Κώστας Αθανασάκης : Το μοντέλο του clawback είναι στα όριά του-Κίνδυνος για την πρόσβαση στα φάρμακα

Η φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση. Η συνολική δαπάνη αυξάνεται, το clawback και το rebate έχουν φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, ενώ η αγορά προειδοποιεί ότι για ορισμένα φάρμακα οι υποχρεωτικές επιστροφές καθιστούν πλέον μη βιώσιμη την παραμονή τους στη χώρα.Την ίδια στιγμή, οι αποσύρσεις σημαντικών θεραπειών, ακόμη και για σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή παθήσεις, εντείνουν την ανησυχία για το κατά πόσο το σημερινό οικονομικό περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει την πρόσβαση των ασθενών στη φαρμακευτική καινοτομία. Διότι πίσω από κάθε θεραπεία βρίσκεται ένας ασθενής και μια οικογένεια που χρειάζονται ασφάλεια, συνέχεια στη θεραπεία και ισότιμη πρόσβαση στις καλύτερες διαθέσιμες επιλογές.Παράλληλα, η Πολιτεία σχεδιάζει σημαντικές αλλαγές: ένα νέο σύστημα αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας, με αναφορά στο γαλλικό μοντέλο, τη δημιουργία οργανισμού HTA, αλλά και το Ταμείο Καινοτομίας. Μπορούν, όμως, αυτές οι παρεμβάσεις να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις της αγοράς και να αποτρέψουν τον κίνδυνο καθυστέρησης ή μη διάθεσης νέων θεραπειών στην Ελλάδα;

Για όλα αυτά μιλά στην εκπομπή Opinion Health του Healthweb.gr και στη Νικολέτα Ντάμπου ο Κώστας Αθανασάκης, Επίκουρος Καθηγητής Οικονομικών της Υγείας και Οικονομικής Αξιολόγησης των Τεχνολογιών Υγείας στο Τμήμα Πολιτικών Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.  Αναλύει τι έχει πάει λάθος, γιατί η απλή αύξηση του προϋπολογισμού δεν αρκεί, πώς το clawback επηρεάζει τη βιωσιμότητα της αγοράς και ποιες αλλαγές μπορούν πραγματικά να διασφαλίσουν την πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες.

Στην εκπομπή Opinion Health του Healthweb.gr και στη Νικολέτα Ντάμπου μιλά ο Καθηγητής Οικονομικών της Υγείας, Κώστας Αθανασάκης.

Νικολέτα Ντάμπου: Κύριε Αθανασάκη, ποιο είναι σήμερα το βασικό πρόβλημα της φαρμακευτικής πολιτικής; Έχουμε ανεπαρκή δημόσια χρηματοδότηση ή ένα σύστημα που δεν καταφέρνει να ελέγξει αποτελεσματικά τη δαπάνη; Εάν αυξήσουμε απλώς τον προϋπολογισμό, χωρίς θεραπευτικά πρωτόκολλα, μητρώα ασθενών, έλεγχο της συνταγογράφησης και ουσιαστική αξιοποίηση των δεδομένων, μήπως πολύ γρήγορα βρεθούμε ξανά στο ίδιο σημείο;

Κώστας Αθανασάκης: Είναι ένα πολύ εύλογο ερώτημα. Αν δει κανείς τη γενική εικόνα, θα διαπιστώσει ότι τα βασικά μέτρα φαρμακευτικής πολιτικής που χρησιμοποιούμε σήμερα δημιουργήθηκαν κυρίως κατά την περίοδο των Μνημονίων. Πρόκειται, δηλαδή, για πολιτικές οι οποίες σχεδιάστηκαν με βασικό στόχο τον περιορισμό της δαπάνης.

Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά έχει αλλάξει πάρα πολύ. Τίποτα δεν είναι σήμερα ίδιο σε σχέση με το 2012 και το 2013. Ο κόσμος του φαρμάκου έχει μεταβληθεί σημαντικά και, κατά συνέπεια, χρειαζόμαστε μια νέα προσέγγιση στη φαρμακευτική πολιτική.

Η δημόσια χρηματοδότηση τα τελευταία χρόνια αυξάνεται και, πιθανότατα, με ρυθμό μεγαλύτερο από εκείνον της οικονομίας. Ωστόσο, η συνολική δαπάνη της αγοράς αυξάνεται με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα, ορισμένες φορές διπλάσια ή και τριπλάσια. Συνεπώς, πρέπει να εξετάσουμε τις αιτίες που παράγουν αυτή την αύξηση.

Ακόμη και εάν είχαμε ένα «μαγικό ραβδί» και προσθέταμε 300, 400 ή 500 εκατομμύρια ευρώ στον προϋπολογισμό, τα χρήματα αυτά πιθανότατα θα επαρκούσαν μόνο για ένα ή δύο χρόνια. Στη συνέχεια θα επιστρέφαμε στην προηγούμενη κατάσταση. Χρειάζεται, επομένως, συνολική αναθεώρηση και ένα νέο μείγμα πολιτικής.

Νικολέτα Ντάμπου: Αυξάνονται, όμως, και οι ανάγκες του πληθυσμού, όπως και η κατανάλωση φαρμάκων.

