Σύνδρομο άπνοιας στον ύπνο : Αφορά το 30% του γενικού πληθυσμού

Όμως μόνο το 20% είναι διαγνωσμένοι και λαμβάνουν θεραπεία
Στη σημασία της ενεργού συμμετοχής του ασθενούς στη διαγνωστική και
θεραπευτική διαδικασία της Υπνικής Άπνοιας, εστίασε η σχετική ενημερωτική
διαδικτυακή εκδήλωση που διοργάνωσε η Ομάδα Εργασίας Διαταραχών της
Αναπνοής στον Ύπνο της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας. «Οι διαταραχές
της αναπνοής στον ύπνο αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά σύγχρονα
ιατρικά ζητήματα» επισημαίνει ο Πέτρος Μπακάκος Καθηγητής Πνευμονολογίας
ΕΚΠΑ, Διευθυντής Α’ Πανεπιστημιακής Πνευμονολογικής Κλινικής ΓΝΝΘΑ «Η
Σωτηρία», Γενικός Γραμματέας ΕΠΕ. «Το 30% των ενηλίκων αντιμετωπίζουν
κάποια διαταραχή ύπνου με πιο συχνή το σύνδρομο άπνοιας του ύπνου. Ωστόσο
ένα μικρό ποσοστό των πασχόντων είναι διαγνωσμένοι. Συνεπώς, η έγκαιρη
αναγνώριση ενδεικτικών συμπτωμάτων όπως το έντονο ροχαλητό, οι παύσεις
στην αναπνοή κατά τη διάρκεια του ύπνου, η πρωινή κεφαλαλγία και η έντονη
κόπωση είναι καίριας σημασίας. Ακόμη περισσότερο διότι η καρδιαγγειακή υγεία
επηρεάζεται άμεσα από το σύνδρομο άπνοιας ύπνου». «Ο επαρκής, ποιοτικός
ύπνος κρύβει το μυστικό της καλής υγείας, της ευζωίας και της μακροζωίας,
καθώς είναι απαραίτητος για την επιβίωση, για τη σωματική και την ψυχική υγεία
και για την εγρήγορση και την ανταπόκριση στις καθημερινές απαιτήσεις της ζωής»
επισημαίνει η Γεωργία Τρακαδά, Καθηγήτρια Θεραπευτικής-Πνευμονολογίας
με εξειδίκευση στην Ιατρική του Ύπνου, Υπεύθυνη της ομάδας Διαταραχών της
Αναπνοής στον Ύπνο της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας. «Το Σύνδρομο
Άπνοιας στον Ύπνο αφορά το 30% του γενικού πληθυσμού, όμως μόλις το
20% των ατόμων που πλήττονται είναι διαγνωσμένοι και λαμβάνουν κατάλληλη
θεραπεία». Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ύπνου, η Ομάδα Εργασίας
Διαταραχών της Αναπνοής στον Ύπνο της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας
αναδεικνύει την ανάγκη αναγνώρισης της αποφρακτικής υπνικής άπνοιας ως
μείζονος ζητήματος δημόσιας υγείας καθώς η νόσος αφορά ολόκληρο το
ηλικιακό φάσμα -από την παιδική και εφηβική ηλικία έως τη μέση και τρίτη
ηλικία- και συνδέεται με αυξημένο καρδιομεταβολικό κίνδυνο, μειωμένη ποιότητα
ζωής και αυξημένη πρόωρη θνησιμότητα. Παράλληλα, απαιτείται επένδυση
σε οργανωμένα εργαστήρια ύπνου και σε σαφώς καθορισμένες διαδρομές
παραπομπής, ώστε η διάγνωση να οδηγεί σε σταθερή και διαχρονική φροντίδα.

 

 

Πηγη:HealthDaily