλο που να αναπαράγει πιστά το μικροπεριβάλλον του κολπικού επιθηλίου για την προκλινική επικύρωση πιθανών θεραπευτικών μεθόδων ή τη δοκιμή υποθέσεων σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις κολπικού επιθηλίου-μικροβιώματος.

Όμως η κυριαρχία λακτοβακίλων στο μικροβίωμα του κόλπου συνδέεται με τη γυναικολογική υγεία, σε αντίθεση με την απουσία τους που συνοδεύεται από παρουσία πολλών αναερόβιων μικροβίων παρόμοιων με αυτά που προκαλούν μικροβιακή κολπίτιδα.

Στη δημοσίευση περιγράφηκε ένα μοντέλο μικροκαλλιέργειας οργάνου σε τσιπ, που αφορά ανθρώπινο κολπικό βλεννογόνο επενδεδυμένο με ορμονοευαίσθητο, πρωτογενές κολπικό επιθήλιο διασυνδεδεμένο με στρωματικούς ινοβλάστες, το οποίο διατηρεί χαμηλή φυσιολογική συγκέντρωση οξυγόνου στον επιθηλιακό αυλό.

Αξιολόγηση…

Το τσιπ του κόλπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση του αποικισμού από ομάδες μικροβίων όπως τα L. Crispatus και Gardnerella vaginalis για τη μέτρηση της ανταπόκρισης του ανοσοποιητικού. Η καλλιέργεια και η ανάπτυξη των ομάδων της οικογένειας L. crispatus στο τσιπ, διατήρησε τη βιωσιμότητα των επιθηλιακών κυττάρων, οδήγησε σε συσσώρευση D- και L-γαλακτικού οξέος, συνέβαλε στη διατήρηση ενός φυσιολογικά σχετικού χαμηλού pH και μείωσε τις προφλεγμονώδεις κυτταροκίνες. Αντίθετα, η συγκαλλιέργεια κοινοπραξιών που περιέχουν G. vaginalis στο τσιπ του κόλπου είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό των επιθηλιακών κυττάρων, αύξηση του pH και αύξηση των προφλεγμονωδών κυτταροκινών.

Με τις διαπιστώσεις αυτές, οι ερευνητές συμπέραναν ότι με την δυνατότητα της εφαρμογής της τεχνολογίας τσιπ ανθρώπινων οργάνων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία ενός προκλινικού μοντέλου του ανθρώπινου κολπικού βλεννογόνου και μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ του κολπικού μικροβιώματος και των ιστών του ξενιστή, καθώς και για την αξιολόγηση της ασφάλειας και αποτελεσματικότητας των ζωντανών βιοθεραπευτικών προϊόντων.

 

 

Πηγη: https://healthpharma.gr/