Η διάγνωση πρέπει να συνοδεύεται από ολοκληρωμένο
μοριακό έλεγχο
Ο καρκίνος του πνεύμονα εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις κυριότερες
αιτίες θανάτου από καρκίνο παγκοσμίως. Ωστόσο, ενώ τα ποσοστά ενεργού
καπνίσματος μειώνονται σε πολλές χώρες, οι περιπτώσεις καρκίνου του πνεύμονα
σε μη καπνιστές φαίνεται να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Υπολογίζεται
ότι ένα αξιοσημείωτο ποσοστό των περιστατικών αφορά ανθρώπους που δεν
κάπνισαν ποτέ ή κάπνισαν ελάχιστα στη ζωή τους. Συχνά πρόκειται για νεότερους
ασθενείς, γυναίκες, και σε πολλές περιπτώσεις η πιο συχνή ιστολογική μορφή
είναι το αδενοκαρκίνωμα. Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας –
Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα
Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής
– Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης
ΕΚΠΑ), αναφέρουν μεταξύ άλλων τα εξής: «Τα τελευταία χρόνια, η επιστήμη
έχει αρχίσει να φωτίζει καλύτερα αυτή την πλευρά του καρκίνου του πνεύμονα.
Μελέτες γενετικής και μοριακής βιολογίας δείχνουν ότι ο καρκίνος του πνεύμονα
στους μη καπνιστές δεν είναι απλώς “ο ίδιος καρκίνος χωρίς τσιγάρο”.
Αντίθετα, φαίνεται ότι αναπτύσσεται μέσα από διαφορετικές βιολογικές διεργασίες.
Οι όγκοι αυτοί συχνά εμφανίζουν ιδιαίτερες γενετικές αλλοιώσεις, πολλές από τις
οποίες είναι θεραπεύσιμες με σύγχρονες στοχευμένες θεραπείες. Μεταλλάξεις στα
γονίδια EGFR, ALK, RET, MET και ROS1, για παράδειγμα, εντοπίζονται συχνά σε
αυτή την ομάδα ασθενών και έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο θεραπείας τους.
Αυτή η μοριακή “υπογραφή” έχει μεγάλη σημασία. Σημαίνει ότι η διάγνωση δεν
πρέπει να περιορίζεται μόνο στο να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη καρκίνου, αλλά να
συνοδεύεται από έγκαιρο και ολοκληρωμένο μοριακό έλεγχο.
Σε πολλούς ασθενείς, αυτός ο έλεγχος ανοίγει τον δρόμο για θεραπείες πιο
αποτελεσματικές και καλύτερα ανεκτές από την κλασική χημειοθεραπεία.
Είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου η ιατρική ακριβείας
μπορεί να κάνει πραγματική διαφορά στην επιβίωση και στην ποιότητα ζωής.
Αν το κάπνισμα δεν είναι ο βασικός ένοχος σε αυτές τις περιπτώσεις, όλο και
περισσότερα δεδομένα δείχνουν ότι σημαντικό ρόλο παίζουν περιβαλλοντικοί
και γενετικοί παράγοντες. Το παθητικό κάπνισμα παραμένει ένας από τους πιο
τεκμηριωμένους κινδύνους, αυξάνοντας αισθητά την πιθανότητα εμφάνισης
νόσου. Παράλληλα, η ατμοσφαιρική ρύπανση -και ιδιαίτερα τα πολύ λεπτά
αιωρούμενα σωματίδια, γνωστά ως PM2.5- φαίνεται να συμβάλλει ουσιαστικά
στην ανάπτυξη καρκίνου του πνεύμονα σε ανθρώπους που δεν καπνίζουν.
Η χρόνια έκθεση σε μολυσμένο αέρα μπορεί να προκαλεί φλεγμονή, οξειδωτικό
στρες και βλάβες στο γενετικό υλικό των κυττάρων, δημιουργώντας πρόσφορο
έδαφος για καρκινογένεση.
Εξίσου σημαντικός είναι και ο ρόλος του ραδονίου, ενός φυσικού ραδιενεργού
αερίου που μπορεί να υπάρχει σε σπίτια και κτίρια χωρίς να γίνεται αντιληπτό.
Επιπλέον, ορισμένες επαγγελματικές εκθέσεις -όπως σε αμίαντο, καυσαέρια
ντίζελ ή βιομηχανικά χημικά- μπορούν επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο. Αν και
τα πραγματικά κληρονομικά σύνδρομα καρκίνου του πνεύμονα είναι σπάνια,
υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν γενετική ευαλωτότητα».
Πηγη:HealthDaily
