Καρκίνος του πνεύμονα: Στοχευμένες θεραπείες με βάση το μοριακό προφίλ του όγκου

Ο καρκίνος του πνεύμονα παραμένει η πιο κοινώς διαγιγνωσκόμενη και πιο θανατηφόρα μορφή καρκίνου παγκοσμίως. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα, όπου το 2020 καταγράφηκαν 8.960 νέες περιπτώσεις καρκίνου του πνεύμονα (Σχήμα 1) και 7.662 θάνατοι εξαιτίας αυτού, δηλαδή ο καρκίνος του πνεύμονα ευθυνόταν για το 23,1% των συνολικών θανάτων (33.166) που προκλήθηκαν από καρκίνο το συγκεκριμένο έτος.

Ιστορικά, η κυτταροτοξική χημειοθεραπεία έχει αποτελέσει την κύρια θεραπευτική επιλογή κατά του καρκίνου του πνεύμονα. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες, η εξέλιξη της ογκολογίας ακριβείας με τις μοριακά στοχευμένες θεραπείες και την ανοσοθεραπεία με αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού έχει οδηγήσει σε μία δραματική βελτίωση της επιβίωσης των ασθενών με προχωρημένο καρκίνο του πνεύμονα. Καθοριστικοί παράγοντες για την πρόοδο των μοριακά στοχευμένων θεραπειών έχουν υπάρξει η βαθύτερη κατανόηση της βιολογίας του καρκίνου και η ανίχνευση ογκογόνων μεταλλάξεων που μπορούν να στοχευθούν θεραπευτικά. Απόρροια αυτών των εξελίξεων, το θεραπευτικό πεδίο του καρκίνου γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκο. Στις ακόλουθες ενότητες του παρόντος άρθρου, χρησιμοποιώντας ως πηγή την επιστημονική δημοσίευση των A.C. Tan και D.S.W. Tan στο περιοδικό Journal of Clinical Oncology, συνοψίζονται οι εξελίξεις στην ταξινόμηση και στοχευμένη θεραπεία του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα με βάση τα μοριακά του χαρακτηριστικά.

Σχήμα 1. Αριθμός νέων περιπτώσεων καρκίνου ανά τύπο στην Ελλάδα το έτος 2020 και για τα δύο φύλα.

Μοριακή ταξινόμηση του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα
Ο καρκίνος του πνεύμονα παραδοσιακά ταξινομείται με βάση την ιστολογία του, διακρινόμενος σε μικροκυτταρικό καρκίνο και μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (non-small-cell lung cancer, NSCLC). Ο μη μικροκυτταρικός τύπος είναι ο πιο κοινός, αποτελώντας το 80-85% των περιπτώσεων καρκίνου του πνεύμονα και αυτός διακρίνεται περαιτέρω στις μορφές του αδενοκαρκινώματος και του πλακώδους καρκινώματος. Το κάπνισμα αποτελεί την πρωταρχική αιτία εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα και σχετίζεται κυρίως με την εμφάνιση του μικροκυτταρικού καρκίνου και του πλακώδους καρκινώματος του πνεύμονα. Ωστόσο, ένα σημαντικό ποσοστό των καρκίνων του πνεύμονα δεν σχετίζεται με το κάπνισμα αλλά με την παρουσία συγκεκριμένων ογκογόνων μεταλλάξεων. Ο πρώτος κλινικοπαθολογικός φαινότυπος του καρκίνου του πνεύμονα που σχετίστηκε με συγκεκριμένη μετάλλαξη ήταν αυτός των γυναικών και ατόμων Ασιατικής προέλευσης που δεν είχαν καπνίσει ποτέ και που παρουσίασαν αδενοκαρκίνωμα του πνεύμονα το οποίο ήταν θετικό σε μεταλλάξεις του γονιδίου EGFR και ευαίσθητο σε θεραπεία με αναστολείς της κινάσης τυροσίνης του EGFR.

Σχήμα 2. Συχνότητα θεραπευτικά στοχεύσιμων ογκογόνων γενετικών αλλοιώσεων στο αδενοκαρκίνωμα του πνεύμονα.

Με την πρόοδο των αναλύσεων αλληλουχίας γονιδιώματος, ο μοριακός χαρακτηρισμός του NSCLC έχει αποκαλύψει ένα πλήθος ογκογόνων μεταλλάξεων (Σχήμα 2), εκ των οποίων αρκετές έχουν αποτελέσει στόχους θεραπειών υπό κλινική ανάπτυξη, σηματοδοτώντας τη νέα εποχή της ογκολογίας ακριβείας. Πλέον, είναι εφικτή η περαιτέρω κατηγοριοποίηση του NSCLC σε μοριακούς υπότυπους, καθένας από τους οποίους μπορεί να αντιμετωπιστεί με την αντίστοιχη μοριακά στοχευμένη θεραπεία. Ως εκ τούτου, μοριακές αναλύσεις για μεταλλάξεις του EGFR, αναδιατάξεις των ALK και ROS1 και μεταλλάξεις V600E του BRAF συνιστώνται για όλα τα άτομα με νεοδιαγνωσθέν προχωρημένο αδενοκαρκίνωμα του πνεύμονα. Επιπρόσθετα, η λίστα με τις εγκεκριμένες μοριακά στοχευμένες θεραπείες συνεχώς διευρύνεται, περιλαμβάνοντας θεραπείες για καρκίνους που είναι θετικοί σε μεταλλάξεις G12C του KRAS, αλλοιώσεις του εξονίου 14 του MET και αναδιατάξεις του NTRK και του RET (Σχήμα 3).

Ογκογόνες μεταλλάξεις που «καθοδηγούν» την εξέλιξη του NSCLC Απαλοιφή του εξονίου 19 και μεταλλάξεις L858R του γονιδίου EFGR
Οι κλασσικές ενεργοποιητικές μεταλλάξεις του γονιδίου EGFR, οι οποίες προκαλούν την ενεργοποίηση του υποδοχέα EGFR ανεξάρτητα από την πρόσδεση ενός σηματοδοτικού μορίου σε αυτόν, συνήθως (80%-90%) περιλαμβάνουν απαλοιφές του εξονίου 19 και σημειακές μεταλλάξεις L858R του εξονίου 21. Οι μεταλλάξεις του EGFR παρουσιάζουν μία σημαντική γεωγραφική ποικιλότητα, με πολύ υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης σε Ασιατικούς πληθυσμούς (40%-60%) συγκριτικά με τους Δυτικούς πληθυσμούς (10%-15%) ασθενών με NSCLC. Οι αναστολείς της κινάσης τυροσίνης (tyrosine kinase inhibitors, ΤΚΙs) του EGFR σταδιακά καθιερώνονται ως πρώτης γραμμής θεραπευτικές επιλογές για τον προχωρημένο NSCLC με μεταλλάξεις στο EGFR.

Αναστολείς της κινάσης τυροσίνης του EGFR πρώτης γενιάς, όπως η ερλοτινίμπη (erlotinib) και η γεφιτινίμπη (gefitinib), και δεύτερης γενιάς, όπως η αφατινίμπη (afatinib) και δασομιτινίμπη (dacomitinib), έχουν επιδείξει ανωτερότητα ως προς την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (progression-free survival, PFS) και την ποιότητα ζωής συγκριτικά με τη χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα ή τους πρώτης γενιάς TKIs του EGFR, αντίστοιχα (Πίνακας 1). To διάμεσο PFS γενικά κυμαίνεται από 10 έως 14,7 μήνες. Ο πιο κοινός μηχανισμός ανάπτυξης αντίστασης στη θεραπεία με πρώτης ή δεύτερης γενιάς TKIs του EGFR αφορά τη μετάλλαξη T790M του EGFR, η οποία παρουσιάζεται στο 50% με 60% των ασθενών.

Σχήμα 3. Χρονοδιάγραμμα των μοριακά στοχευμένων θεραπειών που έχουν εγκριθεί από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) κατά συγκεκριμένων μοριακών υποτύπων του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα με βάση τη θετικότητα του σε ογκογόνες μεταλλάξεις. Οι κόκκινες γραμμές δείχνουν θεραπείες που έχουν εγκριθεί υπό καθεστώς ονομασίας «Καινοτόμου Θεραπείας» (Breakthrough Therapy designation)(παρατίθεται το πρωτότυπο σχήμα στα αγγλικά).

Η οσιμερτινίμπη (osimertinib) είναι ένας τρίτης γενιάς ΤΚI του EGFR με υψηλή επιλεκτικότητα για τη μετάλλαξη T790M που αρχικά έλαβε έγκριση για την αντιμετώπιση του NSCLC που έχει αναπτύξει αντίσταση στη θεραπεία εξαιτίας της μετάλλαξης T790M. Πιο πρόσφατα, ωστόσο, η τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη φάσης III FLAURA καθιέρωσε την οσιμερτινίμπη ως μία θεραπευτική επιλογή για ασθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά θεραπεία – η οσιμερτινίμπη σχετίστηκε με βελτιωμένο PFS (18,9 μήνες) και βελτιωμένη συνολική επιβίωση (overall survival, OS) συγκριτικά με τους πρώτης γενιάς TKIs του EGFR ερλοτινίμπη και γεφιτινίμπη (διάμεσο PFS: 10,2 μήνες).

Συνδυαστικές θεραπευτικές στρατηγικές σε ασθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά θεραπεία έχουν επίσης επιδείξει βελτιωμένη επιβίωση συγκριτικά με πρώτης γενιάς TKIs του EGFR σε τυχαιοποιημένες δοκιμές φάσης ΙΙΙ.

Αυτές περιλαμβάνουν τη χορήγηση των πρώτης γενιάς TKIs του EGFR σε συνδυασμό με αντιαγγειογενετικούς παράγοντες όπως τη ραμουσιρουμάμπη (ramucirumab) ή με χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα και πεμετρεξίδη (pemetrexed). Αν και δεν υπάρχουν μελέτες που να συγκρίνουν την οσιμερτινίμπη με αυτούς τους θεραπευτικούς συνδυασμούς, η εν εξελίξει κλινική δοκιμή FLAURA2 εξετάζει το όφελος της προσθήκης χημειοθεραπείας πλατίνας σε συνδυασμό με πεμετρεξίδη στην οσιμερτινίμπη.

Παρά τα υψηλά ποσοστά αντικειμενικής ανταπόκρισης στη θεραπεία (objective response rate, ORR) που φτάνουν το 70%-80% σε ασθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά θεραπεία, αναπόφευκτα αναπτύσσεται αντίσταση στη θεραπεία. Οι μηχανισμοί αντίστασης πιστεύεται ότι είναι διαφορετικοί, και αυτοί περιλαμβάνουν: α) τις σημειακές μεταλλάξεις αντίστασης όπως είναι η T790M και η C797S στο γονίδιο EGFR (με τη μετάλλαξη T790M να εμφανίζεται μετά από θεραπεία με πρώτης ή δεύτερης γενιάς TKIs του EGFR και τη μετάλλαξη C797S μετά από τρίτης γενιάς TKIs του EGFR), β) την ενεργοποίηση του σηματοδοτικού μονοπατιού στα κατάντη του σημείου δράσης της στοχευμένης θεραπείας μέσω εναλλακτικών μορίων και/ή υποδοχέων που παρακάμπτουν την αρχικά επιτυχή θεραπευτική αναστολή της σηματοδότησης (πχ., ενίσχυση του MET), και γ) τον φαινοτυπικό μετασχηματισμό του αδενοκαρκινώματος σε μικροκυτταρικό καρκίνο.

Σχήμα 4. Θεραπευτικός αλγόριθμος για τον μη μικροκυτταρικό καρκίνο που φέρει μετάλλαξη του γονιδίου EGFR.

Τρέχουσες κλινικές μελέτες αξιολογούν στοχευμένες θεραπευτικές στρατηγικές μετά από την ανάπτυξη αντίστασης στη θεραπεία με TKIs του EGFR – ωστόσο, και επί του παρόντος, οι θεραπευτικές επιλογές περιορίζονται στην κυτταροτοξική χημειοθεραπεία. Αξιοσημείωτα, είναι χαρακτηριστική η έλλειψη αποτελεσματικότητας της θεραπείας με αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού στον NSCLC που φέρει μετάλλαξη στο EGFR. Εξαίρεση αποτελεί ο θεραπευτικός συνδυασμός της ατεζολιζουμάμπης (atezolizumab) με καρβοπλατίνη (carboplatin), πακλιταξέλη (paclitaxel) και μπεβασιζουμάμπη (bevacizumab), ο οποίος δείχθηκε να είναι αποτελεσματικός σε ασθενείς με προχωρημένο NSCLC με μεταλλάξεις στο EGFR (υποανάλυση κλινικής δοκιμής φάσης ΙΙΙ Impower150). Ο θεραπευτικός αλγόριθμος για τον προχωρημένο NSCLC με μεταλλάξεις στο EGFR απεικονίζεται στο Σχήμα 4.

Μεταλλάξεις G719X, S768I και L861Q του γονιδίου EGFR
Σπάνιες (<10%) ογκογόνες μεταλλάξεις του EGFR, όπως οι μεταλλάξεις G719X, S768I και L861Q, μπορούν επίσης να στοχευθούν θεραπευτικά, με την αφατινίμπη να έχει λάβει έγκριση από τον FDA για θεραπευτική χρήση στους πληθυσμούς ασθενών που φέρουν NSCLC θετικό σε αυτές τις μεταλλάξεις. Μία συνδυαστική εκ των υστέρων (post-hoc) ανάλυση δεδομένων από τις κλινικές δοκιμές LUX-Lung 2, LUX-Lung 3 και LUX-Lung 6, η οποία συμπεριέλαβε τον υποπληθυσμό ασθενών με προχωρημένο NSCLC με σπάνιες μεταλλάξεις του EGFR που λάμβαναν θεραπεία με TKIs για πρώτη φορά, έδειξε ότι η θεραπεία με αφατινίμπη ήταν αποτελεσματική και σχετίστηκε με ORR της τάξης του 71% και με ένα διάμεσο PFS των 10,7 μηνών.

Αναδιατάξεις του γονιδίου ALK
Οι ΤΚΙs του υποδοχέα ALK έχουν καθιερωθεί επίσης ως πρώτης γραμμής θεραπευτικές επιλογές σε ασθενείς με προχωρημένο NSCLC με αναδιάταξη του ALK. Η ενσαρτινίμπη , ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών της τυροσίνης (ALK, ROS1 και MET), είχε αρχικά εγκριθεί από τον FDA βάσει του βελτιωμένου PFS που η χρήση της επέφερε συγκριτικά με τη χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα, στην τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης III PROFILE 1014. Ακολούθως, αρκετοί επόμενης γενιάς TKIs του υποδοχέα ALK έχουν επίσης δείξει όφελος του PFS σε κλινικές δοκιμές φάσης III σε ασθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά θεραπεία: η σεριτινίμπη (ceritinib) δείχθηκε να σχετίζεται με όφελος έναντι της χημειοθεραπείας με βάση την πλατίνα και η αλεκτινίμπη (alectinib), η μπριγκατινίμπη (brigatinib), η λορλατινίμπη (lorlatinib) και η ενσαρτινίμπη (ensartinib) έναντι της σεριτινίμπης αντίστοιχα (Πίνακας 1). Συνεπώς, επί του παρόντος υπάρχουν πολλαπλοί TKIs του ALK ως θεραπευτικές επιλογές πρώτης γραμμής, με τις συζητήσεις, ωστόσο, να περιστρέφονται γύρω από το ερώτημα του ποια είναι η πιο βέλτιστη επιλογή σε ασθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά θεραπεία.

Σχήμα 5. Θεραπευτικός αλγόριθμος για τον μη μικροκυτταρικό καρκίνο που φέρει αναδιάταξη του γονιδίου ALK

Όμοια με τον NSCLC που φέρει ογκογόνες μεταλλάξεις του EGFR, οι θεραπευτικές επιλογές είναι περιορισμένες μετά από την ανάπτυξη αντίστασης στη θεραπεία με TKIs του ALK. Οι μηχανισμοί αντίστασης συχνά περιλαμβάνουν μεταλλαγές στην περιοχή της κινάσης του ALK ή ενεργοποίηση παρακαμπτήριων σηματοδοτικών μονοπατιών στα κατάντη της φαρμακευτικής αναστολής του υποδοχέα ALK. Η λορλατινίμπη έχει αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα μετά από την ανάπτυξη αντίστασης σε έναν ή περισσότερους ΤΚΙs του ALK, ειδικά σε ασθενείς που φέρουν τη μετάλλαξη G1202R του ALK. Ως εκ τούτου, η σειρά χορήγησης των επόμενης γενιάς TKIs του ALK αποτελεί επίσης ένα ζήτημα που είναι άξιο θεώρησης. Ο θεραπευτικός αλγόριθμος για τον προχωρημένο NSCLC με αναδιάταξη του ALK απεικονίζεται στο Σχήμα 4.

Αναδιατάξεις του γονιδίου ROS1
Η κριζοτινίμπη (crizotinib) και η εντρεκτινίμπη (entrectinib) έχουν λάβει έγκριση από τον FDA για τη θεραπεία του προχωρημένου NSCLC που φέρει αναδιάταξη του ROS1. Η κριζοτινίμπη εγκρίθηκε βάσει των αποτελεσμάτων μίας κοόρτης προέκτασης 50 ασθενών με NSCLC με αναδιάταξη του ROS1 (από μία μελέτη φάσης Ι), εκ των οποίων το 86% είχε λάβει προηγουμένη παρηγορητική συστηματική θεραπεία. Μεταξύ των θεραπευτικών αποτελεσμάτων, το ORR ήταν 72% και το διάμεσο PFS ήταν 19,2 μήνες. Η αποτελεσματικότητα της εντρεκτινίμπης εκτιμήθηκε σε μία συγκεντρωτική ανάλυση ασθενών που συμμετείχαν σε 3 κλινικές δοκιμές φάσης Ι ή ΙΙ (ALKA, STARTRK-1 και STARTRK-2) και το ORR ήταν 67%, με ένα διάμεσο PFS των 15,7 μηνών.

Ένας άλλος φαρμακευτικός παράγοντας, η ρεποτρεκτινίμπη (repotrectinib) έχει λάβει έγκριση από τον FDA υπό καθεστώς ονομασίας «Καινοτόμου Θεραπείας» με βάση τα προκαταρκτικά δεδομένα από τη δοκιμή φάσης Ι/ΙΙ TRIDENT-1, συμπεριλαμβανομένου του ΟRR της τάξης του 86% σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με TKIs του ROS1 για πρώτη φορά.

Επιπρόσθετα, και ένεκα της παρόμοιας αλληλουχίας αμινοξέων στην περιοχή της κινάσης των πρωτεϊνών ROS1 και ALK, άλλοι ΤΚIs του ALK έχουν επιδείξει δραστικότητα κατά του NSCLC με αναδιάταξη του ROS1, συμπεριλαμβανομένων της σεριτινίμπης και της λορλατινίμπης.

Αναδιατάξεις του γονιδίου RET
Στον NSCLC που φέρει αναδιάταξη του RET, προηγούμενες μελέτες αναστολέων πολλαπλών κινασών της τυροσίνης, όπως η καμποζαντινίβη (cabozantinib) και η βανδετανίμπη (vandetanib), απέδωσαν απογοητευτικά θεραπευτικά αποτελέσματα. Πιο πρόσφατα, ωστόσο, οι παράγοντες πραλσετινίμπη (pralsetinib) και σελπερκατινίμπη (selpercatinib), οι οποίοι είναι ειδικοί TKIs του RET, επέδειξαν σημαντική θεραπευτική δραστικότητα. Η σελπερκατινίμπη αξιολογήθηκε στη μελέτη φάσης Ι/ΙΙ LIBRETTO-001, η οποία είχε δύο ξεχωριστές ομάδες ασθενών, μία με ασθενείς που προηγουμένως είχαν λάβει χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα και μία με ασθενείς που προηγουμένως δεν είχαν λάβει θεραπεία. Στην ομάδα ασθενών που προηγουμένως είχαν λάβει θεραπεία, το ORR ήταν 64% και το διάμεσο PFS ήταν 16,5 μήνες, ενώ στην ομάδα ασθενών που προηγουμένως δεν είχαν λάβει θεραπεία το ORR ήταν 85%.

Στην κλινική δοκιμή φάσης Ι/ΙΙ ARROW, η πραλσετινίμπη αξιολογήθηκε παρόμοια με παραπάνω σε ασθενείς που προηγουμένως είχαν λάβει χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα και σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν. Στην πρώτη ομάδα ασθενών, το ORR ήταν 57% και η διάμεση διάρκεια ανταπόκρισης (duration of response, DOR) δεν επετεύχθη, ενώ στη δεύτερη ομάδα ασθενών, το ORR ήταν 70% και το διάμεσο DOR ήταν 9 μήνες.

Αλλοιώσεις του εξονίου 14 του γονιδίου MET
Οι αλλοιώσεις του εξονίου 14 του ΜΕΤ περιλαμβάνουν εξαλείψεις του εξονίου 14 στην πλειονότητα των περιπτώσεων (98%) και σημειακές μεταλλάξεις Y1003 στο εξόνιο 14 (2%). Η κριζοτινίμπη, η οποία είναι ένας αναστολέας πολλαπλών κινάσεων τυροσίνης του ΜΕΤ, εγκρίθηκε από τον FDA υπό καθεστώς ονομασίας «Καινοτόμου Θεραπείας» το 2018. Η έγκριση βασίστηκε στα αποτελέσματα μίας κοόρτης προέκτασης της κλινικής δοκιμής PROFILE 1001, με το ORR να είναι 32% και το διάμεσο PFS 7,3 μήνες. Κατόπιν της έγκρισης της κριζοτινίμπης, η καπματινίμπη (capmatinib) και η τεποτινίμπη (tepotinib), υψηλά επιλεκτικοί TKIs του MET, έλαβαν ταχεία έγκριση από τον FDA για χρήση σε ασθενείς με προχωρημένο NSCLC με αλλοιώσεις στο εξόνιο 14 του ΜΕΤ. Η καπματινίμπη αξιολογήθηκε στην κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ GEOMETRY, η οποία συμπεριέλαβε πολλές ομάδες ασθενών. Στην ομάδα 4, με ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία, το ORR ήταν 41% και το διάμεσο DOR ήταν 9,7 μήνες. Στην ομάδα 5, με ασθενείς που λάμβαναν για πρώτη φορά θεραπεία, το ORR ήταν 68% και το διάμεσο DOR ήταν 12,6 μήνες. Αντίστοιχα, σε μία κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ με πολλές ομάδες ασθενών, τη VISION, διερευνήθηκε η τεποτινίμπη. Στον πληθυσμό ασθενών στον οποίο εξετάστηκε η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, εκ των οποίων το 43% λάμβανε θεραπεία για πρώτη φορά, το ORR ήταν 46% και το διάμεσο PFS ήταν 8,5 μήνες.

Μεταλλάξεις V600E του γονιδίου BRAF
Ο συνδυασμός της δαμπραφενίμπης (dabrafenib) και της τραμετινίμπης (trametinib) έχει διερευνηθεί σε μία κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ για ασθενείς με NSCLC που είναι θετικός στη μετάλλαξη V600E στο γονίδιο BRAF. Στην ομάδα ασθενών που προηγουμένως είχαν λάβει θεραπεία και σε αυτήν των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία για πρώτη φορά, το ORR ήταν 63% και 64% και το διάμεσο PFS ήταν 9,7 και 10,9 μήνες, αντίστοιχα. Σημαντικά, ο θεραπευτικός συνδυασμός της δαμπραφενίμπης και της τραμετινίμπης ήταν περισσότερο αποτελεσματικός συγκριτικά με τον αποκλεισμό του BRAF μόνο με τη δαμπραφενίμπη (ORR: 33%, διάμεσο PFS: 5,5 μήνες), αναδεικνύοντας το όφελος του κάθετου αποκλεισμού ενός σηματοδοτικού μονοπατιού.

Μεταλλάξεις G12C του γονιδίου KRAS
Οι ογκογόνες μεταλλάξεις του γονιδίου KRAS στον NSCLC είναι πολύ δύσκολο να στοχευθούν θεραπευτικά με μικρομοριακούς αναστολείς, εξαιτίας της απουσίας μίας βαθιάς εσοχής πρόσδεσης στον παράγοντα KRAS. Η σοτορασίμπη (sotorasib), ο πρώτος στο είδος του μικρομοριακός αναστολέας της μετάλλαξης G12C του KRAS, προσδένεται μη αναστρέψιμα με τον KRASG12C μέσω μίας μοναδικής αλληλεπίδρασης με την εσοχή P2, και χάρη σε αυτόν τον ιδιαίτερο μηχανισμό δράσης έλαβε ταχεία έγκριση από τον FDA. Στην κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ μονού σκέλους CodeBreaK 100, η σοτορασίμπη σχετίστηκε με ORR της τάξης του 37% και διάμεσο PFS των 6,7 μηνών. Ένας άλλος φαρμακευτικός παράγοντας, η ανταγκρασίμπη (adagrasib) έλαβε έγκριση υπό καθεστώς «Καινοτόμου Θεραπείας» βάσει των αποτελεσμάτων της μελέτης φάσης Ι/ΙΙ KRYSTAL-1, στην οποία το ORR ήταν 45%. Αυτά τα δεδομένα καταδεικνύουν τη σημασία των συνδυαστικών θεραπευτικών προσεγγίσεων για να αυξηθεί η ανταπόκριση στη θεραπεία, και πολλαπλές κλινικές μελέτες βρίσκονται σήμερα υπό εξέλιξη εξετάζοντας την αποτελεσματικότητα των αναστολέων σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού σε συνδυασμό με αναστολείς του μονοπατιού MAPK (πχ., αναστολείς του ΜΕΚ).

Μεταλλάξεις ένθεσης στο εξόνιο 20 του γονιδίου EGFR
Οι μεταλλάξεις ένθεσης στο εξόνιο 20 του EGFR σχετίζονται με φτωχή ανταπόκριση στους ΤΚΙs του EGFR που δρουν κατά των κλασσικών μεταλλάξεων του EGFR, εξαιτίας της ξεχωριστής στερεοδιάταξης της μεταλλαγμένης πρωτεΐνης και του διαφορετικού μηχανισμού ενεργοποίησης της κινάσης. Η αμιβανταμάμπη (amivantamab) είναι ένα διειδικό αντίσωμα που στοχεύει τους παράγοντες EGFR και MET, το οποίο έλαβε ταχεία έγκριση από τον FDA για χρήση σε ασθενείς με NSCLC που παρουσιάζει εξέλιξη μετά από χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα. Σε μία ομάδα προέκτασης 81 ασθενών από την κλινική δοκιμή φάσης Ι CHRYSALIS, η χρήση της αμιβανταμάμπης σχετίστηκε με ORR της τάξης του 36% και διάμεσο PFS των 8,3 μηνών. Επιπρόσθετα, η μομποσερτινίμπη (mobocertinib), ένας TKI του EGFR, εγκρίθηκε από τον FDA με βάση τα αποτελέσματα μίας κλινικής δοκιμής φάσης I/II, στην οποία, με τη χρήση της συνιστώμενης δόσης κατά τη φάση ΙΙ της μομποσερτινίμπης σε 28 ασθενείς, το ORR ήταν 43% και το διάμεσο PFS ήταν 7,3 μήνες.

Αναδιατάξεις του γονιδίου NTRK
Οι αναδιατάξεις του NTRK περιλαμβάνουν γονιδιακές συντήξεις των γονιδίων NTRK1, NTRK2 ή NTRK3. Η εντρεκτινίμπη, ένας αναστολέας πολλαπλών κινασών της οικογένειας ΤRK (tropomyosin receptor kinase), και η λαροτρεκτινίμπη (larotrectinib), ένας ειδικός αναστολέας του TRK, έλαβαν έγκριση από τον FDA για χρήση κατά των όγκων που φέρουν αναδιατάξεις του NTRK ανεξάρτητα από την ιστολογική προέλευσή τους (tumor-agnostic drugs). Τα άτομα με NSCLC που είναι θετικός σε αναδιατάξεις του ΝΤRK αντιπροσωπεύουν μικρές υποομάδες στις συνδυαστικές αναλύσεις των πληθυσμών ασθενών από κλινικές δοκιμές της εντρεκτινίμπης και της λαροτρεκτινίμπης. Για την εντρεκτινίμπη, η υποομάδα των ασθενών με NSCLC αποτελούνταν από 10 άτομα, για τα οποία το ORR ήταν 70% και το διάμεσο PFS ήταν 14,9 μήνες, ενώ για τη λαροτρεκτινίμπη, η υποομάδα ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα αποτελούνταν από 14 άτομα, για τα οποία το ORR ήταν 71% και το διάμεσο PFS δεν επετεύχθη. Παρά αυτά τα εξαιρετικά αποτελέσματα, η πρόκληση για την αντιμετώπιση των αναδιατάξεων NTRK εντοπίζεται στη διάγνωση τους, καθώς αποτελούν εξαιρετικά σπάνιες αλλοιώσεις και οι εκάστοτε γενετικές αναλύσεις επιδεικνύουν κυμαινόμενη ικανότητα ανίχνευσης των αναδιατάξεων των γονιδίων NTRK1, NTRK2 ή NTRK3. Μία στρατηγική ώστε να εντοπίζονται οι αναδιατάξεις του NTRK είναι η εκ των προτέρων γονιδιακή αλληλούχιση, κατά προτίμηση με τεχνική που βασίζεται στο RNA, ή η αρχική εξέταση με ανοσοϊστοχημεία ακολουθούμενη από μία τεχνική αλληλούχισης ώστε να επιβεβαιωθεί η θετικότητα σε αναδιάταξη του NTRK.

Άλλες ογκογόνες μεταλλάξεις
Εκτός των μεταλλάξεων που έχουν αναφερθεί παραπάνω, υπάρχουν πολλές άλλες ογκογόνες μεταλλάξεις που «καθοδηγούν» την εξέλιξη του καρκίνου του πνεύμονα, όπως οι μεταλλάξεις ένθεσης στο εξόνιο 20 του γονιδίου HER2 και οι αναδιατάξεις του γονιδίου NRG1, για τις οποίες αναδύονται δεδομένα αποτελεσματικότητας με τις στοχευμένες θεραπείες. Για τον NSCLC θετικό σε μετάλλαξη ένθεσης στο εξόνιο 20 του HER2, η τραστουζουμάμπη δερουξτεκάνη (trastuzumab deruxtecan) εγκρίθηκε υπό καθεστώς «Καινοτόμου Θεραπείας» από τον FDA βάσει των ευρημάτων μίας κλινικής δοκιμής φάσης Ι, στην οποία το ORR ήταν 56% και το διάμεσο PFS 11,3 μήνες. Στην κλινική δοκιμή φάσης ΙΙ DESTINY-Lung01, στην οποία το 86% των ασθενών έφεραν μετάλλαξη ένθεσης στο εξόνιο 20 του HER2, η τραστουζουμάμπη δερουξτεκάνη επέδειξε ORR της τάξης του 55% και διάμεσο PFS των 8,2 μηνών.

Σχετικά με τον NSCLC που φέρει αναδιάταξη στο NRG1, τα θεραπευτικά αποτελέσματα είναι φτωχά με την τυπική χημειοθεραπεία, την ανοσοθεραπεία και τη στοχευμένη θεραπεία με αφατινίμπη. Ωστόσο, καινοτόμες θεραπείες που στοχεύουν τις αναδιατάξεις του NRG1 βρίσκονται τώρα υπό ανάπτυξη. Επιπρόσθετα, άλλες ογκογόνες γενετικές αλλοιώσεις, όπως σπάνιες γονιδιακές συντήξεις (πχ., αναδιατάξεις των FGFR και ΜΕΤ), ενδέχεται να στοχευθούν θεραπευτικά με υπό κλινική ανάπτυξη θεραπείες ή θεραπείες που έχουν ήδη εγκριθεί έχοντας άλλες ενδείξεις.

Μελλοντικές κατευθύνσεις
Όσο βαθαίνει η κατανόηση της μοριακής ετερογένειας του NSCLC και διευρύνεται η υιοθέτηση των τεχνικών γονιδιακής αλληλούχισης επόμενης γενιάς, η ανάπτυξη νέων στοχευμένων θεραπειών θα συνεχίσει να επιταχύνεται. Η ανακάλυψη θεραπευτικά στοχεύσιμων ογκογόνων γενετικών αλλοιώσεων στον NSCLC έχει μετασχηματίσει την αντιμετώπιση και τα θεραπευτικά αποτελέσματα για πολλά άτομα που νοσούν με NSCLC. Οι συνεχιζόμενες προσπάθειες για την αποκρυπτογράφηση του γενετικού και επιγενετικού υπόβαθρου των καρκινικών «οικοσυστημάτων» θα συνεχίσουν να καθοδηγούν την ανάπτυξη καινοτόμων, υψηλά επιλεκτικών στοχευμένων θεραπειών καθώς και περισσότερο διαφοροποιημένων προσεγγίσεων. Για την προχωρημένη νόσο, η αντίσταση στη θεραπεία παραμένει μία χρόνια πρόκληση και οι στρατηγικές που στοχεύουν την εξέλιξη του καρκίνου με θεραπείες επόμενης γενιάς ή θεραπευτικούς συνδυασμούς έχουν ήδη αρχίσει να αποφέρουν υποσχόμενα αποτελέσματα.

Παράλληλα, η εφαρμογή στοχευμένων θεραπειών στον NSCLC πρώιμου σταδίου μπορεί να βελτιώσει περαιτέρω τη φυσική εξέλιξη του καρκίνου του πνεύμονα. Επιπρόσθετα, η υιοθέτηση καινοτόμων τεχνολογιών στην κλινική, όπως ευρύτερων και αμερόληπτων τεχνικών αλληλούχισης και ελάχιστα επεμβατικών αναλύσεων, μπορεί να συμπληρώσει περαιτέρω τις θεραπευτικές παρεμβάσεις ώστε τελικώς να βελτιωθεί σημαντικά η επιβίωση των ασθενών με NSCLC που είναι θετικός σε ογκογόνες μεταλλάξεις.


Επεξηγήσεις:
• Η πλάγια γραφή της ονομασίας ενός κυτταρικού παράγοντα (πχ., EGFR) χρησιμοποιείται όταν γίνεται αναφορά στο γονίδιο που εκφράζει αυτόν τον παράγοντα (δηλαδή το EGFR είναι το γονίδιο που εκφράζει τον υποδοχέα EGFR).
• Οι παρερμηνεύσιμες μεταλλάξεις, δηλαδή οι σημειακές μεταλλάξεις που αφορούν την αντικατάσταση ενός νουκλεοτιδίου στην κωδική περιοχή ενός γονιδίου και οι οποίες οδηγούν σε αντικατάσταση ενός αμινοξέος από ένα άλλο στην κωδικοποιούμενη από το mRNA πολυπεπτιδική αλυσίδα, αναγράφονται με το πρώτο γράμμα του αμινοξέος που αντικαθίσταται, ακολουθούμενο από το κωδικόνιο στο οποίο συμβαίνει η σημειακή μετάλλαξη και το πρώτο γράμμα του αμινοξέος που προκύπτει από τη μετάλλαξη. Για παράδειγμα, η σημειακή μετάλλαξη L858R στο γονίδιο EGFR συμβαίνει στο κωδικόνιο 858 του γονιδίου και έχει ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση του αμινοξέος λευκίνη (L) από αργινίνη (R) στην εκφραζόμενη πρωτεΐνη.
Κύρια βιβλιογραφική πηγή:
• Tan AC, Tan DSW. Targeted Therapies for Lung Cancer Patients With Oncogenic Driver Molecular Alterations. J Clin Oncol. 2022 Feb 20;40(6):611-625.
Συμπληρωματικές βιβλιογραφικές πηγές:
• World Health Organization. International Agency for Research on Cancer. Greece. Globocan 2020.
• American Cancer Society. Key Statistics for Lung Cancer. 2023.
• Yang JC, Sequist LV, Geater SL, Tsai CM, Mok TS, Schuler M, Yamamoto N, Yu CJ, Ou SH, Zhou C, Massey D, Zazulina V, Wu YL. Clinical activity of afatinib in patients with advanced non-small-cell lung cancer harbouring uncommon EGFR mutations: a combined post-hoc analysis of LUX-Lung 2, LUX-Lung 3, and LUX-Lung 6.
• Nguyen KT, Sakthivel G, Milano MT, Qiu H, Singh DP. Oligoprogression in non-small cell lung cancer: a narrative review. J Thorac Dis. 2022 Dec;14(12):4998-5011.

 

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Αργύρης Τζουβελέκης: Ελάχιστα είναι τα πιστοποιημένα κέντρα πνευμονικής αποκατάστασης στα δημόσια νοσοκομεία

Περίπου 10.000 ασθενείς στην Ελλάδα πάσχουν από Ιδιοπαθή Πνευμονική ίνωση, τονίζει ο Αργύρης Τζουβελέκης Πνευμονολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών, σε συνέντευξή του στο Hellenic Medical Review. Ωστόσο, προσθέτει ότι εάν αθροίσει όμως κάποιος όλες τις μορφές πνευμονικής ίνωσης τότε ο αριθμός ξεπερνάει τις 100.000, οπότε αντιλαμβάνεται κανείς ότι η νόσος Πνευμονική ίνωση κάθε άλλο παρά σπάνια νόσος θα πρέπει να θεωρείται.

Σε πρόσφατη συνέντευξη τύπου αναφερθήκατε σε μια κατηγορία νοσημάτων που ονομάζονται διάμεσες πνευμονοπάθειες στις οποίες ανήκει και η Ιδιοπαθής Πνευμονική Ίνωση. Είναι συχνότερη από τις υπόλοιπες διάμεσες πνευμονοπάθειες και τι στοιχεία έχουμε για τον επιπολασμό της στην Ευρώπη και ειδικότερα στην Ελλάδα;

H ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση είναι η συχνότερη μορφή πνευμονική ίνωσης αλλά με την ίδια συχνότητα εμφάνισης με την πνευμονική ίνωση σε έδαφος αυτοάνοσων νοσημάτων (ρευματοειδής αρθρίτιδα, σκληρόδερμα) και την πνευμονίτιδα εξ΄υπερευαισθησίας που οφείλεται σε χρόνια έκθεση σε επιβλαβείς ερεθιστικούς παράγοντες του περιβάλλοντος όπως η σκόνη, η υγρασία, η μούχλα, το φτέρωμα πουλιών. Η τελευταία με τις συνεχόμενες κλιματικές αλλαγές θα εμφανίζει ολοένα αι μεγαλύτερη επίπτωση. Υπολογίζεται ότι περίπου 10.000 ασθενείς στην Ελλάδα πάσχουν από Ιδιοπαθή Πνευμονική ίνωση. Αν αθροίσει όμως κάποιος όλες τις μορφές πνευμονικής ίνωσης τότε ο αριθμός ξεπερνάει τις 100.000, οπότε αντιλαμβάνεται κανείς ότι η νόσος Πνευμονική ίνωση, μόνο σπάνια ΔΕΝ είναι.

Ποια διαγνωστικά εργαλεία έχουν σήμερα στη διάθεσή τους οι ειδικοί για την ανίχνευση της νόσου και είναι αυτά αρκετά προκειμένου ένας πνευμονολόγος να τη διαγνώσει με βεβαιότητα;

Η διάγνωση της νόσου βασίζεται στο τρίπτυχο της ιατρικής επιστήμης: ιστορικό, κλινική εξέταση, παρακλινικός έλεγχος. Τα κυριότερα εργαλεία πέραν της οξυδέρκειας του κλινικού ιατρού/πνευμονολόγου ο οποίος στην ακρόαση θα ακούσει πνευμονικούς ήχους σαν τα «Velcro» αυτοκόλλητα και θα παρατηρήσει τα δάχτυλα χεριού δίκην πλήκτρων τυμπάνου (πληκτροδακτυλία), είναι η υπολογιστική θώρακος υψηλής ευκρίνειας και σε κάποιες περιπτώσεις η βιοψία πνεύμονα. Τεχνικές όπως η βρογχοσκόπηση (ενδοσκόπηση του πνεύμονα) δύναται να χρησιμοποιηθούν για να αποκλείσουν λοιμώδη αίτια της νόσου, ενώ η σπιρομέτρηση (λειτουργικός έλεγχος αναπνευστικού) χρησιμεύει για την αξιολόγηση της βαρύτητας της νόσου και όχι για τη διάγνωση της. Σημαντικό είναι να αποκλείσουμε αυτοάνοσα νοσήματα με την χρήση κυρίως της κλινικής εξέτασης αλλά και του ανοσολογικού εργαστηριακού ελέγχου. Τέλος να σημειώσουμε ότι η χειρουργική βιοψία πνεύμονα θα πρέπει να διενεργείται με περίσκεψη και προσοχή, και σε λίγες περιπτώσεις, διότι οι εν λόγω ασθενείς εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν επιδείνωση της νόσου μετεγχειρητικά.

Μιλήσατε επίσης και για διπλασιασμό της επιβίωσης με δύο καινούργια φάρμακα. Ποια είναι αυτά και πώς ακριβώς λειτουργούν;

Από το 2014 και έπειτα είμαστε στην ευχάριστη θέση να έχουμε στη φαρέτρα μας δυο αντι-ινωτικά φάρμακα, την νιντετανίμπη και την πιρφενιδόνη, τα οποία έχουν δείξει τόσο ασφάλεια όσο και αποτελεσματικότητα στην καθυστέρηση επιδείνωσης της νόσου. Τα φάρμακα αυτά αναστέλλουν τη δημιουργία νέων ουλών στον πνεύμονα, αλλά δεν θεραπεύουν τις παλαιές ουλές. Με απλά λόγια, αγοράζουμε «χρόνο» με αυτά τα φάρμακα, γεγονός που αποτελεί θεραπεία, καθώς με αυτόν τον τρόπο επιμηκύνουμε την επιβίωση των ασθενών η οποία σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνά και τα 10 έτη. Ωστόσο συνεχίζουμε να αναζητούμε περισσότερο αποτελεσματικές θεραπείες και το κυριότερο καλύτερα ανεκτές από τους ασθενείς, δηλαδή με λιγότερες παρενέργειες, καθώς είναι γνωστό ότι και τα 2 αυτά φάρμακα προκαλούν γαστρεντερικές διαταραχές όπως διάρροιες (νιντετανίμπη), ναυτία και σε αρκετές περιπτώσεις φωτοευαισθησία (πιρφενιδόνη).

Υπάρχουν κλινικές έρευνες σε εξέλιξη για την ανακάλυψη ακόμα πιο αποτελεσματικών θεραπειών για την Ιδιοπαθή Πνευμονική Ίνωση;

Την παρούσα χρονική στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη περισσότερες από 50 κλινικές μελέτες νέων φαρμάκων για την πνευμονική ίνωση, εκ των οποίων οι 6 βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο. Ευελπιστώ ότι σε 3-5 χρόνια από σήμερα θα μπορέσουμε να έχουμε στη διάθεση μας τουλάχιστον 2 νέα φάρμακα τα οποία θα προσδώσουν ένα επιπλέον θεραπευτικό όφελος στο ήδη υπάρχον.

Υπάρχει δυνατότητα μεταμόσχευσης πνεύμονα σε ασθενείς που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο; Γίνονται πλέον τέτοιες επεμβάσεις στην Ελλάδα; Ποια άτομα έχουν προτεραιότητα στη λίστα, καθώς ως γνωστόν δεν υπάρχουν επαρκή μοσχεύματα;

Η μεταμόσχευση πνεύμονα αποτελεί μια «πληγή» για το εθνικό σύστημα υγείας. Μέχρι προσφάτως δεν διενεργούνταν μεταμοσχεύσεις πνεύμονα. Τελικά τα τελευταία 4 περίπου έτη έγινε επανεκκίνηση του εθνικού προγράμματος μεταμοσχεύσεων πνεύμονα μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες ιατρών όπως ο Καθηγητής Πνευμονολογίας/Εντατικολογίας ΕΚΠΑ κος Τσαγκάρης στο ΑΤΤΙΚΟ νοσοκομείο. Την παρούσα χρονική στιγμή πραγματοποιούνται στην χώρα μας 10-15 περίπου μεταμοσχεύσεις πνεύμονα τον χρόνο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μεταμόσχευση πνεύμονα για έναν ασθενή με Ιδιοπαθή Πνευμονική ίνωση δεν αποτελεί πανάκεια καθώς η μέση πενταετής επιβίωση είναι 60% και η μέση 10ετής επιβίωση είναι 30%.

Πώς θα χαρακτηρίζατε την ποιότητα ζωής των ασθενών μετά η κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους; Τι ρόλο παίζει η άσκηση στην αποκατάσταση ενός ασθενούς με Ιδιοπαθή Πνευμονική Ίνωση και πόσα κέντρα πνευμονικής αποκατάστασης υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα;

Η πνευμονική αποκατάσταση αποτελεί ένα από τα ιατρικά θεραπευτικά μέσα τα οποία βελτιώνουν τόσο την ικανότητα του ασθενούς για άσκηση όσο και την ψυχολογία του, η οποία στα τελικά στάδια της νόσου είναι καταρρακωμένη. Η πνευμονική αποκατάσταση είναι ένα πρόγραμμα που έχει ως στόχο τη μείωση των σωματικών και συναισθηματικών επιπτώσεων της νόσου στη ζωή ενός ατόμου. Συνδυάζει την άσκηση με την εκπαίδευση σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους μπορεί ο ασθενής να βοηθήσει τον εαυτό του να διατηρηθεί το δυνατό περισσότερο υγιής και ευδιάθετος. Η πνευμονική αποκατάσταση περιλαμβάνει και άλλες θεραπείες από εργοθεραπευτές, διαιτολόγους, νοσηλευτές, κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους, όπου είναι διαθέσιμο αυτό το είδος υποστήριξης. Τα προγράμματα πνευμονικής αποκατάστασης προσαρμόζονται ειδικά για κάθε άτομο.

Δυστυχώς στη χώρα μας δεν υπάρχουν πιστοποιημένα κέντρα πνευμονικής αποκατάστασης στα δημόσια νοσοκομεία, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, και το κράτος οφείλει όχι μόνο για τους ασθενείς με πνευμονική ίνωση αλλά και με άλλα χρόνια αναπνευστικά και καρδιολογικά νοσήματα να δημιουργήσει τους χώρους και τις προϋποθέσεις, ώστε κάθε τριτοβάθμιο δημόσιο νοσοκομείο να διαθέτει αυτό το τόσο φθηνό αλλά τόσο αποτελεσματικό μέσο. Επιπρόσθετα οι ανάγκες για κέντρα αποκατάστασης πολλαπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια με την εμφάνιση των post-covid19 ασθενών, στους οποίους η πνευμονική αποκατάσταση έχει φανεί από μεγάλες μελέτες ότι έχει ευεργετικά αποτελέσματα.

Στην ομιλία σας δώσατε ιδιαίτερη έμφαση στην ψυχική κατάσταση τους ασθενούς και τον ρόλο που μπορεί να παίξει σε αυτό ο θεράπων ιατρός του. Θα μπορούσατε να μας πείτε κάτι παραπάνω για αυτό;

Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα εκτενές και αδύνατο να συνοψιστεί σε λίγες γραμμές. Αυτό που θα ήθελα να επικοινωνήσω ως μήνυμα είναι ότι οφείλουμε ως θεράποντες ιατροί να έχουμε καλύτερη επικοινωνία με τους ασθενείς και φυσικά με τους συγγενείς τους. Για να χτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης θα πρέπει να εφαρμόσουμε μια ιατρική προσέγγιση καθαρά ασθενο-κεντρική και όχι δογματική όπως συνέβαινε τα παλαιότερα χρόνια. Κοινώς να ενημερώνεται ο ασθενής και να ζητείται η άποψη του για τις ιατρικές παρεμβάσεις παραθέτοντας του τα υπέρ και τα κατά. Έτσι ο ασθενής αισθάνεται τον ιατρό συνοδοιπόρο του στο ταξίδι της ασθένειας και όχι απλό παρατηρητή. Η ενσυναίσθηση είναι ο βασικός πυλώνας οικοδόμησης αυτής της σχέσης. Το να αισθάνεσαι πόνο σημαίνει ότι είσαι ζωντανός. Το να αισθάνεσαι τον πόνο του άλλου σημαίνει ότι είσαι άνθρωπος, είχε πει ο Νίκος Καζαντζάκης. Οι ιατροί οφείλουν να θεραπεύουν την ψύχη μαζί με το σώμα, ειδικά όταν έχουν να αντιμετωπίσουν θανατηφόρα νοσήματα, τα οποία παλεύουν να τα καταστήσουν χρόνια. Ακούστε τον ασθενή τι έχει να σας πει. Αυτός/ή ξέρει τι έχει. Εμείς προσπαθούμε να μάθουμε, να το αποκωδικοποιήσουμε και να το θεραπεύσουμε. Αυτή είναι άλλωστε και η ευμορφία της ιατρικής τέχνης και όχι επιστήμης.

 

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Ογκολογία Ακριβείας: Σημαντικές ανισότητες στην πρόσβαση των ασθενών μεταξύ ΒΔ και ΝΑ Ευρώπης

Ποιοι είναι οι 4 άξονες για ισότιμη, βιώσιμη και καινοτόμο εφαρμογή της Ογκολογίας Ακριβείας στην Ευρώπη
Την τεράστια πρόοδο που θα φέρουν στην ογκολογική θεραπεία οι εξελίξεις στην
Ογκολογία Ακριβείας , τονίζει η EFPIA σε πρόσφατο άρθρο της, επισημαίνοντας ότι πέρα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα που θα προσφέρουν αυτές οι εξελίξεις σε μεμονωμένους ασθενείς, ωφέλειες θα έχουν και τα συστήματα υγείας αφού η ογκολογία ακριβείας προσφέρει μια ευκαιρία για μείωση του κόστους και ελάφρυνση της πίεσης στο ήδη πολύ επιβαρυμένο ανθρώπινο δυναμικό των συστημάτων υγείας.

Για τη διασφάλιση μιας δίκαιης, βιώσιμης και καινοτόμου εφαρμογής της Ογκολογίας Ακριβείας σε όλη την Ευρώπη, η Ογκολογική Πλατφόρμα της EFPIA παρουσιάζει το όραμα της για μετά το 2025, που βασίζεται σε τέσσερις άξονες: πρόσβαση, βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας, έρευνα και καινοτομία και δεδομένα.Η πρόσβαση στην Ογκολογία Ακριβείας, που εκτός από τα φάρμακα συμπεριλαμβάνει και την εξέταση βιοδεικτών, διαφέρει ανά την Ευρώπη.

Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλές προκλήσεις που συμβάλλουν στην άνιση πρόσβαση μεταξύ και εντός των χωρών, και η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων απαιτεί συνολική προσέγγιση. Μία από τις κύριες προκλήσεις είναι η απουσία ταυτόχρονης ρυθμιστικής έγκρισης και αποζημίωσης για τις θεραπείες ακριβείας και τη σχετική εξέταση βιοδεικτών. Δεύτερον, υπάρχει ανάγκη υιοθέτησης ευέλικτων ρυθμιστικών πλαισίων. Τέλος, υπάρχει επιτακτική ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο και ολιστικό πλαίσιο αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας για τις θεραπείες ακριβείας. Η επαναστατική μετάβαση από μια συμβατική προσέγγιση που ταιριάζει σε όλους σε εξατομικευμένες στρατηγικές στη θεραπεία του καρκίνου έχει ενισχύσει τον κρίσιμο ρόλο της Ογκολογίας Ακριβείας στην ενίσχυση της βιωσιμότητας των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης.

Επί του παρόντος, η αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού της Ογκολογίας Ακριβείας παρεμποδίζεται από σημαντικές διαφορές στην απαραίτητη υποδομή στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων των διακυμάνσεων στις διαγνωστικές δυνατότητες, τη διαπίστευση και την κατάρτιση των επαγγελματιών υγείας. Αυτές οι διαφορές οδηγούν σε ανισότητες στην πρόσβαση των ασθενών σε εξετάσεις και θεραπείες, με ασθενείς στην Ανατολική και Νότια Ευρώπη να περιμένουν 500-800 ημέρες περισσότερες από τους ομολόγους τους στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη για τις ίδιες εξετάσεις και θεραπείες . Για να αντιμετωπιστούν αυτές οι προκλήσεις απαιτείται κατάλληλη οικονομική στήριξη. Η κινητήριος δύναμη για την πρόοδο στον τομέα της Ογκολογίας Ακριβείας είναι η συνεχής έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία. Στο τοπίο της Ε&Α της Ευρώπης, προκύπτουν προκλήσεις με τον κανονισμό της ΕΕ για τα διαγνωστικά ιατροτεχνολογικά προϊόντα In Vitro (IVDR), που επηρεάζουν σημαντικά την πρόσβαση των ασθενών στις ογκολογικές κλινικές δοκιμές. Αυτό όχι μόνο εμποδίζει την ανάπτυξη της θεραπείας αλλά περιορίζει επίσης την πρόσβαση σε ασθενείς που έχουν εξαντλήσει όλες τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές. Είναι σημαντικό να θεσπιστούν εναρμονισμένοι κανονισμοί για τις κλινικές δοκιμές Όσον αφορά τα δεδομένα, είναι σημαντικό οι πολιτικές να επιτρέπουν τη διασυνοριακή ανταλλαγή δεδομένων μέσω ενός διαλειτουργικού πλαισίου που θα διασφαλίζει το απόρρητο.

 

 

Πηγη:HealthDaily

Νεότερα για την αντιμετώπιση της χρόνιας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας

Η θεραπεία με ibrutinib-venetoclax  για την χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία/ λέμφωμα υπερέχει έναντι του  συνδυασμού φλουδαραβίνη-κυκλοφωσφαμίδη-ριτουξιμάμπη, σύμφωνα με μελέτη  όσον αφορά την επιβίωση χωρίς υποτροπή της νόσου, ενώ φαίνεται να υπάρχει όφελος όσον αφορά και στη συνολική επιβίωση.

Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία/ λέμφωμα

Αποτελείται από μικρά λεμφοκύτταρα (ΧΛΛ) είναι μια κακοήθεια από ώριμα Β λεμφοκύτταρα και αποτελεί μια από τις συχνότερες μορφές λευχαιμίας. Η σχετική 5ετής επιβίωση των ασθενών με ΧΛΛ έχει αυξηθεί από 65,1% το 1975 στο 87,2% το 2021 λόγω της μεγάλης προόδου που έχει επιτευχθεί στη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου. Τα στοιχεία παρουσιάζουν περιληπτικά ο διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής, τ. Πρύτανης του ΕΚΠΑ, Καθηγητής Αιματολογίας – Ογκολογίας Θάνος Δημόπουλος και η ιατρός αιματολόγος Δρ. Δέσποινα Φωτίου.

