Υψηλή ευαισθησία στην ανίχνευση νεοπλασίας Ο καρκίνος του παχέος εντέρου μπορεί να προληφθεί στο 90% των περιπτώσεων με την εφαρμογή προσυμπτωματικού ελέγχου. Τη διενέργεια, δηλαδή, ελάχιστα επεμβατικών ή μη επεμβατικών εξετάσεων για τον εντοπισμό μιας αλλοίωσης σε προκαρκινικό στάδιο (πολύποδας) ή ενός καρκίνου σε αρχόμενο στάδιο οπότε και η πρόγνωση του ασθενούς είναι καλύτερη και οι πιθανότητες ίασης ιδιαίτερα αυξημένες. Η καθιερωμένη πρακτική προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του παχέος εντέρου περιλαμβάνει τη διενέργεια κολονοσκόπησης ανά 5-10 έτη με ηλικία έναρξης τα 45 έτη για τον γενικό πληθυσμό. Η κολονοσκόπηση όμως αποτελεί ήπια επεμβατική διαδικασία και τα ποσοστά συμμόρφωσης με το πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου είναι ως εκ τούτου μικρότερα από όσο θα θέλαμε για να επιτευχθούν οι στόχοι της προσυμπτωματικής διάγνωσης του καρκίνου του παχέος εντέρου. Με στόχο τη βελτίωση της συμμόρφωσης, υπάρχουν διαθέσιμες μη επεμβατικές τεχνικές προσυμπτωματικού ελέγχου όπως είναι ο έλεγχος της αιμοσφαιρίνης στα κόπρανα και ο έλεγχος DNA στα κόπρανα. Οι εξετάσεις αυτές όμως έχουν μικρότερη ευαισθησία από την κολονοσκόπηση, πρέπει να επαναλαμβάνονται ανά 1-3 χρόνια και προϋποθέτουν τον έλεγχο με κολονοσκόπηση επί θετικών αποτελεσμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, όπως αναφέρουν οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Μιχάλης Λιόντος, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και Θάνος Δημόπουλος (τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) δημοσιεύθηκαν πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό New England Journal of Medicine δύο μεγάλες προοπτικές μελέτες που αξιολογήσαν νεότερες μη επεμβατικές διαδικασίες προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του παχέος εντέρου. Και οι δύο μελέτες διεξήχθησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πρώτη μελέτη αξιολόγησε ένα νέας γενιάς τεστ DNA στα κόπρανα και ενέταξε περίπου 20.000 άτομα ηλικία άνω των 40 ετών που είχαν προγραμματίσει να κάνουν κολονοσκόπηση στο πλαίσιο προσυμπτωματικού ελέγχου. Οι συμμετέχοντες, πριν από την κολονοσκόπηση, υποβλήθηκαν σε έλεγχο κοπράνων τόσο με το νεότερο τεστ DNA όσο και με ανοσοϊστοχημική μέθοδο για την ανίχνευση αιμοσφαιρίνης. Τα δεδομένα έδειξαν ότι, το νέας γενιάς τεστ DNA ανιχνεύει το 94% των καρκίνων που διαγνώσθηκαν με κολονοσκόπηση και το 45% των προκαρκινικών αλλοιώσεων. Η ευαισθησία του νεότερου τεστ είναι σημαντικά ψηλότερη από το αντίστοιχο τεστ ανίχνευσης αιμοσφαιρίνης στα κόπρανα αλλά η ειδικότητά του παραμένει χαμηλότερη. Στη δεύτερη μελέτη, αξιολογήθηκε μια διαφορετική μη επεμβατική πρακτική, δηλαδή η ανάλυση κυκλοφορούντος DNA στο αίμα των συμμετεχόντων οι οποίοι επίσης ήταν προγραμματισμένο να υποβληθούν σε κολονοσκόπηση. Και η μέθοδος αυτή είχε υψηλή ευαισθησία στην ανίχνευση νεοπλασίας (83%) αλλά μικρότερη ευαισθησία (μόλις 13%) για τις προκαρκινικές αλλοιώσεις. Επιπλέον, η ειδικότητά της ήταν επίσης μικρότερη από τα αντίστοιχα δεδομένα για τον ανοσοϊστοχημικό προσδιορισμό αιμοσφαιρίνης στα κόπρανα. Επομένως, δύο νέες μη επεμβατικές τεχνικές με αυξημένη ευαισθησία θα μπορούν να είναι διαθέσιμες για την προσυμπτωματική διάγνωση του καρκίνου του παχέος εντέρου. Είναι πιθανό ότι τα δύο νέα τεστ θα αυξήσουν τη συμμόρφωση και τον προσυμπτωματικό έλεγχο για τον καρκίνο του παχέος εντέρου.
Πρώτες μελέτες σε άνθρωπο Οι πρώτες μελέτες σε άνθρωπο CAR-T θεραπειών για υποτροπιάζον γλοιοβλάστωμα δείχνουν ότι η εν λόγω θεραπευτική προσέγγιση μπορεί να έχει όφελος σε ασθενείς με αυτόν τον θανατηφόρο τύπο καρκίνου του εγκεφάλου, σύμφωνα με τους ερευνητές. Η θεραπεία περιλαμβάνει την αφαίρεση των Τ-λεμφοκυττάρων του ίδιου του ασθενούς – ένα βασικό συστατικό του ανοσοποιητικού συστήματος – τη γενετική τροποποίησή τους και την εκ νέου έγχυσή τους. Η θεραπεία, η οποία μέχρι στιγμής έχει εγκριθεί για μια ποικιλία καρκίνων του αίματος, συρρίκνωσε τους όγκους σε τρεις ξεχωριστές δοκιμές γλοιοβλαστώματος πρώιμου σταδίου που σχεδιάστηκαν κυρίως για να ελέγξουν την ασφάλεια της θεραπευτικής προσέγγισης. Σε μια δοκιμή, που αναφέρθηκε στο The New England Journal of Medicine, τρεις ασθενείς με υποτροπιάζον γλοιοβλάστωμα υποβλήθηκαν σε θεραπεία με κύτταρα CAR-T. «Η μείωση του όγκου ήταν δραματική και σημειώθηκε εντός ημερών μετά τη λήψη μιας μόνο… έγχυσης», ανέφεραν οι ερευνητές. Οι όγκοι άρχισαν να αναπτύσσονται ξανά σε διάστημα ενός έως δύο μηνών σε δύο από τους τρεις συμμετέχοντες, αλλά η ανταπόκριση του τρίτου ασθενούς στη θεραπεία παρέμεινε για 150 ημέρες
Έγκαιρη διάγνωση και ψυχολογική στήριξη φέρνουν αποτέλεσμα Η 18η Μαρτίου έχει ορισθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Νεανικών Ρευματικών Νοσημάτων από την Ευρωπαϊκή Παιδορευματολογική Εταιρεία (PReS) και το Ευρωπαϊκό Δίκτυο για Παιδιά με Αρθρίτιδα (ENCA). Η ημέρα αυτή είναι αφιερωμένη στην ενημέρωση του κοινού για τα Νεανικά Ρευματικά Νοσήματα και στην ευαισθητοποίησή του σχετικά με τη σημασία της έγκαιρης διάγνωσης από τους κατάλληλα εκπαιδευμένους ιατρούς, ώστε να παρέχεται στα παιδιά η βέλτιστη διεπιστημονική περίθαλψη. «Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακόμη επίσημα δεδομένα για την επίπτωση και για τον επιπολασμό των χρόνιων αυτών νοσημάτων», επισημαίνει η Μαρία Τραχανά, Πρόεδρος της Ελληνικής Παιδορευματολογικής Εταιρείας. «Σύμφωνα με τα παγκόσμια επιδημιολογικά δεδομένα, η εκδήλωση των ΝΡΝ αποδίδεται σε συνδυασμό γενετικής προδιάθεσης και περιβαλλοντικών επιδράσεων και επομένως η επίπτωση και ο επιπολασμός τους διαφέρει ανά γεωγραφική περιοχή και φυλή». Η κλινική τους εικόνα «δεν αποτελεί μικρογραφία των αντίστοιχων νοσημάτων των ενηλίκων και η θεραπεία τους σήμερα, όπως και στους ενήλικες, είναι στοχευμένη και αποβλέπει στην καταστολή της άσηπτης φλεγμονής και όχι μόνο στην ανακούφιση από τα συμπτώματα» εξηγεί η Πολυξένη Πρατσίδου-Γκέρτση, Πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ομοσπονδίας ΡΕΥΜΑΖΗΝ.
Ο πρόεδρος της Ελληνικής Ρευματολογικής Εταιρείας και Επαγγελματικής Ένωσης Ρευματολόγων Ελλάδος, Δημήτρης Καρόκης αναφερόμενος από την πλευρά του στην Παγκόσμια Ημέρα Νεανικών Ρευματικών Νοσημάτων, τόνισε: «Τα Νεανικά Ρευματικά Νοσήματα είναι μια ομάδα σπάνιων χρόνιων φλεγμονωδών καταστάσεων. Αυτό σημαίνει ότι επιμένουν για πολλά χρόνια και συχνά συνεχίζονται μέχρι και την ενήλικη ζωή. Τα συχνότερα Νεανικά Ρευματικά Νοσήματα στη χώρα μας είναι η Νεανική Ιδιοπαθής Αρθρίτιδα (NIA), οι Νεανικές Συστηματικές Αγγειίτιδες και ο Νεανικός Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος. Δεν υπάρχουν ακόμη επιδημιολογικά δεδομένα για τη συχνότητά τους στην Ελλάδα. Η ΝΙΑ υπολογίζεται ότι προσβάλλει 1 στα 1.000 περίπου παιδιά κάτω των 18 ετών και ανήκει στα 10 συχνότερα χρόνια νοσήματα των ανηλίκων. Είναι όμως περίπου 10 φορές πιο σπάνια από το αντίστοιχο νόσημα των ενηλίκων, τη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα».
Επείγουσα έκκληση από τον Π.Ο.Υ. για στοχευμένες παρεμβάσεις Πάνω από 1 στους 3 ανθρώπους επηρεάζονται από νευρολογικές παθήσεις, που αποτελούν την κύρια αιτία ασθένειας και αναπηρίας παγκοσμίως, σύμφωνα με μια σημαντική νέα μελέτη που κυκλοφόρησε από το The Lancet Neurology. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης το 2021, περισσότεροι από 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζούσαν με μια νευρολογική πάθηση. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) συνέβαλε στην ανάλυση των δεδομένων της Μελέτης για την Παγκόσμια Επιβάρυνση Νόσων, Τραυματισμών και Παραγόντων Κινδύνου (GBD) 2021. Οι νευρολογικές παθήσεις είναι πλέον η κύρια αιτία κακής υγείας και αναπηρίας παγκοσμίως. Το συνολικό ποσοστό αναπηρίας, ασθένειας και πρόωρου θανάτου (γνωστά ως έτη ζωής προσαρμοσμένα στην αναπηρία, DALY) που προκαλούνται από νευρολογικές παθήσεις έχει αυξηθεί κατά 18% από το 1990. Πάνω από το 80% των θανάτων και των περιστατικών απώλειας υγείας από νευρολογικές παθήσεις συμβαίνουν σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος και η πρόσβαση στη θεραπεία ποικίλλει ευρέως: οι χώρες υψηλού εισοδήματος έχουν έως και 70 φορές περισσότερους επαγγελματίες νευρολόγους ανά 100.000 άτομα από τις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος . «Οι νευρολογικές παθήσεις προκαλούν μεγάλο πόνο στα άτομα και τις οικογένειες που επηρεάζουν και στερούν τις κοινότητες από ανθρώπινο δυναμικό», δήλωσε ο Δρ Tedros Adhanom Ghebreyesus, Γενικός Διευθυντής του ΠΟΥ. «Αυτή η μελέτη θα πρέπει να χρησιμεύσει ως επείγουσα έκκληση για δράση όσον αφορά την κλιμάκωση των στοχευμένων παρεμβάσεων ώστε να επιτραπεί στον αυξανόμενο αριθμό ατόμων που ζουν με νευρολογικές παθήσεις να έχουν πρόσβαση στην ποιοτική φροντίδα, θεραπεία και αποκατάσταση που χρειάζονται. Είναι πιο σημαντικό από ποτέ να διασφαλίσουμε ότι η υγεία του εγκεφάλου γίνεται καλύτερα κατανοητή, εκτιμάται και προστατεύεται, από την πρώιμη παιδική ηλικία έως τη μετέπειτα ζωή». Οι δέκα κορυφαίες νευρολογικές καταστάσεις που συνέβαλαν στην απώλεια υγείας το 2021 ήταν το εγκεφαλικό επεισόδιο, η νεογνική εγκεφαλοπάθεια (εγκεφαλική βλάβη), η ημικρανία, η άνοια, η διαβητική νευροπάθεια (νευρική βλάβη), η μηνιγγίτιδα, η επιληψία, οι νευρολογικές επιπλοκές από πρόωρο τοκετό, η διαταραχή του φάσματος του αυτισμού και οι καρκίνοι του νευρικού συστήματος. Συνολικά, οι νευρολογικές παθήσεις προκαλούν μεγαλύτερη αναπηρία και απώλεια υγείας στους άνδρες σε σύγκριση με τις γυναίκες, αλλά υπάρχουν ορισμένες καταστάσεις όπως η ημικρανία ή η άνοια όπου οι γυναίκες επηρεάζονται δυσανάλογα. Από το 1990, ο απόλυτος αριθμός ατόμων που ζουν με ή πεθαίνουν από νευρολογικές παθήσεις έχει αυξηθεί, ενώ τα τυποποιημένα για την ηλικία ποσοστά DALY έχουν μειωθεί. Αυτό σημαίνει ότι οι αυξήσεις σε απόλυτους αριθμούς οφείλονται κυρίως στις δημογραφικές αλλαγές και στο γεγονός ότι οι άνθρωποι ζουν περισσότερο. Η διαβητική νευροπάθεια ήταν η ταχύτερα αναπτυσσόμενη νευρολογική πάθηση. Ο αριθμός των ατόμων με διαβητική νευροπάθεια έχει υπερτριπλασιαστεί παγκοσμίως από το 1990, φτάνοντας τα 206 εκατομμύρια περιπτώσεις το 2021. Άλλες παθήσεις όπως νευρολογικές επιπλοκές από την COVID-19 (για παράδειγμα, γνωστική εξασθένηση και σύνδρομο Guillain-Barré) δεν υπήρχαν στο παρελθόν και τώρα αντιπροσωπεύουν πάνω από 23 εκατομμύρια περιπτώσεις.
Ρυθμιστικό πλαίσιο στην Τεχνητή Νοημοσύνη επιχειρεί να επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμός για το ΑΙ (AI Act), με άμεση ισχύ για τα κράτη μέλη, που ψηφίστηκε στις 13 Μαρτίου από το Ευρωκοινοβούλιο.
Αυτή η νέα νομοθεσία θα τεθεί σε εφαρμογή προς τα τέλη Μαΐου, δίνοντας στις επιχειρήσεις περιθώριο 6-24 μηνών για να προσαρμοστούν. Τα πρόστιμα για τη μη συμμόρφωση μπορούν να φτάσουν τα 35 εκατομμύρια ευρώ ή το 7% του παγκόσμιου ακαθάριστου ομιλικού τζίρου.
Το AI Act Το AI Act ακολουθεί μια προσέγγιση ρύθμισης των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης με βάση τους κίνδυνους που προκύπτουν από αυτά για την κοινωνία και τους ανθρώπους (risk-based approach). Το πλαίσιο αυτό αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι τα συστήματα ΑΙ αναπτύσσονται και χρησιμοποιούνται με τρόπο που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα ζητήματα ασφάλειας, καθώς και τις αξίες της Ε.Ε..
Μεταξύ άλλων ορίζει:
Απαγορευμένα συστήματα ΑΙ: Ορισμένες εφαρμογές ΑΙ που θεωρείται ότι παρουσιάζουν «υπερβολικούς κινδύνους», όπως τεχνικές χειραγώγησης ή εκείνες που εκμεταλλεύονται ευάλωτες ομάδες, απαγορεύονται πλήρως. Τα συστήματα αυτά πρέπει να καταργηθούν μέχρι το τέλος του 2024.
Συστήματα ΑΙ υψηλού κινδύνου: Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά την ασφάλεια, την υγεία ή τα θεμελιώδη δικαιώματα των ανθρώπων πρέπει να συμμορφώνονται με αυστηρές απαιτήσεις πριν εισέλθουν στην αγορά της ΕΕ. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται συστήματα σε σημαντικούς τομείς όπως η υγεία, οι κρίσιμες υποδομές, η εκπαίδευση και η εργασία.
Συστήματα ΑΙ χαμηλού κινδύνου: Σε αυτά περιλαμβάνονται εφαρμογές ΑΙ όπως τα chatbots, τα οποία θα υποχρεούνται να διατηρούν ένα επίπεδο διαφάνειας, ώστε να ενημερώνονται οι χρήστες ότι αλληλοεπιδρούν με ΑΙ.
Συστήματα ΑΙ ελάχιστου κινδύνου: Η πλειονότητα των εφαρμογών ΑΙ, που ενέχουν ελάχιστο κίνδυνο, θα απολαμβάνουν την ελευθερία ανάπτυξης χωρίς πρόσθετες κανονιστικές υποχρεώσεις.
Συστήματα ΑΙ γενικού σκοπού: Η νομοθεσία αντιμετωπίζει ξεχωριστά τα συστήματα ΑΙ γενικού σκοπού (general purpose AI), τα οποία χαρακτηρίζονται από τις ευρείες δυνατότητές τους και τον δυνητικό συστημικό κίνδυνο, όπως τα διάφορα Generative AI chatbots που διατίθενται στην αγορά.
Επόμενα βήματα για τις επιχειρήσεις Καθώς η Ε.Ε. προετοιμάζεται για την εφαρμογή του ΑΙ Act, οι επιχειρήσεις οφείλουν άμεσα να αξιολογήσουν τη χρήση και την ανάπτυξη τεχνολογιών ΑΙ από τις ίδιες, σε σχέση με το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο. Τα επόμενα βήματα για τις επιχειρήσεις είναι:
Χαρτογράφηση συστημάτων Να δημιουργήσουν ένα μητρώο με τα βασικά στοιχεία όλων των συστημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του AI Act, δηλαδή των οριζόμενων ως “Συστήματα ΑΙ”. Παράλληλα θα χρειαστεί να αξιολογήσουν τον ρόλο τους στην αλυσίδα ΑΙ ως χρήστης, προγραμματιστής, εισαγωγέας ή διανομέας τέτοιων συστημάτων.
Αξιολόγηση κινδύνου Να αξιολογήσουν τα συστήματα ΑΙ, για να προσδιοριστεί η κατηγορία κινδύνου τους βάσει του νέου πλαισίου. Αυτή η κατηγοριοποίηση είναι ζωτικής σημασίας για τον προγραμματισμό της συμμόρφωσης με τη νέα νομοθεσία, καθώς για κάθε κατηγορία ισχύουν διαφορετικές προθεσμίες.
Ανάλυση αποκλίσεων Η ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης συμμόρφωσης μιας επιχείρησης σε σχέση με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το ΑΙ Act είναι κομβική και επιτάσσει την κατάρτιση ενός σχεδίου δράσης για την αποκατάσταση τυχόν αποκλίσεων.
Εναρμόνιση και τεκμηρίωση Ειδικά για τα συστήματα ΑΙ υψηλού κινδύνου, οι επιχειρήσεις πρέπει να προετοιμαστούν για λεπτομερείς αξιολογήσεις κανονιστικής εναρμόνισης και συμμόρφωσης, αναφορικά με τις επιπτώσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα και να προετοιμάσουν την απαραίτητη έγγραφη τεκμηρίωση, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων διαχείρισης δεδομένων και διαφάνειας.
Εκπαίδευση
Να δημιουργήσουν ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης του προσωπικού, με διαφοροποιημένα επίπεδα πολυπλοκότητας και περιεχομένου.
Sandbox καινοτομίας Να διερευνήσουν την πιθανή συμμετοχή τους σε ρυθμιστικά sandboxes για τη δοκιμή και ανάπτυξη καινοτόμων λύσεων ΑΙ, σε ένα ελεγχόμενο ρυθμιστικό περιβάλλον.
Διαρκής ενημέρωση Δεδομένης της εξελισσόμενης φύσης της τεχνολογίας ΑΙ και της σχετικής νομοθεσίας, το κλειδί για τη διασφάλιση της συνεχούς συμμόρφωσης είναι η διαρκής ενημέρωση, τόσο με βάση τις επιπλέον κατευθυντήριες γραμμές που αναμένονται από τα όργανα της Ε.Ε. ή και την ελληνική ρυθμιστική αρχή για την τεχνητή νοημοσύνη.
Τα ενήλικα βλαστικά κύτταρα έχουν προσελκύσει μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον λόγω της ικανότητας τους να αυτο-ανανεώνονται και να διαφοροποιούνται σε άλλους τύπους κυττάρων. Σε άρθρο που δημοσιεύεται στο υψηλής εμβέλειας περιοδικό Nature Communications, ερευνητές από το Ε.Κ.Π.Α., το Ινστιτούτο Τεχνολογίας και Έρευνας στο Ηράκλειο Κρήτης και το Πανεπιστήμιο Harvard, με επικεφαλής τον Καθηγητή Βιολογίας-Γενετικής και Διευθυντή του Εργαστηρίου Βιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Ε.Κ.Π.Α. κ. Αριστείδη Ηλιόπουλο, αποκαλύπτουν έναν νέο μηχανισμό ρύθμισης του πολλαπλασιασμού και διαφοροποίησης των βλαστικών κυττάρων του εντέρου, με σημαντικό αντίκτυπο στην κατανόηση της ιστικής γήρανσης.
Η έρευνα τους αναδεικνύει τον σημαντικό ρόλο του επιγενετικού παράγοντα ΕΖΗ2 στη διατήρηση της ομοιοστασίας των βλαστικών κυττάρων του εντέρου μέσω της συμπύκνωσης χρωμοσωμικών περιοχών στις οποίες εδράζονται ρυθμιστές της διαφοροποίησης. Ανάμεσά τους, οι ερευνητές ανακάλυψαν ένα μικρό RNA, το miR-8/miR-200, ως βασικό στόχο του ΕΖΗ2 και τελεστή της διαφοροποίησης των βλαστικών κυττάρων προς ώριμα εντεροκύτταρα.
Οι ερευνητές κατέληξαν στα σημαντικά συμπεράσματά τους αξιοποιώντας τεχνικές in vivo γονιδιακής σίγασης και γενετικής απαλοιφής, καθώς και τεχνολογίες γενετικής σήμανσης των βλαστικών κυττάρων του εντέρου της δροσόφιλας, ενός πειραματικού μοντέλου που εξακολουθεί να προσφέρει πρωτοποριακή έρευνα για την κατανόηση των βασικών βιολογικών μηχανισμών της ζωής. Επιπρόσθετα, μέσα από την συστηματική ανάλυση βάσεων βιοκλινικών και μοριακών δεδομένων, οι ερευνητές έδειξαν πως η μηχανιστική εξάρτηση του miR-8 από το EZH2 που παρατηρείται στη δροσόφιλα, διατηρείται και στο φυσιολογικό έντερο του ανθρώπου.
Οι επιγενετικές τροποποιήσεις επηρεάζονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες, τον τρόπο ζωής και την γήρανση αλλά θεωρούνται αναστρέψιμες. Οι ερευνητές βρήκαν πως ο εντερικός ιστός του γερασμένου οργανισμού χαρακτηρίζεται από επιγενετική απορρύθμιση του ΕΖΗ2 και αυξημένα επίπεδα του miR-8, οδηγώντας σε απορρύθμιση της λειτουργίας των βλαστικών κυττάρων και χαλάρωση της κυτταρικής δομής του εντέρου. Τα αποτελέσματα της μελέτης θα αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη στοχευμένων θεραπειών ή διατροφικών παρεμβάσεων για την επιβράδυνση της γήρανσης.
Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από το Fondation Santé, το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών-Siemens, το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) και την Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας (Γ.Γ.Ε.Κ.).
Πως η λοίμωξη με COVID- 19 επηρεάζει το καρδιαγγειακό σύστημα;
Όπως είναι γνωστό ο ιός SARS-Cov-2 που προκαλεί τη νόσο COVID-19 μπορεί να επηρεάσει το καρδιαγγειακό σύστημα και την ίδια την καρδιακή λειτουργία ιδιαίτερα επί ύπαρξης καρδιακής νόσου και καρδιακής ανεπάρκειας. Η προσβολή του καρδιαγγειακό συστήματος αποδίδεται είτε σε απευθείας βλάβη της καρδιάς είτε σε διαταραχή της λειτουργικότητας των αρτηριών και ενδοθηλιακή δυσλειτουργία όπως έχει φανεί και από δικές μας μελέτες. Επιπλέον λόγω των διαταραχών στους μηχανισμούς θρόμβωσης, την ενεργοποίηση του καταρράκτη της πήξης και της φλεγμονώδους απόκρισης, τόσο κατά το διάστημα της νόσησης όσο και το πρώτο διάστημα μετά την οξεία νόσο μπορεί να εμφανιστεί κινητοποίηση ενζύμων μυοκαρδιακής βλάβης με αύξηση κυρίως της τροπονίνης, αυξημένη επίπτωση – πιθανότητα- πρόκλησης εμφράγματος του μυοκαρδίου, μυοκαρδίτιδα, περικαρδίτιδας αλλά και ποικιλία καρδιακών αρρυθμιών.
Σε άτομα τα οποία δεν έχουν διαγνωσμένη καρδιαγγειακή νόσο τι συστήνετε εφόσον νοσήσουν με COVID- 19 ή άλλες ιογενείς λοιμώξεις;
Όλοι οι ασθενείς που νόσησαν, ιδιαίτερα όσοι είναι άνω των 40 ετών, έχουν οικογενειακό ιστορικό πρώιμης εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου ή με συνοσηρότητες, είναι ευκαιρία να εξεταστούν για κλασικούς καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου (δυσλιπιδαιμία, υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, νεφρική νόσο κ.α.) ώστε να λάβουν τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα, και την προληπτική αγωγή που θα τους προστατέψει από μελλοντικά καρδιαγγειακά συμβάντα. Είναι επίσης ευκαιρία να ενταχθούν σε ένα πρόγραμμα εντατικής παρακολούθησης και συστηματικής τροποποίησης των ανθυγιεινών συνηθειών του τρόπου ζωής. Αν υπάρχουν συμπτώματα όπως πόνος στο στήθος ή δυσφορία, δύσπνοια, αίσθημα παλμών ή ενδείξεις καρδιαγγειακών επιπλοκών (όπως προκύπτει από την κλινική εξέταση, τις απεικονιστικές εξετάσεις π.χ. ακτινογραφία θώρακος, και από βιοχημικούς δείκτες π.χ. αύξηση τιμών τροπονίνης ορού και νατριουρητικών πεπτιδίων) πρέπει καταρχήν να γίνει προσεκτικός έλεγχος της καρδιακής λειτουργίας με ηλεκτροκαρδιογράφημα και υπερηχογραφική απεικόνιση της καρδιάς.
Ποια τα κύρια συμπτώματα από το καρδιαγγειακό σύστημα σε επιπλοκή από λοίμωξη COVID- 19 ή άλλες ιογενείς λοιμώξεις;
Οι επιπλοκές από το καρδιαγγειακό δεν είναι συχνές πρέπει όμως να δίνεται προσοχή ιδιαίτερα στους ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα. Η εμφάνιση θωρακικού άλγος, στηθάγχης (συσφικτικού θωρακικού άλγους στο προκάρδιο) , δυσκολίας στην αναπνοή, εύκολης κόπωσης, «λαχάνιασματος»- ταχύπνοιας και αρρυθμιών που μπορεί να γίνουν αντιληπτές ως διαταραχή του καρδιακού ρυθμού ή «αίσθημα παλμών» πρέπει να σε κάθε περίπτωση να αξιολογούνται από κάποιον ειδικό ιατρό.
Τι πρέπει να προσέχουν οι καρδιοπαθείς;
Οι καρδιοπαθείς και ιδιαίτερα όσοι πάσχουν από καρδιακή ανεπάρκεια ή έχουν αρρύθμιστη υπέρταση ή είναι παχύσαρκοι έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών σε περίπτωση νόσησης από COVID-19. Προληπτικά είναι σημαντικό να έχουν ολοκληρώσει το πρόγραμμα των εμβολιασμών τους. Επίσης πρέπει να έχουν ρυθμίσει όλα τα υποκείμενα νοσήματα (καρδιακή ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση) κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο ώστε αν νοσήσουν να μπορούν να ανταπεξέλθουν καλύτερα στο «στρες» της νόσησης από COVID-19. Όταν τα άτομα με υποκείμενα καρδιαγγειακά νοσήματα νοσούν από COVID-19, ανάλογα και με τη βαρύτητα της νόσου, πρέπει να επικοινωνήσουν άμεσα με τους θεράποντες ιατρούς για το ενδεχόμενο λήψης ειδικής αντι-ιικής αγωγής. Σε αυτή την περίπτωση συχνά χρειάζεται και τροποποίηση μιας σειράς φαρμάκων που λαμβάνουν οι καρδιοπαθείς ασθενείς και αυτό πρέπει να γίνει σε συνεννόηση με των καρδιολόγο τους ώστε να προφυλαχθούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Επίσης ο υψηλός πυρετός από μόνος του μπορεί να οδηγήσει σε απορρύθμιση των ατόμων με καρδιακή ανεπάρκεια και για αυτό πρέπει συχνά να τροποποιούνται οι δώσεις των καρδιολογικών φαρμάκων. Συμπερασματικά, όλοι οι καρδιοπαθείς είναι σημαντικό να βρίσκονται σε στενή επαφή και επικοινωνία με τον θεράποντα καρδιολόγο τους εφόσον νοσήσουν από COVID-19.
Ποιες οι εξετάσεις που πρέπει να γίνονται κατά τη διάρκεια ή μετά την ανάρρωση;
Οι εξετάσεις που πρέπει να γίνουν κατά τη διάρκεια ή μετά την ανάρρωση (από λοίμωξη με COVID-19 ή άλλες ιογενείς λοιμώξεις) ποικίλλουν και εξατομικεύονται ανάλογα με το ιστορικό του ασθενούς, τα συμπτώματα και την κλινική πορεία της νόσου. Ειδικότερα εάν υπάρχουν σημεία καρδιαγγειακών επιπλοκών συστήνεται: κλινική εξέταση, ηλεκτροκαρδιογράφημα, εργαστηριακός έλεγχος (γενική αίματος, βιοχημικός έλεγχος ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας, τροπονίνη, δείκτες φλεγμονής όπως CRP, νατριουρητικά πεπτίδια), απεικονιστικός έλεγχος συνήθως με απλό υπερηχοκαρδιογράφημα. Ανάλογα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων και την κλινική εικόνα ενδεχομένως να κριθούν αναγκαίες από τον καρδιολόγο και επιπλέον εξετάσεις όπως μαγνητική απεικόνιση της καρδιάς.
Κάποιες από τις εξετάσεις που δύναται να ζητηθούν μετά την ανάρρωση από COVID-19 και ιδιαίτερα αν κάποια συμπτώματα επιμένουν είναι: Ηλεκτροκαρδιογράφημα, ακτινογραφία θώρακος, υπερηχοκαρδιογράφημα, Ηolter Ρυθμού, μαγνητική απεικόνιση της καρδιάς (επί εικόνας μυοκαρδίτιδας), δοκιμασία κόπωσης / δυναμική υπερηχοκαρδιογραφία και εξετάσεις αίματος όπως γενική αίματος, γλυκόζη και γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, δείκτες νεφρικής λειτουργίας (ουρία και κρεατινίνη ορού), δείκτες μυοκαρδιακής νέκρωσης (τροπονίνη), δείκτες καρδιακής λειτουργίας -νατριουρητικά πεπτίδια- και μέτρηση δεικτών φλεγμονής.
Μια ιδιαίτερη κατηγορία ατόμων αποτελούν και αυτοί που αθλούνται συστηματικά. Η επιστροφή στις αθλητικές δραστηριότητες πρέπει να γίνει με προσοχή. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να επιστρέψουν στις αθλητικές δραστηριότητες πριν την ύφεση των συμπτωμάτων και η καρδιοαναπνευστική δοκιμασία κόπωσης μπορεί να είναι χρήσιμη στην ομάδα αυτών των ασθενών.
Η καρδιολογική εκτίμηση και παρακολούθηση όσων νόσησαν με COVID-19 μπορεί να πραγματοποιηθεί και σε ειδικά καρδιολογικά ιατρεία.
Οι κληρονομικές παθήσεις του αμφιβληστροειδούς αποτελούν μια ομάδα νοσημάτων με μεγάλη κλινική και γενετική ετερογένεια επηρεάζοντας περίπου 1 στα 2.000 άτομα παγκοσμίως. Οι συνέπειες για τα άτομα αυτά ποικίλλουν από καθολική τύφλωση στις περιπτώσεις σοβαρού εκφυλισμού του αμφιβληστροειδούς, όπως στην συγγενή αμαύρωση Leber (Leber’s Congenital Amaurosis, LCA), μέχρι ήπιες δυσλειτουργίες του αμφιβληστροειδούς (νυχτερινή τύφλωση, αχρωματοψία κ.α.). Η έκταση της βλάβης στα κύτταρα του οφθαλμού, η προοδευτική εξέλιξη και η ηλικία εμφάνισης εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη γενετική αιτία [1, 2].
Οι ασθένειες αυτές μπορούν να ταξινομηθούν σε τέσσερις μεγάλες ομάδες: στις ασθένειες όπου προσβάλλονται κυρίως τα ραβδία, σε αυτές όπου προσβάλλονται τα κωνία, στις γενικές αμφιβληστροειδοπάθειες όπου προσβάλλονται και οι δύο τύποι φωτοϋποδοχέων και τέλος στις υαλοαμφιβληστροειδοπάθειες. Οι διάφοροι τύποι κληρονομικών αμφιβληστροειδοπαθειών μπορεί να είναι συνδρομικού ή μη συνδρομικού τύπου, με τους τελευταίους να περιλαμβάνουν κυρίως τη μελαχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια (Retinitis Pigmentosa, RP), τη δυστροφία κωνίων-ραβδίων, δυστροφία κερατοειδούς, συγγενή αμαύρωση Leber, συγγενή καταρράκτη, νόσο Stargardt κ.α. [1].
Τα τελευταία 20 χρόνια οι πληροφορίες σχετικά με την μοριακή βάση των αμφιβληστροειδοπαθειών αυξάνονται συνεχώς. Μέχρι σήμερα, έχουν συσχετιστεί με αυτά τα νοσήματα περισσότερα από 280 γονίδια (RetNet: https://sph.uth.edu/retnet/, Οκτώβριος 2022). Τα σχετιζόμενα αυτά γονίδια που προκαλούν αμφιβληστροειδοπάθεια μπορεί να κληρονομούνται με αυτοσωματικό υπολειπόμενο ή επικρατητικό τρόπο, ενώ κάποιες από αυτές μπορεί να κληρονομούνται και με τους δύο τρόπους. Ειδικότερα, η πλειοψηφία των ασθενών (50-60%) φέρουν αυτοσωματικές υπολειπόμενες παραλλαγές, ενώ είναι συχνές και οι οικογένειες με αυτοσωματικές επικρατητικές παραλλαγές (30-40%). Σημαντικό ποσοστό είναι επίσης και οι περιπτώσεις που παρουσιάζουν φυλοσύνδετη κληρονομικότητα (5-20%). Τέλος, μπορεί να υπάρχει και μιτοχονδριακή κληρονομικότητα (1-3%) σε ορισμένους τύπους αμφιβληστροειδοπαθειών [1, 2].
Οι μισοί περίπου ασθενείς με κληρονομικές αμφιβληστροειδοπάθειες πάσχουν από μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια. Η μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια (Retinitis Pigmentosa, RP) ανήκει στις προοδευτικές αμφιβληστροειδοπάθειες που προσβάλλουν πρώτα τα ραβδία. Η RP περιλαμβάνει μια ομάδα κλινικά όμοιων φαινοτύπων που έχουν όμως διαφορετικά γενετικά αίτια. Περισσότερες από 5000 παραλλαγές, σε περισσότερα από 60 γονίδια, σχετίζονται με τη μη συνδρομική μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια. Η RP είναι συνήθως μη συνδρομική, ενώ υπάρχουν και συνδρομικές μορφές, με την πιο συχνή από αυτές το σύνδρομο Usher [3].
Μία από τις πιο σοβαρές μορφές κληρονομικής αμφιβληστροειδοπάθειας είναι η Συγγενής Αμαύρωση Leber (Leber’s Congenital Amaurosis, LCA). Αντιπροσωπεύει μια ομάδα κληρονομικών παθήσεων του αμφιβληστροειδούς που χαρακτηρίζονται από σοβαρή και από μικρή ηλικία απώλεια όρασης, νυσταγμό, αμαυρωτικές κόρες και απόντα ηλεκτρικά σήματα στο ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτή η νόσος κληρονομείται με αυτοσωματικό υπολειπόμενο τρόπο. Μέχρι στιγμής, περισσότερα από 16 γονίδια έχει βρεθεί ότι εμπλέκονται στην εμφάνιση της νόσου. Σήμερα, η LCA θεωρείται ως η πιο σοβαρή δυστροφία του αμφιβληστροειδούς χωρίς να αποτελεί συστηματική ασθένεια [4].
Οι πολλοί και αλληλεπικαλυπτόμενοι τύποι, οι διαφορετικοί τρόποι κληρονόμησης και οι πολλαπλά σχετιζόμενοι γενετικοί τόποι καθιστούν την τελική διάγνωση των αμφιβληστροειδοπαθειών μια διαδικασία αρκετά επίπονη, χρονοβόρα και με υψηλό κόστος. Ωστόσο, τα σημαντικά επιτεύγματα που έχουν σημειωθεί και η βελτίωση των μοριακών τεχνικών τα τελευταία έτη έχουν δώσει τη δυνατότητα για τον ταχύ και αξιόπιστο εντοπισμό των γενετικών αιτιών που ευθύνονται για τις κληρονομικές αμφιβληστροειδοπάθειες με στόχο την ακριβή και οριστική διάγνωση, προσφέροντας σημαντικές πληροφορίες για την πρόγνωση και εξέλιξη της νόσου, το κατάλληλο πλαίσιο για γενετική συμβουλευτική των ασθενών και των οικογενειών τους και τέλος τη δυνατότητα θεραπευτικής αντιμετώπισης.
Η εφαρμογή των τεχνολογιών αλληλούχησης επόμενης γενιάς (Next Generation Sequencing-NGS) στην κλινική πράξη για τη γενετική ταυτοποίηση των κληρονομικών αμφιβήστροειδοπαθειών έχει οδηγήσει πολλές ερευνητικές ομάδες και εταιρείες να αναπτύξουν θεραπευτικά πρωτόκολλα βασιζόμενα στη γονιδιακή θεραπεία [5]. Εδώ και αρκετά χρόνια γίνεται προσπάθεια θεραπείας των ασθενειών με γονιδιακή ενίσχυση ή αποκατάσταση. Συνήθως, γενετικές ασθένειες που οφείλονται σε μείωση ή απώλεια μιας πρωτεΐνης με συγκεκριμένη λειτουργία, αποτελούν ιδανικούς στόχους για γονιδιακή θεραπεία. Η έκφραση του φυσιολογικού γονιδίου σε φυσιολογικά επίπεδα στα κύτταρα-στόχους θα μπορούσε να οδηγήσει στην οριστική αντιμετώπιση της νόσου [6].
Στις 15 Σεπτεμβρίου 2022 πραγματοποιήθηκε η πρώτη γονιδιακή θεραπεία στην Ελλάδα σε 44χρονη ασθενή με σοβαρή απώλεια όρασης από την Α’ Πανεπιστημιακή Οφθαλμολογική Κλινική του ΓΝΑ Αθηνών «Γ. Γεννηματάς» (https://hub.uoa.gr/the-first-gene-therapy-in-greece-in-a-patient-with-severe-vision-loss/). Το φάρμακο που χρησιμοποιήθηκε γι’ αυτή τη θεραπεία περιέχει τη δραστική ουσία voretigene neparvovec και είναι ένα είδος φαρμάκου προηγμένης γονιδιακής θεραπείας. Η συγκεκριμένη θεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο όταν οι ασθενείς έχουν επαρκή αριθμό λειτουργικών αμφιβληστροειδικών κυττάρων και όταν η νόσος προκαλείται από παραλλαγές στο γονίδιο RPE65, το οποίο κληρονομείται με αυτοσωμικό υπολειπόμενο τρόπο και είναι απαραίτητο για τη φυσιολογική λειτουργία των αμφιβληστροειδικών κυττάρων [6, 7].
Γονιδιακές θεραπείες για άλλους τύπους κληρονομικών αμφιβληστροειδοπαθειών (γονίδια ABCA4, MERTK, PDE6B, RPGR, CNGB3, CEP290, USH2A, ΜΤ-ND4 κ.α.) βρίσκονται σε στάδια κλινικών δοκιμών αυτή τη στιγμή με αρκετά ενθαρρυντικά αποτελέσματα, δίνοντας τη δυνατότητα σε αυτή τη μεγάλη ομάδα ασθενών μελλοντικά να θεραπευτούν από την αντίστοιχη νόσο [8].
Απαραίτητο βήμα για την εφαρμογή της γονιδιακής θεραπείας είναι πρωτίστως η γενετική ταυτοποίηση της νόσου, δηλαδή ο εντοπισμός της αιτιοπαθογόνου παραλλαγής στο υπεύθυνο γονίδιο. Η χρήση της αλληλούχησης όλων των εξονίων του γονιδιώματος (Whole Exome Sequencing-WES) ως διαγνωστικό εργαλείο έχει αλλάξει τη στρατηγική αναλύσεων, από την αλληλούχηση μόνο των σχετιζόμενων με ένα φαινότυπο γονιδίων σε σάρωση όλων των γονιδίων που δυνητικά μπορούν να εξηγήσουν μια συγκεκριμένη διαταραχή. Η συνεχής ταυτοποίηση νέων σχετιζόμενων γονιδίων με κληρονομικές αμφιβληστροειδοπάθειες καθιστά το WES πολύτιμο και οικονομικό εργαλείο στην παρούσα φάση σε σχέση με ανάλυση μεμονωμένων γονιδίων ή πάνελ γονιδίων, δίδοντας τη δυνατότητα κάλυψης της διαφοροδιάγνωσης, αλλά και επανανάλυσης των δεδομένων μελλοντικά, ώστε να εντοπιστεί πιθανά η γενετική βλάβη σε νέα σχετιζόμενα γονίδια [5].
Το Εργαστήριο Ιατρικής Γενετικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (https://iatrikigenetiki.med.uoa.gr), με έδρα το Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», αποτελεί το μεγαλύτερο δημόσιο ακαδημαϊκό κέντρο, καθώς και κέντρο αναφοράς για τη γενετική αξιολόγηση και διάγνωση των σπάνιων παθήσεων στην Ελλάδα, κυρίως σε παιδιά. Τις τελευταίες 2 δεκαετίες έχει τεθεί διάγνωση στο εργαστήριο σε χιλιάδες ασθενείς με τέτοια νοσήματα.
Έως σήμερα στο Εργαστήριο Ιατρικής Γενετικής έχουν διαγνωστεί 35 ασθενείς που πάσχουν από κάποιο τύπο κληρονομικής αμφιβληστροειδοπάθειας [5, 9]. Η μοριακή γενετική διάγνωση ταυτοποίησε αιτιοπαθολογικές παραλλαγές σε 18 διαφορετικά γονίδια (Εικόνα 1).
Εικόνα 1: Κατανομή γονιδίων που εντοπίστηκαν αιτιοπαθογόνες παραλλαγές σε ασθενείς με κληρονομική αμφιβληστροειδοπάθεια.
Οι παραπάνω διαγνώσεις πραγματοποιήθηκαν σε συνεργασία με εξειδικευμένους και έμπειρους οφθαλμιάτρους και κλινικούς γενετιστές. Η διεπιστημονική προσέγγιση με τη συνεργασία κλινικών και εργαστηριακών επιστημόνων αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την οριστική διάγνωση των σπάνιων νοσημάτων στο Εργαστήριο Ιατρικής Γενετικής.
