Καρκίνος: Ποιες οι πιθανότητες ανάπτυξης μετά τη διακοπή του καπνίσματος

Τα ευρήματα νέας, μεγάλης μελέτης για διάφορες μορφές καρκίνου. Ο ρόλος της ηλικίας κατά τη διακοπή.

Η διακοπή του καπνίσματος σε οποιαδήποτε ηλικία συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου αναπτύξεως καρκίνου, σύμφωνα με νέα, μεγάλη μελέτη, που έδειξε ότι ο κίνδυνος μειώνεται περισσότερο κατά την πρώτη 10ετία από το τελευταίο τσιγάρο.

Οι πιθανότητες αναπτύξεως της νόσου μειώνονται στο μισό όταν περάσουν 15 χρόνια από τη διακοπή. Περισσότερο και ταχύτερα, δε, μειώνονται οι πιθανότητες καρκίνου του πνεύμονα, ιδίως ότι η διακοπή του καπνίσματος γίνει πριν την ηλικία των 50 ετών.

Το κάπνισμα προκαλεί πολλές μορφές καρκίνου και η διακοπή του έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο αναπτύξεως ορισμένων εξ αυτών, όπως:

  • Του πνεύμονα
  • Του οισοφάγου
  • Του λάρυγγα

Στην παρούσα μελέτη, όμως, οι επιστήμονες θέλησαν να εξακριβώσουν αν και πόσο επηρεάζει η διακοπή τις πιθανότητες να εκδηλωθούν άλλες μορφές καρκίνου:

  • Του ήπατος
  • Του στομάχου
  • Του παχέος εντέρου

Η νέα μελέτη

Τα ευρήματά τους δημοσιεύονται στην ιατρική επιθεώρηση JAMA Network Open.  Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 2,97 εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 30 ετών και άνω, από την Κορέα. Όλοι τους ήταν ασφαλισμένοι στην εθνική υπηρεσία ασφάλισης της χώρας. Μετά το 2002, εξ άλλου, είχαν κάνει τουλάχιστον δύο φορές ιατρικές εξετάσεις.

Το 58% των συμμετεχόντων ήταν άνδρες, μέσης ηλικίας 43 ετών. Ένας στους τέσσερις ήταν καπνιστής καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης. Ένας στους 10 το έκοψε και το ξανάρχισε, ενώ ένας στους 20 κάπνιζε σποραδικά.

Αντίστοιχα, οι γυναίκες είχαν μέση ηλικία 48 ετών. Καπνίστριες, όμως, ήταν λίγες  – λιγότερο από το 2% του συνόλου.

Συνολικώς, περισσότεροι από 422.000 εθελοντές κάπνιζαν καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου παρακολουθήσεως και περισσότεροι από 195.000 το έκοψαν και το ξανάρχισαν.

Στη διάρκεια 13 ετών παρακολούθησης, καταγράφηκαν 196.829 κρούσματα καρκίνου. Η οριστική διακοπή του καπνίσματος συσχετίστηκε κατά μέσον όρο με μείωση κατά:

  • 17% των πιθανοτήτων αναπτύξεως οποιασδήποτε μορφής καρκίνου
  • 42% του κινδύνου καρκίνου του πνεύμονα
  • 27% του καρκίνου του ήπατος
  • 14% του καρκίνου του στομάχου
  • 20% του καρκίνου του παχέος εντέρου

Διαφοροποιήσεις

Οι μειώσεις αυτές παρουσίαζαν διαφορά αναλόγως με τα χρόνια διακοπής. Έτσι μετά από 15 χρόνια διακοπής ο κίνδυνος να αναπτυχθεί καρκίνος ήταν κατά 50% χαμηλότερος απ’ ό,τι εκείνος που διέτρεχαν οι εθελοντές που συνέχισαν να καπνίζουν.

Ειδικά όσον αφορά τον καρκίνο του πνεύμονα, η διακοπή του καπνίσματος ήταν κυριολεκτικά σωτήρια. Οι πιθανότητες αναπτύξεώς του άρχισαν να μειώνονται 3 χρόνια νωρίτερα απ’ ό,τι στις άλλες μορφές καρκίνου. Επιπλέον, η μείωση του κινδύνου διέφερε αναλόγως με την ηλικία. Έτσι η διακοπή:

  • Πριν την ηλικία των 50 ετών σχετίσθηκε με μείωση κατά 57% του κινδύνου
  • Στα 50 έτη ή αργότερα σχετίσθηκε με μείωση κατά 39% του κινδύνου

Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι «ανεξαρτήτως της ηλικίας που έχει κάποιος όταν κόβει το κάπνισμα, μειώνεται σημαντικά ο κίνδυνος που διατρέχει να αναπτύξει καρκίνο», δήλωσε η επιβλέπουσα ερευνήτρια Dr. Jin-Kyoung Oh, αναπληρώτρια καθηγήτρια Επιδημιολογίας στη Σχολή Επιστήμης του Καρκίνου & Πολιτικής της Νότιας Κορέας.

«Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για τον καρκίνο του πνεύμονα, αφού ακόμα και μετά τα 50 ο κίνδυνος μειώνεται σχεδόν 40% με την διακοπή. Επομένως, μη σκεφτείτε ποτέ ότι είναι πολύ αργά για να κόψετε το κάπνισμα», πρόσθεσε.

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Δάγκειος πυρετός: Συναγερμός στη Βραζιλία λίγες μέρες πριν το καρναβάλι

Τα κρούσματα εφέτος είναι τετραπλάσια απ’ όσα πέρυσι. Μεγάλο πρόβλημα και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Σε κατάσταση συναγερμού βρίσκονται οι υγειονομικές Αρχές της Βραζιλίας, καθώς ο δάγκειος πυρετός προκαλεί ολοένα περισσότερα κρούσματα λίγες μέρες πριν αρχίσουν οι αφίξεις εκατομμυρίων τουριστών για το καρναβάλι του Ρίο ντε Τζανέιρο.

Μόνο στο Ρίο οι Αρχές ανακοίνωσαν το άνοιγμα 10 κέντρων περίθαλψης, σε μια προσπάθεια να μειώσουν την πίεση που δέχονται τα νοσοκομεία. Αντίστοιχα στο Σάο Πάολο άνοιξε ένα κέντρο επειγουσών επιχειρήσεων, για να διαχειριστεί την αυξημένη συρροή κρουσμάτων.

Ο δάγκειος πυρετός εξαπλώνεται ραγδαία και σε άλλες χώρες της νότιας Αμερικής. Στην Αργεντινή καταγράφηκε αριθμός ρεκόρ κρουσμάτων τις τρεις πρώτες εβδομάδες του έτους: ξεπέρασαν τις 100.000.

Στην Παραγουάη οι Αρχές κήρυξαν κατάσταση έκτακτης υγειονομικής ανάγκης. Από τον Δεκέμβριο έως τώρα, ο δάγκειος πυρετό έχει κοστίσει τη ζωή 36 ανθρώπων. Οι 12 από αυτούς ήταν παιδιά.

Οι Αρχές του Ρίο ντε Τζανέιρο επίσης κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης τέσσερις ημέρες πριν από την επίσημη έναρξη του καρναβαλιού στις 9 Φεβρουαρίου 2024. Στην πρωτεύουσα της χώρας, την Μπραζίλια, άνοιξε ένα νοσοκομείο έκτακτης ανάγκης.

Τις πρώτες πέντε εβδομάδες του 2024 στη Βραζιλία έχουν καταγραφεί 345.235 κρούσματα δάγκειου πυρετού. Ο αριθμός αυτός είναι τετραπλάσιος από τον αντίστοιχο της περυσινής χρονιάς.

Ο δάγκειος πυρετός είχε προκαλέσει επίσης αρκετούς θανάτους στη χώρα. Έως στιγμής έχει επιβεβαιωθεί πως 31 ασθενείς πέθαναν εξαιτίας του. Ο αριθμός αυτός εκτιμάται ότι θα αυξηθεί σημαντικά, καθώς υπό διερεύνηση βρίσκονται ακόμα 234 θάνατοι ασθενών.

Μολυσμένα κουνούπια

Ο δάγκειος πυρετός είναι ιογενής λοίμωξη που μεταδίδεται με το τσίμπημα μολυσμένων κουνουπιών. Στο Σάο Πάολο δοκιμάζεται ένα drone που ψεκάζει προνυμφοκτόνο για την καταπολέμηση των κουνουπιών σε δυσπρόσιτες περιοχές.

Επιπλέον, η Βραζιλία προγραμματίζει να αρχίσει εντός του μηνός ενημερωτική εκστρατεία εμβολιασμού εναντίον της νόσου. Ωστόσο δεν διαθέτει αρκετά εμβόλια και έτσι θα χορηγηθούν μόνο σε παιδιά ηλικίας 10-14 ετών.

Οι Αρχές αποδίδουν την έξαρση των κρουσμάτων στις αυξημένες θερμοκρασίες και τις έντονες βροχοπτώσεις των τελευταίων μηνών. Με την ζέστη τα κουνούπια εκκολάπτονται ταχύτερα, ενώ τα στάσιμα νερά ευνοούν την ανάπτυξή τους.

Ο δάγκειος πυρετός απειλεί περίπου τον μισό πληθυσμό του πλανήτη. Ανευρίσκεται συχνότερα στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές, αν και λόγω της κλιματικής αλλαγής εξαπλώνεται πλέον προς βορράν.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εκτιμά ότι ετησίως προκαλεί 100-400 εκατομμύρια κρούσματα. Τα περισσότερα είναι ασυμπτωματικά ή με ήπια συμπτώματα. Μερικοί ασθενείς όμως αρρωσταίνουν βαριά και κάποιοι χάνουν τη ζωή τους. Ο κίνδυνος αυτός είναι μεγαλύτερος για όσους μολύνονται δεύτερη φορά από τον υπαίτιο ιό.

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Φ. Κανακούδη: Ορατός ο κίνδυνος μίας επιδημίας ιλαράς

Η ομότιμη καθηγήτρια Παιδιατρικής – Ανοσολογίας εξηγεί στο iatronet.gr τους λόγους της έξαρσης, τους κινδύνους και τα ύποπτα συμπτώματα. Προτείνει εμβολιασμό βρεφών από τους 9 μήνες.

“Νησίδες” ανεμβολίαστων ατόμων στον γενικό πληθυσμό και μετακινούμενες ομάδες μπορούν να επαναφέρουν ανά διαστήματα τον κίνδυνο επιδημιών ιλαράς. Η έξαρση που καταγράφεται αυτή την περίοδο είναι απόρροια αυτού του παράγοντα, σε συνδυασμό με την ελάττωση του εμβολιασμού ρουτίνας στην περίοδο της πανδημίας COVID-19, όπως αναφέρει σε συνέντευξή της στο iatronet.gr η ομότιμη καθηγήτρια Παιδιατρικής – Ανοσολογίας στο ΑΠΘ, κυρία Φλωρεντία Κανακούδη – Τσακαλίδου .

Η ίδια εκτιμά πως είναι ορατός ο κίνδυνος επανάληψης μιας επιδημίας, παρόμοιας με αυτή του 2017 – 2018 και παραθέτει τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα που πρέπει να κινητοποιήσουν τους γονείς ώστε να απευθυνθούν στον παιδίατρο. Παράλληλα, προτείνει την έναρξη του εμβολιασμού σε βρέφη στην ηλικία των 9 μηνών – από 12 ως 15 που είναι σήμερα – σύμφωνα με τα ευρήματα που ανέδειξε δική της επιστημονική μελέτη του 2021.

Ποιοι είναι οι λόγοι έξαρσης ιλαράς σε ευρωπαϊκές χώρες και σε ποιο βαθμό θεωρείτε πως αποτελεί δυνητικά μια σημαντική απειλή δημόσιας υγείας και για τη χώρα μας;

Τα τελευταία χρόνια, παρόλο που υπήρξε στόχος της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας η εξάλειψη της ιλαράς από τον κόσμο, αυτός δεν μπόρεσε να επιτευχθεί. Εξακολουθεί κατά χρονικά διαστήματα να εμφανίζεται, είτε υπό μορφή σποραδικών κρουσμάτων, είτε υπό μορφή επιδημιών, σε πολλές αναπτυγμένες χώρες, μεταξύ των οποίων και χώρες της Ευρώπης.

Με το βασικό εμβολιασμό, έχει περιοριστεί δραστικά και σε ορισμένες χώρες έχει σχεδόν εξαφανιστεί η εσωτερική κυκλοφορία του ιού. Όταν δεν υπάρχουν κρούσματα σε μια χώρα που να προκύπτουν από εσωτερική μετάδοση, τότε λέει η ΠΟΥ ότι αυτή η χώρα θεωρείται Measles elimination setting, δηλαδή μια χώρα στην οποία περιορίστηκε πάρα πολύ η ιλαρά. Δεν μπορεί να πει ότι εξαλείφθηκε πλήρως, γιατί ανά πάσα στιγμή μπορεί να μπει ένα κρούσμα από άλλη χώρα.

Επειδή η ιλαρά είναι πολύ μεταδοτική, χρειάζεται να υπάρχει εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού τουλάχιστον 95%, για να μην εξαπλωθεί. Αυτό δεν συμβαίνει στις περισσότερες χώρες. Υπάρχουν “νησίδες” ανεμβολίαστων ατόμων, που οφείλονται είτε σε πεποίθηση κατά του εμβολιασμού – αμφισβητίες, αρνητές εμβολίων ή αντιεμβολιαστές όπως λέγονται – ή σε μετακινούμενους πληθυσμούς από άλλες χώρες που δεν μπορούμε να ελέγξουμε κατά πόσο είναι εμβολιασμένοι, ειδικά όταν είναι παράνομα εισερχόμενοι και δεν εντοπίζονται ώστε να εμβολιαστούν από τα αρμόδια όργανα. Επομένως, όλες οι χώρες είναι εν δυνάμει μελλοντικοί σταθμοί μιας επεκτεινόμενης επιδημίας ιλαράς στην Ευρώπη. Αυτό συνέβη και εξακολουθεί να συμβαίνει περίπου ανά 3 ως 5-6 χρόνια.

Είναι ορατός κίνδυνος επανάληψης μιας επιδημίας, παρόμοιας με αυτήν του 2017-18;

Τα επιδημιολογικά δεδομένα της Ελλάδας, ως προς τον εμβολιασμό κατά της ιλαράς, είναι πολύ ικανοποιητικά σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης, και κυρίως στον εγγενή πληθυσμό τον οποίον σε μεγάλο βαθμό ελέγχουμε. Το ποσοστό των εμβολιασμένων παιδιών ξεπερνάει το 90%. Όμως σε καμία χώρα σχεδόν δεν πλησιάζει το πάνω από 95%, για αυτό ο κίνδυνος της εξάπλωσης της ιλαράς ε μια χώρα είναι πάντα ορατός.

Το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα, ειδικά ίσως είναι μεγαλύτερος τώρα, καθώς μετά την πανδημία COVID-19 παρατηρήθηκε μείωση της εμβολιαστικής κάλυψης σε όλα τα εμβόλια ρουτίνας, της τάξεως του 40% ή και περισσότερο, σε όλες τις χώρες. Επομένως, είναι ορατός ο κίνδυνος να έχουμε μια επανάληψη της επιδημίας του 2017-2018. Δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε τις επιπτώσεις, καθώς θα εξαρτηθούν από πολλούς παράγοντες.

Σε ποια ηλικία πρέπει να γίνεται ο εμβολιασμός; Τα βρέφη προστατεύονται μέσω της εμβολιασμένης μητέρας;

Σύμφωνα με τα ευρήματα πρόσφατης μελέτης μας στην Α Παιδιατρική Κλινική του ΑΠΘ που δημοσιεύτηκε το 2021, μετά τον πέμπτο μήνα της ζωής ενός βρέφους δεν υπάρχουν προστατευτικά αντισώματα για την ιλαρά, είτε οι μητέρες τους απέκτησαν την ανοσία με εμβολιασμό ή με νόσηση. Αυτά συμφωνούν με τα ευρήματα μελετών σε όλο τον κόσμο, με όλους τους συναδέλφους να τονίζουν ότι πρέπει η ηλικία εμβολιασμού να μεταφερθεί σε νεαρότερη ηλικία από τους 12 με 15 μήνες που είναι για τη χώρα μας και από τους 12 που είναι για τις περισσότερες χώρες. Αυτό για να μην υπάρχει αυτό το χάσμα ευαισθησίας στη νόσο, από τον 5ο μήνα μέχρι τον 12ο που είναι η ηλικία εμβολιασμού. Σε όλες τις επιδημίες παρατηρήθηκε ότι υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό βρεφών –στη δικιά μας μέχρι 12% σε παιδιά κάτω των 5 ετών- τα οποία εμφανίζουν τη νόσο με μεγαλύτερη βαρύτητα.

Για αυτό, όλοι οι ερευνητές συστήνουν να μεταφέρουμε τον εμβολιασμό προς τον 9ο μήνα αρχικά, γιατί είναι και πολλά τα εμβόλια που πρέπει να κάνει το παιδί μέχρι τον 6ο μήνα, ούτως ώστε αυτό το χάσμα να μικρύνει όσο γίνεται, να γίνει τρίμηνο αντί για εξάμηνο.

Ποια είναι τα ύποπτα συμπτώματα που πρέπει να κινητοποιήσουν τους γονείς και ποιες οι κυριότερες επιπλοκές που πρέπει να προληφθούν με την παρέμβαση του παιδιάτρου;

Στην αρχή, η ιλαρά εκδηλώνεται με πυρετό και καταρροή, όπως μια λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού και το κοινό κρυολόγημα, συνοδευόμενη από έντονη επιπεφυκίτιδα, με την ερυθρότητα να επεκτείνεται μέχρι και τα βλέφαρα. Στη συνέχεια ακολουθεί το κηλιδοβλατιδώδες ερυθηματοειδές εξάνθημα, που αρχίζει από το κεφάλι και επεκτείνεται σε όλο το σώμα.

Δηλαδή, αν δουν τα ματάκια κόκκινα, να τρέχει η μύτη, ελαφρός βήχας, πυρετός και κοκκινίλες στο σώμα, αμέσως πρέπει να απευθυνθούν σε γιατρό, ακόμη περισσότερο αν το παιδί είναι ανεμβολίαστο.

Σε ό,τι αφορά τις επιπλοκές, στις μικρές ηλικίες μπορεί να υπάρξει μια συλλοίμωξη, και κυρίως του αναπνευστικού, όπως η πνευμονία. Από την άλλη, είναι πιθανό να υπάρξει προσβολή του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και εμφάνιση εγκεφαλίτιδας, που ευτυχώς είναι σπανιότερη επιπλοκή.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Καρκίνος: ‘Ερευνα σε 185 χώρες για 36 μορφές του

Περισσότερα από 35 εκατομμύρια νέα περιστατικά καρκίνου αναμένεται να προκύψουν έως το 2050, από τα εκτιμώμενα 20 εκατομμύρια το 2022, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC), ενός εξειδικευμένου κλάδου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ).

Η αύξηση αυτή αντανακλά τόσο τη γήρανση του πληθυσμού όσο και την παγκόσμια αύξησή του, καθώς και τη μεγαλύτερη έκθεση των ανθρώπων σε παράγοντες κινδύνου. Ο καπνός, το αλκοόλ και η παχυσαρκία είναι βασικοί παράγοντες, μαζί με την ατμοσφαιρική ρύπανση που αναμένεται να οδηγήσουν στην αύξηση των νέων περιστατικών καρκίνου.

Οι πλουσιότερες χώρες αναμένεται να έχουν τη μεγαλύτερη απόλυτη αύξηση του καρκίνου, με επιπλέον 4,8 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις να προβλέπονται το 2050.

Ωστόσο, οι χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος εκτιμάται ότι θα δουν την υψηλότερη αναλογική αύξηση του καρκίνου, ενώ η θνησιμότητα προβλέπεται να διπλασιαστεί.

Οι εκτιμήσεις από το Παγκόσμιο Παρατηρητήριο Καρκίνου της IARC βασίζονται στα δεδομένα από 185 χώρες, ενώ καλύπτουν 36 διαφορετικές μορφές καρκίνου.

Την ίδια στιγμή, άλλη έρευνα του ΠΟΥ από 115 χώρες, έδειξε ότι η πλειονότητα  των κρατών δεν χρηματοδοτεί επαρκώς τις υπηρεσίες προτεραιότητας για τον καρκίνο και την παρηγορητική φροντίδα ως μέρος της καθολικής υγειονομικής κάλυψης.

Συνήθεις καρκίνοι παγκοσμίως

Δέκα τύποι καρκίνου αποτελούσαν συλλογικά περίπου τα δύο τρίτα των νέων περιπτώσεων και των θανάτων παγκοσμίως το 2022, ανέφερε η IARC.

Ο καρκίνος του πνεύμονα ήταν η πιο συχνά εμφανιζόμενη μορφή παγκοσμίως, με 2,5 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις. Αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 12 τοις εκατό όλων των νέων περιπτώσεων και το 18,9 τοις εκατό των θανάτων, που αντιστοιχεί σε 1,8 εκατομμύρια άτομα, καθιστώντας τον κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο.

Ο καρκίνος του μαστού κατέλαβε τη δεύτερη θέση ως προς την εμφάνιση, με 2,3 εκατομμύρια περιπτώσεις παγκοσμίως ή 11,6 τοις εκατό, αλλά αντιπροσώπευε το 6,9 τοις εκατό των θανάτων.

Άλλοι συχνά εμφανιζόμενοι καρκίνοι ήταν ο καρκίνος του παχέος εντέρου, του προστάτη και του στομάχου.

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου ήταν η δεύτερη κύρια αιτία θανάτου από τη νόσο, ακολουθούμενος από τον καρκίνο του ήπατος, του μαστού και του στομάχου.

Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας ήταν ο όγδοος πιο συχνά εμφανιζόμενος καρκίνος παγκοσμίως, η ένατη κύρια αιτία θανάτου από τη νόσο και η πιο συχνή ασθένεια στις γυναίκες σε 25 χώρες, πολλές από τις οποίες βρίσκονται στην υποσαχάρια Αφρική.

Ανισότητες και επενδύσεις

Οι εκτιμήσεις της IARC – που εκδόθηκαν με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καρκίνου στις 4 Φεβρουαρίου – αποκάλυψαν επίσης εντυπωσιακές ανισότητες, ιδιαίτερα στον καρκίνο του μαστού.

Μία στις 12 γυναίκες που κατοικούν στις πλουσιότερες χώρες θα διαγνωστεί με τη νόσο στη διάρκεια της ζωής της και μία στις 71 θα πεθάνει από αυτήν, ανέφερε ο Οργανισμός. Ωστόσο, αν και μόνο μία στις 27 γυναίκες στις φτωχότερες χώρες θα λάβει θετική διάγνωση καρκίνου του μαστού, μία στις 48 θα πεθάνει.

Αυτές οι γυναίκες «διατρέχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο να πεθάνουν από τη νόσο λόγω καθυστερημένης διάγνωσης και ανεπαρκούς πρόσβασης σε ποιοτική θεραπεία», δήλωσε η Δρ Isabelle Soerjomataram, Αναπληρώτρια Επικεφαλής του Κλάδου Επιτήρησης Καρκίνου στο IARC.

Η έρευνα του ΠΟΥ, αποκάλυψε επίσης σημαντικές παγκόσμιες ανισότητες στις παρεχόμενες υπηρεσίες για τον καρκίνο. Για παράδειγμα, οι χώρες υψηλότερου εισοδήματος είχαν έως και επτά φορές περισσότερες πιθανότητες να συμπεριλάβουν υπηρεσίες που σχετίζονται με τον καρκίνο του πνεύμονα στα πακέτα παροχών υγείας τους.

Πηγές:
https://news.un.org/en/story/2024/02/1146127

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Παγκόσμια πρόκληση για τη δημόσια υγεία οι σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις στους ηλικιωμένους

Ο αριθμός νέων περιστατικών δείχνει ότι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα σε ηλικιωμένους συνεχίζουν να αποτελούν πρόκληση δημόσιας υγείας.

Η εμφάνιση HIV και άλλων σεξουαλικά μεταδιδόμενων νόσων σε ανθρώπους 60 – 89 ετών αυξάνεται σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη. Χρειάζεται περισσότερη εγρήγορση για το θέμα, μείωση του στίγματος και προληπτικά μέτρα, αναφέρει έρευνα στο The Lancet Healthy Longevity.

Οι άνθρωποι ζουν περισσότερο από παλιά και ο αριθμός των άνω των 60 ετών σχεδόν θα διπλασιαστεί έως το 2050, αναφέρει ο ΠΟΥ.

Μεγαλώνοντας, η υγεία του ανθρώπου εξασθενεί. Το ανοσοποιητικό σύστημα γίνεται πιο αδύναμο και ο άνθρωπος είναι πιο ευάλωτος σε λοιμώξεις. Σε αυτές περιλαμβάνεται ο ιός HIV και άλλες σεξουαλικά μεταδιδόμενες νόσοι όπως σύφιλη, χλαμύδια, γονόρροια, τριχομονάδες και έρπης γεννητικών οργάνων.

Ο καθηγητής Evandro Fei Fang, του University of Oslo, δήλωσε ότι ο HIV και άλλες σεξουαλικά μεταδιδόμενες νόσοι είναι εξίσου εμφανείς στον σεξουαλικά ενεργό ηλικιωμένο πληθυσμό όπως και στον νεαρότερο. Πρόσθεσε, ότι πρέπει να δοθεί προσοχή στις σεξουαλικά μεταδιδόμενες νόσους στους ηλικιωμένους.

Ο Fang και οι συνεργάτες του ανέλυσαν τις παγκόσμιες τάσεις στην εμφάνιση, θνησιμότητα και έτη ζωής προσαρμοσμένα στην αναπηρία, για HIV και άλλα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα, σε ανθρώπους 60 έως  89 ετών από το 1990 έως το 2019, με στοιχεία από 204 χώρες.

Παγκοσμίως, ο αριθμός των ηλικιωμένων με HIV και σεξουαλικά μεταδιδόμενες νόσους έχει μειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες.

Παρόλα αυτά, ο αριθμός νέων περιστατικών δείχνει ότι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα σε ηλικιωμένους συνεχίζουν να αποτελούν πρόκληση δημόσιας υγείας.

Σε παγκόσμιο επίπεδο υπήρχαν περισσότερα από 77.000 νέα περιστατικά HIV και σχεδόν 26,5 εκατομμύριά νέα περιστατικά άλλων σεξουαλικά μεταδιδόμενων νόσων σε ηλικιωμένους το 2019.

Επιπλέον, σε μερικές περιοχές ο αριθμός των ανθρώπων που μολύνονται αυξάνεται.

Παρά την παγκόσμια μείωση της εμφάνισης HIV και άλλων σεξουαλικά μεταδιδόμενων νόσων σε ηλικιωμένους από το 1990 έως το 2019, πολλές περιοχές είχαν αυξήσεις.

Οι μεγαλύτερες ήταν στην ανατολική Ευρώπη, κεντρική Ασία και χώρες υψηλού εισοδήματος Ασίας-Ειρηνικού. Πρόκειται για ανησυχητική τάση.

Οι ενεργοί σεξουαλικά ηλικιωμένοι συχνά είναι πιο ευάλωτοι στον ιό HIV και σε άλλες σεξουαλικά μεταδιδόμενες νόσους έναντι των νεότερων ανθρώπων.

Διάφορα προβλήματα υγείας, ιδιαίτερα το εξασθενημένο ανοσοποιητικό των ηλικιωμένων μπορεί να εξηγήσουν την αιτία.

Όμως, η εικόνα είναι πιο πολύπλοκη. Διάφοροι βιολογικοί, πολιτισμικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί λόγοι συμβάλλουν στη μεγαλύτερη ευαλωτότητα.

Καθώς οι άνθρωποι ζουν περισσότερο και περισσότεροι χωρίζουν, οι ηλικιωμένοι, πιο συχνά από ποτέ έχουν καινούργιους συντρόφους.

Λιγότεροι σε αυτή την ηλικιακή ομάδα λαμβάνουν προφυλάξεις και είναι λιγότερο πιθανό να εξετάζονται για σεξουαλικώς μεταδιδόμενες νόσους.

Γενικά, δίνεται αρκετή προσοχή στην πρόληψη του HIV και άλλων σεξουαλικά μεταδιδόμενων νόσων σε νεότερους πληθυσμούς. Οι ηλικιωμένοι, συχνά απιοκλειονται από προγράμματα πρόληψης, δήλωσε ο Fang.

Επίσης, επαγγελματίες υγείας δεν έχουν πάντα επίγνωση της σεξουαλικότητας και της σεξουαλικής υγείας των ηλικιωμένων.

Αυτό μπορεί ενδεχομένως να οδηγήσει σε ανεπαρκή επικοινωνία με ηλικιωμένους όσον αφορά τη σεξουαλική υγεία και τον κίνδυνο HIV και σεξουαλικά μεταδιδόμενων νόσων.

Εξελίξεις στην αγωγή του HIV και των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νόσων πιθανόν επίσης συμβάλλουν σε υψηλότερη εμφάνιση σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη, καθώς άνθρωποι με αυτές ζουν περισσότερο από πριν.

Τα ταξίδια σε άλλες χώρες είναι πιο προσβάσιμα σε μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού τις τελευταίες δεκαετίες.

Οι ερευνητές περιγράφουν ότι η ευρεία χρήση φαρμάκων για τη στυτική δυσλειτουργία και η προσβάσιμη βιομηχανία του σεξ σε ορισμένες χώρες και περιοχές συμβάλλουν περαιτέρω στην εξάπλωση του HIV και άλλων σεξουαλικά  μεταδιδόμενων νόσων σε ηλικιωμένους.

Η έρευνα ανέλυσε στοιχεία διαφόρων χωρών και περιοχών χωριστά.

Στη Νορβηγία, λοιμώξεις HIV είναι πολύ σπάνιες στους ηλικιωμένους. Παρόλα αυτά, η εμφάνιση άλλων σεξουαλικά μεταδιδόμενων νόσων εχει ανεπαίσθητα αυξηθεί τις τελευταίες δεκαετίες από 1.600 περιστατικά το1990 σε 1.700 το 2019.

Αυτό είναι αρχικός συναγερμός για τους ηλικιωμένους και τις αρχές δημόσιας υγείας της Νορβηγίας, δήλωσε ο Fang.

Γενικά, η μελέτη δείχνει ότι η Νορβηγία κάνει καλή δουλειά όσον αφορά τον έλεγχο του HIV και των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νόσων.

Πηγές:
The Lancet Healthy Longevity.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Σεξουαλική δυσλειτουργία σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και καρδιαγγειακός κίνδυνος [μελέτη]

Τι επισημαίνουν επιστήμονες από τα Πανεπιστήμια της Αθήνας και της Πάτρας και το Royal Free Hospital NHS Foundation Trust.

Η σχέση καρδιαγγειακού κινδύνου με τα προβλήματα σεξουαλικής δυσλειτουργίας σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αξιολογήθηκε σε μελέτη που δημοσιεύτηκε χθες στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Sexual Medicine.

Η μελέτη υπογράφεται από τους Αν. Αρμένη, Ελ. Αρμένη, Αρ. Αυγουλέα, Δ. Δελιάλη, Λ. Αγγελιδάκη, Μ. Παπαϊωάννου, Γ. Καπαρό, Αν. Αλεξάνδρου, Ν. Γεωργόπουλο, Ν. Βλάχο, Κ. Σταματελόπουλο και Ειρ. Λαμπρινουδάκη από τα Πανεπιστήμια της Αθήνας και της Πάτρας και το Royal Free Hospital NHS Foundation Trust.

Όπως αναφέρει η συντακτική ομάδα, η γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία σχετίζεται με την επιβάρυνση των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου. Στόχος ήταν να αξιολογήσουν την πιθανή σχέση μεταξύ λειτουργικών δεικτών αγγειακής λειτουργίας και βαθμολογιών σεξουαλικής δυσλειτουργίας σε φαινομενικά υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Στη μελέτη συμμετείχαν 116 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που υποβλήθηκαν σε αξιολόγηση της ενδοθηλιακής λειτουργίας με μέτρηση της διαστολής μέσω ροής της διακλαδωτής αρτηρίας και εκτίμηση αρτηριακής ακαμψίας με μέτρηση της ταχύτητας παλμού καρωτίδας – μηριαίου κύματος.

Χρησιμοποιήθηκε η κλιμακτηριακή κλίμακα Greene για την αξιολόγηση της αγγειοκινητικής συμπτωματολογίας, ο Δείκτης Γυναικείας Σεξουαλικής Λειτουργίας (FSFI) και η Απογραφή κατάθλιψης Beck για την αξιολόγηση της διαταραχής της διάθεσης. Η χαμηλή σεξουαλική λειτουργία ορίστηκε ως βαθμολογία FSFI <26,55.

Τα ευρήματα έδειξαν πως οι χαμηλότερες βαθμολογίες σεξουαλικής λειτουργίας σχετίζονται με επιδείνωση της αγγειακής λειτουργίας, που εκδηλώνεται κυρίως ως αρτηριακή σκλήρυνση, συμβάλλοντας περαιτέρω στις αλλαγές της συστολικής αρτηριακής πίεσης.

Η αξία αυτής της μελέτης είναι το προσεκτικά επιλεγμένο υγιές δείγμα μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών, με ταυτόχρονη αξιολόγηση της κλιμακτηριακής συμπτωματολογίας και των διαταραχών της διάθεσης.

Οι περιορισμοί περιλαμβάνουν το μικρό μέγεθος δείγματος, τον διατομικό σχεδιασμό και την πρόσληψη διαδοχικών εξωτερικών ασθενών σε πανεπιστημιακή κλινική εμμηνόπαυσης.

Οι επιστήμονες τονίζουν πως περαιτέρω μελέτες και παρεμβάσεις για τη βελτίωση της σεξουαλικής λειτουργίας θα πρέπει να αξιολογήσουν ακόμη περισσότερο την κλινική συνάφεια των ευρημάτων.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Κυβερνητικές δαπάνες: Διαχρονικά «ριγμένες» Υγεία και Εκπαίδευση

Σχεδόν διπλάσια η υπέρβαση της Ελλάδας από τον μέσο όρο της ΕΕ ως προς τις δαπάνες για την Άμυνα. Τα στοιχεία δείχνουν μια πολιτική που δίνει μεγαλύτερο βάρος στην εξωτερική και εσωτερική ασφάλεια
Παρά τη μεταρρυθμιστική ρητορική των τελευταίων ετών η χρηματοδότηση της Υγείας και της Παιδείας παραμένει χαμηλότερη σε σύγκριση με τις κρατικές δαπάνες oι οποίες προορίζονται για την εξωτερική και εσωτερική ασφάλεια.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν ένα πολιτικό μοτίβο που δείχνει ότι η Ελλάδα δίνει μεγαλύτερο βάρος στην εξωτερική και εσωτερική ασφάλεια και λιγότερο στην ενίσχυση της Υγείας και της Παιδείας.
Σύμφωνα με τον κρατικό Προϋπολογισμό το 2024 σημειώθηκε ακόμα μία αύξηση των πιστώσεων για την υλοποίηση εξοπλιστικών προγραμμάτων αλλά και συνολικά για τις αμυντικές δαπάνες με τον προβλεπόμενο προϋπολογισμό του υπουργείου Εθνικής Άμυνας να ανέρχεται σε 6,1 δισ. ευρώ. Από αυτό το ποσό περί τα 2,6 δισ. ευρώ αφορούν εξοπλιστικά προγράμματα.
Η Ελλάδα υστερεί στις δαπάνες για Οικιστική μέριμνα (όπως ύδρευση και στεγαστική πολιτική), Αναψυχή και πολιτισμό (όπως αθλητισμός και ραδιοτηλεόραση), Υγεία και Εκπαίδευση.
Το πρώτο συμπέρασμα της νέας μελέτης του ΕΝΑ με τίτλο «ΤΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ» είναι ότι η Ελλάδα συγκριτικά με τον μέσο όρο της ΕΕ επιβαρύνεται με υψηλότερο δημόσιο χρέος και η δημόσια δαπάνη της είναι περισσότερο προσανατολισμένη στην εξωτερική και εσωτερική ασφάλεια παρά στην υγεία και την εκπαίδευση.
Το δεύτερο συμπέρασμα είναι πως αυτό δεν άλλαξε ιδιαίτερα στη διάρκεια της κρίσης. Η γενικευμένη μείωση των δαπανών έπληξε πολύ περισσότερο εκείνες που ήταν ήδη χαμηλές (όπως υγεία και εκπαίδευση) και λιγότερο ή καθόλου εκείνες που ήταν υψηλές (όπως άμυνα και δημόσια τάξη).
Ως προς την Υγεία, στην προ-πανδημική περίοδο, το ελληνικό κράτος διέθετε το 10% των δαπανών του στην Υγεία, έναντι μέσου ποσοστού 15% στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), οι κρατικές δαπάνες Υγείας στην Ελλάδα εμφάνισαν οριακή αύξηση μεταξύ του 2019 – 2022, παραμένοντας, ωστόσο, κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (8,5%, έναντι 9,5% στις άλλες χώρες).
Άμυνα και Δημόσια τάξη παρουσιάζουν συστηματική υπέρβαση
Οι γενικές δημόσιες υπηρεσίες υπερβαίνουν διαχρονικά τον μέσο όρο της ΕΕ, κάτι που οφείλεται κυρίως στους τόκους δημοσίου χρέους, οι οποίοι αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος της κατηγορίας.
Στην κατηγορία των οικονομικών υποθέσεων, η Ελλάδα βρίσκεται γενικά κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ με κάποιες απότομες διακυμάνσεις. Στα έτη 2012, 2013 και 2015 οι αυξήσεις οφείλονται στις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών, ενώ στα έτη 2020 και 2021 στις έκτακτες δαπάνες για την πανδημία, όπως οι επιστρεπτέες προκαταβολές, που δεν ταξινομούνται στις δαπάνες υγείας.
Όπως φαίνεται στα διαγράμματα 4α και 4β οι δαπάνες και των δύο κατηγοριών ήταν διαχρονικά κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, λιγότερο η Υγεία και περισσότερο η Εκπαίδευση.
Άμυνα και Δημόσια τάξη, είναι εκείνες όπου η Ελλάδα παρουσιάζει συστηματική υπέρβαση από τον μέσο όρο της ΕΕ. Στη μεν Αμυνα φαίνεται ότι η υπέρβαση είναι ιδιαίτερα μεγάλη (σχεδόν διπλάσια του μέσου όρου) και καλύπτει το σύνολο της περιόδου. Στη δε δημόσια τάξη η υπέρβαση εμφανίζεται μέσα στην περίοδο της κρίσης και διατηρείται από τότε. Φαίνεται πως καμία από τις δύο κατηγορίες δεν περιορίστηκε στη διάρκεια της κρίσης.
Η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική στις δύο κατηγορίες δαπανών που η Ελλάδα υστερεί συστηματικά, στην Υγεία και την Εκπαίδευση. Όπως φαίνεται στα διαγράμματα 4α και 4β οι δαπάνες και των δύο κατηγοριών ήταν διαχρονικά κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, λιγότερο η Υγεία και περισσότερο η Εκπαίδευση. Οι δαπάνες για υγεία περιορίστηκαν σημαντικά στην περίοδο της κρίσης και άρχισαν να ανακάμπτουν μετά το 2015, παραμένοντας όμως κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Οι δαπάνες για εκπαίδευση μειώθηκαν σχετικά λιγότερο στην κρίση αλλά δεν ανέκαμψαν στη συνέχεια.
Κοινωνική προστασία: Δηλαδή…. σε συντάξεις και έκτακτα επιδόματα
Το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών δαπανών στις χώρες του ευρώ αφορά την κοινωνική πολιτική όμως το μίγμα διαφέρει ανά χώρα. Στην Ελλάδα , από το σύνολο 57,4% του ΑΕΠ των κρατικών δαπανών, το 31,7% αφορά τις κοινωνικές δαπάνες, εκ των οποίων το 20,6% συντάξεις και επιδόματα.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας για το έτος 2021 ανήλθαν σε 48.600 εκατ. ευρώ παρουσιάζοντας αύξηση κατά 0,9% σε σχέση με το 2020. Το μεγαλύτερο ποσοστό των δαπανών αφορά σε δαπάνες για παροχές γήρατος, οι οποίες για το έτος 2021 αποτελούσαν το 52,2% των συνολικών δαπανών κοινωνικής προστασίας και παρουσίασαν μείωση 1,0% σε σχέση με το 2020.
Ακολουθούν, κατά φθίνουσα σειρά, οι δαπάνες για παροχές ασθένειας, οι οποίες για το έτος 2021 αποτελούσαν το 22,2% των συνολικών δαπανών, αυξημένες κατά 6,7% σε σχέση με το 2020 και οι δαπάνες για παροχές σε επιζώντες/χηρεία, οι οποίες αποτελούσαν το 9,9%, αυξημένες κατά 3,8% σε σχέση με το 2020.
Όπως επίσης τονίζει το Ινστιτούτο ΈΝΑ, οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα υπερβαίνουν τον μέσο όρο της Ε.Ε. στις Γενικές δημόσιες υπηρεσίες (κυρίως διοικητικές υπηρεσίες και δημόσιο χρέος), στις Οικονομικές υποθέσεις (όπως η ενέργεια και οι μεταφορές), στην Άμυνα, τη Δημόσια τάξη, την Περιβαλλοντική προστασία (όπως απορρίμματα) και – οριακά – στην Κοινωνική προστασία (συντάξεις και επιδόματα).
Χαμηλά σε δαπάνες για ύδρευση και στεγαστική πολιτική
Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα υστερεί στις δαπάνες για Οικιστική μέριμνα (όπως ύδρευση και στεγαστική πολιτική), Αναψυχή και πολιτισμό (όπως αθλητισμός και ραδιοτηλεόραση), Υγεία και Εκπαίδευση.
Διακρίνεται και η διαχρονική εξέλιξη των παραπάνω κατηγοριών από το 1995 ώστε να διαπιστώσουμε την επίδραση της οικονομικής κρίσης της περιόδου 2010-18 στην κατανομή των δημόσιων δαπανών της Ελλάδας, πάντα σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Πρέπει, σύμφωνα με το ΕΝΑ, φυσικά, να ληφθεί υπόψη η μεγάλη μείωση του ΑΕΠ που σημειώθηκε στην παραπάνω περίοδο, κάτι που σημαίνει πως η μεταβολή του ποσοστού μιας κατηγορίας δεν σημαίνει απαραίτητα και μεταβολή της σε απόλυτα μεγέθη αλλά ταχύτερη ή βραδύτερη μεταβολή σε σχέση με τη μεταβολή του ΑΕΠ.
Ο κρατικός προϋπολογισμός προβλέπει για το 2024 πιστώσεις για την υγεία συνολικού ύψους 12,826 δισ. ευρώ προβλέπει, ενώ η αντίστοιχη πρόβλεψη για το 2023 ήταν στα 11,929 δισ. Επίσης στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας έχουν προβλεφθεί πιστώσεις ύψους 5.705 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 928,5 εκατ. Ευρώ.
Αυτό αποδίδεται κατά κύριο λόγο στις αυξημένες κατά 414 εκατ. ευρώ, σε σχέση με τις εκτιμήσεις, επιχορηγήσεις συνολικού ύψους 2.594 εκατ. ευρώ προς τα νοσοκομεία, την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) και την Εθνική Κεντρική Αρχή Προμηθειών Υγείας (ΕΚΑΠΥ) για την αγορά φαρμακευτικού και λοιπού υγειονομικού υλικού, την παροχή υπηρεσιών, την κάλυψη της μισθοδοσίας του επικουρικού προσωπικού καθώς και για την αποπληρωμή μέρους των απλήρωτων υποχρεώσεων παρελθόντων ετών.
Η Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή
Η κατανομή των κρατικών δαπανών δείχνει, σύμφωνα και με την Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, πως η Ελλάδα δίνει τα πιο πολλά για Αμυνα και βρίσκεται χαμηλά σε δαπάνες που αφορούν την Υγεία και την Παιδεία.
Το Γραφείο επισημαίνει πως το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (26,3% με βάση τον αναθεωρημένο ορισμό στην Ελλάδα έναντι 21,9% στην Ευρωζώνη το 2021).
Με τις κρατικές κοινωνικές δαπάνες για συντάξεις και κοινωνικά επιδόματα το παραπάνω ποσοστό είναι 46,1%, βελτιωμένο σε σχέση με το προηγούμενο έτος (48,2%) τόσο για το σύνολο του πληθυσμού όσο και για τις επιμέρους ηλικιακές ομάδες. Δηλαδή, 32,9% για την ηλικιακή ομάδα 0-17 (35,4% το 2021), 35,8 για τις ηλικίες 18-64 (38,4% το 2021) και 83,3% για την ομάδα 65+ (84,2% το 2021).
Το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης
Χωρίς όμως τις δαπάνες για συντάξεις και κοινωνικά επιδόματα, το ποσοστό γίνεται 18,8% (19,6% το 2021), δηλαδή μειώνεται κατά 27,3 ποσοστιαίες μονάδες από τις οποίες 4,8 οφείλονται στην καταβολή κοινωνικών επιδομάτων πλην συντάξεων και 22,5 ποσοστιαίες μονάδες στις συντάξεις.
Συγκρίνοντας τη σύνθεση του συνόλου των κρατικών δαπανών της Ελλάδας με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης το 2021, διαπιστώνεται διαφοροποίηση στη σύνθεσή τους.
Η Ελλάδα κατέχει την πρώτη υψηλότερη θέση στις δαπάνες για άμυνα (με 2,8% του ΑΕΠ, υψηλότερες κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες του ευρωπαϊκού μέσου όρου). Οι ελληνικές δαπάνες που σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος (1,2% του ΑΕΠ), είναι κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερες του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ οι ελληνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ που αφορούν την υγεία και την παιδεία υπολείπονται του μέσου όρου της Ευρωζώνης κατά 1,6 και 0,6 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα.
Πηγη: https://medispin.blogspot.com/

Διαβήτης τύπου 2: Θεραπεία μέσω απώλειας βάρους – Νέα έρευνα

Μια νέα μελέτη διαπιστώνει ότι πολύ λίγοι ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με διαβήτη τύπου 2 είναι σε θέση να επιτύχουν φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης μέσω της απώλειας βάρους.

Κλινικές δοκιμές υποδεικνύουν ότι τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 μπορούν να ελέγξουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα τους χωρίς φάρμακα, εάν χάσουν βάρος και το διατηρήσουν. Ωστόσο, είναι άγνωστο πόσοι ασθενείς μπορούν να επιτύχουν την μείωση της γλυκόζης μόνο μέσω της απώλειας βάρους υπό πραγματικές συνθήκες.

Στη νέα μελέτη που διεξήχθη, με επικεφαλής τον Andrea Luk του Κινεζικού Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ, εξετάστηκαν 37.326 άτομα στο Χονγκ Κονγκ που είχαν πρόσφατα διαγνωστεί με διαβήτη τύπου 2 για να δουν εάν οι ασθενείς θα μπορούσαν να ελέγξουν την ασθένεια μέσω της απώλειας βάρους.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι μόνο το 6% των ανθρώπων πέτυχε ύφεση του διαβήτη αποκλειστικά μέσω της απώλειας βάρους περίπου οκτώ χρόνια μετά τη διάγνωση. Για τα άτομα που πέτυχαν αρχικά ύφεση, τα 2/3, είχαν αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα κατά τρία χρόνια μετά τη διάγνωση.

Αυτά τα ποσοστά είναι σημαντικά χαμηλότερα από τις κλινικές δοκιμές, όπου σημειώθηκε ύφεση σε έως και 73% των ασθενών ένα χρόνο μετά τη διάγνωση. Τα άτομα με τη μεγαλύτερη απώλεια βάρους τον πρώτο χρόνο είχαν περισσότερες πιθανότητες να υποστούν ύφεση.

Η μελέτη δείχνει ότι ο έλεγχος του διαβήτη τύπου 2 μέσω της παρατεταμένης απώλειας βάρους είναι δυνατός σε πραγματικές συνθήκες, αλλά λίγοι ασθενείς θα επιτύχουν φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα μόνο μέσω της διαχείρισης βάρους, ειδικά μακροπρόθεσμα.

Ένας λόγος για την ασυμφωνία με τις κλινικές δοκιμές είναι ότι οι συμμετέχοντες στη δοκιμή λαμβάνουν εντατικές παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, συμπεριλαμβανομένης της ολιστικής υποστήριξης για διατροφικές αλλαγές, σωματική άσκηση και ψυχική υγεία.

Οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν πρώιμες παρεμβάσεις διαχείρισης βάρους ως τρόπο να αυξήσουν τις πιθανότητες να επιτύχουν παρατεταμένη ύφεση.

Επιπλέον, τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι οι πρώιμες παρεμβάσεις διαχείρισης βάρους αυξάνουν τις πιθανότητες παρατεταμένης ύφεσης και ότι οι συνεχείς αλλαγές στον τρόπο ζωής είναι πιθανό να είναι πρωταρχικής σημασίας.

Ο Andrea Luk επισημαίνει: «Μεγαλύτερη απώλεια βάρους κατά τον πρώτο χρόνο της διάγνωσης του διαβήτη συνδέθηκε με αυξημένη πιθανότητα επίτευξης ύφεσης του διαβήτη. Ωστόσο, η συχνότητα ύφεσης του διαβήτη ήταν χαμηλή αφού μόνο το 6% των ατόμων πέτυχαν ύφεση σε διάστημα οκτώ ετών και οι μισοί από αυτούς με αρχική ύφεση επανήλθαν στην υπεργλυκαιμία μέσα σε τρία χρόνια. Έτσι, υποδεικνύεται η κακή βιωσιμότητα της ύφεσης του διαβήτη σε πραγματικό περιβάλλον».

 

 

Πηγη: https://www.healthstat.gr/

Σοκαριστική έρευνα στη Βρετανία για την υγεία των παιδιών – Διαπιστώνεται «τρομακτική επιδείνωση»

«Τρομακτική» χαρακτηρίζουν την επιδείνωση» της υγείας των παιδιών ηλικίας κάτω των 5 ετών στο Ηνωμένο Βασίλειο, ερευνητές σε σχετική έκθεση που δημοσιεύθηκε σήμερα

Η επιδείνωση, σύμφωνα με τους ερευνητές υγείας, αποτυπώνεται στο ποσοστό νηπιακής θνησιμότητας, στην παχυσαρκία και στην οδοντιατρική-στοματική υγιεινή. «Κάθε παιδί έχει δικαίωμα για μια ασφαλή και υγιή παιδική ηλικία. Είναι ντροπή το ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν το καταφέρνει αυτό», έγραψε η Έλεν Μίνις καθηγήτρια Παιδοψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης και μία εκ των συγγραφέων της έκθεσης που δημοσιεύτηκε από την The Academy of medical sciences, ένα ανεξάρτητο ερευνητικό κέντρο για την υγεία στο Ηνωμένο Βασίλειο και καταλήγει λέγοντας: «Προδίδουμε τα παιδιά μας».

Σύμφωνα με την έκθεση, «οι πρόοδοι αναφορικά με την παιδική υγεία έχουν βαλτώσει» στο Ηνωμένο Βασίλειο τα τελευταία χρόνια. Οι ερευνητές προτάσσουν διάφορους δείκτες που αντικατοπτρίζουν αυτήν την «επιδείνωση».

Η χώρα κατατάσσεται στην 30ή θέση εκ των συνολικά 49 πλουσιότερων χωρών στη νηπιακή θνησιμότητα, γράφουν οι ειδικοί.

Ένα στα 5 παιδιά ηλικίας 5 ετών είναι είτε υπέρβαρο είτε παχύσαρκο. Τα παιδιά που ζουν σε πιο υποβαθμισμένες περιοχές αντιμετωπίζουν τον διπλάσιο κίνδυνο να είναι παχύσαρκα σε σύγκριση με εκείνα που ζουν σε εύπορες περιοχές.

«Τα ποσοστά εμβολιασμού μειώθηκαν κάτω από τα όρια ασφαλείας που έχει θέσει Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, γεγονός που απειλεί να προκαλέσει επιδημίες», προειδοποιούν επίσης οι ερευνητές.

Οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας για τα παιδιά δεν βρίσκονται σε θέση να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση.

«Προβλήματα όπως η πανδημία Covid-19, η αύξηση του κόστους ζωής και η κλιματική αλλαγή επιδεινώνουν τις εκτεταμένες ανισότητες», σύμφωνα με την έκθεση.

Η δημόσια υπηρεσία Υγείας NHS βρίσκεται αντιμέτωπη με «τεράστιες προκλήσεις» λόγω κυρίως της «γήρανσης του πληθυσμού», υπογραμμίζει ένας από τους συγγραφείς της έκθεσης, ο Άντριου Πόλαρντ, ειδικός στο θέμα των εμβολιασμών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Όμως, αυτή η έκθεση που κάνει λόγο «για τρομακτική επιδείνωση της υγείας των παιδιών μας καθιστά τις προοπτικές του μέλλοντος ακόμα πιο ζοφερές», επισημαίνει.

 

 

Πηγη: https://www.dnews.gr/

Η ήπια μόλυνση Covid-19 καθιστά πιο πιθανή την αϋπνία, ειδικά σε άτομα με άγχος ή κατάθλιψη.

Έρευνα σε άτομα που είχαν διαγνωστεί με Covid-19 αλλά δεν είχαν νοσηλευτεί ποτέ σε νοσοκομείο διαπίστωσε ότι το 76% εμφάνισε αϋπνία, με όσους ήταν αγχώδεις ή καταθλιπτικοί να είναι πιο ευάλωτοι.

Η σύνδεση της αϋπνίας με ασθενείς που νοσηλεύθηκαν με Covid-19 είναι ήδη γνωστή, αλλά μια ομάδα επιστημόνων διερεύνησε το αν οι ήπιες λοιμώξεις θα μπορούσαν επίσης να επηρεάσουν την ποιότητα του ύπνου.

Στη μελέτη που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Frontiers in Public Health», μελετήθηκαν δεδομένα για 1.056 άτομα ηλικίας άνω των 18 ετών στο Βιετνάμ, που είχαν διαγνωστεί με Covid-19, αλλά δεν είχαν νοσηλευτεί τους τελευταίους έξι μήνες και δεν ανέφεραν ιστορικό αϋπνίας ή ψυχιατρικών παθήσεων.

Το 76% των συμμετεχόντων ανέφεραν ότι αντιμετώπιζαν αϋπνία και το 22,8% από αυτούς ότι είχαν σοβαρή αϋπνία. Οι μισοί από τους συμμετέχοντες δήλωσαν ότι ξυπνούσαν συχνότερα τη νύχτα, ενώ το ένα τρίτο ότι δυσκολεύονταν να κοιμηθούν, κοιμούνταν χειρότερα και κοιμούνταν για λιγότερο χρόνο. Η σοβαρότητα της αρχικής λοίμωξης δεν φάνηκε να συσχετίζεται με τη σοβαρότητα της αϋπνίας που βίωσαν. Αν και οι ασυμπτωματικοί ασθενείς με Covid-19 σημείωσαν χαμηλότερη βαθμολογία στον δείκτη αϋπνίας, η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική.

Δύο ομάδες ατόμων είχαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα ποσοστά αϋπνίας, σε σχέση με τους υπόλοιπους: τα άτομα που είχαν κάποια προϋπάρχουσα χρόνια πάθηση και όσα αντιμετώπιζαν καταθλιπτικά ή αγχώδη συμπτώματα.

Οι επιστήμονες εντόπισαν επίσης ότι το ποσοστό αϋπνίας που αναφέρουν οι ασθενείς δεν είναι μόνο πολύ υψηλότερο από το ποσοστό του γενικού πληθυσμού, αλλά και υψηλότερο από αυτό που αναφέρεται για τους ασθενείς που νοσηλεύθηκαν με Covid-19. Αυτό θα μπορούσε να οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι επικεντρώθηκαν σε ασθενείς που ανάρρωσαν πρόσφατα και οι οποίοι ενδέχεται να έχουν παρατεταμένα συμπτώματα. Οι ασθενείς που ανάρρωσαν πρόσφατα μπορεί, επίσης, να είναι πιο στρεσαρισμένοι και ευαίσθητοι στις αλλαγές της σωματικής τους υγείας, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνονται τον ύπνο τους ως χειρότερο.

 

 

Πηγη: https://healthmag.gr/