Κώστας Αθανασάκης: Βεβαίως. Πρόσφατη μελέτη που ολοκληρώσαμε δείχνει ότι η κατανάλωση φαρμάκων αυξάνεται. Ωστόσο, η συνολική κατανάλωση δεν αποτελεί το μείζον πρόβλημα της ελληνικής αγοράς, καθώς βρισκόμαστε περίπου κοντά στον διεθνή μέσο όρο, αν και το τελευταίο διάστημα κινούμαστε λίγο υψηλότερα.

Η κατανάλωση αυξάνεται επειδή αλλάζουμε ως πληθυσμός: αυξάνεται η ηλικία μας, μεταβάλλονται οι ανάγκες που δημιουργούνται από τη νοσηρότητα και αλλάζουν οι προτιμήσεις μας ως προς τις θεραπείες που επιθυμούμε να έχουμε στη διάθεσή μας.

Στην Ελλάδα το πρόβλημα φαίνεται να αφορά περισσότερο το μείγμα της αγοράς: πόσα πρωτότυπα, πόσα εκτός πατέντας και πόσα γενόσημα φάρμακα χρησιμοποιούμε. Με βάση τα διεθνή δεδομένα, πρόκειται περισσότερο για πρόβλημα του μείγματος και λιγότερο για πρόβλημα του συνολικού όγκου κατανάλωσης.

Νικολέτα Ντάμπου: Ο ΣΦΕΕ και η PIF έχουν αναδείξει ότι το clawback στα νοσοκομειακά φάρμακα άνω των 30 ευρώ φτάνει στο 80,7%. Τι σημαίνει οικονομικά ένα τέτοιο ποσοστό;

Κώστας Αθανασάκης: Πρόκειται για ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο επιστροφών, το οποίο για ορισμένα προϊόντα μπορεί να καταστεί μη βιώσιμο. Για να κατανοήσουμε και να λύσουμε το πρόβλημα του νοσοκομειακού clawback, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τις αιτίες που το δημιουργούν.

Έχει τεθεί ένας προϋπολογισμός ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα φάρμακα που διακινούνται μέσα από το νοσοκομείο. Περιλαμβάνει τόσο τα φάρμακα που συνδέονται άμεσα με τη νοσηλεία όσο και εκείνα για τα οποία το νοσοκομείο λειτουργεί κυρίως ως κανάλι διάθεσης. Αυτές είναι δύο διαφορετικές κατηγορίες, οι οποίες ενώθηκαν σε έναν αρχικό, κατά τη γνώμη μου αυθαίρετο, προϋπολογισμό.

Ο προϋπολογισμός αυτός αυξήθηκε εν μέρει με την πάροδο των ετών, αλλά δεν μπορεί να καλύψει ούτε την αλλαγή της τεχνολογίας ούτε τη μεταβολή του ρόλου του νοσοκομείου ως φορέα διάθεσης φαρμάκων.

Τα συγκεκριμένα ποσοστά δείχνουν ότι το μοντέλο μπορεί να έχει φτάσει στα όριά του. Μια αγορά με τόσο υψηλές επιστροφές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κινείται με βιώσιμο τρόπο.

Νικολέτα Ντάμπου: Πόσο πιεσμένη είναι η εξωνοσοκομειακή αγορά, δηλαδή τα φάρμακα που αποζημιώνονται από τον ΕΟΠΥΥ;<
Κώστας Αθανασάκης: Οι επιστροφές διαφοροποιούνται ανάλογα με την κατηγορία. Άλλα είναι τα ποσοστά στα γενόσημα, διαφορετικά στα εκτός προστασίας φάρμακα και υψηλότερα στα φάρμακα που βρίσκονται ακόμη υπό καθεστώς προστασίας.

Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα. Απέναντι στα περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ που διαθέτει το κράτος για την εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική περίθαλψη, υπάρχουν σχεδόν άλλα τόσα –λίγο λιγότερα– από ιδιωτικές πληρωμές.

Σε αυτές περιλαμβάνονται οι θεσμοθετημένες συμμετοχές των ασθενών, οι διαφορές από την τιμή αναφοράς, τα φάρμακα που αγοράζονται αποκλειστικά από την τσέπη του πολίτη, τα μη αποζημιούμενα σκευάσματα, αλλά και ορισμένα ιατροτεχνολογικά προϊόντα.

Αυτό μπορεί να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες τόσο ως προς τις ανισότητες όσο και ως προς τη συνέπεια και τη συνέχεια της θεραπείας. Έχει έρθει η ώρα να εξετάσουμε πολύ σοβαρά το ζήτημα της συμμετοχής των ασθενών.

Νικολέτα Ντάμπου: Έχει μετακυλιστεί σημαντικό μέρος του κόστους στους ασθενείς;

Κώστας Αθανασάκης: Το 2009 η συνολική φαρμακευτική αγορά εκτός νοσοκομείων στην Ελλάδα χρηματοδοτούνταν περίπου κατά 80% από τη δημόσια δαπάνη και κατά 20% από την ιδιωτική. Σήμερα η αναλογία βρίσκεται περίπου στο 51%-49%, σχεδόν στο 50%-50%.

Αυτό σημαίνει ότι ένα συνεχώς αυξανόμενο μέρος του κόστους έχει μεταφερθεί στους καταναλωτές, δηλαδή στους ανθρώπους που χρειάζονται και αγοράζουν φάρμακα. Πρέπει να το δούμε πολύ σοβαρά, επειδή η ιδιωτική δαπάνη υγείας που πληρώνεται απευθείας από την τσέπη του πολίτη δημιουργεί ανισότητες και προβλήματα στη συνέπεια και στη συνέχεια της θεραπείας.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *