Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό New
England Journal of Medicine, οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 αναδεικνύονται
σε μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών για την αντιμετώπιση
της παχυσαρκίας και του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Ο λόγος είναι ότι δεν
υπόσχονται μόνο καλύτερο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα, αλλά και ουσιαστική
απώλεια βάρους, ενώ παράλληλα φαίνεται ότι μπορούν να προσφέρουν
προστασία στην καρδιά και στα νεφρά. Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής –
Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η
Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) παραθέτουν τα σημαντικότερα δεδομένα.
Τεκμηριωμένη η κλινική τους επίδραση
Η κλινική τους επίδραση στον διαβήτη είναι ήδη καλά τεκμηριωμένη. Οι πρώτες
μελέτες έδειξαν ότι τα παλαιότερα σκευάσματα μπορούσαν να μειώσουν αισθητά
τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, δηλαδή τον βασικό δείκτη μακροχρόνιου
ελέγχου του σακχάρου. Στη συνέχεια, νεότερα και πιο μακράς δράσης φάρμακα,
όπως η σεμαγλουτίδη, έδειξαν ακόμη καλύτερα αποτελέσματα. Αργότερα
ήρθαν συνδυαστικά σκευάσματα, όπως η τιρζεπατίδη, που συνδυάζει δράση
σε GLP-1 και GIP, επιτυγχάνοντας ακόμη μεγαλύτερη μείωση του σακχάρου
και παράλληλα σημαντική απώλεια βάρους. Η λιραγλουτίδη συνδέθηκε
στις μελέτες SCALE με μέση απώλεια περίπου 5% του σωματικού βάρους.
Η σεμαγλουτίδη, στις μελέτες STEP, έφτασε σε μέση μείωση 14,9%, έναντι
μόλις 2,4% με placebo. Η τιρζεπατίδη, στη μελέτη SURMOUNT-1, οδήγησε σε
απώλεια βάρους 15% έως 21%, ενώ ακόμη νεότεροι τριπλοί αγωνιστές όπως
η ρετατρουτίδη έδειξαν απώλεια που πλησιάζει το 25%. Επιπλέον, οι μεγάλες
τυχαιοποιημένες μελέτες δείχνουν ότι ορισμένοι αγωνιστές GLP-1 μειώνουν και τον
καρδιαγγειακό κίνδυνο. Η ενέσιμη σεμαγλουτίδη έχει συσχετιστεί με μείωση κατά
26% του κινδύνου για σοβαρά καρδιαγγειακά περιστατικά σε ασθενείς υψηλού
κινδύνου, ενώ η από του στόματος σεμαγλουτίδη σε μεταγενέστερη μελέτη
μείωσε τον καρδιαγγειακό κίνδυνο κατά 14%. Οι συχνότερες παρενέργειες των
αγωνιστών GLP-1 είναι γαστρεντερικές: ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα,
φούσκωμα. Συνήθως εμφανίζονται κυρίως στην αρχή ή όταν αυξάνεται η δόση.
Σπανιότερα, έχουν αναφερθεί σοβαρότερες παρενέργειες, όπως παγκρεατίτιδα,
νόσος της χοληδόχου κύστης, οξεία νεφρική βλάβη ή επιδείνωση της διαβητικής
αμφιβληστροειδοπάθειας. Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η απώλεια βάρους
δεν αφορά μόνο λίπος: μπορεί να συνοδεύεται και από απώλεια μυών, αλλά και
από μείωση της οστικής πυκνότητας. Σε μία μελέτη με λιραγλουτίδη καταγράφηκε
περίπου 1% απώλεια οστικής πυκνότητας σε σπονδυλική στήλη και μηριαίο οστό.
Τι γίνεται όταν το φάρμακο διακοπεί
Υπάρχει και ένα ακόμη πρακτικό ερώτημα: τι γίνεται όταν το φάρμακο διακοπεί;
Οι μέχρι τώρα μελέτες δείχνουν ότι σημαντικό μέρος του βάρους μπορεί
να επανέλθει. Αυτό σημαίνει ότι οι θεραπείες αυτές πιθανόν να χρειάζονται
μακροχρόνια ή ακόμη και συνεχόμενη χρήση, κάτι που φέρνει στο προσκήνιο
ζητήματα κόστους, πρόσβασης και συμμόρφωσης. Δεν γνωρίζουμε ακόμη με
βεβαιότητα ποιοι ασθενείς θα ωφεληθούν περισσότερο, για πόσο καιρό πρέπει να
λαμβάνουν αυτά τα φάρμακα και ποιο είναι το βέλτιστο μακροχρόνιο σχήμα.
Πηγη:HeaLTHdAILY