Θεραπευτικές επιλογές

Η απόφαση για την έναρξη θεραπείας εξαρτάται από την παρουσία ενεργού/συμπτωματικής νόσου και οι ασυμπτωματικοί ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται χωρίς θεραπεία.  Πλέον χορηγούνται συνδυασμοί στοχευμένων παραγόντων για βραχύ χρονικό διάστημα και ακολούθως παρακολούθηση. Οι τρεις βασικές κατηγορίες φαρμάκων που χρησιμοποιούνται είναι τα μονοκλωνικά αντισώματα όπως είναι η ομπινουτουζουμάμπη (obinotuzumab), οι αναστολείς της τυροσινικής κινάσης του Bruton (ΒΤΚ), ιμπρουτινίβη (ibrutinib), ακαλαμπρουτινίβη (acalabrutinib) και ζανουμπρουτινίβη (zanubrutinib) και οι αναστολείς  της B-cell lymphoma (BCL)2 πρωτεΐνης που εμποδίζει τον θάνατο των Β-λεμφοκυττάρων όπως η βενετοκλάξη (venetoclax).Βασικές επιλογές αποτελούν λοιπόν ο συνδυασμός venetoclax-obitnotuzumab συνολικής διάρκειας 12 μηνών και οι συνδυασμοί venetoclax-ibrutinib ή venetoclax-acalabrutinib (φαρμακευτική αγωγή με χορήγηση μόνο από του στόματος) για 15 συνολικά μήνες.

Σε ασθενείς με χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΧΛΛ), έχει αποδειχθεί ότι ο συνδυασμός ibrutinib και venetoclax βελτιώνει τα αποτελέσματα σε σύγκριση με τη χημειοανοσοθεραπεία. Δεν είναι όμως σαφές με τα δεδομένα που έχουμε μέχρι σήμερα εάν η χορήγηση του συνδυασμού ibrutinib-venetoclax και η εξατομίκευση της διάρκειας της θεραπείας ανάλογα με τη μετρήσιμη υπολειπόμενη νόσο (MRD) είναι πιο αποτελεσματική από τη φλουδαραβίνη-κυκλοφωσφαμίδη-ριτουξιμάμπη (FCR) για τους ασθενείς αυτούς.

Μελέτη

Με βασικό στόχο να απαντηθεί αυτό το ερώτημα σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε μια τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική μελέτη φάσης 3. Στη μελέτη εντάχθηκαν ασθενείς με νέα διάγνωση ΧΛΛ οι οποίοι είχαν ένδειξη θεραπείας και οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν ibrutinib-venetoclax έναντι μονοθεραπείας ibrutinib με FCR. Στο σκέλος του ibrutinib-venetoclax χορηγήθηκε αρχικά ibrutinib, με την προσθήκη του venetoclax από τον 3ο κύκλο θεραπείας, με μέγιστη διάρκεια θεραπείας έως και 6 έτη. Η διάρκεια της θεραπείας ibrutinib-venetoclax καθορίστηκε από την MRD που αξιολογήθηκε στο περιφερικό αίμα και στο μυελό των οστών και ήταν διπλάσια από το χρόνο που απαιτήθηκε για την επίτευξη μη ανιχνεύσιμης MRD. Το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο ήταν η επιβίωση χωρίς υποτροπή της νόσου στην ομάδα ibrutinib-venetoclax σε σύγκριση με την ομάδα FCR. Τα βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η συνολική επιβίωση, η ανταπόκριση, η MRD και η ασφάλεια. Συνολικά εντάχθηκαν στη μελέτη και τυχαιοποιήθηκαν 523 ασθενείς. Σε μια διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 43.7 μηνών, παρατηρήθηκε υποτροπή της νόσου ή θάνατος σε 12 ασθενείς στο σκέλος του ibrutinib-venetoclax και σε 75 ασθενείς στην ομάδα του FCR (HR 0.13, 95% CI 0.07 – 0.24- p<0.001).

Πορίσματα

Θάνατος παρατηρήθηκε σε 9 ασθενείς στο σκέλος του ibrutinib-venetoclax έναντι 25 ασθενών στο σκέλος του FCR ( HR 0.31, 95% CI, 0.15 -0.67). Στα 3 έτη, το 58.0% των ασθενών στην ομάδα ibrutinib-venetoclax είχε διακόψει τη θεραπεία λόγω μη ανιχνεύσιμης MRD. Μετά από με πέντε έτη θεραπείας ibrutinib-venetoclax, το 65.9% των ασθενών είχε μη ανιχνεύσιμη MRD στο μυελό των οστών και το 92.7% είχε μη ανιχνεύσιμη MRD στο περιφερικό αίμα. Ο κίνδυνος λοιμώξεων ήταν παρόμοιος στις δύο ομάδες ενώ το ποσοστό των ασθενών με καρδιακές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν υψηλότερο στην ομάδα ibrutinib-venetoclax από ότι στους ασθενείς που έλαβαν FCR (10.7 % έναντι 0.4 %).

 

 

πΗΓΗ: https://virus.com.gr/

«Νέο» clawback προωθεί το Υπουργείο Υγείας – Τι θα αλλάξει στα φάρμακα και τις εξετάσεις των πολιτών

Καθιέρωση δεικτών παρακολούθησης των θεραπευτικών πρωτοκόλλων και μεγαλύτερη διείσδυση γενοσήμων είναι ανάμεσα στα μέτρα που προωθεί το Υπουργείο Υγείας

Σε δύο άξονες κινούνται οι ενέργειες του Υπουργείου Υγείας για τον περιορισμό του clawback που πλήττει τον χώρο της υγείας και του φαρμάκου, προκαλώντας οικονομική δυσχέρεια σε φαρμακευτικές εταιρείες και παρόχους υγείας, με αρνητικό αντίκτυπο στους πολίτες.

Ο Υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, έχει θέσει ως προτεραιότητα την «ανακούφιση» από το clawback από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα. Αναφέρθηκε σε αυτό ήδη από την ομιλία του κατά τη διάρκεια της τελετής παράδοσης – παραλαβής του χαρτοφυλακίου του Υπουργείου. Ο κ. Γεωργιάδης βρίσκεται σε διαρκείς διαβουλεύσεις με τους συνεργάτες του στο Υπουργείο αλλά και τους εμπλεκόμενους φορείς για να οριστούν συγκεκριμένα – και άμεσα εφαρμόσιμα – μέτρα που θα εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και κατ’ επέκταση δεν θα απειλείται η πρόσβαση των Ελλήνων σε φάρμακα και εξετάσεις.

Πιο συγκεκριμένα, με τη συγκράτηση του clawback, οι εταιρείες θα έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να φέρνουν καινοτόμα και ακριβά φάρμακα για χρόνιες και δύσκολες ασθένειες. Σήμερα, το υπέρογκο clawback που καλούνται να πληρώσουν οι εταιρείες αποτελεί αντικίνητρο για την είσοδο νέων φαρμάκων στη χώρα μας, όπως επίσης οδηγεί σκευάσματα στην…έξοδο, δηλαδή σταματούν να κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά για τους ίδιους ακριβώς οικονομικούς λόγους. Αντίστοιχα, σε ό,τι αφορά στις διαγνωστικές εξετάσεις, η μείωση του clawback για τα διαγνωστικά εργαστήρια και τους κλινικοεργαστηριακούς γιατρούς σημαίνει απρόσκοπτη πρόσβαση σε εξετάσεις, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος «λουκέτου» εργαστηρίων, όπως υπάρχει σήμερα.

«Καταρχάς το clawback δεν είναι μνημονιακός νόμος, είναι νόμος της Ελληνικής Δημοκρατίας που ισχύει και σήμερα και θα ισχύει και αύριο. Το έχουν ψηφίσει πια πάρα πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πολλές μας αντέγραψαν δηλαδή ως προς το clawback. Όταν έφυγα εγώ από το Υπουργείο Υγείας, στα μέσα του 2014, το clawback στα διαγνωστικά, στα μικροβιολογικά ήταν 7%. Το clawback σήμερα είναι 47%. Είναι προφανές ότι εκεί έχει γίνει κάποια μεγάλη ζημιά. Θέλω να ξέρουν όλοι όσοι ασχολούνται με αυτό το θέμα ότι είναι από τις πρώτες μου άμεσες προτεραιότητες να ανακουφίσουμε αυτό το ύψος του clawback, το οποίο είναι πάρα πολύ μεγάλο και όπως έχει φτάσει δεν δουλεύει», σημείωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του (Action 24) ο κ. Γεωργιάδης.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, κατά τη διάρκεια της χθεσινής συνάντησης που είχε ο κ. Γεωργιάδης με το Συντονιστικό Όργανο Φορέων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ), το οποίο εκπροσωπεί διαγνωστικά κέντρα, πολυϊατρεία, κλινικοεργαστηριακούς γιατρούς, συμφωνήθηκε ενίσχυση του προϋπολογισμού των διαγνωστικών κατά 30 εκατομμύρια ευρώ για να «κλείσει» το 2023. Το ποσό αυτό θα δώσει μια τονωτική ένεση στα εργαστήρια που έχουν βρεθεί σε μια κατάσταση μη διαχειρίσιμη. Οπως αναφέρουν εκπρόσωποι του χώρου, εφέτος το clawback έφτασε στο 47%. Η οικονομική πίεση είναι τέτοια οικονομική πίεση που έχει ως αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των εργαστηρίων να δυσκολεύονται να προμηθευτούν αντιδραστήρια και να καταβάλλουν το δώρο των Χριστουγέννων στους εργαζόμενους.

Παράλληλα με την επιπλέον χρηματοδότηση, η ΗΔΙΚΑ βρίσκεται ήδη σε διαδικασία εφαρμογής θεραπευτικών πρωτοκόλλων για να μπουν «κόφτες» στις διαγνωστικές εξετάσεις. Σύμφωνα με όσα είπαν οι εκπρόσωποι των διαγνωστικών στον κ. Γεωργιάδη, κοινές εξετάσεις όπως η βιταμίνη D ή εξέταση χοληστερίνης γίνονται πέντε και επτά φορές το χρόνο, κάτι που οδηγεί σε σπατάλη. Έτσι, συμφωνήθηκε να εφαρμοστούν πιο συγκεκριμένα πρωτόκολλα που θα «κόβουν» υπέμετρη επαναληψιμότητα εξετάσεων. Μάλιστα, όταν υπάρχει επιθυμία υπέρβασης του πρωτοκόλλου – κάποιος θέλει να κοιτάζει τη χοληστερίνη του πολλαπλές φορές το χρόνο – θα έχει τη δυνατότητα να πηγαίνει σε δημόσια δομή Υγείας και όχι στον ιδιωτικό τομέα.

Δείκτες παρακολούθησης και «κλειδώματα» θεραπευτικών πρωτοκόλλων

Σε καλό δρόμο βρίσκεται η συζήτηση και για τον περιορισμό του clawback στον τομέα του φαρμάκου. Ο κ. Γεωργιάδης έχει πραγματοποιήσει από δύο φορές συναντήσεις με κάθε φορέα-εκπρόσωπο φαρμακευτικών επιχειρήσεων (ΣΦΕΕ, ΠΕΦ, PIF). Για τη μείωση του clawback προκρίνεται ένας συνδυασμός αύξησης της χρηματοδότησης και εξορθολογιστικών μέτρων για τη μείωση της δαπάνης.

Ειδικότερα, η ενίσχυση της νοσοκομειακής και εξω – νοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης πιθανόν προέλθει από το Ταμείο Ανάκαμψης, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί το ποσό που θα αφορά. Επιπλέον, προωθούνται νομοθετικές διατάξεις για την εφαρμογή μέτρων που θα οδηγήσουν σε εξορθολογισμό των δαπανών. Αυτά αφορούν κυρίως στην εφαρμογή θεραπευτικών πρωτοκόλλων και στη διείσδυση γενοσήμων.

Μεταξύ άλλων αναμένεται να εφαρμοστούν δείκτες παρακολούθησης των θεραπευτικών πρωτοκόλλων που αφορούν σε διάφορους παράγοντες, όπως για παράδειγμα τα κλινικά χαρακτηριστικά και ο ρυθμός ένταξης ασθενών. Επίσης, πρωθούνται κλειδώματα θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Παράλληλα, η πρόθεση του Υπουργείου είναι η αύξηση της υποχρεωτικής συνταγογράφησης γενοσήμων. Όλα τα παραπάνω μέτρα, θα λειτουργήσουν υπέρ της συγκράτησης της δαπάνης που σημαίνει περιορισμός του clawback.

Σύμφωνα με τους εκπροσώπους των φαρμακευτικών εταιρειών, έτσι όπως υπολογίζεται σήμερα το clawback οδηγεί τη φαρμακοβιομηχανία να καταβάλλει ποσά που υπερβαίνουν πλέον την «κλειδωμένη» δημόσια χρηματοδότηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι εταιρείες να μην έχουν επιχειρηματικό συμφέρον να φέρουν νέα και καινοτόμα φάρμακα στη χώρα μας, ούτε να κρατήσουν κάποια σκευάσματα στην ελληνική αγορά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πρόσβαση που έχουν οι πολίτες σε θεραπείες.

Τη βούληση της Πολιτείας για έλεγχο του clawback επιβεβαίωσε προ ημερών και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά το χαιρετισμό του στην τελετή θεμελίωσης της νέας πτέρυγας του εργοστασίου της φαρμακευτικής εταιρείας Boehringer Ingelheim, στο Κορωπί.

«Πρόθεσή μας είναι να μειώσουμε, να περιορίσουμε δραστικά το clawback τα επόμενα χρόνια. Για να γίνει, ωστόσο, αυτό θα πρέπει να γίνουν επίσης και τολμηρές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες να εξορθολογίζουν συνολικά τη φαρμακευτική δαπάνη στη χώρα μας. Αναφέρω ενδεικτικά τον ψηφιακό φάκελο υγείας για γιατρούς και ασθενείς, την πλήρη αξιοποίηση του εργαλείου της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, που μας δίνει πρόσβαση σε πολύ αναλυτικά δεδομένα, και βέβαια την παράλληλη λειτουργία των μητρώων διασταύρωσης ασθενών, νοσημάτων, φαρμάκων» είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πρωθυπουργός

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Καρκίνος των Ωοθηκών: Η γήρανση των κυττάρων μπορεί να ενισχύσει την εξάπλωση της νόσου

Κατασκεύασαν μοντέλα υπολογιστών για να εξερευνήσουν τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των καρκινικών κυττάρων και των γηρασμένων κυττάρων. Αυτό που βρήκαν ήταν εκπληκτικό: Δεν ήταν τα διαχυτικά μόρια που δελέαζαν τα καρκινικά κύτταρα. Ήταν πρωτεΐνες που εκκρίνονται από γηρασμένα κύτταρα που κατακάθονται ως η εξωκυτταρική μήτρα (ECM) – η βάση στην οποία προσκολλώνται και αναπτύσσονται τα κύτταρα – που καλούσαν τα καρκινικά κύτταρα.

Καρκίνος των Ωοθηκών: Η γερασμένη μεσοθηλιακή μήτρα προσελκύει τα καρκινικά κύτταρα των ωοθηκών, βοηθώντας την προσκόλληση και την εξάπλωσή τους. Ο καρκίνος των ωοθηκών είναι επικίνδυνος επειδή συχνά δεν ανιχνεύεται μέχρι να εξαπλωθεί πέρα από τις ωοθήκες και τα συμπτώματα μπορούν επίσης να αποδοθούν σε άλλες καταστάσεις.

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η γήρανση μπορεί να αυξήσει την εξάπλωση του καρκίνου των ωοθηκών και άλλων μορφών καρκίνου, αλλά οι υποκείμενοι μηχανισμοί δεν είναι πλήρως σαφείς. Τώρα, ερευνητές στο Ινδικό Ινστιτούτο Επιστημών (IISc) ανακάλυψαν ότι τα καρκινικά κύτταρα των ωοθηκών μπορούν να εξαπλωθούν πιο εύκολα σε ιστούς που έχουν γεράσει, επειδή αυτοί οι ιστοί εκκρίνουν μια μοναδική εξωκυτταρική μήτρα που προσελκύει τον καρκίνο που εξαπλώνεται. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα μοντέλο γήρανσης που προκαλείται από χημειοθεραπεία για να μελετήσουν αυτό το φαινόμενο. Πρώτα εξήγαγαν ιστούς που βρέθηκαν στην επένδυση των σωματικών κοιλοτήτων από μοντέλα ποντικών και εξέθεσαν τους μισούς από αυτούς τους ιστούς σε χημειοθεραπευτικά που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του καρκίνου, ωθώντας τους στη γήρανση – μια κατάσταση στην οποία τα κύτταρα σταματούν να αναπαράγονται αλλά δεν πεθαίνουν. «Αυτό που θα μπορούσατε να ονομάσετε σε ένα σώμα που γερνά, σε ένα κύτταρο ή ιστό θα το αποκαλούσατε γήρανση», εξηγεί ο Ramray Bhat, Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Αναπτυξιακής Βιολογίας και Γενετικής (DBG) και αντίστοιχος συγγραφέας της μελέτης που δημοσιεύτηκε στο Επιστήμες της Ζωής Κυτταρική και Μοριακή (Cellular and Molecular). Στη συνέχεια, η ομάδα εξέθεσε ιστούς νεαρών και ηλικιωμένων ποντικών και κυτταρικά φύλλα που μοιάζουν με ανθρώπινο ιστό σε καρκινικά κύτταρα των ωοθηκών. Χρησιμοποίησαν απεικόνιση time-lapse για να επισημάνουν τα φυσιολογικά και τα καρκινικά κύτταρα με διαφορετικούς φθορίζοντες δείκτες, ώστε να μπορούν να μελετηθούν κάτω από ένα μικροσκόπιο για εκτεταμένες χρονικές περιόδους. «Είναι ελαφρώς πιο δύσκολο να απεικονίσεις ιστούς σε σύγκριση με κυτταρικές σειρές, καθώς η τελευταία έχει μόνο έναν συγκεκριμένο κυτταρικό τύπο που αναπτύσσεται», εξηγεί ο Bharat Thapa, πρώτος συγγραφέας και πρώην προπτυχιακός φοιτητής βιολογίας στο IISc, που τώρα κάνει Ph.D. στο Πανεπιστήμιο Vanderbilt, Η.Π.Α. Αυτό που βρήκαν ήταν ότι τα καρκινικά κύτταρα επέλεξαν να εγκατασταθούν περισσότερο στους γηρασμένους ιστούς. Επιπλέον, εγκαταστάθηκαν πιο κοντά στα γηρασμένα φυσιολογικά κύτταρα στα κυτταρικά φύλλα. Για να καταλάβουμε τι έλκει τα καρκινικά κύτταρα στα γηρασμένα κύτταρα, η ομάδα αναρωτήθηκε αρχικά αν έλκονταν από μόρια σηματοδότησης που εκκρίνονταν από τα γηρασμένα κύτταρα και διαχέονταν σε μεγάλες αποστάσεις. Κατασκεύασαν μοντέλα υπολογιστών για να εξερευνήσουν τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των καρκινικών κυττάρων και των γηρασμένων κυττάρων. Αυτό που βρήκαν ήταν εκπληκτικό: Δεν ήταν τα διαχυτικά μόρια που δελέαζαν τα καρκινικά κύτταρα. Ήταν πρωτεΐνες που εκκρίνονται από γηρασμένα κύτταρα που κατακάθονται ως η εξωκυτταρική μήτρα (ECM) – η βάση στην οποία προσκολλώνται και αναπτύσσονται τα κύτταρα – που καλούσαν τα καρκινικά κύτταρα.

«Η εξωκυτταρική μήτρα είναι αυτό που έφερε τα καρκινικά κύτταρα εκεί και τους επέτρεπε να προσκολληθούν καλύτερα κοντά στα γερασμένα κύτταρα και να εξαπλωθούν πιο γρήγορα», λέει ο Bhat. Η ομάδα πραγματοποίησε, επίσης, πειράματα σε ανθρώπινες κυτταρικές σειρές για να αναπαράγει τις προβλέψεις των προσομοιώσεων υπολογιστή. Παρατήρησαν ότι τα καρκινικά κύτταρα κόλλησαν έντονα στην εξωκυτταρική μήτρα γύρω από τα γηρασμένα κύτταρα και τελικά καθάρισαν τα γηρασμένα κύτταρα. Παρατήρησαν επίσης ότι η ηλικιωμένη εξωκυτταρική μήτρα ECM είχε υψηλότερα επίπεδα πρωτεϊνών όπως η φιμπρονεκτίνη, η λαμινίνη και η υαλουρονάνη σε σύγκριση με την εξωκυτταρική μήτρα ECM των νεαρών κυττάρων, γεγονός που επέτρεπε στα καρκινικά κύτταρα να δεσμεύονται πιο ισχυρά. Με βάση τα ευρήματά τους, οι ερευνητές προτείνουν ότι αυτός θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι ηλικιωμένοι πληθυσμοί συνήθως τείνουν να έχουν χειρότερα αποτελέσματα στον καρκίνο από τους νεότερους πληθυσμούς. «Το γεγονός είναι ότι η χημειοθεραπεία προκαλεί επίσης γήρανση και ότι η γήρανση μπορεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα», λέει ο Bhat. «Η κατάλληλη χρήση της χημειοθεραπείας θα μπορούσε να είναι πολύ σημαντική για την επίτευξη καλών αποτελεσμάτων στον καρκίνο των ωοθηκών». Ένας τρόπος προς τα εμπρός, προσθέτει ο Bhat, θα μπορούσε να είναι η εστίαση στην εύρεση ανιχνευτών που μπορούν να αναγνωρίσουν ορισμένες από αυτές τις πρωτεΐνες μήτρας, οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν στην πρόβλεψη του πού θα εναποτεθούν τα καρκινικά κύτταρα στους ιστούς. O Thapa ελπίζει επίσης ότι οι μελλοντικές μελέτες θα δημιουργήσουν μια ισχυρή περίπτωση για τη χρήση σηνολυτικών – φαρμάκων που σκοτώνουν τα γηρασμένα κύτταρα – ως συνδυαστική θεραπεία με χημειοθεραπευτικά για την αντιμετώπιση της εξέλιξης του καρκίνου.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Πόσος χρόνος χρειάζεται για να κολλήσετε κορονοϊό – Τι έδειξε νέα μελέτη

Η μελέτη δείχνει ότι έχετε περίπου 2% πιθανότητα να μολυνθείτε εάν περάσετε μια ώρα με κάποιον που έχει COVID-19, με τον κίνδυνο να αυξάνεται όσο περισσότερο περνάτε μαζί χρόνο.

Ο κορονοϊός είναι για ακόμα μια φορά σε έξαρση. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο των Χριστουγέννων όλο και περισσότερος κόσμος κόλλησε την covid-19, με τον κίνδυνο να συναντηθεί κάποιο υγιές άτομο σε δημόσιο χώρο, να είναι ιδιαίτερα αυξημένος.

Ωστόσο δεν σημαίνει ότι επειδή θα πάτε μέχρι το φαρμακείο ή σε κάποιο εστιατόριο θα κολλήσετε αυτομάτως κορονοϊό. Όμως, τι κάνει κάποιες εκθέσεις πιο επιβλαβείς από άλλες;

Το χρονικό διάστημα που περνάτε γύρω από ένα άτομο που νοσεί από κορονοϊό φαίνεται να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την πιθανότητα να αρρωστήσετε, σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη του Nature. Οι περισσότερες εκθέσεις που οδηγούν σε μετάδοση διαρκούν τουλάχιστον μία ώρα, αν όχι πολύ περισσότερο, λένε οι ερευνητές.

Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από μια εφαρμογή παρακολούθησης COVID-19 που χρησιμοποιούσαν εκατομμύρια άνθρωποι στην Αγγλία και την Ουαλία για να αναφέρουν θετικά αποτελέσματα δοκιμών και να λάβουν ειδοποιήσεις εάν ήρθαν σε επαφή με κάποιον που βρέθηκε θετικός.

Η μελέτη δείχνει ότι έχετε περίπου 2% πιθανότητα να μολυνθείτε εάν περάσετε μια ώρα με κάποιον που έχει COVID-19, με τον κίνδυνο να αυξάνεται όσο περισσότερο περνάτε μαζί χρόνο

Οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν δεδομένα από 7 εκατομμύρια από αυτές τις ειδοποιήσεις, οι οποίες έγιναν από τον Απρίλιο του 2021 έως τον Φεβρουάριο του 2022, για να αξιολογήσουν ποιες εκθέσεις οδήγησαν σε πρόσθετες μολύνσεις, σύμφωνα με το περιοδικό TIME.

Υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί σε αυτή την προσέγγιση. Η συλλογή δεδομένων ολοκληρώθηκε λίγο μετά την κορύφωση του πρώτου κύματος της μετάλλαξης Όμικρον, επομένως καμία από τις νεότερες παραλλαγές , οι οποίες συνέχισαν να εξελίσσονται για αυξημένη μεταδοτικότητα, δεν αντανακλάται. Είναι επίσης πιθανό ορισμένα άτομα που μολύνθηκαν μετά από έκθεση είτε να μην υποβλήθηκαν σε εξετάσεις είτε να μην ανέφεραν τα αποτελέσματα των δοκιμών τους στην εφαρμογή και επομένως να μην περιλαμβάνονται στα δεδομένα.

Ωστόσο, οι χρήστες ανέφεραν 240.000 θετικά αποτελέσματα δοκιμών μετά από 7 εκατομμύρια ειδοποιήσεις έκθεσης. Σε περίπου 80% αυτών των περιπτώσεων, το άτομο που βρέθηκε θετικό είχε προηγουμένως βρεθεί κοντά σε κάποιον με COVID-19 για μία ώρα ή περισσότερο, λέει ο συν-συγγραφέας Christophe Fraser, καθηγητής επιδημιολογίας μολυσματικών ασθενειών στο Ινστιτούτο Πανδημίας Επιστημών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης ( PSI). Η μετάδοση ήταν ιδιαίτερα πιθανή μέσα στα νοικοκυριά, όπου οι άνθρωποι τείνουν να περνούν μεγάλο χρονικό διάστημα μαζί. Αυτές οι συναντήσεις ήταν υπεύθυνες για το 41% ​​των καταγεγραμμένων εκπομπών, σύμφωνα με τη μελέτη.

Έως μηδαμινές οι πιθανότητες

Ο συν-συγγραφέας της μελέτης Luca Ferretti, συνεργάτης στο PSI που ερευνά τη συμπεριφορά των ιών, λέει ότι η μελέτη δείχνει ότι έχετε περίπου 2% πιθανότητα να μολυνθείτε εάν περάσετε μια ώρα με κάποιον που έχει COVID-19, με τον κίνδυνο να αυξάνεται όσο περισσότερο περνάτε μαζί χρόνο.

Αυτό είναι ένα πολύ πιο αισιόδοξο συμπέρασμα από ό,τι έχουν καταλήξει άλλοι επιστήμονες. Σε μια μελέτη μοντελοποίησης που δημοσιεύθηκε το 2021, οι ερευνητές υπολόγισαν ότι, στο χειρότερο σενάριο, οι πιθανότητες μόλυνσης θα μπορούσαν να αυξηθούν έως και 90% κατά τη διάρκεια λίγων λεπτών συνομιλίας με ένα άρρωστο, χωρίς μάσκα άτομο. (Εάν κάποιο ή και τα δύο άτομα φορούσαν μάσκα , διαπίστωσαν οι ερευνητές, αυτός ο αριθμός μειώθηκε σημαντικά.) Μια άλλη μελέτη μοντελοποίησης , αυτή που δημοσιεύτηκε το 2023, διαπίστωσε ότι κάποιος θα μπορούσε να εισπνεύσει μια μολυσματική ποσότητα ιού μετά από έξι έως 37 λεπτά σε ένα δωμάτιο με κάποιον που έχει COVID-19.

Αυτό που συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο, ωστόσο, μερικές φορές διαφέρει από τις θεωρητικές συνθήκες που χρησιμοποιούνται στις μελέτες. Οι συγγραφείς της νέας μελέτης Nature διαπίστωσαν ότι οι «φευγαλέες» εκθέσεις 30 λεπτών ή λιγότερο προκάλεσαν μόνο το 10% των τεκμηριωμένων ασθενειών στην ομάδα μελέτης.

 

 

Πηγη: https://www.in.gr/

Ιογενείς λοιμώξεις: Η σχέση τους με το Πάρκινσον και το Αλτσχάιμερ

Οι σοβαρές ιογενείς λοιμώξεις, όπως η εγκεφαλίτιδα και η πνευμονία, αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης νευροεκφυλιστικών ασθενειών όπως είναι το Πάρκινσον και το Αλτσχάιμερ.

Ερευνητές στις ΗΠΑ εντόπισαν 22 συσχετίσεις ανάμεσα σε ιογενείς λοιμώξεις και νευροεκφυλιστικές παθήσεις στη μελέτη ιατρικών αρχείων σχεδόν 450.000 ανθρώπων.

Όσοι έλαβαν θεραπεία για έναν τύπο φλεγμονής του εγκεφάλου που ονομάζεται ιογενής εγκεφαλίτιδα είχαν 31 φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν νόσο Αλτσχάιμερ. Για κάθε 406 περιπτώσεις ιογενούς εγκεφαλίτιδας, οι 24 εμφάνισαν Αλτσχάιμερ – περίπου το 6%. Όσοι νοσηλεύτηκαν με πνευμονία μετά από γρίπη φάνηκε να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν Αλτσχάιμερ, άνοια, Πάρκινσον και αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση (ALS).

Οι εντερικές λοιμώξεις και η μηνιγγίτιδα, που συχνά προκαλούνται από ιό), καθώς και η ανεμευλογιά που προκαλείται από τον ιό της ανεμευλογιάς- έρπητα ζωστήρα (VZV), ευθύνονται για την ανάπτυξη διαφόρων νευροεκφυλιστικών ασθενειών. Επίσης, περίπου το 80% των ιών που συνδέθηκαν με εγκεφαλικές παθήσεις θεωρήθηκαν «νευροτροφικοί», δηλαδή, μπορούσαν να διασχίσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

«Είναι εντυπωσιακό ότι σήμερα διατίθενται εμβόλια για ορισμένους από αυτούς τους ιούς, όπως η γρίπη, ο έρπητας ζωστήρας και η πνευμονία. Αν και τα εμβόλια δεν προλαμβάνουν όλες τις μολύνσεις, είναι γνωστό ότι μειώνουν σημαντικά τα ποσοστά νοσηλείας. Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν ότι ο εμβολιασμός μπορεί να μετριάσει τον κίνδυνο εμφάνισης νευροεκφυλιστικής νόσου», έγραψαν οι ερευνητές.

Μελέτη του 2022 σε περισσότερους από 10 εκατομμύρια ανθρώπους συνέδεσε τον ιό Epstein-Barr με 32 φορές αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σκλήρυνσης κατά πλάκας.

«Αφού διαβάσαμε [αυτή] τη μελέτη, συνειδητοποιήσαμε ότι για χρόνια οι επιστήμονες αναζητούσαν συσχετίσεις μεταξύ μιας μεμονωμένης νευροεκφυλιστικής διαταραχής και ενός συγκεκριμένου ιού», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Μάικλ Νολς, νευρογενετιστής στο Εθνικό Ινστιτούτο Γήρανσης στις ΗΠΑ.

«Αποφασίσαμε τότε να δοκιμάσουμε μια διαφορετική προσέγγιση. Με τη χρήση ιατρικών αρχείων, μπορέσαμε να αναζητήσουμε συστηματικά και με μία κίνηση όλους τους πιθανούς συνδέσμους», εξήγησε.

Αρχικά, οι ερευνητές ανέλυσαν τα ιατρικά αρχεία περίπου 35.000 Φινλανδών με έξι διαφορετικούς τύπους νευροεκφυλιστικών ασθενειών και τα συνέκριναν με μια ομάδα ελέγχου 310.000 ατόμων που δεν είχαν διαγνωστεί ποτέ με κάποια εγκεφαλική νόσο. Από την ανάλυση αυτή προέκυψαν 45 συσχετίσεις μεταξύ της έκθεσης σε ιούς και των νευροεκφυλιστικών ασθενειών, οι οποίες περιορίστηκαν σε 22 σε μεταγενέστερη ανάλυση 100.000 ιατρικών αρχείων από τη βρετανική τράπεζα βιολογικών δεδομένων UK Biobank.

Αν και αυτή η αναδρομική μελέτη παρατήρησης δεν μπορεί να αποδείξει αιτιώδη σχέση, επιβεβαιώνει προηγούμενες έρευνες που υποδηλώνουν το ρόλο των ιών στη νόσο του Πάρκινσον και του Αλτσχάιμερ.

«Οι νευροεκφυλιστικές διαταραχές είναι μια σειρά από παθήσεις για τις οποίες υπάρχουν πολύ λίγες αποτελεσματικές θεραπείες και πολλοί παράγοντες κινδύνου», δήλωσε ο συν-συγγραφέας Άντριου Σίνγκλετον, νευρογενετιστής και ερευνητής της νόσου Αλτσχάιμερ.

«Τα αποτελέσματά μας υποστηρίζουν την υπόθεση ότι οι ιογενείς λοιμώξεις και οι σχετικές φλεγμονές στο νευρικό σύστημα μπορεί να αποτελούν κοινούς παράγοντες κινδύνου για αυτού του είδους τις διαταραχές», κατέληξε ο ερευνητής.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Neuron.

 

 

Πηγη: https://www.onmed.gr/