Ξεκινάει η δεύτερη φάση του ευρωπαϊκού προγράμματος COMBINE για τις συνδυασμένες κλινικές μελέτες και δοκιμές

Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της πρώτης φάσης του πιλοτικού προγράμματος συντονισμένης αξιολόγησης COMBINE, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη της ΕΕ εγκαινιάζουν σήμερα τη δεύτερη φάση του προγράμματος.

 

Ηπρώτη φάση αποτέλεσε την πρώτη εμπειρία συντονισμένης αξιολόγησης συνδυασμένων μελετών μέσω του Clinical Trials Information System (CTIS). Η δεύτερη φάση, η οποία αναμένεται να παραμείνει ανοικτή για τουλάχιστον έναν χρόνο, διευρύνει το πεδίο των μελετών που μπορούν να συμμετάσχουν και εισάγει μια πιο ευέλικτη διαδικασία, με μηνιαίους κύκλους υποβολής εκδηλώσεων ενδιαφέροντος.

Η έναρξη της δεύτερης φάσης σηματοδοτεί ένα σημαντικό βήμα προς πιο απλουστευμένες, αποδοτικές και συντονισμένες κανονιστικές διαδικασίες για συνδυασμένες θεραπείες που περιλαμβάνουν φαρμακευτικά και ιατροτεχνολογικά προϊόντα. Μέσω της απλοποίησης των διαδικασιών και της κοινής αξιολόγησης, το πιλοτικό πρόγραμμα φιλοδοξεί να ενισχύσει την καινοτομία, διατηρώντας παράλληλα υψηλό επίπεδο κανονιστικής εποπτείας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τι νέο φέρνει η δεύτερη φάση

Η δεύτερη φάση επεκτείνει τη δυνατότητα συμμετοχής σε:

  • Πολυεθνικές κλινικές δοκιμές ερευνητικών φαρμακευτικών προϊόντων (IMP) που συνδυάζονται με μελέτες επιδόσεων διαγνωστικών in vitro (IVDs) ή συνοδών διαγνωστικών (companion diagnostics) που απαιτούν άδεια, κλινικές διερευνήσεις ιατροτεχνολογικών προϊόντων που απαιτούν άδεια.
  • Συνδυασμένες μελέτες που περιλαμβάνουν φάρμακα προηγμένων θεραπειών (ATMPs).
  • Δυνατότητα ύπαρξης ενός ή διαφορετικών χορηγών (sponsors) για τα επιμέρους σκέλη της μελέτης.
  • Διαδικασία για ουσιώδεις τροποποιήσεις συνδυασμένων μελετών που έχουν εγκριθεί μέσω του πιλοτικού προγράμματος, η οποία θα τεθεί σε εφαρμογή αργότερα κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης.
  • Διερεύνηση της χρήσης ενιαίων πρωτοκόλλων και κοινών εγγράφων τεκμηρίωσης.

Υποβολή εκδήλωσης ενδιαφέροντος

Οι χορηγοί θα πρέπει να υποβάλλουν την εκδήλωση ενδιαφέροντός τους έως τις 23 του μήνα που προηγείται του μήνα κατά τον οποίο σκοπεύουν να υποβάλουν την αίτηση συμμετοχής.

Ο πρώτος μηνιαίος κύκλος υποβολής αιτήσεων θα ανοίξει τον Σεπτέμβριο του 2026. Για συμμετοχή στον κύκλο του Σεπτεμβρίου, οι εκδηλώσεις ενδιαφέροντος πρέπει να υποβληθούν έως τις 23 Αυγούστου 2026.

Για περισσότερες πληροφορίες και για την υποβολή αίτησης συμμετοχής στην πιλοτική διαδικασία συντονισμένης αξιολόγησης COMBINE, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επισκεφθούν την ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

 

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/

Eνημέρωση σχετικά με τη χορήγηση των νεότερων φαρμακευτικών θεραπειών για την παχυσαρκία (αγωνιστές GLP-1 και GIP/GLP-1) σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας

ενημερωτική σύσταση σχετικά με τη χορήγηση των νεότερων φαρμακευτικών θεραπειών για την παχυσαρκία (αγωνιστές GLP-1 και GIP/GLP-1) σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας.

Η αυξανόμενη χρήση των συγκεκριμένων θεραπειών και η εμφάνιση ολοένα και περισσότερων μη προγραμματισμένων κυήσεων καθιστούν σημαντική την ευαισθητοποίηση των ιατρών που εμπλέκονται στη συνταγογράφηση και παρακολούθηση των ασθενών, με ιδιαίτερη έμφαση στη συμβουλευτική για την αντισύλληψη και τον οικογενειακό προγραμματισμό, καθώς και στη συνεργασία με τον θεράποντα γυναικολόγο όπου ενδείκνυται.

Η παρούσα πρωτοβουλία αποσκοπεί αποκλειστικά στην ενίσχυση της ενημέρωσης των συναδέλφων και στην προαγωγή της ασφαλούς συνταγογραφικής πρακτικής, σύμφωνα με τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα και τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες

 

Ενημέρωση σχετικά με τη συμβουλευτική αναπαραγωγικής υγείας

 

 

..

ΕΛΣΤΑΤ: Αύξηση του Ιατρικού προσωπικού στα Κ.Υ. της χώρας το 2025

Μικρή μείωση στον αριθμό των νοσηλευτών
Η ΕΛΣΤΑΤ δημοσίευσε χθες έκθεση για
τα Κέντρα Υγείας και το υγειονομικό προσωπικό που απασχολείται σε αυτά, για την περίοδο 2024-2025. Από τη σύγκριση των στοιχείων τα συμπεράσματα ήταν τα εξής:-Ο αριθμός του ιατρικού προσωπικού που απασχολείται στα Κέντρα Υγείας παρουσίασε αύξηση κατά 3,1% το 2025 σε σχέση με το 2024, στο σύνολο της Χώρας. Αύξηση παρατηρείται το 2025 σε σχέση με το 2024 στις Περιφέρειες Βόρειο Αιγαίο κατά 10,2% και Ήπειρος 6,7%, αντίστοιχα. Αντίθετα, το 2025 σε σχέση με το 2024 παρατηρήθηκε μείωση στις περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας κατά 2,9% και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης κατά 1,6%.-Το νοσηλευτικό προσωπικό μειώθηκε το 2025 σε σχέση με το 2024 κατά 1,0% στο σύνολο της Χώρας. Η μεγαλύτερη μείωση παρατηρείται στην Πελοπόννησο και το Νότιο Αιγαίο, 6,5% και 5,0% αντίστοιχα. Αντίθετα, αύξηση καταγράφηκε σε τέσσερις περιφέρειες, με τη σημαντικότερη αύξηση να παρατηρείται στην Ήπειρο και τη Στερεά Ελλάδα, κατά 6,1% και 4,6% αντίστοιχα.-Το προσωπικό λοιπών ειδικοτήτων των Κέντρων Υγείας παρουσίασε αύξηση το 2025 σε σχέση με το 2024 κατά 2,8% στο σύνολο της Χώρας. Σημαντικότερη αύξηση στη Στερεά Ελλάδα, την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη.

 

 

Πηγη:HealthDaily

Παγκόσμια ημέρα σκληροδέρματος 2026

«Όταν το σώμα φωνάζει και κανείς δεν ακούει»
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Σκληροδέρματος, στις 29 Ιουνίου, η FESCA
(Federation of European Scleroderma Associations) υλοποιεί τη διεθνή εκστρατεία ευαισθητοποίησης «Hear the Unheard», καλώντας την κοινωνία και τους επαγγελματίες υγείας να ακούσουν τις φωνές των ανθρώπων που ζουν με τη νόσο και να αναγνωρίζουν έγκαιρα τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια. Η Ελληνική Εταιρεία Αντιρευματικού Αγώνα (ΕΛ.Ε.ΑΝ.Α.), μέλος της FESCA για την Ελλάδα, συμμετέχει ενεργά στην πρωτοβουλία, ενισχύοντας το μήνυμα ότι η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να κάνει τη διαφορά. Το Σκληρόδερμα είναι ένα σπάνιο, χρόνιο και συστηματικό αυτοάνοσο νόσημα που μπορεί να επηρεάσει το δέρμα, τα αιμοφόρα αγγεία και ζωτικά όργανα, όπως οι πνεύμονες, η καρδιά και το πεπτικό σύστημα. Παρότι η νόσος μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, τα πρώτα συμπτώματά της συχνά περνούν απαρατήρητα ή αποδίδονται σε άλλες αιτίες. Ως αποτέλεσμα, πολλοί ασθενείς χρειάζονται μήνες ή ακόμη και χρόνια μέχρι να λάβουν τη σωστή διάγνωση. Ανάμεσα στα πιο συχνά πρώιμα σημάδια της νόσου είναι το Φαινόμενο Raynaud – η αλλαγή χρώματος των δακτύλων στο κρύο ή στο στρες – καθώς και η σκλήρυνση ή πάχυνση του δέρματος, η επίμονη κόπωση και άλλα συμπτώματα που συχνά δεν συνδέονται άμεσα με το Σκληρόδερμα. Η καθυστέρηση στην αναγνώριση αυτών των ενδείξεων μπορεί να επηρεάσει την πορεία της νόσου και την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Η εκστρατεία δίνει βήμα στους ίδιους τους ασθενείς

Η φετινή εκστρατεία δίνει βήμα στους ίδιους τους ασθενείς να μοιραστούν
τις προσωπικές τους ιστορίες: τα πρώτα συμπτώματα που αγνοήθηκαν, τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν μέχρι να βρουν απαντήσεις και την εμπειρία τους μέσα στο σύστημα υγείας. Μέσα από αυτές τις αφηγήσεις αναδεικνύεται ένα κοινό μήνυμα: όσο νωρίτερα αναγνωριστεί η νόσος, τόσο μεγαλύτερες είναι οι δυνατότητες για καλύτερη διαχείριση, περιορισμό των επιπλοκών και βελτίωση της καθημερινότητας των ασθενών. Η εκστρατεία απευθύνεται τόσο στους επαγγελματίες υγείας πρώτης γραμμής όσο και στο ευρύ κοινό. «Οι ιστορίες των ανθρώπων που ζουν με Σκληρόδερμα δεν είναι απλώς προσωπικές μαρτυρίες. Είναι πολύτιμα μηνύματα που μπορούν να βοηθήσουν άλλους ανθρώπους να αναγνωρίσουν εγκαίρως τα συμπτώματά τους και να αναζητήσουν εξειδικευμένη βοήθεια”, δηλώνει η Καίτη Αντωνοπούλου, Πρόεδρος της ΕΛΕΑΝΑ.

 

 

Πηγη: HealthDaily

COVID-19: Η μελέτη για τα εμβόλια που είχε μπλοκαριστεί από το CDC

Μια σημαντική μελέτη για την αποτελεσματικότητα των εμβολίων COVID-19, η οποία είχε προηγουμένως εμποδιστεί να δημοσιευθεί σε κυβερνητική επιστημονική έκδοση στις ΗΠΑ, δημοσιεύθηκε τελικά στο JAMA Network Open, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη συζήτηση για την επιστημονική διαφάνεια, τη δημόσια υγεία και την πολιτική παρέμβαση στην ενημέρωση των πολιτών.

Η μελέτη έδειξε ότι τα εμβόλια ήταν περίπου 55% αποτελεσματικά στην πρόληψη νοσηλειών που σχετίζονταν με COVID-19. Παράλληλα, συνδέθηκαν με μείωση κατά 50% των επισκέψεων σε τμήματα επειγόντων περιστατικών και κλινικές άμεσης φροντίδας λόγω COVID-19.

Τα ευρήματα δεν ανατρέπουν την υπάρχουσα επιστημονική εικόνα για την προστασία που παρέχουν τα εμβόλια, αλλά η υπόθεση απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή το άρθρο είχε προηγουμένως μπλοκαριστεί από δημοσίευση στο Morbidity and Mortality Weekly Report, την εμβληματική επιστημονική έκδοση των Centers for Disease Control and Prevention (CDC).

Γιατί είχε μπλοκαριστεί η δημοσίευση

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, πολιτικοί διορισμένοι αξιωματούχοι στην κυβέρνηση Trump είχαν εμποδίσει την ένταξη της μελέτης σε έκδοση του CDC, επικαλούμενοι ανησυχίες για τη μεθοδολογία της.

Το βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι ο σχεδιασμός της μελέτης μπορούσε να στηριχθεί σε λανθασμένες παραδοχές και να οδηγήσει σε ανακριβή αποτελέσματα. Ωστόσο, πολλοί ερευνητές δημόσιας υγείας υποστηρίζουν ότι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε αποτελεί αξιόπιστη και επί δεκαετίες εφαρμοζόμενη προσέγγιση για την εκτίμηση της πραγματικής αποτελεσματικότητας των εμβολίων.

Η μελέτη είχε αρχικά προγραμματιστεί να δημοσιευθεί την άνοιξη στο Morbidity and Mortality Weekly Report. Παρότι είχε λάβει έγκριση από το Office of Science του CDC, επισημάνθηκε από τον acting director του οργανισμού, Jay Bhattacharya, σύμφωνα με την Althea Grant-Lenzy, chief science officer του CDC.

Η ίδια διευκρίνισε ότι η απόφαση του Bhattacharya δεν απαγόρευε οριστικά τη δημοσίευση, αλλά ζητούσε από τους συγγραφείς να απαντήσουν στις ανησυχίες που είχαν τεθεί. Οι ερευνητές, όπως ανέφερε, είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν την εργασία τους σε εξωτερικά επιστημονικά περιοδικά.

Τι έδειξε η μελέτη

Η μελέτη κατέληξε ότι τα εμβόλια COVID-19 παρείχαν σημαντική προστασία έναντι σοβαρών εκβάσεων. Συγκεκριμένα, η αποτελεσματικότητα έναντι νοσηλειών που σχετίζονταν με COVID-19 υπολογίστηκε περίπου στο 55%.

Επιπλέον, η προστασία έναντι επισκέψεων σε τμήματα επειγόντων περιστατικών και κέντρα άμεσης φροντίδας εκτιμήθηκε στο 50%.

Τα ποσοστά αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αποτελεσματικότητα των εμβολίων μεταβάλλεται με τον χρόνο, λόγω της αλλαγής της ανοσίας στον πληθυσμό, της προηγούμενης έκθεσης στον ιό και της εμφάνισης νέων παραλλαγών.

Η Natalie Dean, ειδικός βιοστατιστικής στο Emory University, έγραψε σε συνοδευτικό σχόλιο ότι είναι κρίσιμο να συνεχιστεί η περιγραφή και δημοσίευση εκτιμήσεων αποτελεσματικότητας των εμβολίων σε πληθυσμούς με μεταβαλλόμενη ανοσία απέναντι σε εξελισσόμενα στελέχη του ιού.

Η μέθοδος test-negative design

Η μελέτη χρησιμοποίησε τη μέθοδο test-negative design, μια ερευνητική προσέγγιση που εφαρμόζεται συχνά για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας εμβολίων σε πραγματικές συνθήκες.

Με αυτή τη μέθοδο, οι ερευνητές εξετάζουν ανθρώπους που εισάγονται σε νοσοκομεία ή προσέρχονται σε επείγοντα με αναπνευστική νόσο. Στη συνέχεια καταγράφουν αν οι ασθενείς ήταν εμβολιασμένοι ή όχι και συγκρίνουν την πιθανότητα θετικού τεστ COVID-19 ανάμεσα σε εμβολιασμένους και ανεμβολίαστους.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει περάσει από peer review και έχει δημοσιευθεί σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά, όπως το Pediatrics και το The New England Journal of Medicine.

Οι υποστηρικτές της επισημαίνουν ότι η μέθοδος έχει σχεδιαστεί ώστε να περιορίζει διαφορές που σχετίζονται με το ποιοι άνθρωποι αναζητούν ιατρική φροντίδα. Αναγνωρίζουν ότι κανένα ερευνητικό μοντέλο δεν είναι τέλειο, αλλά τονίζουν ότι μέχρι σήμερα οι αρμόδιες υπηρεσίες του U.S. Department of Health and Human Services δεν έχουν προτείνει πιο αξιόπιστη εναλλακτική για την παραγωγή έγκαιρων εκτιμήσεων αποτελεσματικότητας εμβολίων.

Οι αντιρρήσεις Bhattacharya και Kulldorff

Ο Jay Bhattacharya υποστήριξε ότι η μέθοδος βασίζεται υπερβολικά σε παραδοχές και μπορεί να επηρεαστεί από παράγοντες όπως προηγούμενες λοιμώξεις ή διαφορετικές συμπεριφορές των ασθενών.

Αντίστοιχες ενστάσεις εξέφρασε και ο Martin Kulldorff, βιοστατιστικός και συνυπογράφων της Great Barrington Declaration, της επιστολής του Οκτωβρίου 2020 που υποστήριζε ότι τα lockdowns της πανδημίας προκάλεσαν ανεπανόρθωτη βλάβη.

Ο Kulldorff, ο οποίος είχε οριστεί από τον U.S. Health Secretary Robert F. Kennedy Jr. επικεφαλής ομοσπονδιακής συμβουλευτικής επιτροπής για τα εμβόλια πριν μετακινηθεί σε θέση chief science officer στο HHS planning and evaluation office, υποστήριξε ότι τέτοιες μελέτες δεν πρέπει να περιλαμβάνουν άτομα με διαφορετικές νόσους.

Έθεσε επίσης το ερώτημα γιατί δεν χρησιμοποιήθηκαν μακροχρόνιες μελέτες για την αξιολόγηση των εμβολίων COVID-19. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ένα άτομο από το ακροατήριο απάντησε αυθόρμητα ότι η χώρα βρισκόταν σε πανδημία, γι’ αυτό και απαιτούνταν γρήγορες εκτιμήσεις.

 

 

Πηγη: https://healthpharma.gr

Π.Ο.Υ.: Κλιμάκωση του προληπτικού ελέγχου νεογνών

Για τη βελτίωση της έγκαιρης ανίχνευσης των γενετικών ανωμαλιών
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας
προτρέπει τις κυβερνήσεις όλων των χωρών, να επεκτείνουν τον προληπτικό έλεγχο νεογνών για γενετικές ανωμαλίες, υπογραμμίζοντας πώς η έγκαιρη ανίχνευση και θεραπεία μπορούν να σώσουν ζωές και να μειώσουν τη δια βίου αναπηρία για εκατομμύρια παιδιά. Η νέα έκθεση του ΠΟΥ, με τίτλο «Ενίσχυση της ικανότητας για τον νεογνικό έλεγχο, τη διάγνωση και τη διαχείριση των γενετικών ανωμαλιών», προσδιορίζει τον νεογνικό έλεγχο ως μια σημαντική ευκαιρία για την επιτάχυνση της προόδου στην επιβίωση των παιδιών. Πολλές παθήσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με επιτυχία εάν εντοπιστούν νωρίς μετά τη γέννηση, όπως ο συγγενής υποθυρεοειδισμός, η δρεπανοκυτταρική αναιμία, η βαρηκοΐα και μεταβολικές διαταραχές. Ωστόσο, εκατομμύρια παιδιά εξακολουθούν να διαγιγνώσκονται πολύ αργά ή δεν λαμβάνουν ποτέ θεραπεία. Παγκοσμίως, εκτιμάται ότι 8 εκατομμύρια μωρά γεννιούνται με κάποια γενετική ανωμαλία κάθε χρόνο και οι γενετικές ανωμαλίες αντιπροσωπεύουν πλέον σχεδόν το 8% όλων των θανάτων παιδιών κάτω των πέντε ετών. Εκτιμάται ότι το 90% των παιδιών που γεννιούνται με σοβαρές γενετικές ανωμαλίες ζουν σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου η πρόσβαση σε διάγνωση και θεραπεία παραμένει
περιορισμένη. «Το χάσμα μεταξύ
των χωρών είναι έντονο: ορισμένες χώρες ελέγχουν όλα τα νεογνά για περισσότερες από 50 παθήσεις, ενώ άλλες δεν είναι σε θέση να ελέγχουν για καμία. Ο ΠΟΥ ενθαρρύνει κάθε χώρα να ξεκινήσει τον έλεγχο νεογνών – ξεκινώντας με μια πάθηση προτεραιότητας και να επεκτείνονται σταδιακά. Μεταξύ 2000 και 2023, το ποσοστό των θανάτων παιδιών κάτω των 5ετών που αποδίδονται σε γενετικές ανωμαλίες αυξήθηκε από 1% σε 4% στην υποσαχάρια Αφρική και από 3% σε 11% στη Νότια Ασία.

 

 

Πηγη:HealthDaily

TΙΜΕ OUT: Νέα εκστρατεία της ΕΠΕ για τη διακοπή της χρήσης καπνικών προϊόντων

Ένας από τους 5+1 άξονες που έχουν καταγραφεί στη Χάρτα της ΕΠΕ
«Κάνε το δικό σου TimeOut! Κάνε τη διακοπή εφικτή…Καλύτερα ελεύθερος…
Καλύτερα χωρίς καπνό, χωρίς ατμό» είναι τα μηνύματα της εκστρατείας ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας για τη διακοπή χρήσης καπνικών προϊόντων.Δεδομένου ότι το κάπνισμα εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για την υγεία και συνδέεται άμεσα με την εμφάνιση και επιδείνωση πολλών αναπνευστικών νοσημάτων, η διακοπή χρήσης καπνικών προϊόντων είναι ένας από τους 5+1 άξονες που έχουν καταγραφεί στη Χάρτα της ΕΠΕ (η οποία αποτελεί μια πρωτοβουλία που στοχεύει στην ευαισθητοποίηση των φορέων υγείας για τις προκλήσεις που συνδέονται με την υγεία του αναπνευστικού συστήματος).
Δημιουργία τηλεοπτικού σποτ

Αξιοποιώντας με λογικά και συναισθηματικά στοιχεία το δημοφιλές στην
Ελλάδα άθλημα της καλαθοσφαίρισης και τον γνωστό όρο «TimeOut» η καμπάνια εκτυλίσσεται με βασικό επικοινωνιακό όχημα τηλεοπτικό σποτ που γυρίστηκε κατά τη διάρκεια προπόνησης της ομάδας της ΚΑΕ «ΑΡΗΣ Betsson». Στο μπάσκετ, όταν η εξέλιξη του αγώνα δεν είναι η επιθυμητή και χρειάζεται εγκαίρως νέα κατεύθυνση και αλλαγή τακτικής, ο προπονητής ζητά timeout και συχνά δίνει οδηγίες σε κάποιον παίκτη πώς να βγει ελεύθερος και να σκοράρει. Στο τηλεοπτικό σποτ της εκστρατείας ο προπονητής είναι ο ειδικός, ο γιατρός ή απλώς ένας φίλος που παρακινεί σε αλλαγή, δίνει συμβουλές/οδηγίες σε αυτόν που καπνίζει ή ατμίζει και τον παροτρύνει να απευθυνθεί στον Πνευμονολόγο για να ενημερωθεί για τις διαθέσιμες λύσεις διακοπής («Κάνε τη διακοπή εφικτή») ώστε «να βγει ελεύθερος»! («Καλύτερα ελεύθερος…Καλύτερα χωρίς καπνό, χωρίς ατμό»). Στο σποτ συμμετέχουν αφιλοκερδώς ο Χρήστος Χασανίδης (coach assistant) και οι καλαθοσφαιριστές Λευτέρης Μποχωρίδης (γκαρντ), Στέλιος Πουλιανίτης (γκαρντ), Βασίλης Πουρλίδας (γκαρντ) και Βασίλης Καζαμίας (γκαρντ).Το σποτ της εκστρατείας προβάλλεται ήδη ως κοινωνικό μήνυμα στην τηλεόραση κατόπιν έγκρισης του ΕΣΡ, καθώς και στα social media της ΕΠΕ ως χορηγούμενο, ενώ σε δεύτερο χρόνο θα προβληθεί σε τηλεόραση και social media.

 

 

Πηγη:HealthDaily

Νέες δυνατότητες της προγεννητικής διάγνωσης του εγκεφάλου

Ανωμαλίες στον εγκέφαλο των παιδιών μπορούν πλέον να εντοπιστούν ήδη πριν από τη γέννηση, χάρη στις εμβρυϊκές μαγνητικές τομογραφίες (MRI), οι οποίες επιτρέπουν στους ειδικούς να εξετάζουν λεπτομερώς την ανάπτυξη του εγκεφάλου και να εκτιμούν τις πιθανές επιπτώσεις διαφόρων δυσπλασιών.

Οι τελευταίες εξελίξεις στον τομέα αυτό παρουσιάζονται στο Παγκόσμιο Συνέδριο Εμβρυϊκής Ιατρικής, που πραγματοποιείται στη Βιέννη από τις 28 Ιουνίου έως τις 2 Ιουλίου.

Σύμφωνα με τον Γκρέγκορ Κάσπριαν, επικεφαλής της Κλινικής Νευροακτινολογίας και Μυοσκελετικής Ακτινολογίας του Ιατρικού Πανεπιστημίου της Βιέννης, η υγεία του εγκεφάλου ξεκινά ήδη πριν από τη γέννηση μέσω προγεννητικών εξετάσεων, όπως το υπερηχογράφημα και η μαγνητική τομογραφία, που βοηθούν στον σχεδιασμό της καλύτερης δυνατής φροντίδας για το έμβρυο.

Οι εμβρυϊκές μαγνητικές τομογραφίες πραγματοποιούνται συνήθως μετά τη 18η εβδομάδα κύησης, όταν οι υπερηχογραφικοί έλεγχοι ή οι γενετικές εξετάσεις υποδεικνύουν πιθανές ανωμαλίες.

Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου οι γιατροί περιορίζονταν κυρίως στη μέτρηση της περιμέτρου του κεφαλιού και του μεγέθους των εγκεφαλικών κοιλιών, σήμερα μπορούν να εξετάζουν και τον ίδιο τον εγκεφαλικό ιστό, γεγονός που επιτρέπει την ανίχνευση ενός πολύ ευρύτερου φάσματος διαταραχών της εγκεφαλικής ανάπτυξης.

Στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Βιέννης πραγματοποιούνται περίπου 600 εμβρυϊκές MRI ετησίως, αριθμός αυξημένος κατά ένα τρίτο σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια.

Η συχνότερη ανωμαλία που εντοπίζεται είναι η διεύρυνση των εγκεφαλικών κοιλιών, δηλαδή των κοιλοτήτων που παράγουν και κυκλοφορούν το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Όταν το πλάτος τους υπερβαίνει τα δέκα χιλιοστά, η εμβρυϊκή MRI βοηθά να διαπιστωθεί αν πρόκειται για φυσιολογική παραλλαγή ή για ένδειξη σοβαρότερης εγκεφαλικής πάθησης.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, στο 90% των περιπτώσεων δεν παρατηρούνται μετέπειτα προβλήματα υγείας, ενώ στο υπόλοιπο 10% υπάρχει αυξημένη πιθανότητα νευρολογικών βλαβών και διαφόρων λειτουργικών περιορισμών. Μια άλλη σημαντική δυσπλασία είναι η αγενεσία του μεσολοβίου, κατά την οποία απουσιάζει ή είναι ανεπαρκώς ανεπτυγμένη η σύνδεση μεταξύ των δύο εγκεφαλικών ημισφαιρίων.

Οι επιπτώσεις της μπορεί να κυμαίνονται από μια απολύτως φυσιολογική ζωή έως σοβαρές σωματικές και νοητικές αναπηρίες. Η εμβρυϊκή MRI συμβάλλει σημαντικά στην εκτίμηση της μελλοντικής πορείας της υγείας του παιδιού.

Η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει επίσης την ταχύτερη έναρξη παρακολούθησης και θεραπευτικών παρεμβάσεων μετά τη γέννηση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε περιπτώσεις αυξημένου κινδύνου επιληψίας, όπου τα νεογνά μπορούν να υποβάλλονται σε τακτικές νευρολογικές εξετάσεις και ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα οι πρώτες ενδείξεις της νόσου. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η πρώιμη θεραπευτική παρέμβαση μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό των μακροχρόνιων εγκεφαλικών βλαβών.

Σημαντικό ρόλο στην πρόοδο της προγεννητικής διάγνωσης διαδραματίζει και η τεχνητή νοημοσύνη. Τα σύγχρονα συστήματα AI αναλύουν τις απεικονιστικές εξετάσεις και εντοπίζουν πρότυπα και λεπτομέρειες που συχνά δεν είναι ορατές στο ανθρώπινο μάτι.

Παράλληλα, τρισδιάστατα μοντέλα του εμβρυϊκού εγκεφάλου που δημιουργούνται με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης διευκολύνουν την αναγνώριση αποκλίσεων από τη φυσιολογική ανάπτυξη.

Στόχος των ερευνητών είναι στο μέλλον οι εμβρυϊκές μαγνητικές τομογραφίες να μπορούν να αποτυπώνουν όχι μόνο τη δομή αλλά και τη λειτουργία του εγκεφάλου πριν από τη γέννηση, κάτι που θα επιτρέψει ακόμη ακριβέστερες προβλέψεις για την υγεία και την ανάπτυξη των παιδιών.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Η σχέση του σωματικού βάρους γονέων – παιδιών είναι κυρίως γενετική [μελέτη]

Η συσχέτιση μεταξύ του δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) των γονέων και του ΔΜΣ των παιδιών τους μπορεί να οφείλεται κυρίως σε γενετική κληρονομικότητα και όχι σε κάποια άμεση βιολογική επίδραση του βάρους των γονέων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο PLOS Medicine από τον Tom Bond του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ στο Ηνωμένο Βασίλειο και συναδέλφους του από το Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ στην Αυστραλία.

Ο υψηλότερος ΔΜΣ των γονέων σχετίζεται σταθερά με υψηλότερο ΔΜΣ στην παιδική ηλικία. Οι ερευνητές δυσκολεύονται να διακρίνουν σε ποιο βαθμό αυτή η συσχέτιση οφείλεται στη γενετική και σε ποιο βαθμό στις βιολογικές επιπτώσεις του μητρικού βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Αυτό μπορεί να έχει επιπτώσεις σε παρεμβάσεις που στοχεύουν στον έλεγχο του ΔΜΣ στην παιδική ηλικία, στοχεύοντας στο βάρος των γονέων πριν από τη σύλληψη.

Παρακολούθηση οικογενειών από γενιά σε γενιά

Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από τη Νορβηγική Μελέτη Κοόρτης Μητέρας, Πατέρα και Παιδιού.

‘Ηταν διαθέσιμα δεδομένα για 86.000 παιδιά, συμπεριλαμβανομένου του βάρους γέννησης και του ΔΜΣ τους από 6 μηνών έως 8 ετών, καθώς και διατροφικών συμπεριφορών που σχετίζονται με την όρεξη στην ηλικία των 8 ετών. Οι ερευνητές εξέτασαν τις σχέσεις διδύμων, αδελφών και ετεροθαλών αδελφών σε πολλαπλές γενιές για να ποσοτικοποιήσουν άμεσα το ποσοστό της συσχέτισης του ΔΜΣ γονέα-παιδιού που θα μπορούσε να αποδοθεί σε γενετική σύγχυση.

Το βάρος γέννησης διαφέρει από τον μελλοντικό ΔΜΣ 

Ο μητρικός ΔΜΣ συσχετίστηκε ισχυρότερα με το βάρος γέννησης του απογόνου από ό,τι ο πατρικός ΔΜΣ, γεγονός που συνάδει με την επίδραση του μητρικού σωματικού βάρους στο βάρος γέννησης μέσω του περιβάλλοντος μέσα στη μήτρα.

Ωστόσο, μετά τη γέννηση, οι συσχετίσεις του ΔΜΣ της μητέρας και του πατέρα με τον ΔΜΣ των απογόνων ήταν σε γενικές γραμμές παρόμοιες από την ηλικία των 2 έως 8 ετών. Τα μοντέλα έδειξαν ότι οι γενετικές επιδράσεις εξηγούσαν περίπου το 79% της στατιστικής συσχέτισης μεταξύ του ΔΜΣ της μητέρας και του ΔΜΣ του παιδιού της στην ηλικία των 8 ετών και το 94% της συσχέτισης για τους πατέρες.

Ο υψηλότερος ΔΜΣ των γονέων συσχετίστηκε επίσης με διατροφικές συμπεριφορές που σχετίζονται με την παχυσαρκία στα παιδιά, συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης ανταπόκρισης στο φαγητό και της συναισθηματικής υπερφαγίας, αν και η μελέτη δεν μπόρεσε να προσδιορίσει οριστικά κατά πόσον αυτό οφειλόταν σε γενετικά αίτια.

Οι συγγραφείς προειδοποιούν ότι τα ευρήματα δεν υποστηρίζουν την ιδέα ότι η παιδική παχυσαρκία είναι αναπόφευκτη για τα παιδιά υπέρβαρων γονέων. Τα παιδιά που κληρονομούν γενετική προδιάθεση για υψηλότερο ΔΜΣ μπορεί να εξακολουθούν να εκφράζουν αυτά τα γονίδια διαφορετικά ανάλογα με το περιβάλλον τους.

Τα αποτελέσματα επίσης δεν αμφισβητούν τη σημασία της μητρικής υγείας κατά την εγκυμοσύνη, λένε οι συγγραφείς. Η μητρική παχυσαρκία είναι καλά τεκμηριωμένο ότι αυξάνει τον κίνδυνο δυσμενών περιγεννητικών αποτελεσμάτων τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί.

«Τα αποτελέσματά μας μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, όταν λαμβάνονται υπόψη παράλληλα με προηγούμενα στοιχεία», γράφουν. «Ο ΔΜΣ της μητέρας μπορεί να είναι απίθανο να έχει μεγάλη αιτιώδη επίδραση στον ΔΜΣ του παιδιού μετά τη γέννηση και οποιαδήποτε αιτιώδης επίδραση του ΔΜΣ του πατέρα στον ΔΜΣ της παιδικής ηλικίας των απογόνων είναι πιθανό να είναι παρόμοια ή μικρότερη από αυτή του ΔΜΣ της μητέρας. Κατά συνέπεια, οι μειώσεις του ΔΜΣ οποιουδήποτε γονέα πριν από την εγκυμοσύνη μπορεί να είναι απίθανο να προκαλέσουν μεγάλες μειώσεις στην παιδική παχυσαρκία».

Ο Μποντ δηλώνει: «Η παχυσαρκία είναι κληρονομική, αλλά είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει αυτό. Τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι η σύνδεση μεταξύ του δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) μιας μητέρας ή ενός πατέρα και του ΔΜΣ των παιδιών τους έως την ηλικία των 8 ετών οφείλεται κυρίως σε κληρονομικά γονίδια. Οι μέλλοντες γονείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να διατηρούν ένα υγιές βάρος, αλλά αυτό μπορεί να μην είναι αρκετό για να διασφαλιστεί ότι και τα παιδιά τους θα έχουν υγιές βάρος».

Ο Ντέιβιντ Έβανς σημειώνει: «Μας ενδιέφερε να εξετάσουμε εάν η παχυσαρκία στις μητέρες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα μπορούσε επίσης να έχει αρνητικές επιπτώσεις στον κίνδυνο παχυσαρκίας στα παιδιά τους όταν αυτά μεγαλώσουν».

«Διαπιστώσαμε ότι ενώ ο δείκτης μάζας σώματος της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ήταν πιθανό να επηρεάσει αρνητικά το βάρος γέννησης των απογόνων, δεν φάνηκε να έχει μεγάλες επιπτώσεις στον κίνδυνο παχυσαρκίας των απογόνων αργότερα στη ζωή, πέρα ​​από αυτό που εξηγείται μέσω της μετάδοσης γονιδίων από τις μητέρες στους απογόνους τους».

Η Alexandra Havdahl προσθέτει: «Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι η σύνδεση μεταξύ του δείκτη μάζας σώματος των γονέων και των παιδιών καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από κοινά γονίδια και όχι από το ενδομήτριο περιβάλλον ή τη γονεϊκή συμπεριφορά».

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Οι κοινωνικοί παράγοντες εξίσου ή περισσότερο σημαντικοί από τη γενετική στην πρόγνωση ασθενειών

Οι κοινωνικοί παράγοντες που καθορίζουν την υγεία, όπως οι περιβαλλοντικές συνθήκες, οι συνήθειες υγείας, η πρόσβαση σε πόρους και η κοινωνική ευημερία, μπορούν να διαδραματίσουν εξίσου ή και πιο σημαντικό ρόλο από τη γενετική στον κίνδυνο εμφάνισης συχνών νοσημάτων. Αυτό διαπιστώνει έρευνα από την Ιατρική Σχολή Icahn στο Mount Sinai, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «The American Journal of Human Genetics».

Οι ερευνητές αξιοποίησαν δεδομένα από το πρόγραμμα έρευνας «All of Us», μια εθνική πρωτοβουλία των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ και ανέλυσαν γενετικές πληροφορίες, ηλεκτρονικούς ιατρικούς φακέλους και απαντήσεις ερωτηματολογίων από συμμετέχοντες σε ολόκληρη τη χώρα.

Η ανάλυση επικεντρώθηκε σε έξι συχνές παθήσεις: το άσθμα, τη χρόνια νεφρική νόσο, τη στεφανιαία νόσο, την υψηλή χοληστερόλη, τον καρκίνο του μαστού και τον καρκίνο του προστάτη.

Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι η ενσωμάτωση των κοινωνικών παραγόντων βελτίωνε σημαντικά την πρόβλεψη του κινδύνου νόσησης σε σύγκριση με τη χρήση μόνο γενετικών δεδομένων. Μάλιστα, για τέσσερις από τις έξι ασθένειες που μελετήθηκαν, οι κοινωνικοί, συμπεριφορικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες είχαν εξίσου μεγάλη ή και μεγαλύτερη συμβολή από τους γενετικούς δείκτες κινδύνου που χρησιμοποιούνται. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι ερευνητές παρατήρησαν συσχετίσεις μεταξύ του κινδύνου ασθένειας και παραγόντων που εξετάζονται λιγότερο συχνά, όπως η μοναξιά.

«Τα γονίδια αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της εξίσωσης, αλλά δεν καθορίζουν τη μοίρα μας», δήλωσε η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Σαμίρα Ασγκάρι, επίκουρη καθηγήτρια Γενετικής και Γονιδιωματικών Επιστημών στην Ιατρική Σχολή Icahn του Mount Sinai. «Διαπιστώσαμε ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν οι άνθρωποι -το περιβάλλον τους, οι συμπεριφορές τους και οι κοινωνικές τους εμπειρίες- μπορούν να συμβάλουν εξίσου με τη γενετική στην πρόβλεψη του κινδύνου εμφάνισης ασθενειών. Για να κατανοήσουμε πραγματικά την υγεία, πρέπει να βλέπουμε τον άνθρωπο ως σύνολο και όχι μόνο το DNA του», πρόσθεσε.

Οι συγγραφείς διευκρινίζουν ότι η μελέτη δεν εντοπίζει απλές αιτίες των ασθενειών και δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως απόδειξη ότι ένας μεμονωμένος παράγοντας οδηγεί άμεσα στην εμφάνιση κάποιας νόσου. Επιπλέον, επειδή πολλά από τα δεδομένα προέρχονταν από ερωτηματολόγια που συμπληρώθηκαν σε μία μόνο χρονική στιγμή, η έρευνα δεν μπορεί να αποδείξει αν ένας συγκεκριμένος παράγοντας προηγήθηκε της εκδήλωσης της νόσου.

Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η μελέτη προσφέρει ένα νέο πλαίσιο ενσωμάτωσης γενετικών και μη γενετικών δεδομένων, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε πιο ολοκληρωμένα μοντέλα πρόβλεψης του κινδύνου ασθενειών. Συμπληρώνουν ότι η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να ενισχύσει την έρευνα για τη δημόσια υγεία, να βελτιώσει τις στρατηγικές πρόληψης, να αναβαθμίσει την αξιολόγηση του κινδύνου και να συμβάλει στην ανάπτυξη πιο εξατομικευμένων προσεγγίσεων στην ιατρική φροντίδα.

 

 

Πηγη: https://www.insider.gr/