Αντισύλληψη: Διαφοροποίηση του κινδύνου για καρκίνο του μαστού ανάλογα με το είδος του προγεσταγόνου

Αποτελέσματα μεγάλης Σουηδικής μελέτης
Η χρήση ορμονικής αντισύλληψης αποτελεί πλέον μια από τις πιο συχνές επιλογές
των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας διεθνώς. Παρά τα πλεονεκτήματα που προσφέρει στον οικογενειακό προγραμματισμό και στη γενικότερη υγεία, το ζήτημα του πιθανού κινδύνου για εμφάνιση καρκίνου του μαστού παραμένει κομβικό και συχνά δημιουργεί ανησυχία. Μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό JAMA αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα σουηδικά επιδημιολογικά εγχειρήματα: ανέλυσε δεδομένα περισσότερων από δύο εκατομμυρίων γυναικών και κοριτσιών ηλικίας 13 έως 49 ετών, σε διάστημα δεκατριών ετών, με στόχο να φωτίσει σε βάθος αυτό το κρίσιμο ζήτημα. Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος Ψαλτοπούλου και η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος), παραθέτουν τα κυριότερα σημεία της μελέτης. Η μελέτη αξιοποίησε τα εκτεταμένα σουηδικά εθνικά μητρώα υγείας και φαρμακευτικών δεδομένων, επιτρέποντας να καταγραφεί με ακρίβεια όχι μόνο η έναρξη και διακοπή χρήσης αντισυλληπτικών, αλλά και οι εναλλαγές μεταξύ διαφορετικών τύπων σκευασμάτων. Η καταγραφή περιέλαβε τόσο συνδυασμένες φόρμουλες οιστρογόνου-προγεσταγόνου όσο και σκευάσματα που περιέχουν αποκλειστικά προγεσταγόνα, σε ποικίλες μορφές: χάπια, ενδομήτρια συστήματα, εμφυτεύματα, επιθέματα και κολπικούς δακτυλίους. Η λεπτομερής αυτή προσέγγιση επιτρέπει μια πιο ξεκάθαρη κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στο είδος του προγεσταγόνου και στον κίνδυνο καρκίνου μαστού, κάτι που προηγούμενες μελέτες δεν είχαν καταφέρει με την ίδια σαφήνεια. Στο σύνολο του πληθυσμού παρατηρήθηκαν 16.385 νέα περιστατικά καρκίνου μαστού. Η συγκριτική ανάλυση έδειξε ότι η χρήση οποιουδήποτε τύπου ορμονικής αντισύλληψης συνδέθηκε με μια μέτρια αύξηση κινδύνου. Η αύξηση αυτή αντιστοιχεί σε περίπου 13 επιπλέον περιστατικά καρκίνου μαστού ανά 100.000 γυναίκες ετησίως. Αν και ο σχετικός κίνδυνος φαίνεται αυξημένος, η απόλυτη αύξηση παραμένει μικρή, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για την ορθή ερμηνεία των ευρημάτων. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα σημεία της μελέτης ήταν η διαφοροποίηση του κινδύνου ανάλογα με το είδος του προγεσταγόνου. Τα σκευάσματα που περιέχουν δεσογεστρέλη ή τον ενεργό της μεταβολίτη, ετονογεστρέλη, εμφάνισαν υψηλότερες τιμές κινδύνου σε σύγκριση με τα αντίστοιχα που βασίζονται στη λεβονοργεστρέλη. Η διαφορά παρατηρήθηκε τόσο στα χάπια όσο και στα εμφυτεύματα, με τα τελευταία να εμφανίζουν από τις υψηλότερες σχετικές αυξήσεις. Αντίθετα, προϊόντα όπως ο κολπικός δακτύλιος με ετονογεστρέλη ή τα χάπια με δροσπιρενόνη δεν έδειξαν στατιστικά σημαντική αύξηση, παρά την ευρεία χρήση τους.Η διάρκεια χρήσης φαίνεται επίσης να παίζει ρόλο. Περίοδοι χρήσης κάτω του ενός έτους συνδέθηκαν με χαμηλή ή μη στατιστικά σημαντική αύξηση κινδύνου, ενώ από τα πέντε έως τα δέκα χρόνια παρατηρήθηκε σταθερή και προοδευτική αύξηση. Το σημαντικότερο ίσως συμπέρασμα είναι ότι η ορμονική αντισύλληψη δεν αποτελεί ενιαία κατηγορία.

 

 

Πηγη:HealthDaily