Περαιτέρω μείωση 10,3% σημείωσαν οι γεννήσεις στην Ελλάδα

Περαιτέρω μείωση κατά 10,3% σημείωσαν οι γεννήσεις στην Ελλάδα πέρυσι και ανήλθαν σε 76.541 (39.558 αγόρια και 36.983 κορίτσια) σε σχέση με το 2021 που ήταν 85.346 (43.998 αγόρια και 41.348 κορίτσια). Στις γεννήσεις δεν συμπεριλαμβάνονται οι γεννήσεις νεκρών βρεφών, οι οποίες το 2022 ανήλθαν σε 446, μειωμένες κατά 1,5% σε σχέση με το 2021 που ήταν 453.

Από την άλλη πλευρά, οι θάνατοι το 2022 ανήλθαν σε 140.801 (70.802 άνδρες και 69.999 γυναίκες), καταγράφοντας μείωση 2,2% σε σχέση με το 2021 που ήταν 143.923 (73.420 άνδρες και 70.503 γυναίκες). Οι θάνατοι βρεφών ηλικίας κάτω του έτους ανήλθαν σε 239, μειώνοντας το δείκτη βρεφικής θνησιμότητας (θάνατοι βρεφών ηλικίας κάτω του έτους ανά 1.000 γεννήσεις ζώντων) από 3,48 το 2021 σε 3,12 το 2022.

Σύμφωνα επίσης με τα στοιχεία φυσικής κίνησης πληθυσμού από την ΕΛΣΤΑΤ, οι γάμοι το 2022 ανήλθαν σε 43.355 (21.381 θρησκευτικοί και 21.974 πολιτικοί), παρουσιάζοντας αύξηση κατά 6,4% σε σχέση με το 2021, κατά το οποίο είχαν πραγματοποιηθεί 40.759 (18.487 θρησκευτικοί και 22.272 πολιτικοί). Τα σύμφωνα συμβίωσης ανήλθαν σε 13.157, παρουσιάζοντας αύξηση 13,9% σε σύγκριση με το 2021 που ήταν 11.550.

Στα σύμφωνα συμβίωσης του 2022 περιλαμβάνονται 394 σύμφωνα συμβίωσης μεταξύ ανδρών και 113 μεταξύ γυναικών. Η αναλογία διαζυγίων ανά 100 γάμους ήταν 33,4 το 2022, έναντι 34,2 το 2021, από 41,2 το 2020, από 32,1 το 2019 και από 32,8 το 2018.

Που γεννήθηκαν τα περισσότερα μωρά

Τα περισσότερα μωρά γεννήθηκαν σε Αττική και Κεντρική Μακεδονία(ξεπέρασαν μαζί τις 40.600). Οι ίδιες περιοχές είχαν και τους περισσότερους θανάτους (πάνω από 71.700).

Τρίτη σε αριθμό γεννήσεων ήταν η Κρήτη (σχεδόν 5.800 μωρά γεννήθηκαν στο νησί). Ακολούθησε η Δυτική Ελλάδα (Αιτωλοακαρνανία, Αχαΐα, Ηλεία) με περισσότερες από 4.700 γεννήσεις.

Αντιθέτως, τρίτη σε αριθμό θανάτων ήταν η Θεσσαλία (ξεπέρασαν τους 10.100). Στην τέταρτη θέση ήταν η Δυτική Ελλάδα με περισσότερους από 9.200.

Η ΕΛΣΤΑΤ διευκρινίζει ότι στον αριθμό των γεννήσεων δεν συμπεριλαμβάνονται οι γεννήσεις νεκρών βρεφών. Αυτές κατά το 2022 ανήλθαν σε 446 – αριθμός μειωμένος κατά 1,5% σε σχέση με το 2021 (ήταν 453).

Μείωση παρατηρήθηκε και στους θανάτους βρεφών ηλικίας κάτω του ενός έτους. Ανήλθαν σε 239, μειώνοντας τον δείκτη βρεφικής θνησιμότητας από 3,48 το 2021 σε 3,12 το 2022. Ο δείκτης βρεφικής θνησιμότητας αντιστοιχεί στους θανάτους των βρεφών ηλικίας κάτω του έτους ανά 1.000 γεννήσεις ζώντων.

γεννήσεις

 

 

Πηγη: https://healthpharma.gr

Επιστολή Π.Ι.Σ. προς ηγεσία Υπουργείου Υγείας / Χορήγηση φαρμάκων και εμβολίων μόνο με ιατρική συνταγή

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΥΠΟΥΡΓΟ ΥΓΕΙΑΣ ΕΜΒΟΛΙΑ ΑΠ ΠΙΣ 2497

 

 

 

Ζήτηση Ιατρών- Σουηδία

Θέσεις  εργασίας  στην Σουηδία

Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε για τις  νέες θέσεις εργασίας ειδικών Ιατρών.

  • Ακτινολογία
  • Ψυχιατρική-Παιδοψυχιατρική

 ( Για τις παραπάνω  ειδικότητες η ζήτηση είναι συνεχόμενη  )

  • Ενδοκρινολογία (Helsingborg)
  • Γαστροεντερολογία  (Helsingborg)
  • Νευρολογία(Gävle)
  • Παθολογία(Gothenburg)

Στους υποψήφιους που θα γίνουν δεκτοί  και θα εξασφαλίσουν μία θέση εργασίας θα προσφερθούν:

  • Δωρεάν μαθήματα Σουηδικών οnline
  • Οικονομική βοήθεια για το διάστημα της εκμάθησης της γλώσσας (σε περίπτωση ζευγαριού βοηθάμε και τον/την σύζυγο ).
  • Ανταγωνιστικό πακέτο αποδοχών ανάλογα με την εμπειρία + υπερωρίες.
  • Βοήθεια για την εγγραφή σας ως ειδικός ιατρός στην Σουηδία/Δανία.
  • Οικονομική Βοήθεια κατά την μετεγκατάσταση και συμβουλευτική σε πρακτικά ζητήματα πχ. νηπιαγωγείο ή  σχολείο του παιδιού.

Θα χαρούμε να λάβουμε το cv σας στα αγγλικά  στο [email protected]

 

 

 

Ζήτηση Ιατρών -Αυστρία

Το Νοσοκομείο καινοτόμο, υπερσύγχρονο, εξειδικευμένο βρίσκεται νότια του Salzburg, σε τουριστικό θέρετρο με ποικίλες δραστηριότητες αναψυχής, διαθέτει  περισσότερες από 500 κλίνες, 14 Ιατρικά Τμήματα, δυναμικό 1.500 ατόμων, παρέχει υψηλού επιπέδου και επαγγελματικής εξειδίκευσης περίθαλψη σε περίπου 185.000 εξωτερικούς ασθενείς και περίπου 30.000 εσωτερικούς ασθενείς ετησίως, σε 24ωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα και αναζητά…

 

Ιατρό ΩΡΛ

 

Ιατρό Ψυχιατρικής & Ψυχοθεραπείας

 

Ιατρό Τμήματος Αναισθησιολογίας & Εντατικής

 

Ιατρό Γυναικολογίας & Μαιευτικής

 

Ιατρό Παιδιατρικής & Εφηβικής Ιατρικής

 

Ιατρό Παιδοψυχιατρικής & Ψυχιατρικής Εφήβων

 

Ιατρό Πυρηνικής Ιατρικής

 

Ιατρό Γενικής Παθολογίας (εστίαση: Ογκολογία)

 

Απαραίτητα προσόντα – Δεξιότητες …

  • – Ολοκληρωμένη ειδικότητα

– Κλινικές γνώσεις και εμπειρία

  • – Οργανωτικές ικανότητες
  • – Ικανότητα ομαδικής εργασίας & διεπιστημονικής συνεργασίας,
  • – Υψηλό αίσθημα ευθύνης
  • – Κατάλληλες προϋποθέσεις εγγραφής στον Αυστριακό Ιατρικό Σύλλογο
  • – Γνώση Γερμανικής γλώσσας επιπέδου C1
  • – Ανεπτυγμένες επικοινωνιακές δεξιότητες

Παροχές…

  • – Ευκαιρίες συνεχούς κατάρτισης, εκπαίδευσης, ανάπτυξης δεξιοτήτων
  • – Σύγχρονα εξοπλισμένες αίθουσες θεραπείας και χειρουργικές αίθουσες
  • – Συλλογική εργασία με έμπειρη, εξειδικευμένη επιστημονική ομάδα
  • – Εξαίρετο, φιλικό εργασιακό περιβάλλον
  • – Διεπιστημονική συνεργασία
  • – Πολύ καλό κλίμα συνεργασίας μεταξύ των 14 Τμημάτων
  • – Ιδιαίτερα ικανοποιητικές αποδοχές (σύστημα *14 μισθών) ), οι οποίες διαμορφώνονται αναλόγως προσόντων, εκπαίδευσης, επαγγελματικής εμπειρίας
  • – Υποστήριξη για την στέγαση και την ένταξη στον κοινωνικό ιστό της περιοχής

 

Θερμή παράκληση η γνωστοποίηση.

Στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου επί μέρους πληροφορίες θέσης ή/και διευκρινίσεις.

Αποστολή Βιογραφικού: [email protected]

Επικοινωνία mob. : 6944 561598

 

Ευχαριστώ,

Βάλια Αλεξανδράτου

 

 

 

Διεθνής αναγνώριση για τον Δρ Κωνσταντινίδη – Πρόεδρος CRSA

Κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Συνεδρίου Ρομποτικής Χειρουργικής, που έλαβε χώρα στο Σικάγο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (15-17 Σεπτεμβρίου 2023), το Διοικητικό Συμβούλιο και η Γενική Συνέλευση της Επιστημονικής Εταιρείας CRSA, σε μία ειδική τελετή, ανέδειξαν στη θέση του προέδρου της Παγκόσμιας Επιστημονικής Εταιρείας Ρομποτικής Χειρουργικής CRSA τον Δρ Κωνσταντίνο Μ. Κωνσταντινίδη.

Αυτή η αναγνώριση, με εκλογή μάλιστα, τον καθιστά τον πρώτο Έλληνα χειρουργό επικεφαλής παγκόσμιας εταιρίας ρομποτικής χειρουργικής. Ταυτόχρονα, του ανετέθη η πλήρης επιστημονική ευθύνη της διοργάνωσης του ετήσιου παγκόσμιου συνεδρίου “CRSA CONGRESS 2024”, το οποίο θα διοργανωθεί στη Ρώμη τον Νοέμβριο του 2024 και του οποίου θα προεδρεύσει.

Η διεθνής αυτή αναγνώριση συμπίπτει με την επέτειο των 17 ετών εφαρμογής της Ρομποτικής Χειρουργικής στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών (Σεπτέμβριος 2006-2023) και με πολλές χιλιάδες επιτυχείς επεμβάσεις Γενικής Χειρουργικής, επιβραβεύοντας την εντυπωσιακή πορεία στο ταξίδι της Ρομποτικής Τεχνολογίας που πρώτη η ομάδα του Δρ Κωνσταντινίδη ξεκίνησε το 2006 στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

“Τιμή για εμένα η εκλογή μου”

Ο Δρ Κωνσταντίνος Μ. Κωνσταντινίδης, στην πρώτη ομιλία του ως πρόεδρος, ανέφερε μεταξύ άλλων: “Αποτελεί τεράστια χαρά και τιμή για εμένα η εκλογή μου στη θέση του Προέδρου της CRSA. Μέσω της θέσης αυτής δεν αναγνωρίζεται μόνο η προσωπική μου σταδιοδρομία ως χειρουργός αλλά ταυτόχρονα εκφράζεται και η ποιότητα του Ομίλου μας. Η συμβολή των συνεργατών μου, Φώτη Αντωνακόπουλου, Πάνου Αθανασόπουλου, Άγη Ιωαννίδη, Μαρίνου Μακρή, Δημήτρη Φλίντρα, Ηλία Κανελλόπουλου, είναι τεράστια γι’ αυτό και τους ευχαριστώ ιδιαιτέρως!

Θέλω να ευχαριστήσω, από τα βάθη της καρδιάς μου, τον ηγέτη του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών Δρ Γιώργο Αποστολόπουλο, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο Δρ Βασίλη Αποστολόπουλο, τον Αντιπρόεδρο Χρήστο Αποστολόπουλο και την κ. Τιτή Αποστολοπούλου για τη συνεχή και πολύ σημαντική για μένα ηθική και υλικοτεχνική υποστήριξη. Κυρίως, όμως, θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους εμπιστεύτηκαν την υγεία τους και τα χειρουργικά τους προβλήματα σε μένα και τους συνεργάτες μου στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών”.

Ο κ. Κωνσταντίνος Μ. Κωνσταντινίδης, MD, PhD, FACS, MAMSE είναι:
  • Πρόεδρος Παγκόσμιας Επιστημονικής Εταιρείας Ρομποτικής Χειρουργικής, CRSA.
  • Επιστημονικός Διευθυντής Ομίλου Ιατρικού Αθηνών.
  • Διευθυντής Γενικής, Ογκολογικής, Λαπαροσκοπικής και Ρομποτικής Χειρουργικής, Ιατρικού Κέντρου Αθηνών.
  • Πρόεδρος Καθηγητής Χειρουργικής του Ohio State University, USA.
  • Μέλος, Academy of Master Surgeon Educators of the American College of Surgeons.
  • Governor, Ελληνικού Τμήματος του Αμερικανικού Κολλεγίου Χειρουργών.

 

Πηγη: https://healthpharma.gr/

Συγγενής CMV, ένας πρωταγωνιστής μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας

Ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV) για τους περισσότερους είναι μια μικρής σημασίας λοίμωξη. Τα όποια συμπτώματα, αν εμφανιστούν, είναι τις περισσότερες φορές ήπια, όπως μια αόριστη δυσφορία και ίσως πονόλαιμος. Για κάποιους όμως ο CMV θα είναι καθοριστικής σημασίας για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Πρόκειται για έναν πολύ κοινό ιό που θα προσβάλει το 75% των ανθρώπων κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Είναι η πιο συχνή συγγενής λοίμωξη παγκοσμίως με ποσοστό που κυμαίνεται από 0.2%-2,2% επί των γεννήσεων, καθώς και ο πλέον συχνός λόγος απώλειας ακοής. Κλινικά είναι πολύ δύσκολο να διαγνωσθεί καθώς το 90% των ανθρώπων που μολύνονται δεν θα εμφανίσουν συμπτώματα και το υπόλοιπο 10% που θα εμφανίσει θα είναι ήπια όπως ενός κοινού κρυολογήματος. Αποτέλεσμα είναι να περνάει απαρατήρητος στην πλειοψηφία των ασθενών.

Επιδημιολογικά η βιβλιογραφία δείχνει ότι κάποιοι πληθυσμοί έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο λοίμωξης από τον CMV.

Μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος χώρες έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά επιπολασμού και είναι ενδιαφέρον όσον αφορά τη συγγενή λοίμωξη, ότι οι γυναίκες σε χώρες με τον υψηλότερο επιπολασμό έχουν και υψηλότερο κίνδυνο να κολλήσουν τον ιό κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, είτε λόγω έκθεσης είτε λόγω επανενεργοποίησης του ιού. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην αρχή της αναπαραγωγικής ηλικίας 25% των γυναικών θα είναι οροθετικές και κατά το τέλος αυτής θα έχει φτάσει το 81%. Που σημαίνει ότι ο επιπολασμός αυξάνεται με την ηλικία, κάτι που θα έχει μεγαλύτερη επίπτωση στην οροθετικοποίηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Τα παραπάνω δείχνουν ότι μια γυναίκα που προσπαθεί για εγκυμοσύνη μπορεί να κολλήσει τον ιό ανεξάρτητα από την κοινωνικό – οικονομική κατάσταση, ηλικία , και το αν έχει βρεθεί θετική στο παρελθόν.

Ο CMV ανήκει στην οικογένεια των ερπετοϊών ,και όπως όλοι οι άλλοι ιοί αυτής της οικογένειας που μολύνουν τον άνθρωπο, μπορεί να εισέλθει σε ένα κύτταρο και μπορεί να προκαλέσει ή να μην προκαλέσει συμπτωματική λοίμωξη, αλλά μετά την έκθεσή του, παραμένει στο σώμα σε λανθάνουσα μορφή για μια ζωή και μπορεί να επανενεργοποιηθεί αργότερα. Καταστάσεις ανοσοκαταστολής, όπως αυτή της εγκυμοσύνης μπορεί να επανενεργοποιήσουν τον ιό, αλλά στην περίπτωση αυτή τα προϋπάρχοντα αντισώματα θα μειώσουν τον κίνδυνο προσβολής του εμβρύου από τον ιό. Θα πρέπει όμως να πούμε ότι δεν μηδενίζεται ο κίνδυνος, και λόγω της επαναλοίμωξης αλλά και λόγω της πιθανότητας λοίμωξης με ένα νέο ή διαφορετικό στέλεχος του Ιού.

Η αντίληψη ότι μωρά που γεννήθηκαν από οροθετικές μητέρες δεν διατρέχουν κίνδυνο δεν είναι πλέον αληθής. Είναι μεν σπάνια, αλλά 1% με 3% των εμβρύων που εκτέθηκαν σε μη πρωτογενή λοίμωξη θα μολυνθούν από τον ιό. Επιπλέον σε μία μελέτη εκτιμήθηκε ότι 75% των εμβρυικών λοιμώξεων από CMV οφείλεται σε επαναλοίμωξη και επανενεργοποίηση του ιού. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο κίνδυνος για συγγενής λοίμωξη είναι μεγαλύτερος σε εγκύους που δεν έχουν εκτεθεί ποτέ στον ιό, με το ποσοστό κάθετης μετάδοσης να είναι 30% στην πρωτογενή λοίμωξη.

Τα συμπτώματα που μπορεί να παρουσιάσει μία έγκυος ακόμα και με πρωτογενή λοίμωξη είναι ασαφή, δίκην ήπιας γρίπης για παράδειγμα. Και αυτό θα συμβεί σε ένα 10%, με το υπόλοιπο 90% να είναι ασυμπτωματικό. Κάποια από τα πιο συχνά συμπτώματα είναι πυρετός, κόπωση, μυαλγίες και άλλα λιγότερο συχνά όπως εξάνθημα που μπορεί να υπάρχει στo ένα τρίτο των συμπτωματικών ασθενών. Από τον αιματολογικό έλεγχο αυξημένα ηπατικά ένζυμα και χαμηλά αιμοπετάλια μπορεί να έχουμε και στον CMV, αλλά και σε καταστάσεις όπως η προεκλαμψία ή το σύνδρομο ΗΕLLP. Τα παραπάνω καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την διάγνωση και αναγνώριση των ασθενών με CMV κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Ο υπερηχογραφικός έλεγχος κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να αποκαλύψει ευρήματα μη ειδικά που υποδηλώνουν πιθανή συγγενή λοίμωξη ( IUGR, ασκίτης, μικροκεφαλία, ηχογενές έντερο κλπ.). Στην περίπτωση αυτή η διερεύνηση του αμνιακού υγρού είναι απαραίτητη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η SMFM (Society for Maternal Fetal Medicine) συστήνει τη διενέργεια CMV PCR όταν γίνεται αμνιοπαρακέντηση κατά τον έλεγχο σε IUGR έμβρυα. Αποτελεί ένα αξιόπιστο εργαλείο καθώς μελέτες έχουν βρει ότι η διενέργει PCR στο αμνιακό υγρό σε έμβρυα με υποψία CMV ήταν περίπου 75% έως 100% αποτελεσματική στην πρόβλεψη της παρουσίας πρωτοπαθούς λοίμωξης από CMV. Διαπίστωσαν επίσης έως και 95% αρνητική τιμή πρόβλεψης. Αρκετά συχνά δε, κατά τη διενέργεια εξετάσεων μετά από υπερηχογραφικά ευρήματα, ανακαλύπτουμε ότι η έγκυος είχε προσβληθεί από τον ιό νωρίτερα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, χωρίς να εμφανίσει συμπτώματα.

Η διενέργεια εξετάσεων με τα αντισώματα IgG/IgM μπορεί να βοηθήσει στον καθορισμό της χρονικής στιγμής κατά την οποία έλαβε χώρα η έκθεση στον ιό. Η θετικοποίηση του IgM από μόνο του, σημαίνει μεν πρόσφατη λοίμωξη, αλλά υπάρχει διακύμανση μεταξύ των διαγνωστικών προσδιορισμών IgM, υποδεικνύοντας ότι οι προσδιορισμοί είναι λιγότερο τυποποιημένοι και επομένως δυνητικά λιγότερο αξιόπιστοι. Επίσης το IgM έχει και διασταυρούμενη αντιδραστικότητα των αντισωμάτων (για παράδειγμα με τον Ιό EBV). Επομένως, η διάκριση της πρωτοπαθούς μόλυνσης από CMV απαιτεί και την ανίχνευση χαμηλής τιμής IgG.

Όσον αφορά μετά τη γέννηση, σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), η συγγενής λοίμωξη από CMV διαγιγνώσκεται με ανίχνευση CMV DNA στα ούρα, στο σάλιο (προτιμώμενα δείγματα) ή στο αίμα, εντός τριών εβδομάδων μετά τη γέννηση. Η μόλυνση δεν μπορεί να διαγνωστεί χρησιμοποιώντας τεστ που ανιχνεύουν αντισώματα κατά του CMV. Η συγγενής λοίμωξη από CMV δεν μπορεί να διαγνωστεί χρησιμοποιώντας δείγματα που συλλέγονται περισσότερο από τρεις εβδομάδες μετά τη γέννηση, επειδή ο έλεγχος μετά από αυτό το χρονικό διάστημα δεν μπορεί να διακρίνει μεταξύ συγγενούς λοίμωξης και λοίμωξης που αποκτάται κατά τη διάρκεια ή μετά τον τοκετό.

Στην πράξη, αυτό τις περισσότερες φορές δεν συμβαίνει πραγματικά, ειδικά σε εκείνα τα μωρά που ήταν αρχικά ασυμπτωματικά. Και δυστυχώς, μόνο το 1% περίπου των βρεφών με συγγενή CMV διαγιγνώσκεται με βάση την κλινική υποψία και μόνο. Επιπλέον, ο αριθμός των νεογνών που έχουν προσβληθεί από CMV μπορεί να υποτιμηθεί, καθώς άλλες λανθασμένες διαγνώσεις μπορεί να αποδοθούν σε ένα μη ειδικό ή κοινό εύρημα. Όπως γνωρίζουμε, τουλάχιστον 1 στα 200 μωρά γεννιέται με συγγενή CMV. Αλλά αυτό είναι απλώς εκτίμηση και δεν εξετάζει άλλες παραμέτρους όπως αυθόρμητες αμβλώσεις, θνησιγένειες, λανθασμένες διαγνώσεις. Και επειδή τα νεογνά είναι ασυμπτωματικά, μπορεί να υποτιμούμε τον πραγματικό επιπολασμό του CMV.

Επομένως, τα δεδομένα επιπολασμού για συγγενή CMV θα πρέπει να θεωρούνται ως εκτιμήσεις.
Ενδιαφέρον είναι ότι σε μια μελέτη που διεξήχθη στην Αμερική, έδειξε ότι παρόλο που η συγγενής CMV προκαλεί τις περισσότερες αναπηρίες στα παιδιά (ξεπερνά τα γενετικά σύνδρομα όπως το σύνδρομο Down, το σύνδρομο συγγενούς ερυθράς και τις συγγενείς ανωμαλίες του νευρικού σωλήνα), οι γυναίκες έχουν ακούσει γι ‘αυτό τα λιγότερα από όλες τις παθήσεις που ρωτήθηκαν.

Προς το παρόν οι θεραπείες για τον CMV είναι περιορισμένες και δεν υπάρχουν διαθέσιμα εμβόλια για την πρόληψη της λοίμωξης και της νόσου από CMV, αν και πολλά υποψήφια εμβόλια είναι υπό έρευνα, με ένα από αυτά στο στάδιο 3 των κλινικών δοκιμών. Σε αρκετές χώρες ο τακτικός έλεγχος εγκύων γυναικών για λοίμωξη από CMV επίσης δεν συνιστάται ή αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και οι παρεμβάσεις για τη μείωση του κινδύνου μόλυνσης από CMV της μητέρας περιορίζονται σε πρακτικές υγιεινής (π.χ. πλύσιμο χεριών, αποφυγή επαφής με το σάλιο/ούρα ενός μικρού παιδιού, κ.λπ.). Ο επιλεκτικός έλεγχος νεογνών για CMV έχει εφαρμοστεί σε ορισμένες πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και σε ορισμένα συστήματα υγείας. Ωστόσο, ο καθολικός έλεγχος ρουτίνας νεογνών για CMV δεν πραγματοποιείται παγκοσμίως.

Το τίμημα όμως της συγγενούς CMV είναι ιδιαίτερα υψηλό τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε οικονομικό επίπεδο.

Πολλά από τα παιδιά θα έχουν νευρολογικά προβλήματα και θα χρειαστούν συνεχή φροντίδα για το υπόλοιπο της ζωής τους. Όσο προχωρά η επιστήμη τόσο θα αυξάνεται η πιθανότητα ανακάλυψης καλύτερων διαγνωστικών μέσων στη διάρκεια της εγκυμοσύνης που σε συνδυασμό με τη δυνατότητα πληθυσμιακού ελέγχου στη βρεφική ηλικία θα βοηθούσε σημαντικά. Καθοριστική επίσης θα είναι η ανακάλυψη ενός αποτελεσματικού εμβολίου. Μέχρι τότε ως θεράποντες ιατροί θα πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερο βάρος στην ενημέρωση των ασθενών. Η επιστημονική κοινότητα μαθαίνει συνεχώς και πρέπει να δείξει μεγαλύτερη προσοχή τα επόμενα χρόνια σε αυτόν τον ιό.

 

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Αιμοσφαιρινοπάθειες: Γονίδια και κλινική σημασία

Το Hellenic Medical Review με ιδιαίτερη χαρά παρουσιάζει μια πρωτοποριακή εργασία που αφορά γονιδιακή μελέτη ασθενών με αιμοσφαιρινοπάθειες. Η μελέτη ερμηνεύει πώς τα γονίδια επηρεάζουν τη συχνότητα των μεταγγίσεων και την εμφάνιση επιπλοκών, γεγονός που οδηγεί σε καλύτερη κατανόηση της ασθένειας και στη βέλτιστη αντιμετώπιση και θεραπεία. Η εργασία δημοσιεύτηκε στις 7 Ιουλίου 2023 στο έγκριτο γερμανικό περιοδικό ‘Journal of Molecular Medicine’ με υπεύθυνο σχεδιασμού και υλοποίησης τον Αιματολόγο κ. Διαμαντίδη Μιχάλη, που προΐσταται στη ΜΜΑ του ΓΝ Λάρισας, ο οποίος είναι και ο αρθρογράφος του παρόντος άρθρου.

Οι αιμοσφαιρινοπάθειες αποτελούν ετερογενή ομάδα γενετικών διαταραχών που προκύπτουν από ποικίλες μεταλλάξεις στις βήτα (-β) και άλφα (-α) αλυσίδες της αιμοσφαιρίνης. Η β-θαλασσαιμία προκαλείται από πλήρη έλλειψη ή ελάττωση των –β αλυσίδων της αιμοσφαιρίνης και διακρίνεται αντίστοιχα στη σοβαρότερη μείζονα β-θαλασσαιμία, που απαιτεί συχνές μεταγγίσεις συμπυκνωμένων ερυθρών (ΜΣΕ) και ονομάζεται μεταγγισιοεξαρτώμενη και την ηπιότερη ενδιάμεση β-θαλασσαιμία, που αποτελεί τη μη μεταγγισιοεξαρτώμενη μορφή της νόσου με καθόλου ή αραιές μεταγγίσεις ετησίως (<6).

Συνεπώς, η διαίρεση της νόσου είναι κλινική και καθορίζεται από τον αριθμό των χορηγούμενων ΜΣΕ. Η α-θαλασσαιμία, αντιστοίχως, προκαλείται από ελαττωμένη σύνθεση των –α αλυσίδων της αιμοσφαιρίνης και συνήθως έχει πολύ ηπιότερη κλινική εικόνα από τη β-θαλασσαιμία, εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις, που ερμηνεύονται γονιδιακά.

Οι ασθενείς με θαλασσαιμία απαντώνται στη λεκάνη της Μεσογείου, στη Μέση Ανατολή, την Ινδία, την Ταϋλάνδη και τη Βόρεια Αφρική. Η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με υψηλό επιπολασμό της β-θαλασσαιμίας. Η αρχική προέλευση της νόσου δεν έχει επαρκώς διευκρινιστεί και υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Τα γονίδια που ρυθμίζουν τη βιοσύνθεση των –α αλυσίδων εντοπίζονται στο χρωμόσωμα 16, ενώ αυτά που σχετίζονται με τις –β αλυσίδες εδράζουν στο χρωμόσωμα 11.

Στις αιμοσφαιρινοπάθειες που απαντώνται στη χώρα μας υπάγεται και η δρεπανοκυτταρική νόσος (Δ/Ν), που χαρακτηρίζεται είτε από τη συνύπαρξη 2 στιγμάτων μεσογειακής και δρεπανοκυτταρικής αναιμίας (μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία – ΜΔΑ) είτε σπανιότερα από τη συνύπαρξη 2 στιγμάτων δρεπανοκυτταρικής αναιμίας (ομόζυγη δρεπανοκυτταρική αναιμία). Στη Δ/Ν οι ασθενείς εμφανίζουν έντονες επώδυνες αγγειοαποφρακτικές, αιμολυτικές και απλαστικές κρίσεις και συνήθως λαμβάνουν προληπτικά το φάρμακο υδροξυουρία, που αποτελεί καθεστώς στο νόσημα. Όταν οι κρίσεις γίνουν ιδιαίτερα ανυπόφορες, ή συνδυαστούν με λοιμώξεις απαιτείται νοσηλεία στο νοσοκομείο και αντιμετώπιση που χρειάζεται εξειδικευμένες γνώσεις.

Οι μεταγγισιοεξαρτώμενοι ασθενείς ή αλλιώς οι πάσχοντες από μείζονα β-θαλασσαιμία χαρακτηρίζονται από αθρόα καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων, βαριά αιμόλυση με επακόλουθη μεγάλη πτώση αιματοκρίτη και μεταγγίζονται ισοβίως με ΜΣΕ. Παράλληλα, πρέπει να υποβάλλονται σε αποσιδήρωση συνεχώς για την απομάκρυνση του σιδήρου, που προκαλεί τοξικότητα στα διάφορα όργανα. Αντιθέτως, η ενδιάμεση θαλασσαιμία είναι ηπιότερη μορφή (μη μεταγγισιοεξαρτώμενη) με <6 μεταγγίσεις το χρόνο ή και καθόλου. Ύπουλες επιπλοκές της ενδιάμεσης θαλασσαιμίας που εμφανίζονται σε μεγαλύτερες ηλικίες είναι η ηπατική αιμοσιδήρωση, η πνευμονική υπέρταση, οι θρομβώσεις, η χολολιθίαση και τα έλκη των κάτω άκρων. Οι φορείς της β-θαλασσαιμίας φέρουν το απλό ‘στίγμα’ με πολύ ήπια αναιμία, χωρίς ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης και αντιμετώπισης, εκτός αν συνυπάρχουν σιδηροπενία ή άλλα αίτια αναιμίας.

Στη χώρα μας ζουν σήμερα συνολικά περίπου 4000 ασθενείς με αιμοσφαιρινοπάθειες. Όσοι έχουν μείζονα β-θαλασσαιμία, αποτελούν ομάδα με μέση ηλικία τα 45 έτη.

Οι γεννήσεις θαλασσαιμικών παιδιών με τον προγεννητικό έλεγχο ελαχιστοποιήθηκαν, αλλά δυστυχώς δεν έχουν εκλείψει. Η επαρκής αποσιδήρωση βελτίωσε σε μεγάλο βαθμό το προσδόκιμο επιβίωσης των πασχόντων, οι οποίοι φτάνουν πλέον στην ώριμη ενήλικο ζωή. Οι ασθενείς παρακολουθούνται σε εξειδικευμένες μονάδες μεσογειακής αναιμίας (ΜΜΑ) σε όλη την επικράτεια.

Πλέον, νοσήματα μεγαλύτερης ηλικίας εμφανίζονται στους ασθενείς με αιμοσφαιρινοπάθειες, όπως τα νεοπλασματικά νοσήματα και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια. Οι συνεχείς μεταγγίσεις οδηγούν και σε αλλεργικές αντιδράσεις και άλλες επιπλοκές, που καθιστούν δυσχερέστερη την ανεύρεση συμβατού αίματος σε βάθος χρόνου (αλλοανοσοποίηση). Η ελάττωση του φορτίου μεταγγίσεων αποτελεί βασικό στόχο των σύγχρονων θεραπειών. Εντούτοις, οι ετήσιες ανάγκες σε ΜΣΕ είναι μεγάλες και η χώρα μας αναγκάζεται να εισάγει ΜΣΕ από την Ελβετία. Η εθελοντική αιμοδοσία αποτελεί ύψιστη πράξη προσφοράς στον πάσχοντα συνάνθρωπο.

Η αλλογενής μεταμόσχευση είναι η μόνη θεραπεία οριστικής ίασης στη θαλασσαιμία, εφαρμόζεται στο εξωτερικό από το 1981 και στη χώρα μας σε μεγάλο αριθμό ασθενών, εμφανίζοντας μεγαλύτερη επιτυχία σε μικρότερες ηλικίες. Η χρόνια λήψη ανοσοκαταστολής, οι λοιμώξεις και βέβαια η ανεύρεση συμβατού δότη δυσχεραίνουν τη διενέργεια αλλογενών μεταμοσχεύσεων.

Η γονιδιακή θεραπεία συνδυάζεται με αυτόλογη μεταμόσχευση, εφαρμόζεται σε ηλικίες κάτω των 45 ετών και σχετίζεται με επαναστατικές, αλλά και δαπανηρές τεχνικές, που αυτή τη στιγμή εφαρμόζεται μόνο στις ΗΠΑ για τους αντίστοιχους ασθενείς. Αντικείμενο προβληματισμού αποτελούν τα ακριβή ποσοστά επιτυχίας της γονιδιακές θεραπείας και το αν υπάρχει συσχέτιση με ογκογένεση, κάτι που δεν έχει επιβεβαιωθεί από τις κλινικές μελέτες.
Επιπλέον, το φάρμακο Luspatercept δρα στη μη αποτελεσματική ερυθροποίηση και επιμηκύνει το χρόνο ζωής των ωριμότερων μορφών του τελικού σταδίου ερυθροποίησης.

Έχει εγκριθεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας για τη θεραπεία της αναιμίας στη μείζονα και στην ενδιάμεση β-θαλασσαιμία. Τα αποτελέσματα είναι εξαιρετικά καλά στην ενδιάμεση θαλασσαιμία και μετριότερα στη μείζονα θαλασσαιμία, όπου η απάντηση στο φάρμακο εξατομικεύεται και ποικίλλει ανά ασθενή. Σαφώς στις μέρες μας, οι ασθενείς με β-θαλασσαιμία ζουν περισσότερο και καλύτερα. Η συμμόρφωση στην αγωγή αποσιδήρωσης και ο τακτικός κλινικοεργαστηριακός έλεγχος είναι απαραίτητα για τη σωστή αντιμετώπιση.

Πρόσφατα το τμήμα μας δημοσίευσε μια ιδιαίτερα πρωτοποριακή εργασία που ήταν αντικείμενο πενταετούς μελέτης ασθενών με αιμοσφαιρινοπάθειες. Η μελέτη περιλαμβάνει την ανάλυση μεταλλαγμένων γονιδίων 217 ασθενών με αιμοσφαιρινοπάθειες και ερμηνεύει πώς αυτά τα γονίδια επηρεάζουν τη συχνότητα των μεταγγίσεων και την εμφάνιση επιπλοκών, γεγονός που οδηγεί σε καλύτερη κατανόηση της ασθένειας και στη βέλτιστη αντιμετώπιση και θεραπεία. Η εργασία με τίτλο: ‘Clinical Significance of Mutational Variants in Beta and Alpha Genes in Patients with Hemoglobinopathies from Two Large Greek Centers: a Complex Interplay Between Genotype and Phenotype’ έγινε αποδεκτή στις 19 Ιουνίου 2023 και δημοσιεύτηκε στις 7 Ιουλίου 2023 στο ιδιαίτερα έγκριτο γερμανικό περιοδικό ‘Journal of Molecular Medicine’ με υπεύθυνο σχεδιασμού και υλοποίησης τον Αιματολόγο κ. Διαμαντίδη Μιχάλη, που προΐσταται στη ΜΜΑ του ΓΝ Λάρισας.

Στο ίδιο περιοδικό ο Ehrlich δημοσίευσε την κατά Gram χρώση και ο Koch το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης.
Πρόκειται για ομαδική δουλειά σε συνεργασία με τη ΜΜΑ του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Αθηνών και με υπεύθυνη την Αιματολόγο, Διευθύντρια ΕΣΥ και Πρόεδρο του Τμήματος Αιμοσφαιρινοπαθειών της Ελληνικής Αιματολογικής Εταιρείας κ. Ντελίκου Σοφία. Αυτό αποδεικνύει τη μεγάλη δύναμη των συνεργατικών δουλειών. Κομβικοί συνεργάτες της μελέτης ήταν μεταξύ άλλων οι Τεχνολόγοι Ιατρικών Εργαστηρίων κ. Μανάφας Αχιλλέας που συγκέντρωσε και απέστειλε τα δείγματα των πασχόντων, οι κ. Καρανικόλα Ρεβέκκα-Αναστασία και Πολυζούδη Χρυσούλα που ασχολήθηκαν με την ταξινόμηση, επεξεργασία και διαστρωμάτωση του υλικού και οι κ. Οικονόμου Γεωργία, βιοχημικός της πρόληψης ΜΜΑ, και κ. Αργυρακούλη Ιωάννα, Ειδική Βιοπαθολόγος του ΓΝΛ, που έκαναν καθοριστικές διορθώσεις. Η ανάλυση του DNA έγινε από την Καθηγήτρια Γενετικής κ. Joanne Traeger-Synodinos και τους συνεργάτες της στο Χωρέμειο Ιατρικό Κέντρο του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Είναι μια μελέτη με διεθνές αντίκτυπο, που έλαβε πολλά συγχαρητήρια, πέρα από ιατρούς και Καθηγητές που εργάζονται στη χώρα μας, και από κορυφαίους Καθηγητές του εξωτερικού.

Με αυτή την εργασία είναι καλύτερα κατανοητοί οι μοριακοί μηχανισμοί που προκαλούν τους διάφορους τύπους αιμοσφαιρινοπαθειών, γεγονός που οδηγεί στην ορθότερη διάγνωση και διαχείριση των ασθενών. Η πρόσθετη συνεισφορά αυτής της μελέτης στην επιστήμη, είναι η έμφαση στην κλινική εικόνα και θεραπεία των επιπλοκών της νόσου σε συσχέτιση με τα παθολογικά γονίδια, κάτι που δεν έχει γίνει ως τώρα στη χώρα μας σε αυτό το εύρος.
Έτσι έγινε γνωστό ποιοι ασθενείς έχουν 2 αιμοσφαιρινοπάθειες αντί για 1, ερμηνεύτηκε γιατί κάποιοι χρειάζονται περισσότερες και άλλοι λιγότερες μεταγγίσεις, εξηγήθηκε το αίτιο της βαρύτερης ή ηπιότερης από το αναμενόμενο κλινικής εικόνας ασθενών με α- και β- θαλασσαιμία, όπως και έγινε πρόβλεψη βαριών επιπλοκών της νόσου (εξωμυελική αιμοποίηση μέσα στο νωτιαίο σωλήνα ενδοκαναλικά), γεγονός που οδηγεί σε έγκαιρη αντιμετώπιση.
Η εργασία αυτή έχει πολύ σοβαρό αντίκτυπο στην κατανόηση της παθογένειας και βαρύτητας της νόσου, γεγονός που οδηγεί σε καλύτερη κατανόηση του μοριακού και κλινικού τοπίου και στη βέλτιστη θεραπεία των αιμοσφαιρινοπαθειών. Το μέλλον προδιαγράφεται ιδιαίτερα αισιόδοξο για τους πάσχοντες από αιμοσφαιρινοπάθειες με τη μεγάλη πρόοδο της επιστήμης.


Ταυτότητα έρευνας:

  • Μελέτη γονιδίων 217 ασθενών με αιμοσφαιρινοπάθειες και συσχέτιση των μεταλλάξεων (γονότυπος) με την κλινική εικόνα και τις επιπλοκές (φαινότυπος)
  • Βελτιωμένη κατανόηση των αιμοσφαιρινοπαθειών και θαλασσαιμικών συνδρόμων σε μοριακό και κλινικό επίπεδο και βέλτιστη πρόληψη και θεραπεία επιπλοκών
  • Στις περιπτώσεις όπου ο φαινότυπος δεν ερμηνεύεται με βάση τα γνωστά μέχρι σήμερα γονίδια, άλλοι άγνωστοι ρυθμιστικοί γονιδιακοί, περιβαλλοντικοί, διατροφικοί ή κλινικοί παράγοντες φαίνεται να συμβάλλουν στη διαμόρφωση της κλινικής εικόνας και των επιπλοκών
  • Ιδιαίτερα σοβαρός αντίκτυπος της μελέτης στην κατανόηση της παθοφυσιολογίας και βαρύτητας των αιμοσφαιρινοπαθειών με άμεση κλινική σημασία.

Βιβιογραφία
1. Mettananda S, Higgs DR (2018) Molecular Basis and Genetic Modifiers of Thalassemia. Hematology/oncology clinics of North America 32: 177-191. DOI 10.1016/j.hoc.2017.11.003
2.Origa R (2017) β-Thalassemia. Genetics in medicine : official journal of the American College of Medical Genetics 19: 609-619. DOI 10.1038/gim.2016.173
3.Thein SL (2018) Molecular basis of β thalassemia and potential therapeutic targets. Blood cells, molecules & diseases 70: 54-65. DOI 10.1016/j.bcmd.2017.06.001
4.Kulozik AE, Wainscoat JS, Serjeant GR, Kar BC, Al-Awamy B, Essan GJ, Falusi AG, Haque SK, Hilali AM, Kate S, et al. (1986) Geographical survey of beta S-globin gene haplotypes: evidence for an independent Asian origin of the sickle-cell mutation. American journal of human genetics 39: 239-244
5.Hughes JR, Cheng JF, Ventress N, Prabhakar S, Clark K, Anguita E, De Gobbi M, de Jong P, Rubin E, Higgs DR (2005) Annotation of cis-regulatory elements by identification, subclassification, and functional assessment of multispecies conserved sequences. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America 102: 9830-9835. DOI 10.1073/pnas.0503401102
6.Smith EC, Orkin SH (2016) Hemoglobin genetics: recent contributions of GWAS and gene editing. Human molecular genetics 25: R99-r105. DOI 10.1093/hmg/ddw170
7. Mettananda S, Gibbons RJ, Higgs DR (2015) α-Globin as a molecular target in the treatment of β-thalassemia. Blood 125: 3694-3701. DOI 10.1182/blood-2015-03-633594
8.Mettananda S, Gibbons RJ, Higgs DR (2016) Understanding α-globin gene regulation and implications for the treatment of β-thalassemia. Annals of the New York Academy of Sciences 1368: 16-24. DOI 10.1111/nyas.12988
9.Farashi, S.; Harteveld, C.L. Molecular basis of α-thalassemia. Blood cells, molecules & diseases 2018, 70, 43-53, doi:10.1016/j.bcmd.2017.09.004.
10.Cappellini, M.D.; Viprakasit, V.; Taher, A.T.; Georgiev, P.; Kuo, K.H.M.; Coates, T.; Voskaridou, E.; Liew, H.K.; Pazgal-Kobrowski, I.; Forni, G.L.; et al. A Phase 3 Trial of Luspatercept in Patients with Transfusion-Dependent β-Thalassemia. The New England journal of medicine 2020, 382, 1219-1231, doi:10.1056/NEJMoa1910182.
11.Taher, A.T.; Cappellini, M.D.; Kattamis, A.; Voskaridou, E.; Perrotta, S.; Piga, A.G.; Filosa, A.; Porter, J.B.; Coates, T.D.; Forni, G.L.; et al. Luspatercept for the treatment of anaemia in non-transfusion-dependent β-thalassaemia (BEYOND): a phase 2, randomised, double-blind, multicentre, placebo-controlled trial. The Lancet. Haematology 2022, 9, e733-e744, doi:10.1016/s2352-3026(22)00208-3.
12.Diamantidis MD, Karanikola RA, Polyzoudi C, Delicou S, Manafas A, Savera H, Xydaki A, Kotsiafti A, Tsangalas E, Ikonomou G, Mani E, Ntoulas K, Alexiou E, Argyrakouli I, Koskinas J, Fotiou P. Clinical significance of mutational variants in beta and alpha genes in patients with hemoglobinopathies from two large Greek centres: a complex interplay between genotype and phenotype. J Mol Med 2023; (In Press) doi: 10.1007/s00109-023-02342-3

 

 

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Καινοτομίες στη γονιδιωματική επεξεργασία και οι εφαρμογές τους στην έρευνα της μυοκαρδιοπάθειας

Με τον όρο μυοκαρδιοπάθειες ορίζονται οι δομικές ή/και λειτουργικές ανωμαλίες που επηρεάζουν το μυοκάρδιο και οι οποίες προκύπτουν απουσία ορισμένης υποκείμενης νόσου ικανής να προκαλέσει παθολογία του μυοκαρδίου. Οι ασθενείς συχνά παρουσιάζουν διαταραχή της καρδιακής λειτουργίας και αυξημένο ρίσκο καρδιακής ανεπάρκειας, ένα σοβαρό κλινικό σύνδρομο το οποίο χαρακτηρίζεται από ανισορροπία μεταξύ της παροχής και ζήτησης οξυγόνου. Η καρδιακή ανεπάρκεια θεωρείται μία αναδυόμενη πανδημία, η οποία επιβάλλει τεράστιο κόστος υγειονομικής περίθαλψης μέσω της νοσηρότητας, των υψηλών ποσοστών νοσηλείας, της πρόωρης θνησιμότητας και της απώλειας παραγωγικότητας.

Οι μυοκαρδιοπάθειες κατηγοριοποιούνται με διαφορετικούς τρόπους και χαρακτηρίζονται από υψηλά επίπεδα κλινικής και γενετικής πολυπλοκότητας, καθιστώντας την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση τους μία πρόκληση. Η διατατική μυοκαρδιοπάθεια (dilated cardiomyopathy, DCM) αποτελεί την πιο διαδεδομένη μυοκαρδιοπάθεια παγκοσμίως και την κύρια αιτία μεταμόσχευσης. Αν και λείπει μία αξιόπιστη επιδημιολογική μελέτη σχετικά με τη συχνότητα εμφάνισής της, πρόσφατες εκτιμήσεις αναφέρουν έναν επιπολασμό από 1: 250 έως και 1: 2.500 άτομα παγκοσμίως.

Μία άλλη κατηγορία της νόσου αποτελεί η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια (hypertrophic cardiomyopathy, HCM). Οι εκτιμήσεις του επιπολασμού της HCM προέρχονται κυρίως από ανεπτυγμένες χώρες με εξελιγμένα ιατρικά συστήματα και υποδηλώνουν εμφάνιση 1: 500 άτομα στον γενικό πληθυσμό με βάση την κλινική έκφραση της νόσου.

Με πιο χαμηλή συχνότητα, η αρρυθμιογόνος μυοκαρδιοπάθεια (arrhythmogenic cardiomyopathy, ACM) έχει εκτιμώμενο επιπολασμό που κυμαίνεται από 1: 1.000 έως 1: 5.000 άτομα, με τη διαφορά να αποδίδεται συχνά σε εσφαλμένες διαγνώσεις.

Τέλος, η περιοριστική μυοκαρδιοπάθεια (restrictive cardiomyopathy, RCM) είναι η πιο σπάνια από τις κύριες μυοκαρδιοπάθειες και προκαλείται κυρίως από επίκτητους και όχι από γενετικούς παράγοντες. Η RCM με γενετικό υπόβαθρο αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 5% του συνόλου των περιπτώσεων μυοκαρδιοπάθειας και κρίνεται ως θανατηφόρος νόσος.

Οι μυοκαρδιοπάθειες φαίνεται πως προκαλούνται από μεταλλάξεις που διαταράσσουν την έκφραση και τη λειτουργία μυριάδων πρωτεϊνών, συμπεριλαμβανομένων μεταγραφικών παραγόντων, ενζύμων και ιοντικών διαύλων. Αν και πολυάριθμες μελέτες έχουν εμπλουτίσει τις γνώσεις μας για την παθοφυσιολογία της νόσου, οι τρέχουσες διαθέσιμες θεραπευτικές προσεγγίσεις για τις γενετικές μυοκαρδιοπάθειες επικεντρώνονται στη θεραπεία των συμπτωμάτων παρά στην αντιμετώπιση των υποκείμενων γενετικών αιτιών. Τα τελευταία χρόνια, το πεδίο της καρδιαγγειακής έρευνας έχει επωφεληθεί πολύ από τις τεχνολογίες γονιδιωματικής επεξεργασίας, ιδιαίτερα τις τεχνολογίες που σχετίζονται με το σύστημα CRISPR (clustered regularly interspaced short palindromic repeats), οι οποίες επέτρεψαν την ανάπτυξη κλινικά σχετικών μοντέλων ασθενειών για τη διερεύνηση των υποκείμενων γενετικών και μοριακών μηχανισμών της μυοκαρδιοπάθειας.

Το σύστημα CRISPR-Cas αποτελεί μέρος ενός προσαρμοστικού ανοσοποιητικού συστήματος των βακτηρίων και αρχαίων, το οποίο παρέχει προστασία από την εισβολή ξένου γενετικού υλικού (1). Η δυνατότητα να εκτελεί διάσπαση του προκαρυωτικού DNA σε συγκεκριμένες θέσεις που υποδεικνύονται από RNA αλληλουχίες, αποδείχθηκε αμέσως ένα πολύτιμο εργαλείο για την επεξεργασία και ευκαρυωτικών γονιδιωμάτων.

Σε γενικές γραμμές, το σύστημα CRISPR-Cas αποτελείται από πρωτεΐνες Cas και μικρά RNAs, τα οποία λειτουργούν ως καθοδηγητές με σκοπό την αναγνώριση και διάσπαση συγκεκριμένων αλληλουχιών στο DNA στόχο.

Το σύστημα CRISPR-Cas κατηγορίας II έχει προσαρμοστεί για επεξεργασία γονιδίων σε ευκαρυωτικά κύτταρα μέσω της απλοποίησής του σε 2 συστατικά: το sgRNA (single-guide RNa), που καθοδηγεί το σύστημα στην αλληλουχία στόχο και την ενδονουκλεάση Cas (CRISPR-associated protein), που έχει ως ρόλο τη διάσπαση του DNA. Πιο συγκεκριμένα, η πρόσδεση του sgRNA μέσω συμπληρωματικότητας στις αλληλουχίες-στόχο στο DNA, κατευθύνει την πρωτεΐνη Cas σε σύντομες γειτονικές αλληλουχίες που ονομάζονται PAM (protospacer adjacent motif) και αποτελούν τις αλληλουχίες στόχου της ενδονουκλεάσης (2). Με την πρόσδεση της στις PAM, η Cas δημιουργεί διάσπαση της δίκλωνης έλικας του DNA στο συγκεκριμένο σημείο.

Η ανακάλυψη και οι εφαρμογές του συστήματος CRISPR-Cas έφεραν επανάσταση στην επεξεργασία του γονιδιώματος και μεταμόρφωσαν τη βιοϊατρική έρευνα, μεταφέροντας τη γονιδιακή στόχευση σε μία νέα εποχή.

Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται νέα συστήματα CRISPR-Cas που στοχεύουν να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα και την ειδικότητα της στόχευσης. Η έρευνα για τη χρήση του CRISPR-Cas στη γονιδιωματική επεξεργασία στοχεύει σε δύο τεχνικές, την επεξεργασία γονιδιώματος στο επίπεδο μίας βάσης (base editing) και την πρωταρχική επεξεργασία του γονιδιώματος (prime editing). Η πρώτη βασίζεται σε δύο κλάσεις επεξεργαστών αζωτούχων βάσεων του DNA, τους επεξεργαστές της αζωτούχου βάσης αδενίνης (adenine base editors, ABEs) και τους επεξεργαστές της κυτοσίνης (cytosine base editors, CBEs).

Οι περιορισμοί της συγκεκριμένης τεχνικής αφορούν κυρίως στην ακρίβεια της και στους μηχανισμούς χορήγησης της, ειδικά όταν στοχεύονται πολύπλοκα και ετερογενή όργανα όπως η καρδιά. Στα πλαίσια των προσπαθειών αύξησης της ακρίβειας στόχευσης αναπτύχθηκαν οι πρωταρχικοί επεξεργαστές που αποτελούν μέρος του συστήματος prime editing, της δεύτερης τεχνικής επεξεργασίας που χρησιμοποιείται. Οι in vivo μελέτες που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιώντας αυτές τις δύο τεχνικές στοχεύουν στην ανάπτυξη μοντέλων για τις μυοκαρδιοπάθειες και συνοψίζονται ως εξής:

  • πρώτη εφαρμογή του συστήματος CRISPR για γονιδιωματική επεξεργασία το 2012.
  • ανάπτυξη των πρώτων CBEs και ΑΒΕs το 2016 και 2017 αντίστοιχα.
  • πρώτη χρήση ΑΒΕ σε in vivo μοντέλο για μυϊκή δυστροφία Ντουσέν (Duchenne muscular dystrophy, DMD) το 2018 και ανάπτυξη μοντέλου για την DMD σε ποντίκια με in vivo χρήση ABE το 2021.
  • πρώτη ένδειξη επιτυχούς χρήσης ABE σε μοντέλο ποντικού με HCM το 2021.
  • χρήση των τεχνικών base editing και prime editing σε μοντέλο για DMD το 2021.
  • θεραπευτική παράλειψη εξονίου με χρήση CBE σε DMD μοντέλο ποντικού το 2021.
  • ανάπτυξη in vitro μοντέλου για το σύνδρομο μακρού QT (long QT syndrome, LQTS) χρησιμοποιώντας ΑΒΕ το 2022.
  • πρώτη ένδειξη για επιτυχή εφαρμογή ΑΒΕ σε ένα DCM μοντέλο το 2022.
  • πρώτη επιτυχής θεραπευτική χρήση ΑΒΕ σε in vitro και in vivo μοντέλα του HCM το 2023.

Είναι εντυπωσιακό πως οι base editing έχουν ήδη εισέλθει σε κλινικές δοκιμές για τη δρεπανοκυτταρική αναιμία (NCT05456880), τη β-θαλασσαιμία (NCT05442346) και την οικογενή υπερχοληστερολαιμία (NCT05398029).
Οι θεραπείες γονιδιωματικής επεξεργασίας υπόσχονται μία ενιαία, οριστική θεραπεία με διαρκή οφέλη, απαλλάσσοντας τα νοσούντα άτομα από την υποχρέωση να τηρούν παρατεταμένα μη ειδικά ιατρικά σχήματα που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την ποιότητα ζωής τους.

Στο πλαίσιο της μυοκαρδιοπάθειας, αυτό είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα, καθώς οι υπάρχουσες θεραπευτικές στρατηγικές επικεντρώνονται κυρίως στην άμβλυνση των συμπτωμάτων της νόσου, σε αντίθεση με την άμεση θεραπεία της νόσου. Αναμφίβολα, η ενσωμάτωση προσεγγίσεων γονιδιακής θεραπείας στην κλινική πρακτική αναμένεται να έχει πολύ σημαντικά οφέλη για τα νοσούντα άτομα και για αυτό οι όποιες εξελίξεις αναμένονται με μεγάλο ενδιαφέρον.


Κύρια πηγή άρθρου:
Kyriakopoulou, E., Monnikhof, T., & van Rooij, E. (2023). Gene editing innovations and their applications in cardiomyopathy research. Disease Models & Mechanisms, 16(5), dmm050088. https://doi.org/10.1242/dmm.050088
Επιπλέον βιβλιογραφικές πηγές:
1. Makarova, K. S., Haft, D. H., Barrangou, R., Brouns, S. J. J., Charpentier, E., Horvath, P., Moineau, S., Mojica, F. J. M., Wolf, Y. I., Yakunin, A. F., van der Oost, J., & Koonin, E. V. (2011). Evolution and classification of the CRISPR–Cas systems. Nature Reviews Microbiology, 9(6), 467–477. https://doi.org/10.1038/nrmicro2577
2. Jinek, M., Chylinski, K., Fonfara, I., Hauer, M., Doudna, J. A., & Charpentier, E. (2012). A programmable dual-RNA-guided DNA endonuclease in adaptive bacterial immunity. Science, 337(6096), 816–821. https://doi.org/10.1126/science.1225829

 

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Δημήτριος Ντεγιάννης: Σημαντική η πρόοδος στη διερεύνηση των κληρονομικών καρδιολογικών νοσημάτων

Η εξέλιξη της επιστήμης, με τη χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος, φέρνει πλέον και στην διαγνωστική πράξη τη διερεύνηση των κληρονομικών νοσημάτων της καρδιάς με πολύ θετικά αποτελέσματα, τονίζει στο Hellenic Medical Review ο Δημήτριος Ντεγιάννης, Διευθυντής του Τμήματος Μοριακής Ανοσοπαθολογία, Ιστοσυμβατότητας & Γενετικής στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο. Επιπλέον, προσθέτει ότι η γενετική διερεύνηση για κληρονομικά καρδιακά νοσήματα θα έπρεπε να αποζημιώνεται από τον ΕΟΠΥΥ, όταν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις, καθώς πρόκειται για μια ακριβή εξέταση, την οποία πολλοί άνθρωποι αδυνατούν να καλύψουν οικονομικά.

Τα τελευταία χρόνια η επιστήμη έχει να καταθέσει σημαντικά ευρήματα για τα κληρονομικά νοσήματα της καρδιάς. Θα ήθελα το σχόλιό σας.

Πραγματικά τα τελευταία χρόνια έχει επέλθει σημαντική πρόοδος στη διερεύνηση των κληρονομικών καρδιολογικών νοσημάτων. Η εξέλιξη της επιστήμης έκανε πιο προσιτή οικονομικά μια ακριβή μέχρι πρόσφατα μέθοδο διερεύνησης. Έτσι, μετά τη χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος, άρχισε να μπαίνει και στη διαγνωστική πράξη η διερεύνηση των κληρονομικών νοσημάτων της καρδιάς, βοηθώντας στην έγκαιρη διάγνωση των νοσημάτων αυτών, ακόμα και μέσα στις οικογένειες, και προλαμβάνοντας περιστατικά αιφνίδιου θανάτου.

Για ποιους λόγους είναι σημαντικός ο εντοπισμός ατόμων σε κίνδυνο εμφάνισης κληρονομικού καρδιακού νοσήματος σε προκλινικό στάδιο και πώς γίνεται αυτός;

Ορισμένα άτομα φέρουν παθογόνες μεταλλάξεις στα γονίδιά τους, πολλές από τις οποίες ανακαλύπτουμε συνεχώς στα εργαστήρια και κάποιες από αυτές τις μεταλλάξεις είναι υψηλής διεισδυτικότητας. Το να γνωρίζουμε αυτές τις μεταλλάξεις, έστω και εάν τα άτομα που τις φέρουν δεν πρόκειται να αναπτύξουν την καρδιακή νόσο, είναι σημαντικό, τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους συγγενείς τους. Η ομάδα ατόμων που φέρει αυτές τις μεταλλάξεις λαμβάνει συστάσεις για τακτική παρακολούθηση της υγείας της καρδιάς, προκειμένου να προστατευτεί από την εξέλιξη κάποιας κληρονομικής καρδιακής νόσου. Επίσης, αρκετά περιστατικά αιφνίδιου θανάτου, ακόμα και νέων ανθρώπων, όπως π.χ. αθλητών, χωρίς να υπάρχει στεφανιαία νόσος, θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, εάν γνωρίζαμε το κληρονομικό νόσημα που είναι κωδικοποιημένο στα γονίδιά τους. Αρκετές φορές για την εκδήλωση ενός νοσήματος δεν αρκεί μια μετάλλαξη, αλλά περισσότερες, ή μια μετάλλαξη και περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως μία ίωση. Στο Ωνάσειο έχουμε περιπτώσεις όπου ακόμα και τρία άτομα σε μια οικογένεια έχουν μεταμοσχευθεί λόγω της ίδιας κληρονομικής νόσου που οφείλεται σε συγκεκριμένη μετάλλαξη του ίδιου γονιδίου.

Παράλληλα, σήμερα αναπτύσσονται από μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες θεραπείες για τα νοσήματα αυτά, οι οποίες στοχεύουν συγκεκριμένες παθολογικές πρωτεΐνες. Είναι πολύ πιθανό λοιπόν σύντομα να έχουμε και φάρμακα για κάποιες κληρονομικές καρδιακές παθήσεις.

Η συνολική αντιμετώπιση στο Ωνάσειο των ασθενών με κληρονομούμενα καρδιακά νοσήματα ξεκινάει από τη γενετική διερεύνηση και επεκτείνεται στο καρδιολογικό, ηλεκτροφυσιολογικό και μεταμοσχευτικό επίπεδο. Πόσο συνήθης είναι αυτή η διαδικασία σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Το δικό μας κέντρο είναι ίσως ένα από τα λίγα κέντρα πανευρωπαϊκά, όπου οι κληρονομούμενες καρδιακές παθήσεις αντιμετωπίζονται κάθετα, από την απλή καρδιολογική διερεύνηση (υπέρηχος, τεστ κοπώσεως κλπ), τη γενετική διερεύνηση και διάγνωση, καθώς και τη θεραπεία, η οποία μπορεί να φτάσει για ορισμένα από αυτά τα νοσήματα στην τοποθέτηση απινιδωτή, στην εμφύτευση μηχανήματος υποβοήθησης της λειτουργίας της αριστεράς κοιλίας ή ακόμα και στη μεταμόσχευση. Το Ωνάσειο είναι ένα από τα ελάχιστα κέντρα που αντιμετωπίζουν το ζήτημα αυτό ολιστικά.

Yπάρχει συνεργασία του Εργαστηρίου και αποδοχή δειγμάτων για γενετικό έλεγχο και από αντίστοιχα τμήματα νοσοκομείων του ΕΣΥ; Εάν ναι, πώς οργανώνεται αυτός ο έλεγχος;

Το νοσοκομείο μας συμμετέχει ως συντονιστικό νοσοκομείο στην εθνική εμβληματική δράση για τον Νεανικό Αιφνίδιο Θάνατο. Τουλάχιστον τα τρία τελευταία χρόνια γίνονται αναλύσεις δειγμάτων στο Ωνάσειο, στο ΕΚΕΤΑ στη Θεσσαλονίκη και στο Τμήμα Γενετικής του ΙΤΕ στην Κρήτη. Το Ωνάσειο είχε τον μεγαλύτερο αριθμό δειγμάτων, διότι καλύπτει και δύο ακόμα νοσοκομεία, το Ιπποκράτειο και τον Ευαγγελισμό, ενώ δέχεται δείγματα και από άλλα νοσοκομεία της χώρας.

Στην επόμενη φάση του προγράμματος, η οποία θα αρχίσει τον Σεπτέμβριο και η οποία ελπίζουμε να λάβει χρηματοδότηση, θα μπουν και άλλα νοσοκομεία της Κεντρικής Ελλάδας και της Αττικής. Το πρόγραμμα χρηματοδοτείται από την Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας (ΓΕΓΕΚ).

Με αφορμή την ερώτησή σας, θα ήθελα να προσθέσω ότι με βάση πολύ αυστηρά κριτήρια η γενετική διερεύνηση για κληρονομικά καρδιακά νοσήματα θα έπρεπε να αποζημιώνεται από τον ΕΟΠΥΥ, όταν φυσικά υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις, καθώς πρόκειται για μια ακριβή εξέταση, την οποία πολλοί άνθρωποι αδυνατούν να καλύψουν οικονομικά. Στο πλαίσιο των αλλαγών που σχεδιάζονται για το σύστημα υγείας, θα ήταν καλό να συζητηθεί η ένταξη αυτής της εξέτασης στις αποζημιούμενες εξετάσεις του ΕΟΠΥΥ, φυσικά υπό αυστηρά, όπως προανέφερα, κριτήρια και με ισχυρή σύσταση καρδιολόγων από εξειδικευμένα καρδιολογικά κέντρα.

Οι μυοκαρδίτιδες ήλθαν και πάλι στο προσκήνιο, λόγω Covid-19, ωστόσο για εσάς στο Ωνάσειο μάλλον έχουν συνεχή παρουσία όλα αυτά τα χρόνια. Πώς γίνεται η διερεύνηση της παθογένεσης των μυοκαρδίτιδων;

Για κάποιο λόγο που ακόμα δεν γνωρίζουμε, αλλά που πιθανώς να οφείλεται σε γενετικά αίτια, κάποια άτομα που παθαίνουν μυοκαρδίτιδα έχουν αυξημένες πιθανότητες να εκδηλώσουν στη συνέχεια κάποιο κληρονομικό καρδιακό νόσημα. Στο εργαστήριό μας έχουμε αρχίσει, εδώ και 15 περίπου χρόνια, και πριν την εμπλοκή μας με τη γενετική, να κάνουμε μοριακό έλεγχο σε βιοψίες μυοκαρδίου, με ένα πάνελ 10 περίπου ιών, για να δούμε εάν υπάρχει και σε ποιο βαθμό εμπλοκή κάποιου ιού στην εκδήλωση της μυοκαρδίτιδας. Αυτή η διερεύνηση γίνεται πάντα σε συνδυασμό με εξειδικευμένη Ιστολογική εξέταση από το Παθολογοανατομικό εργαστήριο του Ωνασείου. Και αυτή η εργαστηριακή προσέγγιση θεωρώ ότι θα έπρεπε να καλύπτεται από τον ΕΟΠΥΥ, σε εξειδικευμένα κέντα και υπό ισχυρές ενδείξεις.

Ποιες παράμετροι ανοσολογικοί ή φλεγμονώδεις γνωρίζουμε σήμερα ότι εμπλέκονται στη δημιουργία και εξέλιξη της στεφανιαίας νόσου; Μπορούμε να έχουμε μια έγκαιρη πρόβλεψη μέσω μοριακού ελέγχου;

Όλοι γνωρίζουμε, από περιστατικά στο οικογενειακό και ευρύτερο περιβάλλον μας,ποιοι παράγοντες συντελούν στη δημιουργία της στεφανιαίας νόσου. Η στεφανιαία νόσος είναι ένα νόσημα που είναι πολύ δύσκολο να διερευνηθεί γενετικά, καθώς στην εκδήλωσή της συμβάλλουν και πολλοί περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως το κάπνισμα, η καθιστική ζωή, το υπερβολικό βάρος, ο σακχαρώδης διαβήτης κ.ά. Επίσης, σε αντίθεση με άλλα νοσήματα που είναι μονογονιδιακά, εδώ εμπλέκονται περισσότερα του ενός γονίδια και μεταλλάξεις.

Πριν μερικά χρόνια υπήρξε μια προσπάθεια από την επιστημονική κοινότητα να διερευνηθεί και γενετικά, με την εισαγωγή των λεγόμενων polygenic risk scores. Η προσπάθεια αυτή δεν προχώρησε με το ρυθμό που θα θέλαμε, όμως τα τελευταία δύο χρόνια με τη βελτίωση των panels που έχουμε, υπάρχει επανάκαμψη. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ισχυρή σύσταση για γενετική εξέταση στη στεφανιαία νόσο, όπως υπάρχει στις μυοκαρδιοπάθειες ή σε ορισμένα αρρυθμιολογικά σύνδρομα. Στη διεθνή βιβλιογραφία υπήρχε στο παρελθόν ένα ενδιαφέρον για τη διερεύνηση των ανοσολογικών παραγόντων στην παθογένεση και εξέλιξη της στεφανιαίας νόσου, που σήμερα όμως έχει ατονήσει.

Μεταμοσχεύσεις
Στο εργαστήριό σας γίνεται ο προ-μεταμοσχευτικός έλεγχος υποψηφίων για μεταμόσχευση καρδιάς και πνευμόνων. Πείτε μας περισσότερα για τη σημαντική αυτή διαδικασία.

Εδώ και 29 χρόνια που ξεκίνησε το πρόγραμμα μεταμόσχευσης καρδιάς, στο εργαστήριό μας γίνονται όλοι οι προ-μεταμοσχευτικοί έλεγχοι υποψηφίων για μεταμόσχευση καρδιάς. Στην αρχή υπήρχε μια διστακτικότητα για να παραπέμπονται στο Ωνάσειο περιστατικά, πράγμα φυσικό για τα πρώτα βήματά μας. Η εξαιρετική όμως κλινική και εργαστηριακή ομάδα που δημιουργήθηκε με επικεφαλής τον διαπρεπή καρδιοχειρουργό Πέτρο Αλιβιζάτο, στα βήματα αντίστοιχου κέντρου που είχε δημιουργήσει στις ΗΠΑ, έβαλε τα σωστά θεμέλια στο κέντρο, με αυστηρά κριτήρια και οργάνωση. Σήμερα οι μεταμοσχεύσεις στο Ωνάσειο έχουν ποσοστά επιβίωσης στον πρώτο χρόνο που ξεπερνούν το 90-95%, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό.

Στο κέντρο μας παρακολουθούμε περιοδικά μεταμοσχευθέντες του 1996 και 1997 που είναι εξαιρετικά καλά στην υγεία τους. Το μεταμοσχευτικό πρόγραμμα του Ωνασείου είναι ορόσημο στον κλάδο και οι μεταμοσχεύσεις καρδιάς θα μπορούσαμε να πούμε ότι τείνουν να γίνουν επεμβάσεις ρουτίνας, λόγω της εξαιρετικής εμπειρίας της ομάδας μας. Θα πρέπει, ωστόσο, να επισημάνω ότι ακόμα και σήμερα ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια παραπέμπονται σχετικά αργά για διερεύνηση και πιθανή ένταξη στη λίστα μεταμοσχεύσεων, ενώ θα ήταν δυνατόν με έγκαιρη πρόσβαση στο κέντρο μας να αποφεύγεται επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας και ενδεχόμενες βλάβες σε άλλα όργανα που προκαλεί η καρδιακή ανεπάρκεια.

Ποιος είναι για εσάς ο ιδανικός λήπτης σε μια μεταμόσχευση καρδιάς ή πνευμόνων, με βάση τον ανοσολογικό έλεγχο που διενεργείτε;

Αρχικά εξετάζουμε στο εργαστήριό μας σχετιζόμενους ανοσολογικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, πολλοί άνθρωποι, κυρίως γυναίκες που έχουν κάνει παιδιά ή άτομα τα οποία έχουν υποβληθεί σε μεταγγίσεις αίματος, έχουν αναπτύξει ορισμένα αντισώματα απέναντι σε κάποια HLA αντιγόνα. Είναι πάρα πολύ πιθανόν ο υποψήφιος λήπτης, όταν βρεθεί μόσχευμα, να έχει αντι-HLA αντισώματα απέναντι στα HLA αντιγόνα του δότη. Αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτεται ως λήπτης, αλλά θα πρέπει να γίνει έλεγχος των εν λόγω αντισωμάτων και της έντασής τους, προκειμένου να πάρει ο ιδανικότερος λήπτης το μόσχευμα. Επίσης, οι πιθανότητες επιτυχίας είναι πολύ μεγαλύτερες εάν ο λήπτης έχει καλή κατάσταση υγείας, δεν έχει π.χ. νεφρική ή αναπνευστική ανεπάρκεια κ.ά.

Ζητούμενο είναι φυσικά, όπως προκύπτει και από τα μεγάλα διεθνή συνέδρια στον χώρο της μεταμόσχευσης καρδιάς και πνευμόνων, το να ζουν οι μεταμοσχευθέντες όσο το δυνατόν περισσότερο και κυρίως με καλή ποιότητα ζωής. Όταν ξεκίνησε το πρόγραμμά μας το 1995, μιλούσαμε για μια δεκαετία επιβίωσης, ενώ σήμερα μιλάμε για 30 χρόνια. Συνεπώς, πρέπει να γίνει σωστή επιλογή του λήπτη του μοσχεύματος, ώστε να έχει τις καλύτερες δυνατές πιθανότητες πολυετούς και ποιοτικής επιβίωσης. Ευτύχημα αποτελεί ότι οι διαδικασίες επιλογής των ληπτών δεν έχουν ποτέ αμφισβητηθεί από κανέναν, γεγονός που μας χαροποιεί και κυρίως καταδεικνύει το υψηλό επίπεδο του κέντρου. Σε αυτό το σημείο επιτρέψτε μου να τονίσω τη μεγάλη και πολύπλευρη προσφορά του Ιδρύματος Ωνάση στην ενίσχυση και προβολή του θεσμού των μεταμοσχεύσεων συμπαγών οργάνων.

Η Μονάδα Κληρονομικών Παθήσεων της Καρδιάς του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου αναγνωρίστηκε με ΦΕΚ ως το πρώτο Κέντρο Εμπειρογνωμοσύνης Σπάνιων και Κληρονομικών Καρδιολογικών Παθήσεων στην Ελλάδα. Ποιο το σχόλιό σας;

Πρόκειται για μια πολύ θετική εξέλιξη. Όντως, το Ωνάσειο και η συγκεκριμένη Κλινική Μονάδα με επιστημονικά υπεύθυνο τον κ. Αρη Αναστασάκη αναγνωρίστηκαν ως Κέντρο Εμπειρογνωμοσύνης Σπάνιων και Κληρονομικών Καρδιολογικών Παθήσεων στην Ελλάδα (Center of Excellence) με υπουργική απόφαση τον Φεβρουάριο του 2023, κάτι που είναι πολύ τιμητικό για εμάς.

Παράλληλα, το Ωνάσειο είναι ένα από τα δύο συντονιστικά κέντρα (το άλλο είναι το ΙΤΕ στην Κρήτη για την Ογκολογία και τα Νευροεκφυλιστικά νοσήματα) για την Ιατρική Ακριβείας στην Ελλάδα. Πάνω σε αυτά πρέπει να χτίσουμε τα επόμενά μας βήματα, με στόχο να προσφέρουμε ακόμα περισσότερες εξειδικευμένες υπηρεσίες σε περισσότερους ασθενείς.

 

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Ιωάννης Γουδέβενος: Η πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων είναι μια δια βίου υπόθεση

Εδώ και 50 χρόνια η επιστημονική γνώση διδάσκει ότι η πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων είναι μια δια βίου υπόθεση, επικεντρωμένη σε τέσσερις παράγοντες συμπεριφοράς (κάπνισμα, κακή δίαιτα, αυξημένο βάρος σώματος, καθιστικός τρόπος ζωής) και σε τρεις κύριους παράγοντες κινδύνου (δυσλιπιδαιμία, υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης), τονίζει στο Hellenic Medical Review ο Ιωάννης Γουδέβενος, Καθηγητής, Καρδιολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Και προσθέτει ότι το ζητούμενο για μια προσβάσιμη και προσεγγίσιμη οικονομικά ασφάλεια υγείας για όλους όσους ζουν στην Ελλάδα είναι διαχρονικό.

Ποιες είναι οι καρδιαγγειακές παθήσεις (ΚΑΠ) και ποια η εξέλιξή τους στη χώρα μας;

Στις καρδιαγγειακές παθήσεις περιλαμβάνονται τα εμφράγματα του μυοκαρδίου, τα αγγειακά εγκεφαλικά, οι παθήσεις περιφερικών αρτηριών, η καρδιακή ανεπάρκεια, οι βαλβιδοπάθειες και οι αρρυθμίες. Αποτελούν τη πρώτη αιτία θανάτου, τόσο παγκοσμίως όσο και στη χώρα μας (από συνολικά 125.000 θανάτους το 2019 οι 44.000 (ποσοστό 35%) οφείλονται στις ΚΑΠ.

Η αθηροσκλήρωση αποτελεί το υπόβαθρο σε ποσοστό 80% των καρδιαγγειακών παθήσεων και κάποτε εθεωρείτο απόρροια του πολιτισμού και νόσος των ηλικιωμένων. Πλέον αποτελεί κύρια αιτία πρόωρου θανάτου στις χαμηλού και μέσου εισοδήματος χώρες. Η αθηροσκλήρωση είναι γνωστή από παλιά (έχει εντοπισθεί στις μούμιες της Αιγύπτου), ξεκινάει νωρίς στη ζωή (όπως έχουν δείξει νεκροψίες στρατιωτών που σκοτώθηκαν στη Κορέα), είναι πολυπαραγοντική, χρόνια (φλεγμονώδης), εξελισσόμενη (με μακροχρόνια λανθάνουσα περίοδο και ταχεία εξέλιξη σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στον σακχαρώδη διαβήτη και στις μεταμοσχεύσεις), γενικευμένη (εντοπίζεται σε πολλές αρτηρίες του σώματος) και απρόβλεπτη (αιφνίδια θανατηφόρος και στις μισές περιπτώσεις ως πρώτη εκδήλωση).

Η καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Πρόκειται για συχνό, σύνθετο πρόβλημα, με φτωχή πρόγνωση και κυρίως κακή ποιότητα ζωής, λόγω των συχνών νοσηλειών. Στα ήδη γνωστά φάρμακα, που είναι οι β αναστολείς, οι αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου, καθώς και οι αναστολείς αλδοστερόνης, προστέθηκε και η κατηγορία αντιδιαβητικών φαρμάκων (αναστολείς SGLT2), που ωφελούν τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.

ο πρόβλημα που προσπαθούν να λύσουν οι ερευνητές είναι πώς να βελτιωθεί η συμμόρφωση και να μειωθούν οι επανανοσηλείες που κοστίζουν πολύ τόσο για τους ασθενείς όσο και για το σύστημα υγείας. Στην προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια η οριστική θεραπεία παραμένει η μεταμόσχευση, αλλά είναι γνωστό το θέμα με την έλλειψη δοτών που υπάρχει στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς.

Γενικά, η καρδιακή ανεπάρκεια αντιπροσωπεύει μία σοβαρή κοινωνικοοικονομική πρόκληση στα συστήματα υγείας.

Τα άτομα με καρδιακή ανεπάρκεια εμφανίζουν συμπτώματα εξουθένωσης, μειωμένη λειτουργική κατάσταση και κακή ποιότητα ζωής. Παγκοσμίως, οι εισαγωγές στα νοσοκομεία για επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας συνιστούν τεράστιο βάρος σε κοινωνικό, οικονομικό επίπεδο και σε επίπεδο υγειονομικής περίθαλψης. Αυτή η επιβάρυνση υπογραμμίζει μια κρίσιμη ανεκπλήρωτη ανάγκη για αποτελεσματικές στρατηγικές για τη βελτίωση των αποτελεσμάτων. Επίσης, εδώ μπαίνει και ένα σημαντικό ζήτημα που αφορά την ανακουφιστική θεραπεία, η οποία παρότι αφορά κατ’ εξοχήν ογκολογικούς ασθενείς, έχει τη θέση της και στη καρδιολογία, καθώς αντιμετωπίζουμε ασθενείς με τελικού σταδίου καρδιακή ανεπάρκεια, που η πρόγνωσή τους είναι το ίδιο δυσμενής με αυτή των καρκινοπαθών τελικού σταδίου και χρειάζονται συνεχή φροντίδα. Στη χώρα μας τέτοιες δομές (hospices) ανακουφιστικής φροντίδας, με στόχο την εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης μέχρι τέλους, δυστυχώς απουσιάζουν.

Υπάρχει κάποια διαφοροποίηση των ΚΑΠ σε σχέση με το φύλο των ασθενών;

Όντως, υπάρχει διαφοροποίηση. Οι ΚΑΠ, με κύριο εκπρόσωπο την ισχαιμική καρδιοπάθεια, αποτελούν τη κύρια αιτία θανάτου και στις γυναίκες. Οι γυναίκες ανησυχούν περισσότερο για τον καρκίνο του μαστού, ωστόσο στις ΗΠΑ το 2016 ο αριθμός θανάτων από ΚΑΠ ήταν 400.000, ενώ από καρκίνο μαστού ήταν 40.000. Είναι γενικά αποδεκτό ότι οι γυναίκες δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς από την καρδιολογία: οι ΚΑΠ υποαναγνωρίζονται, υποδιαγιγνώσκονται, υποθεραπεύονται και υποεκπροσωπούνται στις κλινικές μελέτες που αποτελούν την κύρια πηγή των δεδομένων για τη σωστή αντιμετώπιση των ΚΑΠ.

Σε συνέντευξη τύπου της ΕΚΕ αναφέρθηκε μια καινούργια μέτρηση στον τομέα των καρδιαγγειακών παθήσεων, αυτή της λιποπρωτεΐνης LP(a). Θα μπορούσατε να μας πείτε περισσότερα για αυτήν;

Η Lp(a) είναι μια λιποπρωτεΐνη που το μόριό της μοιάζει με την καλή χοληστερίνη(LDL) και είναι γνωστή ως παράγων κινδύνου για αθηρωματική νόσο. Επί του παρόντος, δεν υπάρχει θεραπεία για τη μείωσή της και απλά συνιστάται να μετράται μια φορά για να ξέρουμε τη τιμή της και να είμαστε αναλόγως πιο επιθετικοί στους παράγοντες κινδύνου.

Πόσο έχει προχωρήσει η τεχνολογία στην καταγραφή και εντοπισμό κληρονομικών καρδιαγγειακών παθήσεων;

Οι γενετικές μελέτες έχουν σημειώσει μεγάλη πρόοδο, και κατά κύριο λόγο χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση σπανίων αρρυθμιών και μυοκαρδιοπαθειών. Δεν υπάρχει δυνατότητα εύκολης πρόσβασης και τέτοια κέντρα είναι ελάχιστα (ένα τέτοιο κέντρο είναι το Εργαστήριο Γενετικής του ΕΚΠΑ, στο Ωνάσειο ΚΧ κέντρο).

Πώς ιεραρχείτε τις αδυναμίες στην αντιμετώπιση των KAΠ;

Οι αδυναμίες στην αντιμετώπιση των ΚΑΠ ιεραρχούνται ως εξής:

  1. Αδυναμία στη τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου: (διακοπή καπνίσματος, έλεγχος υπέρτασης, λιπιδίων). Κύριο θέμα στη σύγχρονη κλινική πράξη είναι η μη έναρξη θεραπείας με στατίνες σε μεγάλο αριθμό ασθενών που έχουν ένδειξη για τη λήψη τους.
  2. Αδυναμία στη διάγνωση ή και λάθος στη διάγνωση: Ποσοστό 20%-40% των εμφραγμάτων συμβαίνουν σε ασθενείς χωρίς γνωστή ΚΑΠ, ενώ ποσοστό 20% και 30% αντιστοίχως των υπερτασικών και δυσλιπιδαιμιών είναι αδιάγνωστες.
  3. Αδυναμία στη συμμόρφωση με τη θεραπευτική αγωγή: Οι μισοί ασθενείς σταματούν τη στατίνη, που είναι το βασικό χάπι για τις υπερλιπιδαιμίες στον πρώτο χρόνο. Οι μισοί ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή διακόπτουν την αντιπηκτική αγωγή.
  4. Βασικοί λόγοι για τις αποτυχίες των παραπάνω είναι το κόστος (οι ασθενείς αδυνατούν να καταβάλουν ακόμα και τη συμμετοχή) και οι ακριβές θεραπείες και επεμβάσεις (ειδικά σε μικρά παιδιά), με αποτέλεσμα οι ασθενείς χαμηλών εισοδημάτων να μην έχουν πρόσβαση σε αυτές.

Tι έχει αλλάξει σήμερα αναφορικά με τις επεμβάσεις στις καρδιακές βαλβίδες;

Η κλασική αντιμετώπιση με διόρθωση ή αντικατάσταση των καρδιακών βαλβίδων ήταν η χειρουργική επέμβαση (με εξωσωματική κυκλοφορία). Σήμερα ο τρόπος αντιμετώπισής των είναι διακαθετηριακός, χωρίς εξωσωματική κυκλοφορία. Διαδερμικά, από μια περιφερική αρτηρία, η βαλβίδα διoρθώνεται με συσκευή που μοιάζει με τα «μανταλάκια» γνωστό σαν mitral clip (όταν πρόκειται για τη μιτροειδή βαλβίδα) ή γίνεται αντικατάστασή της με καινούργια βαλβίδα, Επίσης, υπάρχει και η γνωστή επέμβαση TAVI, όταν πρόκειται για την αορτική βαλβίδα. Όλες οι παραπάνω επεμβάσεις πλέον αποτελούν ρουτίνα στον χώρο της καρδιολογίας και ο ασθενής έχει ταχεία ανάρρωση και επιστρέφει σύντομα στην κανονικότητα.

Ποια είναι τα συνήθη ερωτήματα των ασθενών που είναι υποψήφιοι για επέμβαση στη καρδιά;

Οι ασθενείς ζητούν να ζήσουν όσο γίνεται περισσότερο και με καλύτερη ποιότητα ζωής.

Ποιος ο ρόλος της ψηφιακής υγείας στην πρόληψη και αντιμετώπιση των ΚΑΠ;

Η ψηφιακή υγεία εξελίσσεται και προοδευτικά παγιώνεται στη συνείδηση και εκτίμηση όλων των μελών της επιστημονικής κοινότητας, της βιομηχανίας και αναμφίβολα των ρυθμιστικών αρχών. Είναι αποτελεσματική, άμεση, ασφαλής για τους καιρούς μας και οικονομικά συμφέρουσα. Είναι το παρόν και προοπτικά το μέλλον. Η ψηφιακή υγεία, πέρα από το ρόλο της στην πρόληψη και αντιμετώπιση των ΚΑΠ, μπορεί να παίξει ρόλο και στις υγειονομικές ανισότητες (άνεργοι, άποροι, ρομά, μετανάστες) και να βελτιώσει την πρόσβαση φτωχών πληθυσμών σε μονάδες υγείας (απομακρυσμένα αγροτικά ιατρεία , νοσοκομεία με ελλιπή στελέχωση). Καθώς η ΨΥ επεκτείνεται, οι κυβερνήσεις πρέπει να αναθεωρήσουν προσεγγίσεις στην επένδυση της ιατρικής εκπαίδευσης και των τεχνολογικών υποδομών στη πρόσβαση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι τεχνολογικές καινοτομίες είναι και υποχρεωτικά ωφέλιμες, και είναι σημαντικό να κατανοήσουμε το πρόβλημα που χρειάζεται λύση και να βεβαιωθούμε. Πρέπει οι συλλογές δεδομένων και αποδείξεων να είναι αξιόπιστες, επιδραστικές και ασφαλείς. Η ψηφιακή υγεία αποτελεί μια νέα κανονικότητα. Οι λύσεις της φυσικά δεν αποτελούν πανάκεια, και πρέπει να είναι συμπληρωματικές σε ένα πλήρως εξοπλισμένο σύστημα υγείας. Χέρι – χέρι, με σταθερή την εμπιστοσύνη μεταξύ γιατρών και ασθενών, το ταξίδι στη ρουτίνα χρήσης της ψηφιακής υγείας έχει ήδη ξεκινήσει. Το πώς όμως θα διαχωρίσουμε τη μελλοντική μεγάλη δημοσιότητα από τις ουσιαστικές ανάγκες των γιατρών και των ασθενών, αποτελεί ένα κύριο ερώτημα.

Στην ψηφιακή υγεία συμπεριλαμβάνεται και ο ηλεκτρονικός φάκελος και η παρακολούθηση από απόσταση;

Ένα κύριο διαχρονικό πρόβλημα στην ιατρική είναι η φτωχή συμμόρφωση των ασθενών με τη θεραπευτική αγωγή σε χρόνια νοσήματα. Τα αίτια είναι αλληλένδετα και σχετίζονται με τον ασθενή (καλύτερη εκπαίδευση, κόστος), τον θεράποντα ιατρό (αφιέρωση περισσότερου χρόνου) και το σύστημα υγείας. Ο ηλεκτρονικός φάκελος όπως και η παρακολούθηση από απόσταση (remote monitoring) έρχονται αρωγοί στο να βελτιώσουν το πρόβλημα. Αφορά ασθενείς σχεδόν κάθε κατηγορίας, που λαμβάνουν σύνθετες θεραπευτικές αγωγές. Το όφελος παρακολούθησης από απόσταση φάνηκε στην εποχή της πανδημίας, όπου η πρόσωπο με πρόσωπο ιατρική συνάντηση δεν ήταν εύκολη σε πολλές περιπτώσεις. Οι ψηφιακές τεχνολογίες, με τη δυνατότητα ελέγχου από μακριά, κάνουν τον κόσμο να νοιώθει ασφαλής τόσο κατά την νόσηση όσο και στη υγεία τους.

Στερούνται κάτι οι Έλληνες καρδιολογικοί ασθενείς σε σχέση με τους Ευρωπαίους;

Είθισται Έλληνες καρδιολόγοι να μετεκπαιδεύονται στο εξωτερικό για να γίνουν καλύτεροι. Εξυπακούεται ότι και πολλοί ασθενείς ακολουθούν το παράδειγμά τους. Μια απλή επίσκεψη σε νοσηλευτικά ιδρύματα της Δυτικής Ευρώπης και κυρίως των ΗΠΑ, θα σας πείσουν για τη διαφορά.

Εκτός από την ανακουφιστική θεραπεία τι άλλο είναι παντελώς ανύπαρκτο στη χώρα μας;

Η καρδιακή αποκατάσταση(cardiac rehabilitation). Πρόκειται για σύνθετο πρόγραμμα άσκησης που επιβλέπεται από γιατρό σε ειδικά διαμορφωμένους και εξοπλισμένους χώρους. Ο σκοπός της είναι η γρήγορη επανένταξη των ασθενών μετά κάποιο σοβαρό καρδιακό πρόβλημα στη προτέρα κατάσταση. Αυτό το πρόγραμμα είναι σημαντικό και θα έπρεπε να υπάρχει και τη χώρα μας.

Εν κατακλείδι, θα ήθελα να πω ότι εδώ και 50 χρόνια η επιστημονική γνώση διδάσκει ότι η πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων είναι μια δια βίου υπόθεση, επικεντρωμένη σε τέσσερις παράγοντες συμπεριφοράς (Life style): κάπνισμα, κακή δίαιτα, αυξημένο βάρος σώματος, καθιστικός τρόπος ζωής και σε τρεις κύριους παράγοντες κινδύνου: δυσλιπιδαιμία, υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη. Το ζητούμενο για μια προσβάσιμη και προσεγγίσιμη οικονομικά ασφάλεια υγείας για όλους όσους ζουν στην Ελλάδα είναι διαχρονικό. Η αγωγή στα θέματα συνεπειών του καπνίσματος (όσο νωρίτερα αρχίζει κάποιος το κάπνισμα, τόσο πιο δύσκολα διακόπτεται), της κακής διατροφής (τα ελληνόπουλα είναι από τα πιο παχύσαρκα στην Ευρώπη), της μη άσκησης (πρέπει να καθόμαστε λίγο και να ασκούμαστε πολύ), όλη αυτή η αγωγή πρέπει να αρχίσει από τη σχολική ηλικία. Αλλά και για τους ηλικιωμένους, ισχύει το «ποτέ δεν είναι αργά» ή το «κάλιο αργά παρά ποτέ».

Οι Καρδιαγγειακές Παθήσεις προλαμβάνονται εφόσον βελτιωθούν οι οδηγίες, εφόσον απλοποιηθεί η θεραπεία (δεν ωφελεί η πολυφαρμακία), εφόσον το άτομο βγει από την αδράνεια και βελτιώσει τη συμμόρφωση με την κατάλληλη εφαρμογή των δεδομένων που έχουμε από την επιστημονική έρευνα και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών.

 

 

πΗΓΗ:https://hellenicmedicalreview.gr/