Βιβλιογραφία:
García Bohórquez B, Aller E, Rodríguez Muñoz A, Jaijo T, García García G and Millán JM (2021) Updating the Genetic Landscape of Inherited Retinal Dystrophies. Front. Cell Dev. Biol. 9:645600. doi: 10.3389/fcell.2021.645600
Ellingford, J. M., Hufnagel, R. B., & Arno, G. (2020). Phenotype and Genotype Correlations in Inherited Retinal Diseases: Population-Guided Variant Interpretation, Variable Expressivity and Incomplete Penetrance. Genes, 11(11), 1274. doi: 10.3390/genes11111274
Koyanagi, Y., Akiyama, M., Nishiguchi, K. M., Momozawa, Y., Kamatani, Y., Takata, S., Inai, C., Iwasaki, Y., Kumano, M., Murakami, Y., Omodaka, K., Abe, T., Komori, S., Gao, D., Hirakata, T., Kurata, K., Hosono, K., Ueno, S., Hotta, Y., Murakami, A., … Sonoda, K. H. (2019). Genetic characteristics of retinitis pigmentosa in 1204 Japanese patients. Journal of medical genetics, 56(10), 662–670. https://doi.org/10.1136/jmedgenet-2018-105691
Kumaran, N., Moore, A. T., Weleber, R. G., & Michaelides, M. (2017). Leber congenital amaurosis/early-onset severe retinal dystrophy: clinical features, molecular genetics and therapeutic interventions. The British journal of ophthalmology, 101(9), 1147–1154. https://doi.org/10.1136/bjophthalmol-2016-309975
Marinakis, N. M., Svingou, M., Veltra, D., Kekou, K., Sofocleous, C., Tilemis, F. N., Kosma, K., Tsoutsou, E., Fryssira, H., & Traeger-Synodinos, J. (2021). Phenotype-driven variant filtration strategy in exome sequencing toward a high diagnostic yield and identification of 85 novel variants in 400 patients with rare Mendelian disorders. American journal of medical genetics. Part A, 185(8), 2561–2571. doi: 10.1002/ajmg.a.62338
Nuzbrokh, Y., Ragi, S. D., & Tsang, S. H. (2021). Gene therapy for inherited retinal diseases. Annals of translational medicine, 9(15), 1278. doi: 10.21037/atm-20-4726
Sodi, A., Banfi, S., Testa, F., Della Corte, M., Passerini, I., Pelo, E., Rossi, S., Simonelli, F., & Italian IRD Working Group (2021). RPE65-associated inherited retinal diseases: consensus recommendations for eligibility to gene therapy. Orphanet journal of rare diseases, 16(1), 257. doi: 10.1186/s13023-021-01868-4
Georgiou, M., Fujinami, K., & Michaelides, M. (2021). Inherited retinal diseases: Therapeutics, clinical trials and end points-A review. Clinical & experimental ophthalmology, 49(3), 270–288. doi: 10.1111/ceo.13917
Tsipi, M., Tzetis, M., Kosma, K., Moschos, M., Braoudaki, M., Poulou, M., Kanavakis, E., Kitsiou-Tzeli, S. (2016). Genomic Screening of ABCA4 and arrayCGH analysis underline the genetic variability of Greek patients with inherited retinal diseases. Meta Gene, 8, 37-43.
Μια σειρά προηγμένων εξετάσεων δεν διαπίστωσε καμία εγκεφαλική βλάβη ή εκφύλιση μεταξύ των διπλωματών των ΗΠΑ και άλλων κυβερνητικών υπαλλήλων που πάσχουν από μυστηριώδη προβλήματα υγείας που κάποτε ονομάστηκαν “σύνδρομο της Αβάνας“, ανέφεραν ερευνητές τη Δευτέρα.
Η σχεδόν πενταετής μελέτη των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας δεν προσφέρει καμία εξήγηση για συμπτώματα όπως πονοκεφάλους, προβλήματα ισορροπίας και δυσκολίες στη σκέψη και τον ύπνο που αναφέρθηκαν για πρώτη φορά στην Κούβα το 2016 και αργότερα από εκατοντάδες Αμερικανούς υπαλλήλους σε πολλές χώρες.
Αλλά έρχεται σε αντίθεση με ορισμένα προηγούμενα ευρήματα που έθεταν το φάσμα των εγκεφαλικών τραυματισμών σε ανθρώπους που βιώνουν αυτό που το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αποκαλεί τώρα “ανώμαλα περιστατικά υγείας“.
“Αυτά τα άτομα έχουν πραγματικά συμπτώματα και περνούν πολύ δύσκολες στιγμές”, δήλωσε ο Δρ Leighton Chan, επικεφαλής της ιατρικής αποκατάστασης του NIH, ο οποίος συνέβαλε στην καθοδήγηση της έρευνας. “Μπορεί να είναι αρκετά βαθιά, να προκαλούν αναπηρία και να είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν”.
Ωστόσο, οι νέες μαγνητικές τομογραφίες δεν εντόπισαν σημαντικές διαφορές στον όγκο, τη δομή ή τη λευκή ουσία του εγκεφάλου – δείγματα τραυματισμού ή εκφυλισμού – όταν οι ασθενείς με σύνδρομο της Αβάνας συγκρίθηκαν με υγιείς κυβερνητικούς υπαλλήλους με παρόμοιες θέσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων στην ίδια πρεσβεία. Ούτε υπήρχαν σημαντικές διαφορές σε γνωστικά και άλλα τεστ, σύμφωνα με τα ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στο Journal of the American Medical Association.
Αν και αυτό δεν θα μπορούσε να αποκλείσει κάποια παροδική βλάβη όταν άρχισαν τα συμπτώματα, οι ερευνητές δήλωσαν ότι είναι καλά νέα το γεγονός ότι δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν μακροπρόθεσμους δείκτες στις εγκεφαλικές σαρώσεις που είναι χαρακτηριστικοί μετά από τραύμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο.
Αυτό “θα πρέπει να είναι κάποια καθησύχαση για τους ασθενείς”, δήλωσε ο συν-συγγραφέας της μελέτης Louis French, νευροψυχολόγος στο Εθνικό Στρατιωτικό Ιατρικό Κέντρο Walter Reed που αντιμετωπίζει το σύνδρομο της Αβάνας. “Μας επιτρέπει να επικεντρωθούμε στο εδώ και τώρα, στο να επαναφέρουμε τους ανθρώπους εκεί που πρέπει να είναι”.
Ένα υποσύνολο, περίπου το 28%, των περιπτώσεων του συνδρόμου της Αβάνας διαγνώστηκε με ένα πρόβλημα ισορροπίας που ονομάζεται επίμονη ταχυ-αντιληπτική ζάλη ή PPPD. Συνδέεται με προβλήματα του εσωτερικού αυτιού καθώς και με έντονο στρες και προκύπτει όταν ορισμένα δίκτυα του εγκεφάλου δεν παρουσιάζουν τραυματισμό αλλά δεν επικοινωνούν σωστά. Ο French το αποκάλεσε “δυσπροσαρμοστική αντίδραση”, όπως ακριβώς οι άνθρωποι που σκύβουν για να ανακουφίσουν τον πόνο στην πλάτη μπορεί να έχουν πρόβλημα στάσης του σώματος ακόμη και μετά την εξάλειψη του πόνου.
Οι έχοντες το σύνδρομο της Αβάνας ανέφεραν περισσότερη κόπωση, συμπτώματα μετατραυματικού στρες και κατάθλιψη.
Η συχνή δυσκολία εύρεσης της σωστής λέξης μπορεί να σηματοδοτεί αλλαγές στον εγκέφαλο που συνάδουν με τα πρώιμα (“προκλινικά”) στάδια της νόσου Αλτσχάιμερ – πριν εμφανιστούν πιο εμφανή συμπτώματα.
Ωστόσο, μια πρόσφατη μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο δείχνει ότι η ταχύτητα της ομιλίας και όχι η δυσκολία στην εύρεση λέξεων είναι πιο ακριβής δείκτης της υγείας του εγκεφάλου στους ηλικιωμένους.
Οι ερευνητές ζήτησαν από 125 υγιείς ενήλικες, ηλικίας 18 έως 90 ετών, να περιγράψουν λεπτομερώς μια σκηνή. Οι καταγραφές αυτών των περιγραφών αναλύθηκαν στη συνέχεια από λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης (AI) για την εξαγωγή χαρακτηριστικών όπως η ταχύτητα ομιλίας, η διάρκεια των παύσεων μεταξύ των λέξεων και η ποικιλία των λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν.
Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν επίσης μια τυπική σειρά δοκιμασιών που μετρούν τη συγκέντρωση, την ταχύτητα σκέψης και την ικανότητα σχεδιασμού και εκτέλεσης εργασιών. Η σχετιζόμενη με την ηλικία μείωση αυτών των “εκτελεστικών” ικανοτήτων συνδέθηκε στενά με τον ρυθμό της καθημερινής ομιλίας ενός ατόμου, υποδηλώνοντας μια ευρύτερη μείωση από τη δυσκολία εύρεσης της σωστής λέξης.
Μια νέα πτυχή αυτής της μελέτης ήταν η χρήση ενός “έργου παρεμβολής εικόνας-λέξης”, ενός έξυπνου έργου που σχεδιάστηκε για να διαχωρίσει τα δύο στάδια της κατονομασίας ενός αντικειμένου: την εύρεση της σωστής λέξης και την καθοδήγηση του στόματος για το πώς να την πει δυνατά.
Κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας, στους συμμετέχοντες εμφανίζονταν εικόνες καθημερινών αντικειμένων (όπως μια σκούπα), ενώ τους ακουγόταν ένα ηχητικό απόσπασμα μιας λέξης που είτε σχετίζεται με τη σημασία της (όπως “σφουγγαρίστρα” – που δυσκολεύει τη σκέψη του ονόματος της εικόνας) είτε που ακούγεται παρόμοια (όπως “γαμπρός” – που μπορεί να διευκολύνει).
Είναι ενδιαφέρον ότι η μελέτη διαπίστωσε ότι η φυσική ταχύτητα ομιλίας των ηλικιωμένων ενηλίκων σχετίζεται με την ταχύτητά τους στην κατονομασία εικόνων. Αυτό υπογραμμίζει ότι μια γενική επιβράδυνση της επεξεργασίας μπορεί να κρύβεται πίσω από τις ευρύτερες γνωστικές και γλωσσικές αλλαγές με την ηλικία, παρά από μια συγκεκριμένη πρόκληση στην ανάκτηση της μνήμης για τις λέξεις.
Πώς να γίνουν τα ευρήματα πιο ισχυρά Παρόλο που τα ευρήματα της παρούσας μελέτης είναι ενδιαφέροντα, η εύρεση λέξεων ως απάντηση σε ενδείξεις που βασίζονται σε εικόνες μπορεί να μην αντικατοπτρίζει την πολυπλοκότητα του λεξιλογίου σε μια καθημερινή συζήτηση χωρίς περιορισμούς.
Οι δοκιμασίες λεκτικής ευχέρειας, οι οποίες απαιτούν από τους συμμετέχοντες να δημιουργήσουν όσο το δυνατόν περισσότερες λέξεις από μια δεδομένη κατηγορία (για παράδειγμα, ζώα ή φρούτα) ή να αρχίσουν με ένα συγκεκριμένο γράμμα μέσα σε ένα χρονικό όριο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν με την κατονομασία με εικόνες για να αποτυπώσουν καλύτερα το φαινόμενο της “άκρης της γλώσσας”.
Το φαινόμενο της “άκρης της γλώσσας” αναφέρεται στην προσωρινή αδυναμία ανάκλησης μιας λέξης από τη μνήμη, παρά τη μερική ανάκληση και την αίσθηση ότι η λέξη είναι γνωστή.
Αυτές οι δοκιμασίες θεωρούνται καλύτερη δοκιμασία των καθημερινών συνομιλιών από ό,τι η δοκιμασία παρεμβολής εικόνας-λέξης, επειδή περιλαμβάνουν την ενεργή ανάκτηση και παραγωγή λέξεων από το λεξιλόγιο του ατόμου, παρόμοια με τις διαδικασίες που εμπλέκονται στη φυσική ομιλία.
Ενώ η απόδοση της λεκτικής ευχέρειας δεν μειώνεται σημαντικά με τη φυσιολογική γήρανση (όπως έδειξε μια μελέτη του 2022), η κακή απόδοση σε αυτές τις εργασίες μπορεί να υποδηλώνει νευροεκφυλιστικές ασθένειες όπως η νόσος Αλτσχάιμερ.
Οι δοκιμασίες είναι χρήσιμες επειδή λαμβάνουν υπόψη τις τυπικές αλλαγές στην ικανότητα ανάκτησης λέξεων καθώς οι άνθρωποι γερνούν, επιτρέποντας στους γιατρούς να εντοπίζουν βλάβες πέραν αυτών που αναμένονται από τη φυσιολογική γήρανση και ενδεχομένως να ανιχνεύουν νευροεκφυλιστικές παθήσεις.
Η δοκιμασία λεκτικής ευχέρειας εμπλέκει διάφορες περιοχές του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη γλώσσα, τη μνήμη και την εκτελεστική λειτουργία και, ως εκ τούτου, μπορεί να προσφέρει πληροφορίες σχετικά με το ποιες περιοχές του εγκεφάλου επηρεάζονται από τη γνωστική παρακμή.
Οι συγγραφείς της μελέτης του Πανεπιστημίου του Τορόντο θα μπορούσαν να είχαν διερευνήσει τις υποκειμενικές εμπειρίες των συμμετεχόντων σχετικά με τις δυσκολίες εύρεσης λέξεων παράλληλα με αντικειμενικές μετρήσεις όπως οι παύσεις ομιλίας. Αυτό θα παρείχε μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση των εμπλεκόμενων γνωστικών διεργασιών.
Οι προσωπικές αναφορές της “αίσθησης” της προσπάθειας ανάκτησης λέξεων θα μπορούσαν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες που θα συμπλήρωναν τα συμπεριφορικά δεδομένα, οδηγώντας ενδεχομένως σε πιο ισχυρά εργαλεία για την ποσοτικοποίηση και την ανίχνευση της πρώιμης γνωστικής παρακμής.
Ανοίγοντας πόρτες Παρ’ όλα αυτά, η μελέτη αυτή άνοιξε συναρπαστικές πόρτες για μελλοντική έρευνα, δείχνοντας ότι δεν είναι μόνο το τι λέμε αλλά και το πόσο γρήγορα το λέμε που μπορεί να αποκαλύψει γνωστικές αλλαγές.
Αξιοποιώντας τεχνολογίες επεξεργασίας φυσικής γλώσσας (ένα είδος τεχνητής νοημοσύνης), οι οποίες χρησιμοποιούν υπολογιστικές τεχνικές για την ανάλυση και την κατανόηση δεδομένων ανθρώπινης γλώσσας, η εργασία αυτή προωθεί προηγούμενες μελέτες που παρατήρησαν λεπτές αλλαγές στον προφορικό και γραπτό λόγο δημόσιων προσώπων όπως ο Ρόναλντ Ρίγκαν και η Ίρις Μέρντοχ τα χρόνια πριν από τη διάγνωση της άνοιας.
Ενώ αυτές οι ευκαιριακές εκθέσεις βασίζονταν στην αναδρομή στο παρελθόν μετά τη διάγνωση της άνοιας, η παρούσα μελέτη παρέχει μια πιο συστηματική, βασισμένη στα δεδομένα και εμπροσθοβαρή προσέγγιση.
Η χρήση των ταχέων εξελίξεων στην επεξεργασία της φυσικής γλώσσας θα επιτρέψει την αυτόματη, ανίχνευση γλωσσικών αλλαγών, όπως η επιβράδυνση του ρυθμού ομιλίας.
Η μελέτη αυτή υπογραμμίζει τη δυνατότητα των αλλαγών του ρυθμού ομιλίας ως σημαντικού αλλά και ανεπαίσθητου δείκτη της γνωστικής υγείας, ο οποίος θα μπορούσε να βοηθήσει στον εντοπισμό ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο πριν γίνουν εμφανή πιο σοβαρά συμπτώματα.