Ανθεκτικά βακτήρια: Νέες οδηγίες για θεραπεία με βακτηριοφάγους όταν τα αντιβιοτικά αποτυγχάνουν

Πάνω από 60 συστάσεις δημοσιεύθηκαν στο Nature Medicine για τη χρήση των βακτηριοφάγων, των ιών που μπορούν να εντοπίζουν και να καταστρέφουν συγκεκριμένα βακτήρια – Για ποιους ασθενείς μπορεί να εξετάζεται η θεραπεία

Μια θεραπευτική προσέγγιση με ιστορία άνω του ενός αιώνα επιστρέφει στο προσκήνιο, καθώς η αυξανόμενη αντοχή των βακτηρίων στα αντιβιοτικά περιορίζει τις επιλογές για ορισμένους ασθενείς με δύσκολες λοιμώξεις.

Πρόκειται για τη χρήση βακτηριοφάγων, δηλαδή ιών που προσβάλλουν επιλεκτικά βακτήρια και μπορούν να τα καταστρέψουν, χωρίς να μολύνουν τα ανθρώπινα κύτταρα. Η μεγάλη εξειδίκευσή τους είναι και το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισης. Ένας βακτηριοφάγος ή απλά φάγος, μπορεί να είναι αποτελεσματικός απέναντι σε συγκεκριμένο είδος ή ακόμη και συγκεκριμένο στέλεχος βακτηρίου, αλλά όχι απέναντι σε άλλα.

Αυτό σημαίνει ότι πριν από τη χορήγησή τους πρέπει να έχει εντοπιστεί το βακτήριο που προκαλεί τη λοίμωξη και να επιλεγεί ο κατάλληλος φάγος για το συγκεκριμένο περιστατικό. Η αντιμετώπιση είναι επομένως εξατομικευμένη και δεν βασίζεται σε μία ενιαία θεραπεία για όλους τους ασθενείς.

Σε αυτό το πλαίσιο, νέες αναλυτικές συστάσεις δημοσιεύθηκαν στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 στο Nature Medicine, με στόχο να καθοριστούν κοινοί κανόνες για την επιλογή, την παρασκευή, τον ποιοτικό έλεγχο και τη χορήγηση των βακτηριοφάγων στην κλινική πράξη.

Πάνω από 60 συστάσεις – Από το εργαστήριο έως τον ασθενή

Οι νέες οδηγίες αναπτύχθηκαν υπό την ηγεσία της Γερμανικής Εταιρείας Λοιμωδών Νοσημάτων, με τη συμμετοχή εκπροσώπων από 20 επιστημονικές εταιρείες, οργανώσεις ασθενών και ρυθμιστικές αρχές, καθώς και 18 διεθνών ειδικών. Περιλαμβάνουν δε περισσότερες από 60 συστάσεις και θέσεις.

Το πλαίσιο καλύπτει όλη τη διαδρομή που απαιτείται πριν ένας βακτηριοφάγος φτάσει στον ασθενή:

  • την ακριβή ταυτοποίηση του βακτηρίου που προκαλεί τη λοίμωξη,
  • την επιλογή του κατάλληλου φάγου που μπορεί να το προσβάλει,
  • τον έλεγχο ποιότητας και την ασφαλή παρασκευή του,
  • τον τρόπο χορήγησης και την παρακολούθηση του ασθενούς,
  • αλλά και την καταγραφή των περιστατικών και των αποτελεσμάτων σε ειδικά μητρώα.

Οι συστάσεις όμως δεν σταματούν στην επιλογή του κατάλληλου φάγου. Περιγράφουν και τις προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν για να εφαρμοστεί η θεραπεία με ασφάλεια.

Οι ειδικοί προτείνουν η απόφαση να λαμβάνεται με τη συμμετοχή διεπιστημονικής ομάδας, στην οποία μπορεί να συμμετέχουν θεράποντες γιατροί, λοιμωξιολόγοι, μικροβιολόγοι, φαρμακοποιοί και ειδικοί στους βακτηριοφάγους. Οι δομές που χορηγούν τη θεραπεία πρέπει επίσης να διαθέτουν κατάλληλες συνθήκες φύλαξης, εξειδικευμένο προσωπικό και δυνατότητα παρακολούθησης της ασφάλειας του ασθενούς.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην ποιότητα των σκευασμάτων. Οι φάγοι που προορίζονται για θεραπευτική χρήση πρέπει να είναι καλά χαρακτηρισμένοι και να ελέγχονται, μεταξύ άλλων, ως προς την ταυτότητα, τη δραστικότητα, τη στειρότητα και την καθαρότητά τους.

Παράλληλα, οι οδηγίες θεωρούν σημαντική την καταγραφή των θεραπειών σε εθνικά ή διεθνή μητρώα, ώστε να συγκεντρώνονται στοιχεία για τα θεραπευτικά σχήματα, την έκβαση και τυχόν απρόβλεπτα συμβάντα.

Οι ειδικοί τονίζουν ότι η θεραπεία με φάγους θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση, κυρίως όταν οι καθιερωμένες θεραπείες έχουν αποτύχει ή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν.

Αυτό μπορεί να αφορά, για παράδειγμα, δύσκολες λοιμώξεις από βακτήρια ανθεκτικά στα αντιβιοτικά ή λοιμώξεις στις οποίες σχηματίζεται βιοφίλμ. Δηλαδή ένα προστατευτικό στρώμα μέσα στο οποίο τα βακτήρια μπορούν να επιβιώνουν και να γίνονται δυσκολότερα προσβάσιμα από τη θεραπεία.

Πώς επιλέγεται ο κατάλληλος φάγος

Η εξατομίκευση είναι ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας. Αρχικά πρέπει να απομονωθεί και να αναγνωριστεί το βακτήριο που προκαλεί τη λοίμωξη. Στη συνέχεια, στο εργαστήριο αναζητείται ένας βακτηριοφάγος – ή συνδυασμός βακτηριοφάγων – που είναι δραστικός απέναντι στο συγκεκριμένο βακτήριο.

Οι οδηγίες επισημαίνουν ότι η ευαισθησία του βακτηρίου στους φάγους πρέπει να ελέγχεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην έναρξη της θεραπείας, επειδή μπορεί να μεταβάλλεται με τον χρόνο.

Σε λοιμώξεις στις οποίες συμμετέχουν περισσότερα από ένα βακτήρια, πρέπει να εξετάζονται όλα τα βακτηριακά είδη που θεωρούνται υπεύθυνα για τη λοίμωξη. Διαφορετικά, η εξουδετέρωση ενός μόνο βακτηρίου μπορεί να μην είναι αρκετή για να υποχωρήσει η λοίμωξη.

Η θεραπεία με φάγους μπορεί επίσης, ανάλογα με το περιστατικό, να χρησιμοποιείται συμπληρωματικά με αντιβιοτικά. Δεν πρόκειται επομένως απαραίτητα για επιλογή «φάγοι αντί αντιβιοτικών», αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις για μια επιπλέον θεραπευτική στρατηγική.

Ανθεκτικά βακτήρια – Το μεγάλο πρόβλημα

Το ενδιαφέρον για τους βακτηριοφάγους έχει αυξηθεί ιδιαίτερα εξαιτίας της μικροβιακής αντοχής.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια η μικροβιακή αντοχή ευθύνεται άμεσα για περίπου 133.000 θανάτους τον χρόνο και συνδέεται έμμεσα με περίπου 541.000 θανάτους. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, το οικονομικό κόστος εκτιμάται σε περίπου 11,7 δισ. ευρώ ετησίως, εξαιτίας των δαπανών Υγείας και των απωλειών παραγωγικότητας.

Ο ΠΟΥ θεωρεί ότι οι βακτηριοφάγοι μπορούν να αποτελέσουν μια πολλά υποσχόμενη θεραπευτική επιλογή απέναντι στις δύσκολες βακτηριακές λοιμώξεις, Τονίζει, ωστόσο, την ανάγκη για περισσότερα κλινικά δεδομένα. Σήμερα, στις περισσότερες χώρες η εξατομικευμένη θεραπεία με φάγους χρησιμοποιείται κυρίως σε ειδικές περιπτώσεις, συχνά όταν οι συμβατικές θεραπευτικές επιλογές έχουν αποτύχει.

Το ίδιο επισημαίνουν και οι συντάκτες των νέων οδηγιών. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι, όταν τηρούνται οι απαιτούμενες προδιαγραφές ποιότητας, η θεραπεία με φάγους φαίνεται γενικά ασφαλής. Ωστόσο, τα ελεγχόμενα κλινικά δεδομένα παραμένουν περιορισμένα και η αποτελεσματικότητά της δεν έχει ακόμη αποδειχθεί με συνέπεια στις κλινικές δοκιμές.

Χρειάζονται επομένως καλύτερα σχεδιασμένες προοπτικές μελέτες, ώστε να διευκρινιστεί σε ποιες λοιμώξεις, με ποιους φάγους και με ποια θεραπευτικά σχήματα μπορεί να προσφέρει το μεγαλύτερο όφελος.

Οι νέες συστάσεις επιχειρούν να καλύψουν ένα άλλο σημαντικό κενό. Το να υπάρχουν κοινοί κανόνες και συγκεκριμένες προδιαγραφές ώστε, όταν η θεραπεία χρησιμοποιείται, η επιλογή των φάγων, η παρασκευή, η ποιότητα, η χορήγηση και η παρακολούθηση του ασθενούς να γίνονται με έναν ασφαλή και τυποποιημένο τρόπο.

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *