Οι κλινικές μελέτες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Ελλάδα εμφανίζει σημαντικά πλεονεκτήματα ως τόπος διεξαγωγής τους. Ειδικότερα, διαθέτει υψηλής κατάρτισης επιστημονικό δυναμικό, συμπεριλαμβανομένων εξειδικευμένων γιατρών, ερευνητών και νοσηλευτών, που μπορούν να υποστηρίξουν την ανάπτυξη και υλοποίηση ποιοτικών ερευνητικών έργων. Παράλληλα, οι σύγχρονες νοσοκομειακές και ερευνητικές υποδομές, σε συνδυασμό με το ανταγωνιστικό κόστος σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθιστούν την Ελλάδα ιδιαίτερα ελκυστική για φαρμακευτικές εταιρείες και διεθνείς οργανισμούς. Επιπρόσθετα, οι συνεργασίες με πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα ενισχύουν περαιτέρω το οικοσύστημα καινοτομίας και υποστηρίζουν τη μετάφραση της έρευνας σε κλινική πράξη. Όπως μας εξηγεί ο κ. Βασίλης Ρεγκούζας, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΣΤΟΧΑΣΙΣ, με αφορμή την κλαδική μελέτη που εκπόνησε
η ΣΤΟΧΑΣΙΣ Σύμβουλοι Επιχειρήσεων ΑΕ, η εγχώρια αγορά κλινικών μελετών, εκτιμάται ότι προσέγγισε τα €350 εκ. το 2024, παρουσιάζοντας Μέσο Ετήσιο Ρυθμό Μεταβολής (ΜΕΡΜ) 14,5% την περίοδο 2016-2024. Όσον αφορά στις προοπτικές του εξεταζόμενου κλάδου, το μέλλον του αναμένεται ευοίωνο, καθώς «υπόσχεται» σημαντικές ευκαιρίες και «ελκυστικές προκλήσεις». Ωστόσο, υπάρχουν ακόμη τομείς που απαιτούν ενίσχυση. Η κουλτούρα συμμετοχής σε κλινικές μελέτες δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένη σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς -από τους γιατρούς μέχρι τους ασθενείς- γεγονός που περιορίζει τη διείσδυση και την ευρύτερη αξιοποίηση του θεσμού. Επιπλέον, οι καθυστερήσεις στις εγκριτικές διαδικασίες και η διοικητική πολυπλοκότητα εξακολουθούν να αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα για την ταχεία έναρξη και ολοκλήρωση των μελετών. Ενώ όπως συμπληρώνει ο κ. Μιχάλης Λουκόπουλος, consultant της ΣΤΟΧΑΣΙΣ, σημαντικός παράγοντας για την περαιτέρω ανάπτυξη των κλινικών μελετών είναι οι αναδυόμενες τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα Big Data και οι ψηφιακές πλατφόρμες που αναμένεται να βελτιώσουν, τη συλλογή και την ανάλυση δεδομένων, ενώ ταυτόχρονα εκτιμά–ται ότι θα μειώσουν το χρόνο και την εργασία, με αποτέλεσμα περισσότερο στοχευμένες επενδύσεις.
Σύμφωνα με την πρόεδρο του Συλλόγου HACRO, Ευαγγελία Κοράκη, το 2024 κατατέθηκαν 237 αιτήσεις για νέες μελέτες. Επιπλέον, οι μελέτες σε μετάβαση (δηλαδή μελέτες που ήδη έτρεχαν σύμφωνα με την Οδηγία και αιτήθηκαν μετάβαση
στον Νέο Κανονισμό & στο CTIS το 2024) ήταν 327. Ο αριθμός των νέων μελετών για το 2024 όπως λέει ήταν 237, δηλαδή ελαφρώς μειωμένος σε σύγκριση με το 2023, γεγονός το οποίο μπορεί εν μέρει να αιτιολογηθεί από τη χρονική περίοδο της μετάβασης στον νέο Κανονισμό για τις Κλινικές Μελέτες – CTR, της ΕΕ, μια πρόκληση που αντιμετώπισαν όλα τα κράτη μέλη της Ευρώπης. Τα πρόσφατα δεδομένα όπως εξηγεί η κα Κοράκη, δείχνουν ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να χάνει μερίδιο αγοράς στον παγκόσμιο χάρτη κλινικών μελετών, με τα περισσότερα κράτη μέλη να εμφανίζουν στασιμότητα στον αριθμό νέων μελετών ή και πτωτική τάση, παρά τις αρχικές προσδοκίες ότι το νέο κανονιστικό πλαίσιο θα ενίσχυε την Ευρωπαϊκή θέση. H μετάβαση στο νέο πλαίσιο όπως λέει, φαίνεται να αποδεικνύεται πιο περίπλοκη απ’ όσο αρχικά εκτιμήθηκε, με σημαντικές καθυστερήσεις, εθνικές παρεκκλίσεις και τεχνικές δυσλειτουργίες.
Στόχος του υπουργείου Υγείας να ξεπεράσει τις 600 κλινικές μελέτες το 2025
Σύμφωνα με τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη οι κλινικές μελέτες μπορούν να αποτελέσουν βασικό μοχλό για την πρόοδο της επιστήμης και την ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας μας και η αύξηση του αριθμού κλινικών μελετών αποτελεί προτεραιότητα για το υπουργείο Υγείας. Όπως ανέφερε στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή της Βουλής για τις Κλινικές Μελέτες στην Ελλάδα για το 2025 στόχος είναι να σπάσει η Ελλάδα το φράγμα των 600 και για το τέλος της θητείας της κυβέρνησης να φτάσει τις 1000.
Ο υπουργός Υγείας απευθυνόμενος στον πρόεδρο της Επιτροπής βουλευτή Α’ Θεσσαλονίκης κ. Σιμόπουλο, τόνισε ότι όταν ανέλαβε η κυβέρνηση Μητσοτάκη το 2019, ο μέσος όρος κλινικών μελετών ανά χώρα ήταν 100. «Το 2024 κατορθώσαμε να συγκεντρώσουμε το ρεκόρ μας όλων των εποχών δηλ. 564 και το σχέδιο μας είναι να τις διπλασιάσουμε μέσα στην επόμενη τριετία» σημείωσε ο υπουργός συμπληρώνοντας ότι αυτή τη στιγμή για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα νοσοκομείο, το Παπαγεωργίου στην Θεσσαλονίκη, κάνει Κλινικές Μελέτες φάσης 1.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΛΑΦΡΥΝΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Κλινικών Μελετών που εορτάσθηκε στις 20 Μαΐου, ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) επεσήμανε ότι οι κλινικές μελέτες συμβάλουν σημαντικά και στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, καθώς, για παράδειγμα, η συμμετοχή ασθενούς σε μια κλινική μελέτη με γονιδιακή θεραπεία για τον καρκίνο εξοικονομεί από το κράτος 70.000 ευρώ / έτος! Ωστόσο, όπως ανάφερε ο γενικός διευθυντής του ΣΦΕΕ, Μιχάλης Χειμώνας παρατηρείται υστέρηση στον αριθμό των κλινικών μελετών στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες όταν ειδικά στην Ευρώπη επενδύονται ετησίως πάνω από €47 δισ. σε Έρευνα και Ανάπτυξη και η Ελλάδα προσελκύει μόλις περίπου €100 εκατ.
ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
Ο ρόλος της νέας ΚΥΑ και του Εθνικού Μητρώου
Η Ελλάδα το επόμενο διάστημα έχει μπροστά της μια σημαντική ευκαιρία να ενισχύσει ουσιαστικά το θεσμικό και επιχειρησιακό της πλαίσιο, και να αναβαθμίσει τη θέση της στον ευρωπαϊκό χάρτη της βιοϊατρικής έρευνας. Η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή της ευρωπαϊκής κλινικής έρευνας, με την καθολική εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 536/2014 και τη δεσμευτική χρήση του Clinical Trials Information System (CTIS) από τις αρχές του 2025, επιβάλλει σημαντικές εθνικές προσαρμογές. Σε αυτό το πλαίσιο, δύο αναμενόμενες παρεμβάσεις ξεχωρίζουν ως καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση ενός πιο αποτελεσματικού και διεθνώς ελκυστικού περιβάλλοντος: η νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) για τις κλινικές μελέτες και η ανάπτυξη του Εθνικού Μητρώου Βιοϊατρικής Έρευνας.
Η νέα ΚΥΑ: Ο εκσυγχρονισμός της διαδικασίας
Η επικείμενη ΚΥΑ επιδιώκει να αντιμετωπίσει παγιωμένα προβλήματα, όπως οι καθυστερήσεις, η απουσία ενιαίων διαδικασιών και η έλλειψη σαφούς κατανομής ρόλων. Περιλαμβάνει σειρά διαρθρωτικών αλλαγών με στόχο να κάνει την Ελλάδα πιο φιλική σε επενδύσεις, να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των μελετών και να ενισχύσει τη διαφάνεια και την αξιοπιστία του συστήματος. Οι κύριες παρεμβάσεις της νέας ΚΥΑ συνοπτικά περιλαμβάνουν:
• Ενιαίες διαδικασίες και πρότυπα έγγραφα
Για πρώτη φορά, καθιερώνονται ενιαία και υποχρεωτικά πρότυπα για τα δικαιολογητικά που απαιτούνται σε μια νέα μελέτη. Μέχρι σήμερα, κάθε νοσοκομείο μπορούσε να ζητά διαφορετικά ή πρόσθετα έγγραφα, προκαλώντας σημαντικές καθυστερήσεις. Η νέα τυποποίηση εξασφαλίζει οριζόντια εφαρμογή για όλους τους εμπλεκόμενους, διευκολύνοντας την προετοιμασία και την αξιολόγηση.
• Υποχρεωτικές πρότυπες συμβάσεις
Ένα από τα πιο κομβικά σημεία της νέας ρύθμισης είναι η υιοθέτηση πρότυπων συμβάσεων για τις κλινικές δοκιμές. Οι συμβάσεις αυτές, διαχωρισμένες ανάμεσα σε φαρμακευτικά και ιατροτεχνολογικά προϊόντα, θα χρησιμοποιούνται χωρίς δια–πραγματεύσεις ή παρεμβάσεις από κάθε νοσοκομείο, μειώνοντας τις νομικές επιβαρύνσεις και τον χρόνο ολοκλήρωσης.
• Παράλληλη υποβολή και ταχύτερες εγκρίσεις
Η νέα ΚΥΑ καταργεί τη χρονοβόρα διαδοχική υποβολή φακέλων (πρώτα στον ΕΟΦ, μετά στην Επιτροπή Δεοντολογίας και τέλος στο νοσοκομείο) και επιτρέπει την ταυτόχρονη υποβολή σε όλους τους εμπλεκόμενους. Αυτό σημαίνει σημαντική επιτάχυνση στην έναρξη των μελετών και στην πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες.
• Γραφεία Κλινικών Μελετών στο διάγραμμα ροής διαδικασιών των Νοσοκομείων
Μια σημαντική καινοτομία είναι η επίσημη ενσωμάτωση των Γραφείων Κλινικών Μελετών στα οργανωτικά διαγράμματα των νοσοκομείων. Οι μονάδες αυτές αποκτούν σαφή ρόλο στη διαχείριση των μελετών, από την υποβολή των φακέλων μέχρι την παρακολούθηση των πληρωμών, ενισχύοντας τη διαφάνεια και τη λειτουργικότητα.
• Ψηφιοποίηση και αποδοχή της ηλεκτρονικής υπογραφής
Η καθολική αποδοχή της ηλεκτρονικής υπογραφής αποτελεί ακόμη μια καθοριστική μεταρρύθμιση, διευκολύνοντας την καθημερινότητα των χορηγών και εξοικονομώντας χρόνο. Για πρώτη φορά, όλες οι εμπλεκόμενες αρχές και φορείς υποχρεώνονται να αναγνωρίσουν την ισχύ της ψηφιακής υπογραφής, εναρμονίζοντας τη διαδικασία με τα σύγχρονα πρότυπα διοίκη–σης.
• Αναθεώρηση του πλαισίου για τις μη παρεμβατικές και τις μελέτες με Ιατροτεχνολογικά προϊόντα
Η νέα ΚΥΑ δεν παραλείπει να επικαιροποιήσει και τις διαδικασίες που αφορούν τις μη παρεμβατικές μελέτες και τις μελέτες με ιατροτεχνολογικά προϊόντα, αναθεωρώντας απαιτήσεις που είχαν παραμείνει σε ισχύ από παλαιότερες νομοθεσίες πριν από το 2005, εναρμονίζοντας το εθνικό πλαίσιο με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές απαιτήσεις.
Το Εθνικό Μητρώο Βιοϊατρικής Έρευνας: Η νέα ψηφιακή υποδομή
Παράλληλα, το Εθνικό Μητρώο Βιοϊατρικής Έρευνας έρχεται να καλύψει ένα άλλο μεγάλο κενό: την απουσία ολοκληρωμένου ψηφιακού συστήματος εθνικής παρακολούθησης και διαλειτουργικότητας με το CTIS.Το έργο, το οποίο σχεδιάστηκε από την Ομάδα Εργασίας για την «Ανάπτυξη των Κλινικών Μελετών και της Βιοϊατρικής Έρευνας στη Χώρα» και χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, έχει ήδη δρομολογηθεί και αναμένεται να είναι πλήρως λειτουργικό έως τον Ιούνιο του 2026.
Τι θα προσφέρει το Μητρώο:
• Ψηφιακή υποβολή, έγκριση και τροποποίηση φακέλων. • Παρακολούθηση της εξέλιξης των μελετών και των οικονομικών ροών. • Διαλειτουργικότητα με ευρωπαϊκά μητρώα και πλατφόρμες.
• Υποσύστημα στατιστικής παρακολούθησης, αξιολόγησης και δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων.
• Πρόσβαση ανά επίπεδο (ερευνητές, φορείς, πολίτες) για έγκυρη ενημέρωση και διαφάνεια.
Το Εθνικό Μητρώο δεν θα είναι απλώς ένα εργαλείο τεκμηρίωσης. Θα αποτελέσει στρατηγική υποδομή για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης, της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας της ελληνικής ερευνητικής δραστηριότητας. Με τις μεταρρυθμίσεις αυτές, η Ελλάδα έχει μπροστά της μια μοναδική ευκαιρία να διαμορφώσει ένα πιο προβλέψιμο, λειτουργικό και ελκυ–στικό περιβάλλον για την κλινική έρευνα. Το ζητούμενο πλέον είναι η ταχεία και αποτελεσματική υλοποίηση και εφαρμογή τους, με τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων.
Η αξία των μη παρεμβατικών μελετών ως εργαλείο λήψης αποφάσεων για θεραπευτικές προσεγγίσεις και πολιτικές υγείας
Οι μη παρεμβατικές μελέτες αποτελούν έναν κρίσιμο πυλώνα της ιατρικής έρευνας, με σημαντική συμβολή στη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας στην Ελλάδα. Σε αντίθεση με τις παρεμβατικές μελέτες, αυτές δεν απαιτούν αλλαγές στη θεραπευτική αγωγή των ασθενών, αλλά βασίζονται στην παρατήρηση και καταγραφή δεδομένων από την καθημερινή κλινική πρακτική. Αυτό επιτρέπει τη συλλογή πολύτιμων πληροφοριών για την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των θεραπευτικών επιλογών σε πραγματικές συνθήκες, ενισχύοντας τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων από τους επαγγελματίες υγείας. Η αξία των μη παρεμβατικών μελετών για τους ασθενείς είναι πολυδιάστατη. Παρέχουν τη δυνατότητα για καλύτερη κατανόηση της πορείας της νόσου, της θεραπευτικής απόκρισης και των ανεπιθύμητων ενεργειών, χωρίς να επιβαρύνουν τους συμμετέχοντες με επιπλέον ιατρικές πράξεις. Επιπλέον, ενισχύουν τη φωνή των ασθενών, καθώς πολλές φορές περιλαμβάνουν αξιολόγηση της ποιότητας ζωής και της ικανοποίησης από τη θεραπεία, στοιχεία που είναι κρίσιμα για την παροχή ανθρωποκεντρικής φροντίδας. Σε επίπεδο συστήματος υγείας, οι μη παρεμβατικές μελέτες ενισχύουν την τεκμηρίωση των πολιτικών υγείας και την αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας (HTA), συμβάλλοντας στην ορθολογική κατανομή των πόρων. Η Ελλάδα, με το νέο θεσμικό πλαίσιο έχει θέσει τις βάσεις για την ασφαλή και δεοντολογική διεξαγωγή τέτοιων μελετών, ενισχύοντας τη διαφάνεια και την αξιοπιστία τους. Τέλος, η οικονομική διάσταση των μη παρεμβατικών μελετών δεν είναι αμελητέα. Η διεξαγωγή τους προσελκύει επενδύσεις, δημιουργεί θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και μειώνει το κόστος του συστήματος υγείας μέσω της βελτιστοποίησης των θεραπευτικών πρακτικών. Εφόσον αξιοποιηθούν κατάλληλα, μπορούν να καταστήσουν την Ελλάδα κέντρο αριστείας στην κλινική έρευνα, με πολλαπλά οφέλη για την κοινωνία και την οικονομία. Στον πυρήνα αυτής της ανάδειξης της αξίας των
μη παρεμβατικών μελετών και της συλλογής δεδομένων πραγματικού κόσμου (RWD), βρίσκονται οι υπηρεσίες της IQVIA για τη συλλογή και αξιοποίηση των πραγματικών δεδομένων που σχετίζονται με την υγεία, αναγνωρίζοντας τη σημασία της ανάλυσης και της ενσωμάτωσης των RWD στο οικοσύστημα της υγείας της χώρας για το μετασχηματισμό της παροχής υπηρεσιών υγείας, τον εξορθολογισμό των δαπανών και την προαγωγή της καινοτομίας.
Νέος Ευρωπαϊκός Κανονισμός
Από την 1η Φεβρουαρίου 2025 η Ευρώπη συντονίσθηκε στο νέο Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τις κλινικές μελέτες. Στόχος είναι να ανακτήσει η Ευρώπη τη χαμένη ανταγωνιστικότητά της στην προσέλκυση παγκόσμιων επενδύσεων Έρευνας και Ανάπτυξης. Γι’ αυτό θέσπισε το νέο Ευρωπαϊκό Κανονισμό 536/2014 (CTR) και ένα ενιαίο Πληροφοριακό Σύστημα Κλινικών Δοκιμών (CTIS). Η νέα αυτή εποχή βρίσκει την Ελλάδα με σχετικά καλά νούμερα αφού κατάφερε να διπλασιάσει σχεδόν τις κλινικές μελέτες μέσα στο 2024 συγκριτικά με το 2023. Ωστόσο, αυτά η χώρα μας απορροφά περίπου 120 εκατ. ευρώ από τις κλινικές μελέτες όταν θα μπορούσε να φτάσει τα 500 εκατ. ευρώ ετησίως αυξάνοντας με 1,1 δισ. ευρώ το ΑΕΠ και ανοίγοντας τουλάχιστον 23.000 νέες θέσεις εργασίας.
Η ανάπτυξη της Κλινικής Έρευνας στην Ελλάδα χρειάζεται βιώσιμο και λειτουργικό οικοσύστημα
«Η υλοποίηση μιας κλινικής μελέτης είναι μια πολύπλοκη διαδικασία και προϋποθέτει τη συμμετοχή πολλών μερών που το κάθε ένα από αυτά να έχει κατανοήσει τον ρόλο του σε στη διαδικασία και όλα μαζί να έχουν συμφωνήσει σε έναν κοινά αποδεκτό στόχο» μας εξηγεί ο Medical Director
ΦΑΡΜΑΣΕΡΒ-ΛΙΛΛΥ Γιάννης Χονδρέλης. Όπως λέει η ανάγκη ύπαρξης ενός οικοσυστήματος για την κλινική έρευνα, όπου τα μέρη που το απαρτίζουν έχουν διακριτούς ρόλους, συνεργάζονται αρμονικά μεταξύ τους και φροντίζουν για την ομαλή λειτουργία και βιωσιμότητα του συστήματος είναι παραπάνω από απαραίτητη. Ποια είναι όμως αυτά τα μέρη του οικοσυστήματος της κλινικής έρευνας, οι ρόλοι, οι ενέργειες που έχουν γίνει ή χρειάζεται να γίνουν;
Το οικοσύστημα της κλινικής έρευνας στη χώρα μας και τα στοιχεία που πρέπει να το χαρακτηρίζουν
Το βασικότερο σημείο ωστόσο είναι ο κομβικός ρόλος που καλείται να παίξει το υπουργείο Υγείας στη δημιουργία και διατήρηση του οικοσυστήματος της κλινικής έρευνας. Είναι αυτό που θα αναγνωρίσει τα μέρη του συστήματος και θα δια–σφαλίσει την μεταξύ τους επικοινωνία/συνεργασία με θεσμικό τρόπο. Η σύσταση της Ομάδας Εργασίας του Υπ. Υγείας για την Ανάπτυξη των Κλινικών Μελετών και της Βιοιατρικής Έρευνας στη Χώρα μας αποτελεί ουσιαστικά την «ιδρυτική πράξη» του οικοσυστήματος και το μέσο για την επικοινωνία των μερών που το απαρτίζουν. Χρειάζεται ωστόσο τακτικότερες συνεδριάσεις (ανά δίμηνο αντί εξάμηνο που ισχύει σήμερα), καθώς και μεγαλύτερη ταχύτητα στην υλοποίηση των αποφάσεων. Με τον τρόπο αυτό, θα αναγνωρίζονται πιο έγκαιρα τα θέματα/προβλήματα και θα επιλύονται άμεσα. Το Υπουργείο Υγείας οφείλει να παρακολουθεί και να ελέγχει την εύρυθμη λειτουργία των μερών του οικοσυστήματος και να παρεμβαίνει είτε διοικητικά είτε νομοθετικά, στις περιπτώσεις που αυτό απαιτείται. Η δημιουργία θέσης/ρόλου στο Υπουργείο Υγείας με αποκλειστική ευθύνη τη βιοιατρική έρευνα θα βοηθούσε σημαντικά στη συλλογή και επίλυση, αλλά και στην παρακολούθηση και τον έλεγχο των ποικίλων ζητημάτων που προκύπτουν καθημερινά. Η ανταγωνιστικότητα της χώρας μας στο πεδίο των κλινικών μελετών σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τον ενεργό ρόλο του Υπουργείου Υγείας, όπως περιγράφεται παραπάνω. Κλείνοντας ο κ. Χονδρέλης επισημαίνει ότι πρόσφατη έκθεση της IQVIA για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων και Συνδέσμων (EFPIA) και της Vaccines Europe, έδειξε ότι
το μερίδιο της Ευρώπης στις κλινικές μελέτες που χρηματοδοτούνται από φαρμακευτικές εταιρείες έχει υποχωρήσει από 22% το 2013 σε μόλις 12% το 2023. Αρκετοί είναι οι λόγοι για τη μείωση αυτή, με κυριότερο τις μικρές ταχύτητες στην έναρξη των κλινικών μελετών. Επειδή η Ευρώπη, ως γεωγραφική περιοχή, δεν μπορεί να λείπει, η επιτάχυνση στις διαδικασίες θα αποτελέσει το κρίσιμο κριτήριο για την επιλογή μιας ευρωπαϊκής χώρας. Αυτό καθιστά ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη για ένα λειτουργικό και βιώσιμο οικοσύστημα για την κλινική έρευνα στη χώρα μας. Η ευκαιρία υπάρχει όπως λέει και η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει δυναμικά τη συμμετοχή της στην κλινική έρευνα σε παγκόσμια κλίμακα.
Η Ελλάδα μπορεί να γίνει κόμβος καινοτομίας και ανάπτυξης στην κλινική έρευνα
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Κλινικών Μελετών, η Boehringer Ingelheim Ελλάς επαναβεβαιώνει τη δέσμευσή της στην προώθηση της καινοτομίας και της πρόσβασης των ασθενών σε νέες θεραπείες μέσω της κλινικής έρευνας. Το 2024, η Boehringer επένδυσε 6,2 δισ. ευρώ στην Έρευνα & Ανάπτυξη (23,2% των καθαρών πωλήσεων), με στόχο την κυκλοφορία 25 νέων θεραπειών έως το 2030 και την έναρξη 10 νέων μελετών Φάσης II/III μέσα στους επόμενους 12-18 μήνες. Η Boehringer Ingelheim έχει εισαγάγει σε διεθνές επίπεδο αρκετές καινοτόμες προσεγγίσεις στη διεξαγωγή κλινικών δοκιμών όπως (Ψηφιακές και απομακρυσμένες δοκιμές – Σχεδιασμό με επίκεντρο τον ασθενή – Ποικιλόμορφοι & αντιπροσωπευτικοί πληθυσμοί ασθενών – Προσαρμοστικά σχέδια δοκιμών – Συνεργατικά δίκτυα έρευνας). Αυτές οι καινοτομίες βοηθούν την Boehringer Ingelheim να διεξάγει πιο αποτελεσματικές, φιλικές προς τον ασθενή και συμπεριληπτικές κλινικές δοκιμές. «Οι κλινικές μελέτες δεν είναι απλώς ένα επιστημονικό εργαλείο. Είναι η γέφυρα που ενώνει την καινοτομία με τον ασθενή. Στην Boehringer Ingelheim, επενδύουμε σταθερά στην Ελλάδα, γιατί πιστεύουμε στο επιστημονικό της δυναμικό και στη δυνατότητα της χώρας να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο κλινικής έρευνας», επισημαίνει ο Δημήτρης Αναγνωστάκης, γενικός διευθυντής της Boehringer Ingelheim Ελλάς και αντιπρόεδρος του ΣΦΕΕ υπεύθυνος για τις κλινικές μελέτες. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της IQVIA για λογαριασμό της Efpia, παρά την αυξημένη δραστηριότητα σε επίπεδο Ευρώπης, 60.000 λιγότεροι ασθενείς συμμετείχαν σε κλινικές μελέτες το 2023, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για ενίσχυση της πρόσβασης και της ενημέρωσης των πολιτών. Η μελέτη της PwC με χορηγό το ΣΦΕΕ αναδεικνύει ότι η Ελλάδα, παρά τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα (ιατρικό προσωπικό, νοσοκομειακή υποδομή, φορο–λογικό καθεστώς), υστερεί σημαντικά σε επενδύσεις και αριθμό μελετών σε σχέση με χώρες όπως το Βέλγιο και η Δανία. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη ανακοίνωση του Υπουργού Υγείας για τη δημιουργία ψηφιακού μητρώου κλινικών μελετών και την ενίσχυση της διαφάνειας και της πρόσβασης των ασθενών αποτελεί ένα θετικό και αναγκαίο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. «Η Ελλάδα έχει όλα τα εχέγγυα για να προσελκύσει επενδύσεις στην κλινική έρευνα. Με τις κατάλληλες θεσμικές παρεμβάσεις και συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, μπορούμε να προσφέρουμε στους Έλληνες ασθενείς πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες και να ενισχύσουμε την
εθνική οικονομία», πρόσθεσε ο κος Αναγνωστάκης.
ΑΥΞΗΣΗ ΚΛΙΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΓΙΑ ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ
Το 2024, είδαμε την έγκριση ογκολογικών φαρμάκων για περισσότερες από 50 ενδείξεις, συμπεριλαμβανομένων 11 θεραπειών πρώτης κατηγορίας. Ένα από αυτά – η πρώτη κυτταρική θεραπεία με διήθηση όγκου λεμφοκυττάρων (TIL) – περιελάμβανε έρευνα που χρονολογείται πριν από 30 χρόνια. Αυτό δείχνει μόνο τον χρόνο και την αφοσίωση που απαιτούνται μερικές φορές για να γίνουν ανακαλύψεις, κάνοντας τις προβλέψεις δύσκολες. Ο αριθμός των κλινικών δοκιμών για τον καρκίνο αυξάνεται και οι ειδικοί προχωρούν με καινοτόμους σχεδιασμούς και προσεγγίσεις, και πάντα με επίκεντρο τον ασθενή. Όπως αναφέρει το labiotech.eu, ο τομέας των κλινικών μελετών στην ογκολογία επενδύει σε πλατφόρμες καινοτομίας. Σύμφωνα με τους ειδικούς το 2025 θα είναι ένα ουσιαστικής καινοτομίας, έξυπνης ανάπτυξης και σημαντικού αντίκτυπου στους ασθενείς. Ο Siu, διευθυντής του Phase I Clinical Trials Program, BMO Chair in Precision Cancer Genomics και συνδιευθυντής του Bras and Family Drug Development Program στο Princess Margaret Cancer Centre, University Health Network, πιστεύει ότι πρόκειται να εισέλθουμε σε μια νέα εποχή στην ανακάλυψη μορίων ειδικά για μεταλλάξεις. Βλέπει επίσης προόδους σε τεχνολογίες όπως η χωρική μεταγραφική, η αλληλουχία ενός κυττάρου και η τεχνητή νοημοσύνη (AI) και η μηχανική μάθηση (ML) που βοηθούν στην περαιτέρω κατανόηση του μικροπεριβάλλοντος του όγκου, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο αποτελεσματικές στοχευμένες θεραπείες και ανοσοθεραπείες. Για παράδειγμα, πρότεινε ότι η χρήση AI/ML για την ανάλυση διαφανειών αιματοξυλίνης και ηωσίνης (H&E) και την απόδοση μεταγραφικών προφίλ του δείγματος όγκου ενός ασθενούς μπορεί να εντοπίσει ενδείξεις ανταπόκρισης ή αντίστασης στη θεραπεία νωρίτερα από τις τρέχουσες διαθέσιμες μεθόδους. Αυτό θα μπορούσε, όπως λέει, να είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο για ανοσοθεραπείες όπου η αναγνώριση προγνωστικών βιοδεικτών ήταν δύσκολη.
Μια άλλη μέθοδος παρακολούθησης της ανταπόκρισης στη θεραπεία που έχουν εξετάσει οι ερευνητές είναι η ανίχνευση του κυκλοφορούντος DNA όγκου (ctDNA). Το 2025 θα δούμε περισσότερες κλινικές δοκιμές πρώιμης φάσης που θα ενσωματώνουν δοκιμές ctDNA για να καθοδηγήσουν την κλιμάκωση και τη βελτιστοποίηση της δόσης και ίσως ακόμη και να βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων σχετικά με το εάν μια δοκιμή πρέπει να προχωρήσει σε μεταγενέστερη φάση. Ωστόσο, τόνισε ότι ενώ το ctDNA μπορεί να είναι χρήσιμο ως βραχυπρόθεσμος βιοδείκτης σε κλινικές δοκιμές, δεν αρκεί να χρησιμοποιηθεί ως το μόνο καταληκτικό σημείο επί του παρόντος. Μια άλλη τάση που πιστεύει ότι θα συνεχιστεί το 2025 είναι η αυξημένη εστίαση σε κλινικές δοκιμές για νεοεπικουρικές θεραπείες, ειδικά αυτές που βασίζονται σε ανοσοθεραπείες ή στοχευμένες θεραπείες που έχουν ήδη δείξει θετικά αποτελέσματα σε άλλους τύπους καρκίνου. Τέλος, η τεχνητή νοημοσύνη (AI) είναι βέβαιο ότι παίζει ρόλο στη διάγνωση του καρκίνου και στην ανακάλυψη φαρμάκων. Το 2025, η υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης σε διάφορους τομείς της υγειονομικής περίθαλψης και των βιοεπιστημών αναμένεται να επιταχυνθεί σημαντικά, σύμφωνα με τον Ofer Sharon, διευθύνων σύμβουλο της OncoHost.
Πηγές:
https://www.labiotech.eu/in-depth/oncology-trends-2025/ https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC3792197/#:~:text=Cyclic%20peptides%20are%20polypeptide%20chains,%2C%20disulfide%2C%20and%20so%20onhttps://www.cancer.gov/about-cancer/treatment/research/car-t-cellshttps://www.fda.gov/drugs/spotlight-cder-science/bispecific-antibodies-area-research-and-clinical-applications
Hub Κλινικών Δοκιμών από τη Johnson & Johnson
Μετά τη Pfizer τη σκυτάλη για τη δημιουργία ενός Hub παίρνει η Johnson & Johnson η οποία ανακοίνωσε στον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη την έναρξη λειτουργίας του Hub Κλινικών Δοκιμών στην Ελλάδα. Στόχος, σύμφωνα με τον Vice President της Johnson & Johnson Global Clinical Operations, Nick Hodges είναι η αναβάθμιση της υγειονομικής περίθαλψης στην Ελλάδα και η πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες. Ο κ. Hodges, εξήγησε ότι η Johnson & Johnson με την έναρξη λειτουργίας του νέου Hub Κλινικών Δοκιμών στην Ελλάδα, επιβεβαιώνει τη δέσμευσή της ως προς τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών ενώ, η Director Governmental and Strategic Affairs & Patient Engagement & Advocacy Greece της J&J, Βίκυ Οικονόμου ανέφερε ότι η επίσκεψη αυτή έγινε με σκοπό την πληρέστερη ενημέρωση για το νεοσύστατο Τμήμα Κλινικών Δοκιμών της J&J Innovative Medicine στην Ελλάδα. «Δεσμευόμαστε να συνεχίσουμε να συνεργαζόμαστε με το Υπουργείο Υγείας και όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, ώστε να προάγουμε την καινοτομία και να ενισχύσουμε την ερευνητική ικανότητα της χώρας μας. Στην κατεύθυνση αυτή πιστεύουμε ότι το πλαίσιο συνεργασίας που συζητείται μεταξύ Υπουργείου Υγείας και φαρμακοβιομηχανίας θα λειτουργήσει καταλυτικά στη δημιουργία ενός ευνοϊκού οικοσυστήματος υγείας που θα προσελκύσει περισσότερες επενδύσεις και θα βελτιώσει την υγειονομική περίθαλψη για όλους τους πολίτες της Ελλάδας» τόνισε η κα Οικονόμου. Για τον υπουργό Υγείας η απόφαση αυτή της Johnson & Johnson Innovative Medicine αποτελεί σημαντική κίνηση και όπως είπε ο ίδιος «Οι κλινικές μελέτες σε καινοτόμα φάρμακα και θερα–πείες παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ιατρική έρευνα, επιτρέ–ποντας την ανάπτυξη νέων, αποτελεσματικών και ασφαλών λύσεων για διάφορες ασθένειες. Και κάθε φαρμακοβιομηχανία που επενδύει στην Ελλάδα είναι μία νίκη που μεταφράζεται σε νέα φάρμακα, νέες θεραπείες και νέες θέσεις εργασίας».
Sanofi Ελλάδας: Επένδυση στις Κλινικές Μελέτες
Σε μια σημαντική εκδήλωση, η Sanofi Ελλάδας παρουσία του υπουργού Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, και την Πρέσβειρας της Γαλλίας στην Ελλάδα, Laurence Auer, παρουσιάστηκε η μακροχρόνια δέσμευση και επένδυση της εταιρείας στην Έρευνα και Ανάπτυξη μέσω των Κλινικών Μελετών, το όραμά της για το μέλλον της καινοτομίας και ο νέος διευρυμένος ρόλος του τοπικού τμήματος Κλινικών Μελετών, με έδρα την Αθήνα, το οποίο εξελίσσεται σε περιφερειακό κέντρο συντονισμού των Κλινικών Μελετών για όλες τις χώρες των Βαλκανίων. Ο Anthony Aouad, γενικός διευθυντής της Sanofi Ελλάδας, Ουγγαρίας και Ουκρανίας, και η Αγγελίνα Μαυράκη, Clinical Studies’ Unit HGU Cluster Head, τόνισαν τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει η τοπική επένδυση της Sanofi Ελλάδας στις κλινικές μελέτες ως προς την ενίσχυση του οικοσυστήματος καινοτομίας της χώρας, τα οφέλη για τους ασθενείς που συμμετέχουν στις μελέτες καθώς αποκτούν πρώιμη πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες, αλλά και τη σημασία της εξασφάλισης καθολικής και ισότιμης πρόσβασης στην φαρμακευτική καινοτομία για όλους τους ασθενείς στην Ελλάδα. Επιπλέον, υπογράμμισαν τις μακρόχρονες και επιτυχημένες συνεργασίες της εταιρείας με τοπικά Ερευνητικά Κέντρα, Πανεπιστημιακά Ιδρύματα και Νοσοκομεία για τη διενέργεια των κλινικών μελετών, μέσω των οποίων ενισχύεται η τεχνογνωσία τους, και τη συμβολή της εταιρείας στην αναστροφή της «διαρροής» του ελληνικού επιστημονικού δυναμικού στο εξωτερικό, καθώς παρέχει τη δυνατότητα στους υψηλού επιπέδου Έλληνες επιστήμονες να εργαστούν στη χώρα μας. Ενώ η Πρέσβειρα κα Laurence Auer τόνισε «Η επένδυση αυτή αποτελεί παράδειγμα εξαιρετικής συνεργασίας της Γαλλίας και της Ελλάδας στον τομέα των κλινικών μελετών και είμαστε υπερήφανοι που αυτή η συνεργασία ενισχύεται, διότι οι κλινικές μελέτες, ειδικά στον τομέα της Ανοσολογίας, είναι το μέλλον της Ιατρικής».
Κλινικές δοκιμές από τη Novartis στην Ελλάδα
Οι νέες κλινικές δοκιμές κι αυτές που βρίσκονται σε εξέλιξη προσφέρουν σημαντικά οφέλη που προσθέτουν αξία προς τους ασθενείς, στην ερευνητική κοινότητα και στην ευρύτερη οικονομία. Οι επενδύσεις της βιομηχανίας στις κλινικές δοκιμές έχουν θετική επίδραση στην οικονομία της χώρας και αποτελούν σημαντική πηγή νέων θέσεων εργασίας, αύξησης της απασχόλησης στο εθνικό σύστημα υγείας με ταυτόχρονη βελτίωση της οργάνωσης και του εξοπλισμού. Τοπικά, το 2023, διεξήχθησαν από τη Novartis 72 παρεμβατικές και μη παρεμβατικές κλινικές δοκιμές δίνοντας πρόσβαση σε πάνω από 500 ασθενείς σε καινοτόμα φάρμακα. Οι δοκιμές αφορούσαν τις εξής θεραπευτικές περιοχές όπως (Καρδιολογία – Δερματολογία και Ρευματολογία – Νεφρολογία- Πνευμονολογία – Οφθαλμολογία-Νευρολογία – Ογκολογία- Αιματολογία). Η φαρμακευτική έρευνα και ανάπτυξη στην Novartis πραγματοποιείται από προγράμματα του Biomedical Research, επικεντρωμένη στην ανακάλυψη νέων φαρμακευτικών προϊόντων και «proof of concept» δοκιμών φάσης ΙΙ καθώς και του Global Drug Development (GDD) που έχει στόχο την κλινική ανάπτυξη φαρμακευτικών μορίων στα στάδια προ-κλινικής και κλινικής έρευνας. Στην Ελλάδα πραγματοποιούνται κλινικές μελέτες από το BR/GDD σε όλες τις θεραπευτικές κατηγορίες δραστηριοποίησης της Novartis.
Πηγη:HealthDaily