Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Λοιμώξεων: «2.500 άνθρωποι πεθαίνουν στα νοσοκομεία από λοιμώξεις» – Τι συμβαίνει με τα αντιβιοτικά

Την ανησυχία του εκφράζει ο Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Λοιμώξεων για τη μικροβιακή αντοχή

Περίπου 2.500 ασθενείς χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο από λοιμώξεις μέσα στα νοσοκομεία δήλωσε ο Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Λοιμώξεων καθηγητής Νίκος Σύψας. Σύμφωνα με τον καθηγητή τα μικρόβια στην Ελλάδα ισχυροποιούνται καθώς εξακολουθούμε να κάνουμε λανθασμένη χρήση των αντιβιοτικών, αφού παραμένουν πρώτοι σε κατανάλωση σε όλη την Ευρώπη.

Μάλιστα αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι ενώ τα τελευταία χρόνια για την προμήθεια αντιβιοτικών απαιτείται ιατρική συνταγή, δεν καταγράφεται μείωση στη χρήση τους. Ενώ όταν αρχικά εφαρμόστηκε το μέτρο μειώθηκε κατά 40% η διάθεση των αντιβιοτικών, σήμερα τα ποσοστά είναι στα ίδια επίπεδα με το παρελθόν σημείωσε ο κ.Νίκος Σύψας.

Τα επίσημα στοιχεία είναι ανησυχητικά για τις ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις στη χώρα μας, παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί και τις προσπάθειες που γίνονται τα τελευταία χρόνια στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης αυτού του σοβαρού προβλήματος, που στοιχίζει κάθε χρόνο χιλιάδες θανάτους στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ).

Τα επίσημα στοιχεία του ΕΟΔΥ δείχνουν ότι από το 2000 έως το 2018 η μικροβιακή αντοχή στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά 46%, ενώ μόνο εντός του 2020 είχαμε σχεδόν 41.000 λοιμώξεις από πολυανθεκτικά μικρόβια, καταγράφοντας αύξηση 76% σε σύγκριση με το 2016.

Το φαινόμενο της αντοχής των μικροβίων προκαλεί ανησυχία στην επιστημονική κοινότητα αφού οι γιατροί δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίσουν ισχυρά μικρόβια και βακτήρια που ενδημούν στα ελληνικά νοσοκομεία, όπως είναι το ασινετομπάκτερ, η κλεμπσιέλλα και οι ψευδομονάδες.

Αποτελεσματικά κάποτε αντιβιοτικά, όπως, οι καρβαπενέμες, οι τρίτης γενιάς κεφαλοσπορίνες και οι φθοριοκινολόνες, παρουσιάζουν σήμερα ισχνή αντίσταση απέναντι στα πανίσχυρα μικρόβια.

Όπως επεσήμανε κατά τη διάρκεια επιστημονικής εκδήλωσης ο καθηγητής κ.Σύψας το πρόβλημα είναι μεν πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο, αλλά η Ελλάδα παραμένει στη δυσμενέστερη και πιο ευάλωτη θέση στην Ευρώπη στον επιπολασμό ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων.

Η κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μας με τη μικροβιακή αντοχή έχει προκαλέσει ανησυχία σε ολόκληρη την Ευρώπη με αποτέλεσμα το ECDC -μετά από αυτοψία που πραγματοποίησαν ειδικοί επιστήμονες στη χώρα μας πριν από ακριβώς ένα χρόνο – να εκδώσει οδηγία το 2024 προς τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, χαρακτηρίζοντας την Ελλάδα «unsafe place for patients» («μη ασφαλές μέρος για ασθενείς»).

Ταυτόχρονα συνέστησε την προληπτική απομόνωση ασθενών που επιστρέφουν από νοσηλεία στην Ελλάδα, εξαιτίας του κινδύνου μετάδοσης πολυανθεκτικών παθογόνων.
Τα νέα αντιβιοτικά

Σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον, η ανάγκη για καινοτόμα αντιβιοτικά είναι επιτακτική. Ωστόσο, το διεθνές σύστημα παραγωγής καινοτομίας σε αυτόν τον τομέα έχει καταρρεύσει. Κι ο λόγος είναι απλός: δεν υπάρχει οικονομικό κίνητρο, όπως τόνισε ο Καθηγητής.

Η ανάπτυξη ενός νέου αντιβιοτικού κοστίζει έως και 1,5 δισ. δολάρια και λόγω των ορθών περιορισμών στη χρήση (για την αποτροπή περαιτέρω αντοχής), τα έσοδα είναι ελάχιστα. Πολλές εταιρείες που ανέπτυξαν επιτυχημένα νέα αντιβιοτικά χρεοκόπησαν.

Τα νέα αντιβιοτικά, σύμφωνα με τον Βασίλη Γραμμέλη, Medical Lead της Pfizer, καταφέρνουν να ρίξουν τη θνητότητα από το 35% στο 5%, κάτι που σημαίνει ότι καταφέρνουμε με τη χρήση τους να αποφύγουμε, 3 στους 10 θανάτους ασθενών.

«Από τη δεκαετία του ’80 και μετά δεν έχει βγει νέα κατηγορία αντιβιοτικών, που να βασίζεται δηλαδή σε κάποιο νέο τρόπο δράσης έναντι των μικροβίων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μικρόβια να κάνουν διασταυρούμενη ανοσία και να ισχυροποιούνται έναντι των υπαρχόντων αντιβιοτικών», ανέφερε ο κ. Γραμμέλης.

Το πρόβλημα είναι πολύπλευρο, σύμφωνα με τον Καθηγητή Σύψα: Από τη μία δεν παράγονται νέα φάρμακα, ή νέα καινοτόμα αντιβιοτικά δεν έχουν πάρει τιμή για να κυκλοφορήσουν στη χώρα μας και εισάγονται με το «σταγονόμετρο» μέσω ΙΦΕΤ και ΕΟΦ, ενώ από την άλλη, φθηνά και πολύτιμα για τους ασθενείς αντιβιοτικά δεν τα παράγουν οι εταιρείες λόγω έλλειψης οικονομικού κινήτρου.

«Η κυβέρνηση απαιτείται να εκπονήσει ένα σοβαρό στρατηγικό σχέδιο, για την ανάπτυξη και εισαγωγή αντιβιοτικών ώστε να ισχυροποιηθεί η προσπάθεια μας της χώρας μας στον τομέα αυτό», δήλωσε ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Λοιμώξεων κ. Σύψας.

Σύμφωνα με τον Αντώνη Φουστέρη, Director Policy & Public Affairs της Pfizer, το ετήσιο κόστος της μικροβιακής αντοχής στην Ελλάδα (EHR – Ετήσιο Κόστος Υγείας) είναι πάνω από 42 εκατομμύρια ευρώ.

Γι’ αυτό και η διεθνής επιστημονική κοινότητα, όπως επισήμανε, προτείνει ως λύση τα λεγόμενα pull incentives: μηχανισμούς αποζημίωσης που ανταμείβουν τις φαρμακευτικές εταιρείες για την επιτυχή ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών, ανεξαρτήτως του όγκου πωλήσεων.

Πετυχημένα παραδείγματα αποτελούν η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, χώρες που έχουν ήδη υιοθετήσει πιλοτικά τέτοια μοντέλα, με θετικά αποτελέσματα.

Μια ακόμη προτεινόμενη λύση, σύμφωνα με τον κ. Φουστέρη, και η οποία συζητείται στο πλαίσιο της αναθεώρησης της φαρμακευτικής νομοθεσίας στην ΕΕ είναι και η θέσπιση voucher.

«Το voucher είναι ουσιαστικά ένας τρόπος, ένα κίνητρο για μια εταιρεία που θα ανακαλύψει ένα αντιβιοτικό, να μπορεί είτε για το αντιβιοτικό αυτό είτε, για ένα άλλο φάρμακό της να αυξήσει την πατέντα του κατά ένα χρονικό διάστημα. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι κατά 12 μήνες. Αυτό θεωρείται ένα καλό κίνητρο για τις εταιρείες για να μπορέσουν να κάνουν έργο», κατέληξε ο ίδιος.

 

 

Πηγη:https://www.healthreport.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *