Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αναπτύσσει θερμοκρασίες καύσωνα πάνω από τους 40 βαθμούς Κελσίου – Μελέτη

Συνθήκες καύσωνα επικρατούν σε μερικές βαθιές περιοχές του εγκεφάλου, όπως αποκαλύπτει για πρώτη φορά μια νέα βρετανική επιστημονική μελέτη.

Ενώ η θερμοκρασία στο σώμα των υγιών ανθρώπων είναι κάτω των 37 βαθμών Κελσίου, η μέση θερμοκρασία του εγκεφάλου είναι 38,5 και σε μερικές βαθιές περιοχές του συχνά ξεπερνά τους 40 βαθμούς, ιδίως στις γυναίκες στη διάρκεια της μέρας.

Οι ερευνητές του Εργαστηρίου Μοριακής Βιολογίας του Ιατρικού Συμβουλίου Ερευνών στο Κέιμπριτζ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό νευροεπιστήμης Brain (Εγκέφαλος), παρήγαγαν τον πρώτο αναλυτικό “χάρτη” των θερμοκρασιών του υγιούς ανθρωπίνου εγκεφάλου. Ο “χάρτης” δείχνει ότι οι φυσιολογικές θερμοκρασιακές διαφορές ποικίλουν πολύ περισσότερο από ό,τι θεωρείτο έως τώρα και ότι αυτό πρέπει να θεωρηθεί σημάδι φυσιολογικής λειτουργίας και όχι παθολογικής.

Στο παρελθόν η μελέτη της θερμοκρασίας του ανθρωπίνου εγκεφάλου είχε γίνει μόνο σε ασθενείς με εγκεφαλικές βλάβες σε μονάδες εντατικής θεραπείας. Όμως, πιο πρόσφατα, μια νέα μέθοδος «σκαναρίσματος» του εγκεφάλου (Magnetic Resonance Spectroscopy-MRS) επέτρεψε στους ερευνητές να καταγράψουν μη επεμβατικά τις θερμοκρασίες του εγκεφάλου σε υγιείς ανθρώπους και πώς αυτές διακυμαίνονται στη διάρκεια του 24ώρου.

Η νέα μελέτη έγινε σε 40 εθελοντές 20 έως 40 ετών, ο εγκέφαλος των οποίων παρακολουθήθηκε θερμοκρασιακά σε συνεχή βάση από το πρωί έως το βράδυ. Διαπιστώθηκαν έτσι αξιοσημείωτες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας του εγκεφάλου ανάλογα με την εγκεφαλική περιοχή, την ηλικία του ανθρώπου, το φύλο και την ώρα της μέρας. Η μελέτη καταρρίπτει επίσης τη διαδεδομένη αντίληψη ότι η θερμοκρασία του σώματος και του εγκεφάλου ενός ανθρώπου είναι ίδιες.

Η επιφάνεια του εγκεφάλου είναι γενικά πιο δροσερή, ενώ οι βαθύτερες περιοχές του όχι σπάνια περνάνε τους 40 βαθμούς, με την υψηλότερη θερμοκρασία που καταγράφηκε σε υγιή άνθρωπο, να είναι οι 40,9 βαθμοί. Σε όλους τους ανθρώπους η μέση θερμοκρασία του εγκεφάλου εμφανίζει μέσα στη μέρα μια διακύμανση της τάξης σχεδόν του ενός βαθμού, με την υψηλότερη θερμοκρασία να παρατηρείται το απόγευμα και την χαμηλότερη κατά τη νύχτα.

Ο γυναικείος εγκέφαλος είναι κατά μέσο όρο 0,4 βαθμούς πιο ζεστός από τον ανδρικό. Η διαφορά αυτή πιθανότατα οφείλεται στον έμμηνο κύκλο (περίοδο) της γυναίκας, καθώς στις περισσότερες γυναίκες μετά την ωορρηξία η θερμοκρασία του εγκεφάλου τους είναι περίπου 0,4 βαθμούς μεγαλύτερη σε σχέση με τη φάση προ ωορρηξίας.

Η εγκεφαλική θερμοκρασία αυξάνεται επίσης με την ηλικία και στα δύο φύλα, ιδίως στις βαθιές εγκεφαλικές περιοχές, όπου η μέση διαχρονική αύξηση φθάνει τους 0,6 βαθμούς. Αυτό πιθανώς οφείλεται στο ότι με το πέρασμα του χρόνου μειώνεται η ικανότητα του εγκεφάλου να ψύχεται.

Ο επικεφαλής ερευνητής Δρ. Τζον Ο’Νιλ δήλωσε ότι «το πιο απρόσμενο εύρημα της μελέτης μας είναι πως ο υγιής ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να φθάσει θερμοκρασίες, οι οποίες οπουδήποτε αλλού στο σώμα θα θεωρούνταν πυρετός. Τέτοιες υψηλές θερμοκρασίες είχαν μετρηθεί στο παρελθόν μόνο σε ανθρώπους με εγκεφαλικές βλάβες και είχαν θεωρηθεί συνέπεια της βλάβης. Βρήκαμε επίσης ότι η θερμοκρασία του εγκεφάλου πέφτει το βράδυ πριν πάει κανείς για ύπνο και ανεβαίνει στη διάρκεια της μέρας. Πρόκειται για μια ημερήσια διακύμανση που σχετίζεται με την μακροπρόθεσμη υγεία του εγκεφάλου και πρέπει να μελετηθεί περαιτέρω».

Οι ερευνητές μελέτησαν επίσης τη θερμοκρασία εγκεφάλου σε 114 ασθενείς με μέτριο έως σοβαρό τραυματισμό του εγκεφάλου και βρήκαν ότι η μέση θερμοκρασία ήταν ίδια με τον εγκέφαλο των υγιών (38,5 βαθμοί), όμως εμφάνιζε μεγαλύτερη διακύμανση (από 32,6 έως 42,3 βαθμούς).

 

 

πΗΓΗ: https://www.onmed.gr/

Καρκίνος του Μαστού: Ανασκόπηση

Ο καρκίνος του μαστού είναι ο πιο συχνός καρκίνος στις γυναίκες στον κόσμο (εκτός από τον καρκίνο του δέρματος που δεν ανήκει στην κατηγορία του μελανώματος) και ο δεύτερος πιο συχνός καρκίνος που προκαλεί θάνατο στις γυναίκες, μετά τον καρκίνο του πνεύμονα.

Ο καρκίνος του μαστού είναι ο πιο συχνός καρκίνος στις γυναίκες (εκτός από τον καρκίνο του δέρματος, που δεν ανήκει στην κατηγορία του μελανώματος) και ο δεύτερος πιο συχνός καρκίνος που προκαλεί θάνατο στις γυναίκες, μετά τον καρκίνο του πνεύμονα.

Ο καρκίνος του μαστού είναι η μη φυσιολογική ανάπτυξη των κυττάρων που καλύπτουν τους λοβούς ή τους πόρους του μαστού. Αυτά τα κύτταρα αναπτύσσονται ανεξέλεγκτα και έχουν τη δυνατότητα να εξαπλωθούν σε άλλα μέρη του σώματος. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες μπορούν να αναπτύξουν καρκίνο του μαστού, αν και είναι ασυνήθιστο στους άνδρες. Οι διεμφυλικές γυναίκες, οι μη δυαδικοί άνθρωποι μπορούν επίσης να νοσήσουν από καρκίνο του μαστού.

Τα διεμφυλικά άτομα μπορούν επίσης να νοσήσουν από καρκίνο του μαστού. Μια διεμφυλική γυναίκα που παίρνει φάρμακα για να μειώσει τις ανδρικές ορμόνες και να ενισχύσει τις γυναικείες ορμόνες, μπορεί να έχει αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξει καρκίνο του μαστού.

Επιδημιολογία
Σύμφωνα με το NIH των ΗΠΑ, τα εκτιμώμενα νέα κρούσματα και οι θάνατοι από τον καρκίνο του μαστού (μόνο στις γυναίκες) στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ) το 2022 θα έχουν ως εξής:

  • νέα κρούσματα: 287.850
  • θάνατοι: 43.250

Ο καρκίνος του μαστού είναι ο συχνότερα εμφανιζόμενος μη δερματικός καρκίνος στις Αμερικανίδες γυναίκες, με εκτιμώμενα 51.400 κρούσματα μη διηθητικού (in situ) πορογενούς καρκινώματος (Ductal carcinoma in situ, DCIS) και 287.850 κρούσματα διηθητικού καρκίνου του μαστού για το 2022. Έτσι, λιγότερο από μία στις έξι γυναίκες διαγνωσθείσες με καρκίνο του μαστού πεθαίνουν εξαιτίας της ασθένειας. Σε σύγκριση, έχει υπολογισθεί ότι περίπου 61.360 Αμερικανίδες γυναίκες θα πεθάνουν από καρκίνο του πνεύμονα το 2022. Οι άντρες αντιπροσωπεύουν το 1% των κρουσμάτων του καρκίνου του μαστού και των θανάτων εξαιτίας του καρκίνου του μαστού.

Στην Αυστραλία, το συνολικό ποσοστό πενταετούς επιβίωσης για καρκίνο του μαστού στις γυναίκες είναι 91%. Εάν ο καρκίνος περιορίζεται στον μαστό, το 96% των ασθενών θα είναι ζωντανοί πέντε χρόνια μετά τη διάγνωση. Αυτός ο αριθμός εξαιρεί όσους πεθαίνουν από άλλες ασθένειες. Εάν ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί στους περιφερειακούς λεμφαδένες, η πενταετής επιβίωση μειώνεται στο 80%.

Υπολογίζεται ότι περίπου 19.866 γυναίκες και 164 άνδρες στην Αυστραλία διαγνώστηκαν με καρκίνο του μαστού το 2021.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που μας παραθέτει το «Our World in Data», ο καρκίνος του μαστού ήταν η τέταρτη αιτία θανάτου στον κόσμο το έτος 2019 (Γράφημα 1).

Επίσης, τα δύο επόμενα γραφήματα (γράφημα 2 και γράφημα 3) μας δείχνουν την εξέλιξη στο συνολικό ποσοστό πενταετούς επιβίωσης για καρκίνο του μαστού, μεταξύ των ετών 1999 και 2009.


Στοιχεία του «Our World in Data»

 

Γράφημα 1
Γράφημα 2
Γράφημα 3

Συμπτωματολογία
Μερικοί ασθενείς δεν εμφανίζουν συμπτώματα και ο καρκίνος εντοπίζεται κατά τη διάρκεια μιας μαστογραφίας ή μιας φυσικής εξέτασης από τον γιατρό.

Μερικά από τα συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν τη νόσο, είναι τα ακόλουθα:

  • νέα εξογκώματα ή πάχυνση στο στήθος, ειδικά εάν εμφανίζονται σε έναν μόνο μαστό
  • πληγές θηλής, αλλαγή στο σχήμα της θηλής
  • εκκένωση θηλής ή περιστροφή
  • αλλαγές στο μέγεθος ή το σχήμα του μαστού
  • λακκάκι του δέρματος του μαστού
  • δυσφορία ή πρήξιμο στη μασχάλη
  • εξάνθημα ή κόκκινο πρησμένο στήθος
  • συνεχιζόμενος πόνος που δεν σχετίζεται με τον εμμηνορροϊκό κύκλο που παραμένει μετά την περίοδo και εμφανίζεται μόνο σε έναν μαστό
  • αυξημένη πυκνότητα μαστικού ιστού (όπως εντοπίζεται στη μαστογραφία).

Ο καρκίνος του μαστού μπορεί να παρουσιάζεται με περισσότερα του ενός συμπτώματα, αλλά το πλέον αξιοσημείωτο σύμπτωμα είναι συνήθως ένα εξόγκωμα (όγκος) ή μια περιοχή πυκνού ιστού του μαστού.

Οι περισσότεροι τέτοιοι όγκοι, που πολλές φορές μπορεί εύκολα να ψηλαφηθούν, δεν είναι καρκινικοί, αλλά αποτελούν το αίτιο και την καλύτερη επιλογή για να απευθυνθεί αμέσως η ασθενής στον γιατρό της και να προχωρήσει σε έλεγχο, υπό τις οδηγίες του.

Είναι λοιπόν απαραίτητο να επισκεφτεί μια γυναίκα τον γιατρό της, αν αντιληφθεί κάποιο από τα παρακάτω συμπτώματα:

  • Αλλαγή στο μέγεθος ή στο σχήμα του ενός ή και των δύο μαστών
  • Εκκρίσεις από οποιαδήποτε από τις θηλές, οι οποίες μπορεί να είναι «λεκιασμένες» με αίμα
  • Εξόγκωμα ή οίδημα σε οποιαδήποτε από τις μασχάλες
  • Λακκάκια στο δέρμα των μαστών
  • Εξάνθημα πάνω ή γύρω από τη θηλή
  • Αλλαγή στην εμφάνιση της θηλής, όπως η βύθιση στο στήθος.

Ο πόνος στο στήθος δεν συνδέεται συνήθως με τον καρκίνο του μαστού.

Αιτίες του καρκίνου του μαστού
Σύμφωνα με το NIH των ΗΠΑ, η γήρανση (αυξανόμενη ηλικία) αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση των περισσότερων καρκίνων. Άλλοι παράγοντες κινδύνου που ενοχοποιούνται για την εμφάνιση του καρκίνου του μαστού, είναι οι ακόλουθοι:

  • Οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού
  • Σημαντική γενετική προδιάθεση
  • Κληρονομικότητα μεταλλάξεων στα γονίδια BRCA2, BRCA1 και CHEK2
  • Κατανάλωση αλκοόλ
  • Ιστορικό εμμήνου ρύσεως (έναρξη της περιόδου πριν από την ηλικία των 12 ετών /καθυστερημένη εμμηνόπαυση)
  • Ατεκνία
  • Πρώτη κύηση σε μεγάλη ηλικία
  • Παχυσαρκία (μετεμμηνοπαυσιακή)
  • Ατομικό ιστορικό καρκίνου του μαστού
  • Ατομικό ιστορικό καλοήθους πάθησης του μαστού (benign breast disease, BBD) (υπερπλαστικές μορφές της BBD)
  • Έκθεση σε γυναικείες ορμόνες (φυσικές και χορηγούμενες – Ιστορικό ορμονικής θεραπείας)
  • Συνδυασμός θεραπείας υποκατάστασης ορμονών με οιστρογόνο και προγεστερόνη
  • Έκθεση σε ακτινοθεραπεία στο στήθος/θώρακα.
  • Αυξημένα επίπεδα οιστρογόνων.

Παράγοντες που συνδέονται με τον τρόπο ζωής και μπορούν να αυξήσουν μερικώς τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού σε άνδρες και γυναίκες, είναι οι ακόλουθοι:

  • το να είναι κάποιος υπέρβαρος
  • ανεπαρκής σωματική άσκηση (δραστηριότητα)
  • αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ.

Φαίνεται επίσης να υπάρχει συσχέτιση με κάποιες καλοήθεις νόσους του μαστού και προηγούμενη έκθεση σε ακτινοβολία. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχουν διαθέσιμες εκτιμήσεις κινδύνου, συγκεκριμένες ανάλογα με την ηλικία, για να βοηθήσουν στην παροχή συμβουλών και στον σχεδιασμό στρατηγικών προσυμπτωματικού ελέγχου για τις γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού. Από όλες τις γυναίκες με καρκίνο του μαστού, το 5% έως 10% μπορεί να έχει μετάλλαξη βλαστικής σειράς των γονιδίων BRCA1 και BRCA2. Ο εκτιμώμενος κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού κατά τη διάρκεια όλης της ζωής σε γυναίκες με μεταλλάξεις στα BRCA1 και BRCA2 είναι 40% εώς 85%.

Οι φορείς των μεταλλαγμένων γονιδίων με ιστορικό καρκίνου του μαστού έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ετερόπλευρης νόσου που μπορεί να είναι έως και 5% ετησίως. Οι άνδρες φορείς μεταλλάξεων του BRCA2 έχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Οι μεταλλάξεις, είτε στο γονίδιο BRCA1 είτε στο γονίδιο BRCA2, προσδίδουν επίσης αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών ή άλλων πρωτοπαθών καρκίνων. Μόλις εντοπιστεί μια μετάλλαξη του BRCA1 ή του BRCA2, τα άλλα μέλη της οικογένειας του φορέα μπορούν να παραπεμφθούν για γενετική συμβουλευτική και έλεγχο.

Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχουν και προστατευτικοί παράγοντες, που μπορεί να βοηθήσουν στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης του γυναικείου καρκίνου του μαστού, ανάμεσα στους οποίους χαρακτηριστικά αναφέρουμε τους ακόλουθους:

  • Χρήση οιστρογόνων σε γυναίκες που έχουν υποστεί υστερεκτομή
  • Σωματική άσκηση
  • Τεκνοποίηση σε νεαρή ηλικία
  • Θηλασμός
  • Εκλεκτικοί τροποποιητές υποδοχέων οιστρογόνων
  • Αναστολείς ή αδρανοποιητές της αρωματάσης
  • Προφυλακτική μαστεκτομή
  • Προφυλακτική ωοθηκεκτομή.

Διάγνωση
Θα πρέπει αρχικά να υπογραμμίσουμε ότι οι κλινικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι ο προσυμπτωματικός έλεγχος των ασυμπτωματικών γυναικών με μαστογραφία με ή χωρίς κλινική εξέταση του μαστού, μειώνει τη θνησιμότητα από τον καρκίνο του μαστού.

Σύμφωνα με το NIH των ΗΠΑ, η ευρεία υιοθέτηση του προσυμπτωματικού ελέγχου αυξάνει την επίπτωση του καρκίνου του μαστού σε έναν δεδομένο πληθυσμό και αλλάζει τα χαρακτηριστικά των καρκίνων που εντοπίζονται, οδηγώντας σε αυξημένη επίπτωση των καρκίνων χαμηλού κινδύνου, των προκαρκινικών αλλοιώσεων και των DCIS. Πληθυσμιακές μελέτες από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν δείξει μια αύξηση στην επίπτωση του DCIS και του διηθητικού καρκίνου του μαστού από τη δεκαετία του 1970, η οποία έχει αποδοθεί στη διαδεδομένη υιοθέτηση τόσο της μετεμμηνοπαυσιακής ορμονικής θεραπείας όσο και της μαστογραφίας προσυμπτωματικού ελέγχου. Την τελευταία δεκαετία, οι γυναίκες έχουν αποφύγει τη χρήση μετεμμηνοπαυσιακών ορμονών, και ως εκ τούτου η επίπτωση του καρκίνου του μαστού έχει μειωθεί, ωστόσο όχι στα επίπεδα που είχαν παρατηρηθεί πριν από την ευρεία χρήση της μαστογραφίας προσυμπτωματικού ελέγχου.

Σύμφωνα με τα Διαγνωστικά/Θεραπευτικά Πρωτόκολλα του Απριλίου 2019, ο ασυμπτωματικός έλεγχος υλοποιείται και αφορά:

Γυναίκες μέσου (γενικού) κινδύνου

  • 25-39 ετών
    Κλινική εκτίμηση κάθε 1-3 έτη
    Μηνιαία αυτοεξέταση μαστού
  • ≥40 ετών
    Ετήσια κλινική εκτίμηση
    Ετήσια μαστογραφία (κατά προτίμηση ψηφιακή)
    Υπερηχογράφημα μαστών ή/και μαγνητική τομογραφία (MRI) βάσει απεικονιστικών και κλινικών ενδείξεων
    Μηνιαία αυτοεξέταση.
  • Γυναίκες υψηλού κινδύνου
    Κλινική εκτίμηση κάθε 6-12 μήνες
    Ετήσια μαστογραφία (έναρξη μετά τα 30 έτη και πάντα τουλάχιστον 10 χρόνια πριν από τη διάγνωση στο νεαρότερο μέλος της οικογένειας)
    Ετήσια MRI μαστών βάσει ενδείξεων.

Σύμφωνα με τα Διαγνωστικά/Θεραπευτικά Πρωτόκολλα του Απριλίου 2019, ως γυναίκες υψηλού κινδύνου νοούνται οι κάτωθι:

  • Ατομικό ιστορικό προηγούμενου καρκίνου μαστού
  • Ασθενείς οι οποίες έχουν λάβει ακτινοθεραπεία στον θώρακα σε ηλικία 10-30 ετών για οποιονδήποτε λόγο
  • Γυναίκες με εκτιμώμενο διά βίου κίνδυνο >20% σύμφωνα με τα κλινικά στοιχεία, που σχετίζονται κυρίως με το κληρονομικό ιστορικό:
    Γνωστή μετάλλαξη στην οικογένεια των γονιδίων BRCA1, BRCA2, PTEN, p53
    ≥ 2 διαγνώσεις καρκίνου μαστού σε ένα μέλος της οικογένειας
    ≥2 μέλη με διάγνωση καρκίνου μαστού με το ένα σε ηλικία ≤50 ετών
    Ιστορικό καρκίνου των ωοθηκών
    Ιστορικό ανδρικού καρκίνου μαστού
    Καρκίνος μαστού σε ηλικία ≤45 ετών
    ≥3 μέλη (ειδικά με μικρή ηλικία διάγνωσης) με διάγνωση καρκίνου μαστού, παγκρέατος, προστάτη, επινεφριδίων, στομάχου, παχέος εντέρου, ενδομητρίου, θυρεοειδούς, νεφρού, μελανώματος, λευχαιμίας, σαρκώματος και όγκων εγκεφάλου.

Η αξιολόγηση της ασθενούς όταν υπάρχει υποψία για καρκίνο του μαστού και η διαχείρισή της, περιλαμβάνουν γενικώς τα ακόλουθα:

  • Επιβεβαίωση της διάγνωσης
  • Εκτίμηση του σταδίου της νόσου
  • Επιλογή της θεραπείας.

Σύμφωνα με τα Διαγνωστικά/Θεραπευτικά Πρωτόκολλα που εκδόθηκαν από το Υπουργείο Υγείας τον Απρίλιο του 2019, είναι πάντοτε αναγκαία η λεπτομερής κλινική εξέταση και η λήψη ιστορικού της ασθενούς.

Συγκεκριμένα, στα Διαγνωστικά/Θεραπευτικά Πρωτόκολλα αναφέρονται τα εξής:

Εκτίμηση ψηλαφητής βλάβης

  • Αξιολόγηση του ευρήματος είτε με παρακέντηση με λεπτή βελόνα (FNA) και κυτταρολογική εξέταση του υλικού είτε με παρακέντηση με κόπτουσα βελόνα (core biopsy) και ιστολογική εξέταση.
  • Σε περίπτωση κακοήθειας, στο υλικό της κόπτουσας βελόνας προσδιορίζονται ο ιστολογικός τύπος, ο βαθμός κακοήθειας (grade), ER, PR, HER-2 και Ki-67.

Εκτίμηση αψηλάφητης βλάβης (μόνο απεικονιστικό εύρημα)

  • Τα προαναφερθέντα στην ψηλαφητή βλάβη, αλλά υπό απεικονιστική καθοδήγηση.

Επί αδυναμίας ταυτοποίησης της βλάβης με τα προαναφερθέντα ή επί άλλων ενδείξεων, όπως ανάδειξη ατυπίας κ.λπ., συνιστάται ανοιχτή χειρουργική βιοψία για παθολογο-ανατομική διάγνωση.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι συνήθεις εξετάσεις και διαδικασίες που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση του καρκίνου του μαστού, είναι οι ακόλουθες:

  • Μαστογραφία
  • Υπέρηχος
  • Μαγνητική τομογραφία μαστών (Magnetic Resonance Imaging, MRI), εάν ενδείκνυται κλινικά.
  • Βιοψία.

Στα Διαγνωστικά/Θεραπευτικά Πρωτόκολλα που εκδόθηκαν τον Απρίλιο του 2019, στο κεφάλαιο «Διαγνωστικός Έλεγχος», αναφέρονται τα ακόλουθα:

Κλινικά πρώιμος καρκίνος του μαστού

  • Ακτινογραφία θώρακα (F+P)
  • Υπερηχογράφημα ήπατος
  • Αιματολογικές εξετάσεις
    Γενική αίματος
    Ουρία, σάκχαρο, κρεατινίνη
    Ηπατική βιοχημεία
    Ca2+ ορού

Κλινικά τοπικά προχωρημένος καρκίνος του μαστού (>5 cm, block μασχαλιαίων λεμφαδένων, φλεγμονώδης καρκίνος)

  • Αξονική τομογραφία θώρακα
  • Αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας ή/και MRI επί ευρημάτων
  • Ολόσωμο σπινθηρογράφημα οστών
  • Αιματολογικές εξετάσεις
    Γενική αίματος
    Ουρία, σάκχαρο, κρεατινίνη
    Ηπατική βιοχημεία
    Ca2+ ορού
    CA15-3

Κλινικά μεταστατικός καρκίνος του μαστού
Ακολουθούνται τα προαναφερθέντα στον κλινικά τοπικά προχωρημένο καρκίνο του μαστού.

Στο NIH των ΗΠΑ αναφέρεται ότι, παθολογικά, ο καρκίνος του μαστού μπορεί να είναι μια πολυκεντρική και αμφοτερόπλευρη νόσος. Η αμφοτερόπλευρη νόσος είναι σχετικά πιο κοινή σε ασθενείς με διηθητικό λοβιακό καρκίνωμα. Δέκα χρόνια μετά τη διάγνωση, ο κίνδυνος για την εμφάνιση πρωτοπαθούς καρκίνου στον ετερόπλευρο μαστό κυμαίνεται από 3% έως 10%, ωστόσο η ενδοκρινική θεραπεία μειώνει αυτόν τον κίνδυνο. Η εμφάνιση αμφοτερόπλευρου καρκίνου του μαστού σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για απομακρυσμένη υποτροπή. Όταν η διάγνωση του καρκίνου του μαστού σε φορείς μεταλλάξεων των BRCA1/BRCA2 είχε γίνει πριν από την ηλικία των 40 ετών, ο κίνδυνος για αμφοτερόπλευρο καρκίνο του μαστού άγγιξε σχεδόν το 50% κατά τα επόμενα 25 χρόνια.

Οι ασθενείς που έχουν καρκίνο του μαστού θα χρειαστεί να υποβληθούν σε αμφοτερόπλευρη μαστογραφία κατά την αρχική διάγνωση, ώστε να αποκλειστεί ο σύγχρονος αμφοτερόπλευρος καρκίνος του μαστού. Για την ανίχνευση είτε υποτροπής στον ομόπλευρο μαστό σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με χειρουργική επέμβαση διατήρησης μαστού είτε ενός δεύτερου πρωτοπαθούς καρκίνου στον ετερόπλευρο μαστό, οι ασθενείς θα χρειαστεί να συνεχίσουν να ελέγχονται τακτικά μέσω κλινικής εξέτασης μαστού και μαστογραφιών.

Ο ρόλος της MRI στον προσυμπτωματικό έλεγχο του ετερόπλευρου μαστού και στην παρακολούθηση των γυναικών που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με χειρουργική επέμβαση διατήρησης μαστού, συνεχίζει να εξελίσσεται. Επειδή έχει αποδειχθεί ότι η MRI μαστών οδηγεί σε αυξημένο ποσοστό ανίχνευσης της νόσου που διαφεύγει της μαστογραφίας, η επιλεκτική χρήση της MRI για πρόσθετο προσυμπτωματικό έλεγχο γίνεται ολοένα και συχνότερα, παρά την απουσία τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δεδομένων. Μιας και μόνο το 25% των θετικών ευρημάτων μέσω της MRI μαστών αντιπροσωπεύουν κακοήθεια, συνιστάται να γίνεται ιστοπαθολογική επιβεβαίωση της νόσου πριν από την όποια θεραπεία. Είναι άγνωστο εάν αυτό το υψηλό ποσοστό ανίχνευσης της νόσου θα μεταφραστεί σε βελτιωμένη έκβαση της θεραπείας.

Πίνακας 1. Προσδιορισμός πρωτοπαθούς όγκου (T) – Κλινικός και παθολογικόςα

Προγνωστικοί παράγοντες
Προτού περάσουμε στη Θεραπεία του Καρκίνου του Μαστού, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ή νόσος αυτή συχνά αντιμετωπίζεται με διάφορους συνδυασμούς χειρουργικής επέμβασης, ακτινοθεραπείας, χημειοθεραπείας και ορμονοθεραπείας. Η πρόγνωση όμως και η επιλογή της θεραπείας μπορεί να επηρεαστούν από τα ακόλουθα κλινικά και παθολογικά χαρακτηριστικά (με βάση τη συμβατική ιστολογία και ανοσοϊστοχημεία):

  • Την εμμηνοπαυσιακή κατάσταση της ασθενούς
  • Το στάδιο νόσου
  • Τον βαθμό του πρωτοπαθούς όγκου
  • Την κατάσταση υποδοχέων οιστρογόνων (estrogen receptor, ER) και προγεστερόνης (progesterone receptor, PR) του όγκου
  • Την υπερέκφραση και/ή γονιδιακή ενίσχυση του υποδοχέα τύπου 2 του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (human epidermal growth factor type 2 receptor, HER2/neu)
  • Τον ιστολογικό τύπο. Ο καρκίνος του μαστού κατηγοριοποιείται σε μια ποικιλία ιστολογικών τύπων, εκ των οποίων κάποιοι έχουν προγνωστική σημασία. Προγνωστικά ευνοϊκοί ιστολογικοί τύποι περιλαμβάνουν το βλεννώδες καρκίνωμα, το μυελοειδές καρκίνωμα και το σωληνώδες καρκίνωμα.

Στα Διαγνωστικά/Θεραπευτικά Πρωτόκολλα που εκδόθηκαν τον Απρίλιο του 2019, στο κεφάλαιο «Προγνωστικοί και Προβλεπτικοί Δείκτες Καρκινώματος του Μαστού», αναφέρονται τα εξής: «Σημαντικοί προγνωστικοί και προβλεπτικοί ανταπόκρισης σε θεραπεία, δείκτες στο καρκίνωμα μαστού, είναι οι ορμονικοί υποδοχείς οιστρογόνων (ER) και προγεστερόνης (PR) και ο υποδοχέας του ανθρώπινου επιδερμιδικού αυξητικού παράγοντα HER2/neu/cerbΒ2. Οι δείκτες αυτοί πρέπει να ελέγχονται κατά τη διάγνωση όλων των καρκίνων του μαστού, πρώιμων ή μεταστατικών. Ο δείκτης κυτταρικού πολλαπλασιασμού Ki67, ενδεικτικός της βιολογίας του όγκου, μπορεί επίσης να μελετηθεί κατά τη διάγνωση».

Στο ίδιο κείμενο και στο κεφάλαιο «Αξιολόγηση Ορμονικών Υποδοχέων», αναφέρονται λεπτομερώς τόσο οι προϋποθέσεις, όσο και η μεθοδολογία.

Αντίστοιχα, στο NIH των ΗΠΑ αναφέρεται ότι η ανάλυση του μοριακού προφίλ του καρκίνου του μαστού περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

  • Έλεγχος κατάστασης των ER και PR
  • Έλεγχος κατάστασης του HER2/neu
  • Έλεγχος γονιδιακού προφίλ με τη χρήση της ανάλυσης μικροσυστοιχίας (microarray) ή της αλυσιδωτής αντίδρασης αντίστροφης μεταγραφής – πολυμεράσης (π.χ. MammaPrint, Oncotype DX).

Βάσει των αποτελεσμάτων του ελέγχου για τους ER, PR και HER/neu, ο καρκίνος του μαστού κατηγοριοποιείται σε έναν από τους ακόλουθους τύπους:

  • Θετικός στους ορμονικούς υποδοχείς
  • Θετικός στον HER2/neu
  • Τριπλά αρνητικός (αρνητικός στους ER, PR και HER2/neu).

Η κατάσταση των ER, PR και HER2/neu του όγκου είναι σημαντική για τον καθορισμό της πρόγνωσης και την πρόβλεψη της ανταπόκρισης σε ενδοκρινική και HER2-στοχευμένη θεραπεία. Η ομάδα συναίνεσης της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (American Society of Clinical Oncology) και του Κολλεγίου των Αμερικανών Παθολόγων (College of American Pathologists), έχει δημοσιεύσει οδηγίες για να βοηθήσει στην τυποποίηση της απόδοσης, της ερμηνείας και της αναφοράς των αναλύσεων που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της κατάστασης των ER-PR μέσω ανοσοϊστοχημείας και της κατάστασης του HER2/neu μέσω ανοσοϊστοχημείας και in situ υβριδισμού.

Σύμφωνα πάντα με το NIH των ΗΠΑ, οι εξετάσεις γονιδιακού προφίλ, «ανάμεσα στα άλλα», περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

  • MammaPrint: η πρώτη εξέταση γονιδιακού προφίλ που πήρε έγκριση από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) ήταν η εξέταση γενετικής υπογραφής MammaPrint. Η εξέταση γενετικής υπογραφής για 70 γονίδια κατηγοριοποιεί τους όγκους σε προγνωστικές κατηγορίες υψηλού και χαμηλού κινδύνου. Ο στόχος της δοκιμής MINDACT (NCT00433589) ήταν να καθορίσει την κλινική χρησιμότητα και το όφελος για τον ασθενή της επικουρικής χημειοθεραπείας (βλ. παρακάτω).
  • Oncotype DX: Η γονιδιακή ανάλυση Oncotype DX 21 είναι η εξέταση γονιδιακού προφίλ με την πιο εκτεταμένη κλινική επικύρωση μέχρι σήμερα και εφαρμόζεται σε καρκίνο του μαστού θετικό στους ορμονικούς υποδοχείς. Το σκορ υποτροπής για τα 21 γονίδια δημιουργείται με βάση τα επίπεδα έκφρασης καθενός από αυτά τα 21 γονίδια:
    σκορ υποτροπής <18: χαμηλός κίνδυνος
    σκορ υποτροπής ≥18 και <31: ενδιάμεσος κίνδυνος
    σκορ υποτροπής ≥31: υψηλός κίνδυνος.

Θεραπεία
Στα Διαγνωστικά/Θεραπευτικά Πρωτόκολλα του Απριλίου 2019 αναφέρεται, σχετικά με την ανάπτυξη των θεραπευτικών ογκολογικών πρωτοκόλλων, ότι έχουν ληφθεί υπόψη:

  • η κατηγοριοποίηση των θεραπευτικών σχημάτων ή θεραπευτικών συνδυασμών σε νεοδιαγνωσθέν νόσημα/νεόπλασμα
  • η κατηγοριοποίηση των θεραπευτικών σχημάτων ή θεραπευτικών συνδυασμών σε υποτροπιάζον ή ανθεκτικό νόσημα/νεόπλασμα.

«Μολονότι η σταδιοποίηση του καρκίνου του μαστού βασίζεται στα ανατομικά στοιχεία του συστήματος TNM, πολύ πρόσφατα έγινε αποδεκτό από την Αμερικανική Κοινή Επιτροπή για τον Καρκίνο (American Joint Commission of Cancer, AJCC) πως θα πρέπει να ενσωματωθούν συγκεκριμένοι βιολογικοί παράγοντες στο σταδιοποιητικό σύστημα, προκειμένου να προσδιορισθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η πρόγνωση της νόσου και επομένως με μεγαλύτερη ορθότητα η θεραπευτική επιλογή», αναφέρεται στο κείμενο των Διαγνωστικών/Θεραπευτικών Πρωτοκόλλων του Απριλίου 2019.

Στους παράγοντες αυτούς, όπως αναφέρεται στην 8η έκδοση του Εγχειριδίου Σταδιοποίησης του Καρκίνου της AJCC, περιλαμβάνονται η διαφοροποίηση του όγκου, η έκφραση υποδοχέων οιστρογόνων (ER), υποδοχέων προγεστερόνης (PR) και HER2, καθώς και η βαθμολογία εμπορικά διαθέσιμων προγνωστικών γονιδιακών υπογραφών (όπως, π.χ., Oncotype DX, MammaPrint ή EndoPredict).

Όπως μας ενημερώνει το NIH των ΗΠΑ, το σύστημα σταδιοποίησης της Αμερικανικής Κοινής Επιτροπής για τον Καρκίνο (American Joint Committee on Cancer, AJCC) παρέχει μια στρατηγική για την ομαδοποίηση των ασθενών σε σχέση με την πρόγνωση. Οι θεραπευτικές αποφάσεις σχηματίζονται εν μέρει σύμφωνα με τις κατηγορίες σταδιοποίησης, αλλά επίσης σύμφωνα και με άλλους κλινικούς παράγοντες όπως αυτοί που ακολουθούν παρακάτω, κάποιοι από τους οποίους λαμβάνονται υπόψη και στον καθορισμό του σταδίου του καρκίνου:

  • Μέγεθος όγκου
  • Κατάσταση λεμφαδένων
  • Επίπεδα των ER και PR στον καρκινικό ιστό
  • Κατάσταση του HER2/neu στον όγκο
  • Βαθμός όγκου
  • Εμμηνοπαυσιακή κατάσταση
  • Γενικότερη υγεία ασθενούς.

Για τον προσδιορισμό του καρκίνου του μαστού, η AJCC έχει ορίσει τη σταδιοποίηση σύμφωνα με την ταξινόμηση του TNM (Tumor, Node, Metastasis: όγκος, λεμφαδένας, μεταστάσεις). Ο βαθμός του όγκου καθορίζεται από τα μορφολογικά του χαρακτηριστικά, όπως οι σωληνώδεις σχηματισμοί, ο πυρηνικός πλειομορφισμός και ο μιτωτικός δείκτης.

 

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Θεραπευτικές προσεγγίσεις στον καρκίνο του μαστού

Ο καρκίνος του μαστού θεραπεύεται με ποικίλους τρόπους. Το κατάλληλο είδος θεραπευτικής προσέγγισης εξαρτάται από το είδος του καρκίνου, καθώς και από το πόσο και πού αυτός έχει επεκταθεί σε άλλα μέρα μέρη του σώματος. Οι ασθενείς με καρκίνο του μαστού συνήθως λαμβάνουν περισσότερες της μίας θεραπείας.

Οι σημαντικότερες από αυτές είναι:

  • Χειρουργική θεραπεία
  • Χημειοθεραπεία, που έχει ως στόχο τη συρρίκνωση των καρκινικών κυττάρων
  • Ορμονική θεραπεία, που έχει ως στόχο να αποκόψει τον καρκίνο από τη δυνατότητα να λαμβάνει τις ορμόνες εκείνες που χρειάζεται και διευκολύνουν την ανάπτυξή του
  • Βιολογική θεραπεία, που έχει ως στόχο να ισχυροποιήσει το ανοσοποιητικό σύστημα, έτσι ώστε να το βοηθήσουν να αντιμετωπίσει τα καρκινικά κύτταρα
  • Ακτινοθεραπεία (Radiation therapy), όπου μέσα από τη χρήση ακτίνων υψηλής ενέργειας γίνεται προσπάθεια να καταστραφούν τα καρκινικά κύτταρα.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού, όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα πολύπλοκα νοσήματα, απαιτούν τη συνεργασία περισσότερων της μίας ειδικότητας γιατρών. Στη συγκεκριμένη πάθηση η συνεργασία ανάμεσα σε ογκολόγους, χειρουργούς και ακτινοθεραπευτές είναι τις περισσότερες φορές επιβεβλημένη.

Όσον αφορά τη συστηματική αγωγή, και σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στα Διαγνωστικά/Θεραπευτικά Πρωτόκολλα του Απριλίου 2019, ο κλινικά μη μεταστατικός καρκίνος του μαστού μπορεί να διακριθεί σε εγχειρήσιμη (κλινικά στάδια Ι, ΙΙ και ορισμένοι ΙΙΙΑ όγκοι) και μη εγχειρήσιμη νόσο (κλινικά στάδια ΙΙΙΒ, ΙΙΙC και ορισμένοι ΙΙΙΑ όγκοι). Οι πλέον βασικές παράμετροι, που συνυπολογίζονται στο σχεδιασμό της συστηματικής αγωγής, είναι η έκφραση των ορμονικών υποδοχέων, η έκφραση του HER2, η μασχαλιαία λεμφαδενική νόσος (Ν) και το μέγεθος του όγκου (Τ). Γενικά, η χημειοθεραπεία θα πρέπει να χορηγείται εντός 12 εβδομάδων από το χειρουργείο.

Στις σελίδες που ακολουθούν θα αναφερθούμε στα φάρμακα που χορηγούνται στον καρκίνο του μαστού και θα επικεντρωθούμε τόσο σε αυτά που αναφέρονται στα Διαγνωστικά/Θεραπευτικά Πρωτόκολλα, όσο και στις νεότερες θεραπείες. Λεπτομέρειες σχετικά με τους όρους κάτω από τους οποίους χορηγείται η εκάστοτε θεραπευτική αγωγή που αναφέρεται στις σελίδες που ακολουθούν, μπορείτε να δείτε στα Διαγνωστικά/Θεραπευτικά Πρωτόκολλα του Απριλίου 2019.

Χημειοθεραπεία
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η χημειοθεραπεία έχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα όταν χρησιμοποιούνται περισσότερα από ένα φάρμακα ταυτόχρονα. Συχνά, χρησιμοποιούνται συνδυασμοί 2 ή 3 φαρμάκων.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι γιατροί που είναι εξειδικευμένοι στην αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού, χρησιμοποιούν πολλούς διαφορετικούς συνδυασμούς και δεν είναι σαφές ότι κάποιος συγκεκριμένος συνδυασμός φαρμάκων είναι ο καλύτερος για όλους τους ασθενείς.

Επικουρική και νεο-επικουρική χημειοθεραπεία
Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται, σύμφωνα πάντα με την «American Cancer Society»:

  • Anthracyclines, όπως η Doxorubicin (Adriamycin) και Epirubicin (Ellence)
  • Taxanes, όπως το Paclitaxel (Taxol) και Docetaxel (Taxotere)
  • 5-Fluorouracil (5-FU) ή Capecitabine (Xeloda)
  • Cyclophosphamide (Cytoxan)
  • Carboplatin (Paraplatin).

Η επικουρική χημειοθεραπεία μπορεί να χορηγηθεί μετά τη χειρουργική επέμβαση, προκειμένου να εξοντωθούν τυχόν καρκινικά κύτταρα που ενδεχομένως έχουν «μείνει πίσω» ή έχουν εξαπλωθεί αλλά δεν μπορούν να φανούν ακόμη στις απεικονιστικές εξετάσεις.

Η νεο-επικουρική χημειοθεραπεία δύναται να χορηγηθεί στην προσπάθειά μας να συρρικνωθεί ο όγκος, έτσι ώστε να μπορεί να αφαιρεθεί με λιγότερο εκτεταμένη χειρουργική επέμβαση. Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο η νεο-επικουρική χημειοθεραπεία χρησιμοποιείται συχνά προκειμένου να αφαιρεθούν χειρουργικά όγκοι που είναι πολύ μεγάλοι όταν διαγνωστούν για πρώτη φορά ή είναι φλεγμονώδεις καρκίνοι του μαστού ή είναι πολλοί λεμφαδένες που εμπλέκονται με καρκίνο.

Εάν μετά τη χορήγηση νεο-επικουρικής χημειοθεραπείας εξακολουθούν να υπάρχουν καρκινικά κύτταρα όταν υλοποιηθεί η χειρουργική επέμβαση (residual disease – υπολειμματική νόσος), μπορεί να προσφερθεί στον ασθενή περισσότερη χημειοθεραπεία (επικουρική χημειοθεραπεία), προκειμένου να μειωθούν οι πιθανότητες επανεμφάνισης του καρκίνου (υποτροπή).

Χημειοθεραπευτικά φάρμακα που χορηγούνται στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού

  • Ταξάνες: Paclitaxel (Taxol), Docetaxel (Taxotere), καθώς και Albumin-bound Paclitaxel (Abraxane)
  • Ixabepilone (Ixempra)
  • Eribulin (Halaven)
  • Ανθρακυκλίνες: Doxorubicin (Adria­mycin), liposomal doxorubicin (Doxil) και epirubicin (Ellence)
  • Παράγωγα πλατίνας (Cisplatin, carboplatin)
  • Vinorelbine (Navelbine)
  • Capecitabine (Xeloda)
  • Gemcitabine (Gemzar)
  • Συμπλέγματα φαρμάκου με αντισώματα: (Ado-trastuzumab emtansine [Kadcyla], Fam-trastuzumab derux­tecan [Enhertu], Sacituzumab govi­tecan [Trodelvy])

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αν και συνδυασμοί φαρμάκων χρησιμοποιούνται συχνά για τη θεραπεία του πρώιμου καρκίνου του μαστού, ο προχωρημένος καρκίνος του μαστού συχνά αντιμετωπίζεται με συγκεκριμένα μεμονωμένα χημειο-θεραπευτικά φάρμακα. Επιπλέον, ορισμένοι συνδυασμοί φαρμάκων, όπως για παράδειγμα ο συνδυασμός Paclitaxel και Gemcitabine, συχνά χορηγούνται για την αντιμετώπιση του μεταστατικού καρκίνου του μαστού.

Σύμφωνα με μια έκθεση του CADTH, που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2018, το ποσοστό πενταετούς επιβίωσης συνολικά από τον καρκίνο του μαστού των γυναικών στον Καναδά που υπόκεινται σε θεραπεία, είναι σχετικά υψηλό και ανέρχεται στο 87%. Ωστόσο, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους καρκίνους πρώιμου σταδίου Ι και ΙΙ, οι οποίοι αποτελούν περισσότερο από το 80% όλων των καρκίνων του μαστού στις γυναίκες. Το ποσοστό πενταετούς επιβίωσης μειώνεται στο 24% για τους καρκίνους που έχουν δώσει μετάσταση σε άλλους ιστούς, ενώ η διάμεση επιβίωση για τις γυναίκες με καρκίνο του μαστού σταδίου IV είναι 18 έως 24 μήνες. Η μετάσταση στο ήπαρ σχετίζεται με μια ιδιαίτερα κακή πρόγνωση και η χειρουργική επέμβαση θεωρείται η μόνη θεραπεία. Ωστόσο, μόνο το 20% των ασθενών είναι επιλέξιμοι για τη χειρουργική επέμβαση. Χωρίς θεραπεία, η διάμεση επιβίωση για ασθενείς με καρκίνο του μαστού που έχουν υποστεί ηπατικές μεταστάσεις είναι περίπου έξι μήνες.

Η συστημική θεραπεία είναι η τυπική θεραπεία για τον μεταστατικό καρκίνο του μαστού. Ωστόσο, η τοπική ή περιφερειακή-περιοχική διαχείριση (local or regional) του πρωτοπαθούς όγκου και της περιφερειακής νόσου μπορεί να προσφερθεί ως ανακουφιστική θεραπεία σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χειρουργική επέμβαση. Υπάρχουν πρώιμα στοιχεία από μελέτες, που υποδηλώνουν ότι η τοπική θεραπεία μπορεί να παρατείνει την επιβίωση, αν και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για την υποστήριξη της ευρείας χρήσης για τον σκοπό αυτό.

Είναι σημαντικό να επισημάνουμε τη σημαντική εξέλιξη της επιστήμης τα τελευταία χρόνια που αφορά την εξατομίκευση της θεραπείας, όπως καθορίζεται από τα ξεχωριστά ποιοτικά χαρακτηριστικά κάθε όγκου. Είναι πλέον γενικά αποδεκτή η άποψη ότι κάτω από τον όρο «καρκίνος του μαστού», όπως εξάλλου και για άλλες μορφές καρκίνου, περιλαμβάνονται νοσήματα με διαφορετική κλινική πορεία, διαφορετική απόκριση στις θεραπείες και καθεμιά από αυτές απαιτεί διαφορετική θεραπευτική στρατηγική.

Η τοπική ή περιοχική χημειοθεραπεία – ακτινοθεραπεία χρησιμοποιείται μαζί με τη χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του όγκου. Η ενδοαρτηριακή χημειοθεραπεία, π.χ., ή η χημειοθεραπεία με ηπατική αρτηριακή έγχυση, παρέχει χημειοθεραπεία υψηλής δόσης, ή βιολογικούς παράγοντες, σε μεταστατικούς όγκους μέσω ενός προσωρινού και πλήρως απομονωμένου κυκλώματος αιμάτωσης αγγειακής κυκλοφορίας. Για παράδειγμα, η χημειοθεραπεία με ηπατική αρτηριακή έγχυση έχει σχεδιαστεί για να αξιοποιήσει την πρωτογενή παροχή αίματος στις ηπατικές μεταστάσεις, η οποία παρέχεται μέσω της ηπατικής αρτηρίας (ενώ ο μη καρκινικός ηπατικός ιστός τροφοδοτείται μέσω του συστήματος της πυλαίας κυκλοφορίας). Ο στόχος της χημειοθεραπείας με ηπατική αρτηριακή έγχυση είναι να μεγιστοποιήσει τις συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο ήπαρ, διατηρώντας παράλληλα τη συνολική συστηματική έκθεση χαμηλή, ελαχιστοποιώντας έτσι την τοξικότητα και τις ανεπιθύμητες ενέργειες του χορηγούμενου φαρμάκου.

Στις σελίδες που ακολουθούν θα παραθέσουμε χρονολογικά, από τα παλαιότερα προς τα νεότερα, όλα τα φάρμακα που το National Cancer Institute των ΗΠΑ αναφέρει ότι χορηγούνται για την αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι για τα παλαιότερα φάρμακα που είχαν εγκριθεί πριν από τη δημιουργία του EMA και για τα οποία δεν έχει γίνει ανασκόπηση από τον ΕΜΑ, αλλά κυκλοφορούσαν στη χώρα μας από τον ΕΟΦ, με αμοιβαία ή αποκεντρωμένη διαδικασία, παραθέτουμε στοιχεία από τα αντίστοιχα SPC του ΕΟΦ.

Πίνακας φαρμάκων για τον καρκίνο του μαστού
Σχεδιάγραμμα 1: Χρονολογική σειρά έγκρισης παλαιότερων φαρμάκων για την αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού

Πίνακας 1: Παλαιότερα φάρμακα (1959 – 2000)

Δραστική Ουσία Έτος έγκρισης Παρατηρήσεις
Cyclophos­phamide (Κυκλοφωσ­φαμίδη) 1959 Σύμφωνα με τις αναθεωρημένες οδηγίες συνταγογράφησης του Σεπτεμβρίου 2021 του FDA, η κυκλοφωσφαμίδη είναι ένας αλκυλιωτικός παράγοντας που ενδείκνυται για τη θεραπεία μιας σειράς καρκίνων, ανάμεσα στους οποίους και του καρκίνου του μαστού. Σύμφωνα με την περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος από τον ΕΟΦ, η κυκλοφωσφαμίδη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με χημειοθεραπευτικά σχήματα ή ως μονοθεραπεία σε αρκετές μορφές καρκίνου, ανάμεσα στις οποίες και ο καρκίνος του μαστού.
Thiotepa 1959 To «Cancer Research» του Ηνωμένου Βασιλείου μας ενημερώνει ότι το Thiotepa είναι ένα χημειοθεραπευτικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία πολλών διαφορετικών τύπων καρκίνου. Σύμφωνα με τις αναθεωρημένες οδηγίες συνταγογράφησης του Ιανουαρίου 2017 του FDA, αλλά και του «National Cancer Institute» των ΗΠΑ, το Thiotepa χορηγείται για την αντιμετώπιση του αδενοκαρκινώματος του μαστού. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Breastcancer.org, το φάρμακο χρησιμοποιείται μετά από χειρουργική επέμβαση και άλλες θεραπείες, για τη μείωση του κινδύνου επανεμφάνισης του πρώιμου καρκίνου του μαστού. Ο EMA, αντίστοιχα, αναφέρει, σύμφωνα με τη σύνοψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του 2014, ότι το Thiotepa χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία με δύο τρόπους: I) ως αγωγή προετοιμασίας πριν από μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων, II) στη θεραπεία συμπαγών όγκων όταν χρειάζεται υψηλή δόση χημειοθεραπείας συνοδευόμενη από μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων.
Fluorouracil 1962 Σύμφωνα με τις αναθεωρημένες οδηγίες συνταγογράφησης του Ιουλίου 2016 του FDA, η φθοριοουρακίλη, που είναι ένας νουκλεοσιδικός μεταβολικός αναστολέας, χορηγείται σε ασθενείς που πάσχουν από αδενοκαρκίνωμα του στήθους. Ο ΕΜΑ, στις 30 Απριλίου 2020, διατύπωσε συστάσεις εισηγούμενος την εξέταση των ασθενών που πρόκειται να ξεκινήσουν αντικαρκινική θεραπεία με φθοριοουρακίλη χορηγούμενη με ένεση ή έγχυση (στάγδην χορήγηση) ή με τα συναφή φάρμακα καπεσιταβίνη και τεγαφούρη, με σκοπό τον έλεγχο τυχόν έλλειψης του ενζύμου δεϋδρογενάση της διυδροπυριμιδίνης (DPD). Σύμφωνα με την αναθεωρημένη έκδοση της 17ης Ιουλίου 2020 του electronic medicines compendium (emc) του Ηνωμένου Βασιλείου, η φθοριοουρακίλη ενδείκνυται για τη θεραπεία μιας σειράς κακοηθειών και νοσημάτων, ανάμεσα στα οποία και για τη θεραπεία του προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού, ή/και ως επικουρική θεραπεία σε ασθενείς με εγχειρήσιμο πρωτοπαθή διηθητικό καρκίνο του μαστού.
Doxorubicin 1974 Η πρώτη έγκριση του Doxorubicin στις ΗΠΑ, ενός φαρμάκου που ανήκει στην κατηγορία των ανθρακυκλινών, έγινε το 1974, ενώ ο EMA μας ενημερώνει ότι το φάρμακο έχει λάβει άδεια κυκλοφορίας από τη δεκαετία του 1960. Σύμφωνα με τις αναθεωρημένες οδηγίες συνταγογράφησης του Μαρτίου 2020 του FDA, συνταγογραφείται: I) μαζί με άλλα φάρμακα ως επικουρική χημειοθεραπεία για τη θεραπεία γυναικών των οποίων έχουν προσβληθεί οι μασχαλιαίοι λεμφαδένες μετά από εκτομή πρωτοπαθούς καρκίνου του μαστού, II) σε μεταστατικό καρκίνο του μαστού. Σύμφωνα με τον EMA, το «Caelyx pegylated liposomal», που περιέχει τη δραστική ουσία δοξορουβικίνη κλεισμένη μέσα σε «πεγκυλιωμένα λιποσώματα» (μικροσκοπικά λιπιδικά σωματίδια επικαλυμμένα με μια ουσία που ονομάζεται πολυαιθυλενογλυκόλη), χορηγείται για τη θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών προβλημάτων. Όπως μας ενημερώνει ο EMA, η συγκεκριμένη φαρμακοτεχνική μορφή του φαρμάκου μειώνει τον ρυθμό απομάκρυνσης του φαρμάκου και, ως εκ τούτου, παρατείνεται η κυκλοφορία του στο αίμα. Επίσης, η επίδρασή του φαρμάκου στους υγιείς ιστούς και τα κύτταρα είναι μικρότερη και, κατά συνέπεια, μειώνονται οι πιθανότητες πρόκλησης ανεπιθύμητων ενεργειών.
Vinblastine Sulfate 1987 Σύμφωνα με το National Cancer Institute των ΗΠΑ, η Vinblastine χορηγείται ως παρηγορητική θεραπεία-ανακουφιστική αγωγή (palliative treatment) σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού που δεν έχει βελτιωθεί η κατάστασή τους με άλλες θεραπείες. Σύμφωνα με την αναθεωρημένη έκδοση του Δεκεμβρίου 2020, του electronic medicines compendium (emc) του Ηνωμένου Βασιλείου, η Vinblastine μπορεί να είναι χρήσιμη, είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα ογκολυτικά φάρμακα, για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού.
Goserelin Acetate 1989 Σύμφωνα με την περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος από τον ΕΟΦ, το Goserelin, ως 3,6 mg ενέσιμο εμφύτευμα σε προ-γεμισμένη σύριγγα, ενδείκνυται στην αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού σε προ- και περι- εμμηνοπαυσιακές γυναίκες, κατάλληλες για ορμονικό χειρισμό. Σύμφωνα με τις αναθεωρημένες οδηγίες συνταγογράφησης του Φεβρουαρίου 2015 του FDA, το Goserelin χορηγείται ως παρηγορητική θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του μαστού σε προ και περι-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Τέλος, σύμφωνα με την αναθεωρημένη έκδοση της 24ης Ιανουαρίου 2017, του electronic medicines compendium (emc) του Ηνωμένου Βασιλείου, το Goserelin χορηγείται για την αντιμετώπιση του προχωρημένου καρκίνου του μαστού σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες κατάλληλες για ορμονικό χειρισμό.
Paclitaxel 1992 Σύμφωνα με την περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος από τον ΕΟΦ, το Paclitaxel χορηγείται: I) Σε περίπτωση ανάγκης επικουρικής αντιμετώπισης, για την αγωγή ασθενών με λεμφαδενο-θετικό καρκίνωμα του μαστού μετά από θεραπεία με ανθρακυκλίνη και κυκλοφωσφαμίδη (AC). Η επικουρική θεραπεία με Paclitaxel θα πρέπει να θεωρείται εναλλακτική της εκτεταμένης θεραπείας με AC. II) Το paclitaxel ενδείκνυται για την αρχική αγωγή του τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού, είτε σε συνδυασμό με μία ανθρακυκλίνη σε ασθενείς για τους οποίους η θεραπεία με ανθρακυκλίνη είναι κατάλληλη ή σε συνδυασμό με το trastuzumab, σε ασθενείς που υπερ-εκφράζουν τον υποδοχέα του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα 2 (HER-2) σε 3+ επίπεδο, όπως καθορίζεται από την ανοσοϊστοχημεία και για τους οποίους δεν είναι κατάλληλη η ανθρακυκλίνη. III) Ως μοναδικός παράγοντας, στην αντιμετώπιση μεταστατικού καρκινώματος του μαστού σε ασθενείς οι οποίοι δεν ανταποκρίθηκαν επαρκώς στην τυπική αγωγή με ανθρακυκλίνες ή για τις οποίες η αγωγή με ανθρακυκλίνες δεν ήταν κατάλληλη. Σύμφωνα με το National Cancer Institute των ΗΠΑ, χορηγείται σε ασθενείς με θετική σε λεμφαδένες νόσο (node-positive disease), I) ως επικουρική θεραπεία με συνδυασμένη χημειοθεραπεία που περιέχει υδροχλωρική δοξορουβικίνη, II) σε ασθενείς με μεταστατική νόσο που δεν ανταποκρίθηκαν στη συνδυασμένη χημειοθεραπεία.
Pamidronate 1992 Σύμφωνα με τον EMA, με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που εκδόθηκε στις 13 Ιουλίου 2011, αλλά και του Παραρτήματος ΙΙ με τίτλο «Επιστημονικά πορίσματα και λόγοι για την τροποποίηση των περιλήψεων των χαρακτηριστικών του προϊόντος και των φύλλων οδηγιών χρήσης», που παρουσιάστηκαν από τον ΕΜΑ, διφωσφονικά άλατα είναι φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία και την πρόληψη οστικών διαταραχών, για την πρόληψη οστικών προβλημάτων σε ασθενείς με καρκίνο, για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης και της νόσου του Paget. Αντίστοιχα, σύμφωνα με τις αναθεωρημένες οδηγίες συνταγογράφησης του Σεπτεμβρίου 1998 του FDA, αλλά και του National Cancer Institute των ΗΠΑ, το Pamidronate Disodium έχει εγκριθεί για να χορηγείται, μαζί με χημειοθεραπεία, για τη θεραπεία της οστικής βλάβης που προκαλείται από καρκίνο του μαστού ο οποίος έχει κάνει μετάσταση στα οστά.
Anastrozole 1995 Το Anastrozole, που ανήκει στην κατηγορία των αναστολέων της αρωματάσης, εγκρίθηκε για πρώτη φορά από τον FDA το 1995: I) ως επικουρική θεραπεία του καρκίνου του μαστού σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, II) ως θεραπεία πρώτης γραμμής μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με άγνωστο τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς ή ορμονικούς υποδοχείς, III) στη θεραπεία προχωρημένου καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με εξέλιξη της νόσου, μετά από θεραπεία με Tamoxifen. Αναφέρεται ότι ασθενείς με ER-αρνητική νόσο και οι ασθενείς που δεν ανταποκρίθηκαν σε προηγούμενη θεραπεία με Tamoxifen, σπάνια ανταποκρίθηκαν στο Anastrozole. Στις 19 Μαΐου 2011, ο EMA ανακοίνωσε ότι η CHMP συμφώνησε ότι το Anastrozole πρέπει να χρησιμοποιείται στις ακόλουθες περιπτώσεις: I) Θεραπεία θετικού σε ορμονικούς υποδοχείς προχωρημένου καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Ο όρος «θετικός σε ορμονικούς υποδοχείς» σημαίνει ότι ο καρκίνος εξαρτάται από την παρουσία οιστρογόνων για να αναπτυχθεί. II) Ενισχυτική θεραπεία του θετικού σε ορμονικούς υποδοχείς διηθητικού καρκίνου του μαστού αρχικού σταδίου σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, περιλαμβανομένων όσων έχουν λάβει ενισχυτική θεραπεία με Tamoxifen για δύο ή τρία έτη.
Toremifene 1996 Σύμφωνα με τις αναθεωρημένες οδηγίες συνταγογράφησης του Μαΐου 2017 του FDA, το Toremifene, που είναι ένας ανταγωνιστής των οιστρογόνων (αντι-οιστρογόνο), ενδείκνυται για τη θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με θετικούς ή άγνωστους όγκους σε υποδοχείς οιστρογόνων. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Δημόσια Έκθεση Αξιολόγησης (EPAR) του EMA, το Toremifene χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του ορμονοεξαρτώμενου μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Ο όρος «μεταστατικός» σημαίνει ότι ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί σε άλλα μέρη του σώματος. Δεν συνιστάται η χορήγηση του Toremifene σε ασθενείς με όγκους αρνητικούς για υποδοχείς οιστρογόνων (καρκινικά κύτταρα που δεν διαθέτουν υποδοχείς οιστρογόνου στην επιφάνειά τους).
Gemcitabine HCL 1996 Σύμφωνα με τις αναθεωρημένες οδηγίες συνταγογράφησης του Ιουνίου 2019 του FDA, το ενέσιμο Gemcitabine είναι ένας νουκλεοσιδικός μεταβολικός αναστολέας που ενδείκνυται σε συνδυασμό με Paclitaxel, για θεραπεία πρώτης γραμμής του μεταστατικού καρκίνου του μαστού μετά από αποτυχία προηγούμενης επικουρικής χημειοθεραπείας που περιέχει ανθρακυκλίνη ή σε περίπτωση που οι ανθρακυκλίνες αντενδείκνυνται κλινικά. Σύμφωνα με την περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος από τον ΕΟΦ, η Gemcitabine, που είναι εγκεκριμένη με αμοιβαία ή αποκεντρωμένη διαδικασία, ενδείκνυται σε συνδυασμό με Paclitaxel, για τη θεραπεία ασθενών με τοπικά υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό καρκίνο μαστού ο οποίος δεν δύναται να υποβληθεί σε εκτομή και παρουσίασε υποτροπή μετά από επικουρική/νεο-επικουρική χημειοθεραπεία. Στην προηγούμενη χημειοθεραπεία θα πρέπει να είχε συμπεριληφθεί ανθρακυκλίνη, εκτός εάν υπάρχει κλινική αντένδειξη.
Letrozole 1997 Ο EMA μας ενημερώνει, σύμφωνα με την επανεξέταση του φαρμάκου που έγινε στις 15 Μαρτίου 2012, πως το Letrozole, που είναι ένας «αναστολέας αρωματάσης», δηλαδή δρα αναστέλλοντας τη δράση του ενζύμου «αρωματάση» το οποίο μετέχει στην παραγωγή οιστρογόνων, πρέπει να χρησιμοποιείται σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες στις ακόλουθες περιπτώσεις: I) Επικουρική (μετεγχειρητική) θεραπεία του θετικού σε ορμονικούς υποδοχείς διηθητικού καρκίνου του μαστού αρχικού σταδίου. II) Παρατεταμένη επικουρική θεραπεία ορμονοεξαρτώμενου διηθητικού καρκίνου του μαστού σε γυναίκες οι οποίες έχουν λάβει προηγούμενη βασική επικουρική θεραπεία με ταμοξιφαίνη επί 5 χρόνια. III) Θεραπεία πρώτης γραμμής του ορμονοεξαρτώμενου προχωρημένου καρκίνου του μαστού. IV) Προχωρημένος καρκίνος μαστού μετά από υποτροπή ή εξέλιξη της νόσου, σε γυναίκες που έχουν μεταβεί φυσιολογικά ή τεχνητά σε μετεμμηνοπαυσιακή ενδοκρινική κατάσταση και έχουν στο παρελθόν υποβληθεί σε αντι-οιστρογονική θεραπεία. V) Νέο-επικουρική (προεγχειρητική) θεραπεία καρκίνου του μαστού αρνητικού στον HER-2 (ανθρώπινος υποδοχέας του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα 2) με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς σε γυναίκες οι οποίες δεν είναι επιδεκτικές σε χημειοθεραπεία και για τις οποίες δεν ενδείκνυται άμεση χειρουργική επέμβαση. Αντίστοιχα, στις αναθεωρημένες οδηγίες συνταγογράφησης του Απριλίου 2018 του FDA, το Letrozole ενδείκνυται: I) ως επικουρική θεραπεία μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με πρώιμο καρκίνο του μαστού θετικούς σε ορμονικούς υποδοχείς, II) ως εκτεταμένη επικουρική θεραπεία μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με πρώιμο καρκίνο του μαστού που έχουν λάβει προηγούμενη καθιερωμένη επικουρική θεραπεία με ταμοξιφαίνη και III) ως θεραπεία πρώτης και δεύτερης γραμμής μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών θετικών σε ορμονικούς υποδοχείς ή άγνωστο προχωρημένο καρκίνο του μαστού.
Raloxifene Hydrochloride 1997 Η Raloxifene είναι ένας εκλεκτικός ρυθμιστής των οιστρογονικών υποδοχέων (SERM). Η Raloxifene, σύμφωνα με τις αναθεωρημένες οδηγίες συνταγογράφησης του Ιουνίου 2018 του FDA, χορηγείται για: I) τη μείωση του κινδύνου του διηθητικού καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση, II) τη μείωση του κινδύνου διηθητικού καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο για διηθητικό καρκίνο του μαστού.
Capecitabine 1998 Σύμφωνα με τις αναθεωρημένες οδηγίες συνταγογράφησης του Μαΐου 2021 του FDA, το Capecitabine χορηγείται στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού σε συνδυασμό με Docetaxel μετά από αποτυχία προηγούμενης θεραπείας με φάρμακο της κατηγορίας των ανθρακυκλινών, αλλά και ως μονοθεραπεία σε ασθενείς που είναι ανθεκτικοί τόσο στην Paclitaxel, όσο και σε θεραπευτικά σχήματα που περιέχουν φάρμακα της κατηγορίας των ανθρακυκλινών. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Δημόσια Έκθεση Αξιολόγησης (EPAR) του EMA του 2020, το Capecitabine είναι φάρμακο το οποίο χρησιμοποιείται στη θεραπεία του τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού (καρκίνος του μαστού που έχει αρχίσει να εξαπλώνεται σε άλλα μέρη του σώματος). Το Capecitabine χορηγείται σε συνδυασμό με Docetaxel όταν η θεραπεία με ανθρακυκλίνες δεν έχει φέρει αποτέλεσμα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία όταν η θεραπεία τόσο με ανθρακυκλίνες όσο και με ταξάνες έχει αποτύχει ή σε περιπτώσεις όπου δεν ενδείκνυται για τον ασθενή η περαιτέρω θεραπεία με ανθρακυκλίνες.
Trastuzumab 1998 Σύμφωνα με τη σύνοψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR), το Trastuzumab χρησιμοποιείται μόνο όταν έχει αποδειχτεί ότι ο καρκίνος εμφανίζει «υπερέκφραση της HER2»: αυτό σημαίνει ότι ο καρκίνος παράγει μια συγκεκριμένη πρωτεΐνη που ονομάζεται HER2 σε μεγάλες ποσότητες στην επιφάνεια των κυττάρων του όγκου, επιτυγχάνοντας έτσι την ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων. Σε αυτή την περίπτωση, το Trastuzumab χορηγείται για τη θεραπεία των ακόλουθων μορφών καρκίνου: I) Πρώιμο καρκίνο του μαστού (όταν ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί στον μαστό ή στους αδένες κάτω από τη μασχάλη αλλά όχι σε άλλα μέρη του σώματος) μετά από χειρουργική επέμβαση, χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία, ανάλογα με την περίπτωση. Μπορεί επίσης να χορηγηθεί σε πρώιμο στάδιο της θεραπείας σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία. Για τους τοπικά προχωρημένους όγκους (περιλαμβανομένων των φλεγμονωδών όγκων) ή για όσους είναι μεγαλύτεροι από 2 εκατοστά, το Trastuzumab χορηγείται πριν από τη χειρουργική επέμβαση σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία και, στη συνέχεια, χορηγείται εκ νέου μετά την επέμβαση ως μονοθεραπεία. II) Μεταστατικό καρκίνο του μαστού. Χορηγείται ως μονοθεραπεία σε ασθενείς που δεν ανταποκρίθηκαν σε προηγούμενες θεραπείες. Χορηγείται επίσης σε συνδυασμό με άλλα αντικαρκινικά φάρμακα: με την Paclitaxel ή τη Docetaxel ή με αναστολέα της αρωματάσης. Αντίστοιχα, ο FDA, τον Σεπτέμβριο του 1998, ενέκρινε το Trastuzumab για τη θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού. Τον Νοέμβριο του 2016, ο FDA ενέκρινε το φάρμακο ως μέρος του θεραπευτικού σχήματος που συμπεριλαμβάνει Doxorubicin, Cyclophosphamide, και Paclitaxel ως επικουρική θεραπεία του HER2-θετικού καρκίνου του μαστού. Η επικουρική θεραπεία, σύμφωνα με τον FDA, χορηγείται σε γυναίκες με καρκίνο του μαστού σε πρώιμο στάδιο (τοπικό) που έχουν ήδη χειρουργηθεί ή έχουν υποστεί ακτινοθεραπεία, με στόχο να μειώσουν τον κίνδυνο επανεμφάνισης του καρκίνου ή μετάστασής του σε άλλα μέρη του σώματος.
Epirubicin 1999 Σύμφωνα με την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος που έχει εκδώσει ο ΕΟΦ, η Epirubicin, που είναι ένας αντιμιτωτικός κυτταροστατικός παράγοντας (ανήκει στην κατηγορία των ανθρακυκλινών), χορηγούμενη μόνη της σε χημειοθεραπευτικά σχήματα προκαλεί ύφεση σε ένα ευρύ φάσμα καρκίνων, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνεται και ο καρκίνος του μαστού. Συγκεκριμένα, χορηγείται ως επικουρική θεραπεία σε ασθενείς με καρκίνο μαστού με θετικούς λεμφαδένες ο οποίος βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο. Σύμφωνα με τις αναθεωρημένες οδηγίες συνταγογράφησης του Ιουλίου 2019 του FDA, ενδείκνυται ως συστατικό της επικουρικής θεραπείας σε ασθενείς με ενδείξεις διήθησης μασχαλιαίου λεμφαδένα από τον όγκο (axillary node tumor involvement), μετά από εκτομή πρωτοπαθούς καρκίνου του μαστού.
Exemestane 1999 Σύμφωνα με την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του ΕΟΦ, το Exemestane ενδείκνυται: I) για την επικουρική θεραπεία σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με διηθητικό πρώιμο καρκίνο του μαστού (ΠΚΜ) και θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς, ως διαδοχική θεραπεία μετά από τουλάχιστον 2-3 έτη αρχικής επικουρικής αγωγής με ταμοξιφαίνη. II) Για τη θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του μαστού σε γυναίκες με φυσική ή προκληθείσα εμμηνόπαυση, η νόσος των οποίων έχει επιδεινωθεί μετά από αντιοιστρογονική θεραπεία. Η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί σε ασθενείς των οποίων ο καρκίνος δεν έχει υποδοχείς οιστρογόνων. Αντίστοιχα, ο FDA ενέκρινε το Exemestane: I) ως επικουρική θεραπεία, για τον πρώιμο καρκίνο του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς που έχουν λάβει θεραπεία για 2-3 έτη με tamoxifen, II) για τη θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες των οποίων η νόσος έχει εξελιχθεί, μετά από θεραπεία με Tamoxifen. Τέλος, το electronic medicines compendium (emc) του Ηνωμένου Βασιλείου αναφέρει ότι το Exemestane ενδείκνυται ως επικουρική θεραπεία του πρώιμου διηθητικού καρκίνου του μαστού σε γυναίκες με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς, οι οποίες έχουν λάβει προηγουμένως για 2-3 χρόνια επικουρική θεραπεία με Tamoxifen. Επίσης, σύμφωνα πάντα με το emc, το φάρμακο ενδείκνυται για θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του μαστού σε γυναίκες με φυσική ή προκληθείσα εμμηνόπαυση των οποίων ο καρκίνος έχει εξελιχθεί μετά από αντι-οιστρογονική θεραπεία. Η δραστικότητα του φαρμάκου δεν έχει αποδειχθεί σε ασθενείς αρνητικούς σε υποδοχείς οιστρογόνων.

Σχεδιάγραμμα 2: Χρονολογική σειρά έγκρισης νεότερων φαρμάκων για την αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού

 

 

 

Πίνακας 2: Νεότερα φάρμακα για την αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού (2001 – 2021)

Δραστική ουσία Έτος 1ης έγκρισης Παρατηρήσεις
Fulvestrant 2002 Σύμφωνα με τη σύνοψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR), το Fulvestrant είναι ένα αντι-οιστρογόνο φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού στις παρακάτω ασθενείς: I) Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με έναν τύπο καρκίνου του μαστού γνωστό ως «καρκίνος θετικός για υποδοχείς οιστρογόνων», οι οποίες δεν έχουν λάβει στο παρελθόν ορμονική θεραπεία ή των οποίων ο καρκίνος έχει παρουσιάσει υποτροπή έπειτα από θεραπεία με κάποιο άλλο αντι-οιστρογόνο φάρμακο. II) Γυναίκες με έναν τύπο καρκίνου του μαστού γνωστό ως «καρκίνος θετικός για ορμονικούς υποδοχείς (HR) και αρνητικός για τον υποδοχέα HER-2» οι οποίες έχουν λάβει στο παρελθόν ορμονική θεραπεία. Στις γυναίκες που πάσχουν από αυτόν τον τύπο καρκίνου του μαστού, το Fulvestrant χορηγείται σε συνδυασμό με παλμποσικλίμπη. Αντίστοιχα, ο FDA, στην αρχική του έγκριση, ενέκρινε το Fulvestrant για τη θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με εξέλιξη της νόσου μετά από θεραπεία με αντιοιστρογόνα, όπως η ταμοξιφαίνη, των οποίων ο καρκίνος είναι θετικός στους ορμονικούς υποδοχείς. Στις 13 Σεπτεμβρίου 2010, ο FDA ενέκρινε τη δόση των 500 mg του Fulvestrant, αντικαθιστώντας την προηγουμένως εγκεκριμένη μηνιαία δόση των 250 mg, για τη θεραπεία του θετικού σε ορμονικούς υποδοχείς μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με εξέλιξη της νόσου μετά από θεραπεία με αντι-οιστρογόνα. Στις 28 Αυγούστου του 2017, ο FDA ενέκρινε το Fulvestrant 500 mg ως μονοθεραπεία για εκτεταμένη χρήση σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού θετικό σε ορμονικούς υποδοχείς (HR+), αρνητικό για τον υποδοχέα HER2, που δεν έχουν λάβει προηγούμενη ορμονική θεραπεία. Τέλος, ο ίδιος οργανισμός, στις 15 Νοεμβρίου 2017, ενέκρινε μια νέα ένδειξη για το Fulvestrant, επεκτείνοντας τις ενδείξεις για να συμπεριλάβει τη χρήση με Abemaciclib, έναν αναστολέα CDK4/6 για τη θεραπεία προηγμένων θετικών στους ορμονικούς υποδοχείς (HR+), αρνητικών στον υποδοχέα HER2, ή σε μεταστατικό καρκίνο του μαστού σε γυναίκες με εξέλιξη της νόσου μετά από ορμονική θεραπεία.
Docetaxel 2004 Σύμφωνα με τη σύνοψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR), το Docetaxel είναι ένα αντικαρκινικό φάρμακο το οποίο χρησιμοποιείται για τη θεραπεία διαφόρων μορφών καρκίνου, ανάμεσα στους οποίους και ο καρκίνος του μαστού. Συγκεκριμένα, το Docetaxel μπορεί να χορηγείται ως μονοθεραπεία κατόπιν αποτυχίας άλλων θεραπειών. Μπορεί, επίσης, να χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα αντικαρκινικά φάρμακα (δοξορουβικίνη , κυκλοφωσφαμίδη, trastuzumab ή καπεσιταβίνη), σε ασθενείς οι οποίοι δεν έχουν υποβληθεί ακόμη σε θεραπεία κατά του καρκίνου ή κατόπιν αποτυχίας άλλων θεραπειών, ανάλογα με τον τύπο και το στάδιο του καρκίνου του μαστού. Αντίστοιχα, ο FDA έχει εγκρίνει το φάρμακο για τον τοπικά προχωρημένο ή για τον μεταστατικό καρκίνο του μαστού.
Paclitaxel Albumin 2005 Το Paclitaxel Albumin περιέχει τη δραστική ουσία πακλιταξέλη, η οποία είναι προσκολλημένη σε μια ανθρώπινη πρωτεΐνη που ονομάζεται λευκωματίνη. Το γεγονός αυτό διευκολύνει την παρασκευή εναιωρήματος πακλιταξέλης για ενδοφλέβια έγχυση. Σύμφωνα με τη σύνοψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR), το Paclitaxel Albumin χορηγείται για τη θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, όταν η πρώτη θεραπεία έπαψε να είναι αποτελεσματική και η συνήθης θεραπεία, που περιέχει «ανθρακυκλίνη», κρίνεται ακατάλληλη. Αντίστοιχα, ο FDA έχει εγκρίνει το Paclitaxel Albumin για τον μεταστατικό καρκίνο του μαστού, μετά από αποτυχία συνδυαστικής χημειοθεραπείας ή μετά από υποτροπή της νόσου εντός 6 μηνών από την επικουρική χημειοθεραπεία. Η προηγούμενη θεραπεία θα πρέπει να περιλάμβανε ανθρακυκλίνη, εκτός εάν υπάρχει κλινική αντένδειξη γι’ αυτή την επιλογή.
Tamoxifen Citrate 2005 Σύμφωνα με την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος του ΕΟΦ, το Tamoxifen Citrate ενδείκνυται ως συμπληρωματική θεραπεία αρχικών σταδίων καρκίνου του μαστού και ως ανακουφιστική θεραπεία μεταστατικού καρκίνου του μαστού στις γυναίκες. Αποτελεί φάρμακο εκλογής σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, όπου τα 2/3 των περιπτώσεων καρκίνου είναι θετικά σε οιστρογονικούς υποδοχείς. Ευνοϊκή ανταπόκριση παρατηρείται σε ποσοστό 20-30% του συνόλου των γυναικών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού, ενώ φθάνει το 60% σε γυναίκες με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς. Αντίθετα, σε γυναίκες στις οποίες δεν ανιχνεύονται οιστρογονικοί υποδοχείς, το ποσοστό ευνοϊκής ανταπόκρισης είναι κάτω του 10%. Προηγούμενη ανταπόκριση σε ορμονοθεραπεία προδικάζει και ευνοϊκή ανταπόκριση στην ταμοξιφαίνη. Αντίστοιχα, ο FDA έχει εγκρίνει το Tamoxifen Citrate για την επικουρική θεραπεία του καρκίνου του μαστού και του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, καθώς και για τη μείωση του κινδύνου καρκίνου του μαστού σε γυναίκες με DCIS ή για τη μείωση της συχνότητας εμφάνισης καρκίνου του μαστού σε γυναίκες που παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης του καρκίνου του μαστού.
Ixabepilone 2007 Όπως μας ενημερώνει ο EMA, ο ΚΑΚ του φαρμάκου, στις 18 Μαρτίου 2009, κοινοποίησε επίσημα στην Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση (CHMP) την πρόθεσή του να αποσύρει την αίτηση χορήγησης άδειας κυκλοφορίας στο σκεύασμα για τη θεραπεία του τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού. Το φάρμακο επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία του τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού. Ο FDA χορήγησε, τον Οκτώβριο του 2007, άδεια έγκρισης του Ixabepilone ως μονοθεραπείας για σε ασθενείς με μεταστατικό ή τοπικά προχωρημένο καρκίνο του μαστού σε ασθενείς των οποίων οι όγκοι είναι ανθεκτικοί ή ανθεκτικοί στις ανθρακυκλίνες, τις ταξάνες και την καπεσιταβίνη.
Lapatinib 2007 Σύμφωνα με την Ανασκόπηση του EMA του 2018, το Lapatinib είναι φάρμακο κατά του καρκίνου που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ασθενών με καρκίνο του μαστού ο οποίος έχει καταδειχθεί ότι εμφανίζει υπερέκφραση της HER2. Το Lapatinib χορηγείται ως εξής: I) Σε συνδυασμό με καπεσιταμπίνη σε ασθενείς με προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο οι οποίοι παρουσίασαν επιδείνωση της νόσου μετά από προηγούμενη θεραπεία που περιελάμβανε ανθρακυκλίνες και ταξάνες και κατόπιν θεραπείας της μεταστατικής νόσου του ασθενούς με Trastuzumab. II) Σε συνδυασμό με Trastuzumab για μεταστατικό καρκίνο που δεν ανταποκρίνεται στις ορμόνες (νόσος αρνητική σε ορμονικό υποδοχέα) και επιδεινώθηκε κατόπιν της θεραπείας με συνδυασμό Trastuzumabς και άλλων αντικαρκινικών φαρμάκων (χημειοθεραπεία). III) Σε συνδυασμό με αναστολέα της αρωματάσης σε γυναίκες που έχουν περάσει την εμμηνόπαυση, όταν ο καρκίνος είναι μεταστατικός και ανταποκρίνεται στις ορμόνες. Ο εν λόγω συνδυασμός χρησιμοποιείται σε γυναίκες που δεν έχουν επί του παρόντος ανάγκη να υποβληθούν στη συνήθη χημειοθεραπεία για τη θεραπεία του καρκίνου τους. Αντίστοιχα, ο FDA ενέκρινε το Lapatinib, σε συνδυασμό με Capecitabine για τη θεραπεία ασθενών με προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού των οποίων οι όγκοι υπερεκφράζουν το HER2 και οι οποίοι έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία που περιλαμβάνει ανθρακυκλίνη, ταξάνη και Trastuzumab. Τον Φεβρουάριο του 2010, ο FDA χορήγησε ταχεία έγκριση για ένα νέο συνδυαστικό θεραπευτικό σχήμα που χρησιμοποιεί το Lapatinib ως θεραπεία πρώτης γραμμής, αποκλειστικά από του στόματος για γυναίκες με μεταστατικό καρκίνο του μαστού. Το Lapatinib ενδείκνυται πλέον σε συνδυασμό με Letrozole για τη θεραπεία μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού θετικό σε ορμονικούς υποδοχείς που υπερεκφράζει τον υποδοχέα HER2 για τους οποίους ενδείκνυται ορμονική θεραπεία.
Everolimus 2009 Σύμφωνα με την ανασκόπηση του φαρμάκου το 2018 και το αιτιολογικό της έγκρισης στην Ε.Ε., το Everolimus είναι αντικαρκινικό φάρμακο το οποίο χρησιμοποιείται για τη θεραπεία διαφόρων μορφών καρκίνου, ανάμεσα στους οποίους και για τον προχωρημένο καρκίνο του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Το Everolimus χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού που είναι «θετικός σε ορμονικούς υποδοχείς» (όταν τα καρκινικά κύτταρα διαθέτουν υποδοχείς οιστρογόνων στην επιφάνειά τους) και «HER2/neu αρνητικός» (όταν τα καρκινικά κύτταρα δεν περιέχουν υψηλά επίπεδα της πρωτεΐνης HER2/neu. Το Everolimus χορηγείται σε συνδυασμό με ένα άλλο φάρμακο, την εξεμεστάνη, εφόσον άλλες θεραπείες με μη στεροειδείς αναστολείς αρωματάσης έχουν αποτύχει. Τον Ιούλιο του 2012, ο FDA των ΗΠΑ ενέκρινε το Everolimus για τη θεραπεία ορισμένων μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με προχωρημένο καρκίνο του μαστού θετικό σε ορμονικούς υποδοχείς, αρνητικό HER2, σε συνδυασμό με Exemestane. Ο συνδυασμός του φαρμάκου με Exemestane ενδείκνυται για χορήγηση σε γυναίκες που έχουν υποτροπιάσει ή σε γυναίκες με εξέλιξη του καρκίνου τους μετά από θεραπεία με λετροζόλη ή αναστροζόλη.
Eribulin Mesylate 2010 Σύμφωνα με τη σύνοψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του 2016, το Eribulin Mesylate χρησιμοποιείται για τη θεραπεία τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού που συνεχίζει να εξαπλώνεται αφού έχει προηγηθεί τουλάχιστον άλλη μία θεραπεία για προχωρημένο καρκίνο με φάρμακα της κατηγορίας των ανθρακυκλινών και ταξανών, εκτός εάν τέτοιου είδους θεραπεία δεν είχε κριθεί κατάλληλη. Αντίστοιχα, ο FDA των ΗΠΑ ενέκρινε το Eribulin Mesylate για τη θεραπεία ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού που έχουν λάβει τουλάχιστον δύο προηγούμενα χημειοθεραπευτικά σχήματα για τη νόσο τελικού σταδίου.
Pertuzumab 2012 Σύμφωνα με την ανασκόπηση και το αιτιολογικό έγκρισης του φαρμάκου στην Ε.Ε. το 2018, το Pertuzumab είναι αντικαρκινικό φάρμακο για τη θεραπεία ενηλίκων που πάσχουν από καρκίνο του μαστού θετικό στην πρωτεΐνη HER2. Το φάρμακο χρησιμοποιείται στις ακόλουθες περιπτώσεις: I) για τη θεραπεία του μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε ασθενείς που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με χημειοθεραπευτικά φάρμακα ή φάρμακα ειδικά στοχευμένα στην HER2, ή για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού που έχει επανεμφανιστεί τοπικά μετά από θεραπεία και δεν μπορεί να αφαιρεθεί χειρουργικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το Pertuzumab χρησιμοποιείται μαζί με Trastuzumab και Docetaxel, II) για τη θεραπεία του τοπικά προχωρημένου, φλεγμονώδους ή πρώιμου σταδίου καρκίνου του μαστού με υψηλό κίνδυνο υποτροπής, σε συνδυασμό με Trastuzumab και χημειοθεραπεία, πριν από τη χειρουργική επέμβαση, III) για τη θεραπεία του πρώιμου καρκίνου του μαστού με υψηλό κίνδυνο υποτροπής, σε συνδυασμό με Trastuzumab και χημειοθεραπεία, μετά από χειρουργική επέμβαση. Αντίστοιχα, ο FDA, τον Ιούνιο του 212 ενέκρινε το Pertuzumab, σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία (Trastuzumab) και Docetaxel, για τη θεραπεία ατόμων με HER2 θετικό μεταστατικό καρκίνο του μαστού που δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία anti-HER2 ή χημειοθεραπεία για μεταστατική νόσο. Τον Σεπτέμβριο του 2013, ο FDA χορήγησε ταχεία έγκριση στο Pertuzumab ως μέρος ενός πλήρους θεραπευτικού σχήματος για ασθενείς με πρώιμο στάδιο καρκίνου του μαστού, πριν από τη χειρουργική επέμβαση (νέο-επικουρική θεραπεία). Τέλος, τον Δεκέμβριο του 2017, ο FDA ενέκρινε το Pertuzumab, σε συνδυασμό με Trastuzumab και χημειοθεραπεία, για επικουρική (μετά τη χειρουργική επέμβαση) θεραπεία του HER2-θετικού πρώιμου καρκίνου του μαστού που παρουσιάζει υψηλό κίνδυνο υποτροπής .
Trastuzumab Emtansine 2013 Σύμφωνα με τη σύνοψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του Trastuzumab Emtansine, η δραστική ουσία του φαρμάκου αποτελείται από δύο δραστικά συστατικά που συνδέονται μεταξύ τους: α) την Trastuzumab, που είναι μονοκλωνικό αντίσωμα το οποίο έχει σχεδιαστεί ώστε να αναγνωρίζει και να προσκολλάται στην πρωτεΐνη HER2, η οποία βρίσκεται σε μεγάλες ποσότητες στην επιφάνεια ορισμένων καρκινικών κυττάρων και β) την Emtansine, που αναφέρεται στο σύμπλεγμα MCC-DM1. Κατά μέσο όρο, 3,5 μόρια DM1 συζευγνύονται σε κάθε μόριο Trastuzumab. Η σύζευξη του DM1 στην Trastuzumab συνεπάγεται την εκλεκτικότητα του κυτταροτοξικού παράγοντα για τα καρκινικά κύτταρα που υπερεκφράζουν τον HER2, αυξάνοντας κατά συνέπεια την ενδοκυττάρια παροχή DM1 απευθείας στα κακοήθη κύτταρα. To Trastuzumab Emtansine χορηγείται για τη θεραπεία του προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε ενήλικες οι οποίοι έχουν λάβει προηγουμένως Trastuzumab και κάποια ταξάνη. Αντίστοιχα, ο FDA ενέκρινε τον Φεβρουάριο του 2013 το Ado-Trastuzumab Emtansine για ασθενείς με HER2 θετικό, που βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο (μεταστατικό) καρκίνου του μαστού. Το φάρμακο χορηγείται σε ασθενείς που είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με Trastuzumab και ταξάνες. Τον Μάιο του 2019, ο FDA ενέκρινε το Ado-Trastuzumab Emtansine για επικουρική θεραπεία (μετά από χειρουργική επέμβαση) ατόμων με πρώιμο καρκίνο του μαστού θετικού HER2 που έχουν υπολειπόμενη διηθητική νόσο μετά από θεραπεία με νεοεπικουρική (πριν από την επέμβαση) ταξάνη και Trastuzumab.
Olaparib 2014 Σύμφωνα με τη σύνοψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR), το Olaparib είναι ένα αντικαρκινικό φάρμακο το οποίο χρησιμοποιείται για μια σειρά καρκίνων, ανάμεσα στους οποίους τον HER2-αρνητικό καρκίνο του μαστού ο οποίος έχει εξαπλωθεί πέρα από την αρχική εστία σε ασθενείς με μεταλλάξεις στο γονίδιο BRCA1 ή στο γονίδιο BRCA2. Οι ασθενείς έχουν λάβει ορισμένα φάρμακα κατά του καρκίνου του μαστού, τα οποία σταμάτησαν να είναι αποτελεσματικά ή δεν ήταν κατάλληλα. Αντίστοιχα, ο FDA ενέκρινε τον Ιούνιο του 2017 το Olaparib σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού με μεταλλαγμένο το γονίδιο BRCA. Το φάρμακο έδειξε να μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο επιδείνωσης της νόσου ή θανάτου. Τον Ιανουάριο του 2018, ο FDA επέκτεινε τη χρήση του Olaparib, για να συμπεριλάβει τη θεραπεία ασθενών με ορισμένους τύπους καρκίνου του μαστού που έχουν εξαπλωθεί (μεταστάσεις) και των οποίων οι όγκοι έχουν μια συγκεκριμένη κληρονομική γενετική μετάλλαξη (βλαστική σειρά), καθιστώντας το το πρώτο φάρμακο στην κατηγορία του (αναστολέας PARP) που έχει εγκριθεί για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού ορισμένων ασθενών με μεταστατικό καρκίνο του μαστού που έχουν γονιδιακή μετάλλαξη BRCA. Τέλος, τον Μάρτιο του 2022, ο FDA ενέκρινε το Olaparib για την επικουρική θεραπεία ασθενών με πρώιμο καρκίνο του μαστού υψηλού κινδύνου HER2 αρνητικό σε μεταλλαγμένο BRCA (gBRCAm) που έχουν ήδη υποβληθεί σε χημειοθεραπεία είτε πριν είτε μετά την επέμβαση.
Pembrolizumab 2014 Σύμφωνα με την Ανασκόπηση του 2022 από τον ΕΜΑ και το αιτιολογικό έγκρισης στην Ε.Ε. για το Pembrolizumab, το φάρμακο χρησιμοποιείται για τη θεραπεία διαφόρων μορφών καρκίνου, ανάμεσα στους οποίους και ο «τριπλά αρνητικός καρκίνος του μαστού». Σύμφωνα με την κύρια μελέτη του Pembrolizumab, που το συνέκρινε, σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, με εικονικό φάρμακο και χημειοθεραπεία σε 847 ασθενείς με πρωτοθεραπευόμενο τριπλό αρνητικό καρκίνο του μαστού, ο οποίος δεν μπορούσε να αφαιρεθεί χειρουργικά ή είχε εξαπλωθεί, οι ασθενείς με υψηλά επίπεδα έκφρασης PD-L1 που έλαβαν το φάρμακο, έζησαν περίπου 10 μήνες χωρίς επιδείνωση της νόσου, ενώ οι ασθενείς στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου έζησαν για 5 μήνες χωρίς επιδείνωση της νόσου. Όταν εξετάστηκε κατά τη μελέτη η επιβίωση, η ομάδα που έλαβε Pembrolizumab έζησε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα: 23 μήνες σε σύγκριση με 16 μήνες. Αντίστοιχα, τον Νοέμβριο του 2020, ο FDA ενέκρινε το Pembrolizumab, σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, για τη θεραπεία ασθενών με τοπικά υποτροπιάζοντα ανεγχείρητο ή μεταστατικό τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού (TNBC), των οποίων οι όγκοι εκφράζουν PD-L1 (Συνδυασμένη Θετική Βαθμολογία [CPS] ≥ 10), όπως προσδιορίζεται από τεστ εγκεκριμένο από τον FDA. Τον Ιούλιο του 2021, ο FDA ενέκρινε το Pembrolizumab για τη θεραπεία ασθενών με υψηλού κινδύνου πρώιμου σταδίου τριπλού αρνητικού καρκίνου του μαστού (TNBC) σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία ως νεο-επικουρική θεραπεία και στη συνέχεια τη χορήγησή του ως μεμονωμένου παράγοντα, ως επικουρική θεραπεία μετά από χειρουργική επέμβαση.
Palbociclib 2015 Σύμφωνα με την Ανασκόπηση του 2020 από τον ΕΜΑ και το αιτιολογικό έγκρισης στην Ε.Ε., για το Palbociclib, το φάρμακο χορηγείται για τη θεραπεία του τοπικά προχωρημένου καρκίνου του μαστού ή του μεταστατικού καρκίνου του μαστού. Το Palbociclib μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο όταν τα καρκινικά κύτταρα έχουν στην επιφάνειά τους υποδοχείς για ορισμένες ορμόνες (καρκίνος θετικός στους ορμονικούς υποδοχείς (HR)) και δεν παράγουν αφύσικα μεγάλες ποσότητες ενός άλλου υποδοχέα που ονομάζεται HER2 (καρκίνος αρνητικός [στον υποδοχέα τύπου 2 του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα]). Το Palbociclib χρησιμοποιείται με τους ακόλουθους τρόπους: I) σε συνδυασμό με αναστολέα της αρωματάσης, II) σε συνδυασμό με φουλβεστράντη σε ασθενείς που έχουν λάβει προηγουμένως ορμονική θεραπεία. Σε προ-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες, το Palbociclib πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με ένα φάρμακο που ονομάζεται αγωνιστής της ορμόνης απελευθέρωσης της ωχρινοτρόπου ορμόνης. Ο FDA των ΗΠΑ, τον Φεβρουάριο του 2015, χορήγησε στο Palbociclib ταχεία έγκριση για τη θεραπεία του προχωρημένου (μεταστατικού) καρκίνου του μαστού. Τον Φεβρουάριο του 2016, ο FDA επεκτείνει τη χρήση των καψουλών Palbociclib 125 mg για τη θεραπεία του προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού θετικού σε ορμονικούς υποδοχείς (HR+), με αρνητικό υποδοχέα ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα 2 (HER2-) ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε συνδυασμό με Fulvestrant, σε γυναίκες με εξέλιξη της νόσου μετά από ενδοκρινική θεραπεία. Στα τέλη Μαρτίου του 2017, ο FDA μετατρέπει την ταχεία έγκριση του Palbociclib σε τακτική έγκριση και διευρύνει το φάσμα της αντιορμονικής θεραπείας που μπορεί να χορηγηθεί με το φάρμακο αυτό. Τέλος, τον Απρίλιο του 2019, ο FDA επεκτείνει τις ενδείξεις για το Palbociclib για τον προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού, σε συνδυασμό με έναν αναστολέα αρωματάσης ή Fulvestrant, έτσι ώστε να συμπεριλάβει άνδρες με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς (HR+), με αρνητικούς υποδοχείς 2 ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (HER2).
Atezolizumab 2016 Σύμφωνα με την Ανασκόπηση του 2021 από τον ΕΜΑ και το αιτιολογικό έγκρισης στην Ε.Ε., το Atezolizumab χορηγείται για τη θεραπεία διαφόρων μορφών καρκίνου, ανάμεσα στις οποίες ενός τύπου καρκίνου του μαστού που είναι γνωστός ως «τριπλά αρνητικός καρκίνος του μαστού». Συγκεκριμένα το Atezolizumab σε συνδυασμό με nab-πακλιταξέλη ενδείκνυται για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με ανεγχείρητο τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό τριπλά-αρνητικό καρκίνο του μαστού (TNBC) των οποίων οι όγκοι έχουν έκφραση του PD-L1 ≥ 1% και δεν έχουν λάβει προηγουμένως χημειοθεραπεία για μεταστατική νόσο. Αντίστοιχα, ο FDA, τον Μάρτιο του 2019, χορήγησε ταχεία έγκριση στο Atezolizumab μαζί με χημειοθεραπεία (nab-paclitaxel) για τη θεραπεία ενηλίκων με ανεγχείρητο τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό τριπλό αρνητικό καρκίνο του μαστού (TNBC), σε άτομα των οποίων οι όγκοι εκφράζουν PD-L1, όπως προσδιορίζεται από τεστ εγκεκριμένο από τον FDA.
Ribociclib 2017 Σύμφωνα με την Ανασκόπηση του 2020 από τον ΕΜΑ και το αιτιολογικό έγκρισης στην Ε.Ε., το Ribociclib είναι αντικαρκινικό φάρμακο το οποίο χορηγείται για τη θεραπεία του τοπικά προχωρημένου καρκίνου του μαστού ή του μεταστατικού καρκίνου. Το Ribociclib μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο όταν τα καρκινικά κύτταρα έχουν στην επιφάνειά τους υποδοχείς (στόχους) για ορισμένες ορμόνες (είναι θετικά σε ορμονικούς υποδοχείς) και δεν διαθέτουν μεγάλες ποσότητες ενός άλλου υποδοχέα που ονομάζεται HER2 (αρνητικά στον υποδοχέα 2 του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα). Το φάρμακο πρέπει να χορηγείται πάντα σε συνδυασμό με ορμονοθεραπεία, η οποία μειώνει τη δράση των οιστρογόνων: είτε φουλβεστράντη (η οποία αναστέλλει τους υποδοχείς οιστρογόνων) είτε αναστολέα αρωματάσης (ο οποίος μειώνει τα επίπεδα των οιστρογόνων). Επίσης, αν το Ribociclib χρησιμοποιηθεί σε γυναίκες οι οποίες βρίσκονται στο στάδιο της προ-εμμηνόπαυσης ή περι-εμμηνόπαυσης (προεμμηνοπαυσιακές ή περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες), πρέπει να χορηγείται σε συνδυασμό με αναστολέα της LHRH (ένα φάρμακο που αναστέλλει τη δράση της εκλυτικής ορμόνης της ωχρινοτρόπου ορμόνης). Αντίστοιχα, ο FDA, τον Μάρτιο του 2017, ενέκρινε το Ribociclib για τον προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού, σε συνδυασμό με έναν αναστολέα της αρωματάσης, ως αρχική ενδοκρινική θεραπεία για τη θεραπεία μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς, αρνητικού ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα υποδοχέα-2 (HR+/HER2-). Τον Ιούλιο του 2018, ο FDA ενέκρινε το Ribociclib για χρήση, μαζί με έναν αναστολέα αρωματάσης, για τη θεραπεία προ-, περι- ή μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών στις ΗΠΑ, καθώς επίσης και για χρήση σε συνδυασμό με Fulvestrant ως πρώτης ή δεύτερης γραμμής θεραπεία σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Abemaciclib 2017 Σύμφωνα με την Ανασκόπηση του 2018, από τον EMA και το αιτιολογικό έγκρισης στην Ε.Ε., το Abemaciclib ενδείκνυται για τη θεραπεία γυναικών με θετικό για ορμονικούς υποδοχείς (HR), αρνητικό για τον υποδοχέα 2 του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (HER2) τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού σε συνδυασμό με έναν αναστολέα αρωματάσης ή φουλβεστράντη ως αρχική ενδοκρινική θεραπεία ή σε γυναίκες που έχουν λάβει προηγούμενη ενδοκρινική θεραπεία. Σε προ- ή περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η ενδοκρινική θεραπεία θα πρέπει να συνδυάζεται με έναν αγωνιστή εκλυτικής ορμόνης της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LHRH). Αντίστοιχα, ο FDA, τον Σεπτέμβριο του 2017, ενέκρινε το Abemaciclib για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών που έχουν θετικό για ορμονικό υποδοχέα (HR), αρνητικό για τον ανθρώπινο επιδερμικό αυξητικό παράγοντα 2 (HER2) – προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού που έχει προχωρήσει μετά από τη λήψη ενδοκρινικής θεραπείας. Τον Φεβρουάριο του 2018, ο FDA ενέκρινε το Abemaciclib, σε συνδυασμό με έναν αναστολέα αρωματάσης ως αρχική θεραπεία σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς (HR+), αρνητικούς για τον υποδοχέα 2 του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (HER2-) μεταστατικό καρκίνο του μαστού. Τέλος, τον Οκτώβριο του 2021, ο FDA ενέκρινε το Abemaciclib σε συνδυασμό με ενδοκρινική θεραπεία (ταμοξιφαίνη ή αναστολέας αρωματάσης), για επικουρική θεραπεία ενηλίκων ασθενών με θετικό στον ορμονικό υποδοχέα (HR+), αρνητικό για τον υποδοχέα 2 του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (HER2-), πρώιμο καρκίνο του μαστού (EBC) που παρουσιάζει υψηλό κίνδυνο υποτροπής και βαθμολογία Ki-67 ≥20%, όπως προσδιορίζεται από τεστ εγκεκριμένο από τον FDA.
Neratinib Maleate 2017 Σύμφωνα με την Ανασκόπηση του 2018 από τον ΕΜΑ και το αιτιολογικό έγκρισης στην Ε.Ε., το Neratinib Maleate είναι φάρμακο κατά του καρκίνου του μαστού το οποίο χρησιμοποιείται για τη μείωση του κινδύνου υποτροπής της νόσου σε ασθενείς με πρώιμου σταδίου καρκίνο του μαστού οι οποίες υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση. Χορηγείται κατόπιν θεραπείας με Trastuzumab. Προορίζεται για χρήση αποκλειστικά σε τύπους καρκίνου του μαστού όπου παράγονται υψηλά επίπεδα πρωτεΐνης HER2,–η οποία συμβάλλει στη διαίρεση και ανάπτυξη των κυττάρων (καρκίνος του μαστού θετικός στην HER2)– και στους οποίους υπάρχουν υποδοχείς (στόχοι) για τις θηλυκές γεννητικές ορμόνες (θετικός στους ορμονικούς υποδοχείς καρκίνος του μαστού). Αντίστοιχα, τον Ιούλιο του 2017, ο FDA ενέκρινε το Neratinib ως επικουρική θεραπεία του πρώιμου σταδίου, θετικού στο HER2 καρκίνου, του μαστού. Για τις ασθενείς με αυτόν τον τύπο καρκίνου, το Neratinib αποτέλεσε την πρώτη επικουρική θεραπεία που λαμβάνεται μετά από μια αρχική θεραπεία για τον καρκίνο του μαστού, έτσι ώστε να μειωθεί περαιτέρω ο κίνδυνος επανεμφάνισης του καρκίνου. Τον Φεβρουάριο του 2020, ο FDA ενέκρινε «supplemental New Drug Application» (συμπληρωματική Νέα Εφαρμογή Φαρμάκου [sNDA]) για το Neratinib, σε συνδυασμό με Capecitabine, για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με προχωρημένο ή μεταστατικό HER2 θετικό καρκίνο του μαστού που έχουν λάβει δύο ή περισσότερα προηγούμενα θεραπευτικά σχήματα με βάση το anti-HER2, για μεταστατικό καρκίνο.
Alpelisib 2018 Σύμφωνα με την Ανασκόπηση του 2020 από τον ΕΜΑ και το αιτιολογικό έγκρισης στην Ε.Ε., το Alpelisib είναι ένα αντικαρκινικό φάρμακο που χρησιμοποιείται σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και σε άνδρες για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού που είναι τοπικά προχωρημένος ή έχει εξαπλωθεί σε άλλα μέρη του σώματος. Το φάρμακο μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο όταν τα καρκινικά κύτταρα είναι θετικά σε ορμονικούς υποδοχείς. Το Alpelisib ενδείκνυται σε συνδυασμό με φουλβεστράντη για τη θεραπεία μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών και ανδρών με θετικό σε ορμονικό υποδοχέα (HR), αρνητικό σε υποδοχέα ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα 2 (HER2) τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού με μετάλλαξη PIK3CA μετά την εξέλιξη της νόσου μετά από ενδοκρινική θεραπεία ως μονοθεραπεία. Αντίστοιχα, τον Μάιο του 2019, ο FDA των ΗΠΑ ενέκρινε τα δισκία alpelisib, σε συνδυασμό με Fulvestrant, για τη θεραπεία μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών και ανδρών, με θετικό στον ορμονικό υποδοχέα (HR), ανθρώπινο επιδερμικό αυξητικό παράγοντα, αρνητικός στον υποδοχέα 2 (HER2), που παρουσιάζει τη μετάλλαξη PIK3CA, για προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού (όπως ανιχνεύεται από τεστ εγκεκριμένο από τον FDA) μετά από εξέλιξη της νόσου, ή μετά από θεραπεία με ένα ενδοκρινικό θεραπευτικό σχήμα.
Talazoparib Tosylate 2018 Σύμφωνα με την Ανασκόπηση του 2020 από τον ΕΜΑ και το αιτιολογικό έγκρισης στην Ε.Ε., το Talazoparib είναι αντικαρκινικό φάρμακο το οποίο χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ενός τύπου καρκίνου του μαστού (αρνητικός στον HER2 με μεταλλάξεις BRCA) ο οποίος έχει εξαπλωθεί πέρα από την αρχική εστία, σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με συγκεκριμένα φάρμακα τα οποία είτε δεν είναι πλέον αποτελεσματικά είτε δεν είναι κατάλληλα. Σύμφωνα με τις θεραπευτικές ενδείξεις, το φάρμακο χορηγείται ως μονοθεραπεία για την αντιμετώπιση του HER2 αρνητικού, τοπικά προχωρημένου ή μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε ενήλικες ασθενείς με μεταλλάξεις BRCA1/2 της γαμετικής σειράς. Οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν προηγουμένως λάβει θεραπεία με μια ανθρακυκλίνη ή/και ταξάνη στο (νεο)επικουρικό πλαίσιο θεραπείας, ή για τοπικά προχωρημένη ή μεταστατική νόσο, εκτός εάν οι ασθενείς δεν ήταν κατάλληλοι για αυτές τις θεραπείες. Οι ασθενείς με καρκίνο του μαστού θετικό για ορμονικούς υποδοχείς (hormone receptor, HR) θα πρέπει να έχουν λάβει προηγούμενη θεραπευτική αγωγή με βάση την ενδοκρινική θεραπεία ή να έχουν κριθεί ακατάλληλοι για θεραπεία με βάση την ενδοκρινική θεραπεία. Αντίστοιχα, τον Οκτώβριο του 2018, ο FDA ενέκρινε το Talazoparib, που είναι ένας αναστολέας των ενζύμων PARP και πιο συγκεκριμένα των PARP1 και PARP2, για ασθενείς με μεταλλάξεις BRCA1/2 [σειρά BRCA-mutated (gBRCAm)], HER2-αρνητικό, τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού. Οι ασθενείς πρέπει να επιλέγονται για θεραπεία με βάση ένα εγκεκριμένο από τον FDA συνοδευτικό διαγνωστικό τεστ για την Talazoparib.
fam-trastuzumab deruxtecan-nxki 2019 Σύμφωνα με την Ανασκόπηση του 2020 από τον ΕΜΑ και το αιτιολογικό έγκρισης στην Ε.Ε., τo Trastuzumab Deruxtecan είναι φάρμακο που χρησιμοποιείται στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού που είναι μεταστατικός ή δεν μπορεί να αφαιρεθεί χειρουργικά. Το Trastuzumab Deruxtecan είναι ένα σύζευγμα αντισώματος-φαρμάκου που στοχεύει τον HER2 και η λειτουργία του τμήματος αντισώματος είναι να προσδεθεί στον HER2 που εκφράζεται στην επιφάνεια ορισμένων καρκινικών κυττάρων. Στις θεραπευτικές ενδείξεις του φαρμάκου αναφέρεται ότι το Trastuzumab Deruxtecan ενδείκνυται ως μονοθεραπεία για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με ανεγχείρητο ή μεταστατικό HER2-θετικό καρκίνο του μαστού που έχουν λάβει δύο ή περισσότερα προηγούμενα σχήματα βασισμένα σε αγωγή έναντι του HER2. Αντίστοιχα, τον Δεκέμβριο του 2019, ο FDA των ΗΠΑ ενέκρινε το Fam-Trastuzumab Deruxtecan-nxki για ασθενείς με ανεγχείρητο ή μεταστατικό HER2 θετικό καρκίνο του μαστού, σε ασθενείς που έχουν προηγουμένως λάβει δύο η περισσότερες αντι-HER2 θεραπευτικά σχήματα.
Tucatinib 2020 Σύμφωνα με την Ανασκόπηση του 2020 από τον ΕΜΑ και το αιτιολογικό έγκρισης στην Ε.Ε., το Tucatinib είναι αντικαρκινικό φάρμακο για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού ο οποίος είναι τοπικά προχωρημένος ή μεταστατικός ή είναι θετικός στην HER2. Σύμφωνα με τις θεραπευτικές ενδείξεις, το φάρμακο χορηγείται σε συνδυασμό με Trastuzumab και Capecitabine για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με HER2-θετικό, τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού οι οποίοι έχουν λάβει τουλάχιστον δύο προηγούμενες αντι-HER2 θεραπευτικές αγωγές. Αντίστοιχα, τον Απρίλιο του 2020, ο FDA ενέκρινε τα δισκία Tucatinib, σε συνδυασμό με Trastuzumab και Capecitabine, για ενήλικες ασθενείς με προχωρημένο ανεγχείρητο ή μεταστατικό HER2 θετικό καρκίνο του μαστού, συμπεριλαμβανομένων ασθενών με εγκεφαλικές μεταστάσεις, οι οποίοι έχουν λάβει προηγουμένως ένα ή περισσότερα αντι-HER2 θεραπευτικά σχήματα.
Sacituzumab Govitecan-hziy 2020 Σύμφωνα με την Ανασκόπηση του 2021 από τον ΕΜΑ και το αιτιολογικό έγκρισης στην Ε.Ε., το Sacituzumab Govitecan είναι αντικαρκινικό φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ενηλίκων με έναν τύπο καρκίνου του μαστού γνωστό ως τριπλά-αρνητικό καρκίνο του μαστού. Σύμφωνα με τις θεραπευτικές ενδείξεις, το φάρμακο ενδείκνυται ως μονοθεραπεία για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με ανεγχείρητο ή μεταστατικό τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού (mTNBC), οι οποίοι έχουν λάβει δύο ή περισσότερες προηγούμενες συστηματικές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένης τουλάχιστον μίας εξ αυτών για προχωρημένη νόσο. Αντίστοιχα, τον Απρίλιο του 2020, ο FDA ενέκρινε το Sacituzumab Govitecan-hziy για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με μεταστατικό τριπλό αρνητικό καρκίνο του μαστού (TNBC) που έχουν λάβει τουλάχιστον δύο προηγούμενες θεραπείες για μεταστατική νόσο. Τον Απρίλιο του 2021, ο FDA χορήγησε πλήρη έγκριση στο Sacituzumab Govitecan-hziy για ενήλικες ασθενείς με ανεγχείρητο τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού (TNBC), για ασθενείς που έχουν λάβει δύο ή περισσότερες συστηματικές θεραπείες, εκ των οποίων η μία τουλάχιστον από αυτές για μεταστατική νόσο.
Margetuximab-cmkb 2020 Τον Δεκέμβριο του 2020, ο FDA ενέκρινε το Margetuximab-cmkb, σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών με μεταστατικό HER2-θετικό καρκίνο του μαστού, οι οποίοι έχουν λάβει δύο ή περισσότερα προηγούμενα σχήματα anti-HER2, και τουλάχιστον ένα από τα θεραπευτικά σχήματα που έλαβαν αφορούσε μεταστατική νόσο. Το φάρμακο δεν έχει ακόμη κυκλοφορήσει στην Ευρώπη και σύμφωνα με το SPS (Specialist Pharmacy Service) του Ηνωμένου Βασιλείου, βρίσκεται στη φάση ανάπτυξης (Phase III Clinical Trials) τόσο στην Ε.Ε., όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο.

 

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Υπέρταση και καρκίνος του δέρματος σχετίζονται, η ελληνική έρευνα που βραβεύτηκε

Βραβευμένη έρευνα Ελλήνων επιστημόνων τεκμηριώνει ότι τα αντιυπερτασικά φάρμακα προστατεύουν από τον καρκίνο του δέρματος όσα άτομα εμφανίζουν αυξημένη γενετική προδιάθεση για αυτόν.

Ο συχνότερος τύπος καρκίνου παγκοσμίως, που αφορά περίπου το ένα τρίτο νέων περιστατικών καρκίνου, είναι το βασικοκυτταρικό καρκίνωμα του δέρματος. Ονομάζεται έτσι επειδή εμφανίζεται στα βασικά κύτταρα που βρίσκονται στη βαθύτερη στοιβάδα του δέρματος. Περιλαμβάνει τα δύο τρίτα όλων των καρκίνων του δέρματος και εμφανίζεται  στην περιοχή του κεφαλιού στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων (85%).

Πολυκεντρικές επιδημιολογικές μελέτες επί αρκετά χρόνια έχουν παρατηρήσει ότι η λήψη διαδεδομένων αντιυπερτασικών φαρμάκων μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του δέρματος και ειδικότερα της πιο συνηθισμένης μορφής του, του βασικοκυτταρικού καρκινώματος. Τα ευρέως χρησιμοποιούμενα αντιυπερτασικά που έχουν αντικαρκινική δράση είναι οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ACE) και ειδικών ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ.

Πρόσφατα, Έλληνες ερευνητές από τη Μονάδα Στοματοπροσωπικής Γενετικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) προχώρησαν ακόμη ένα βήμα παραπέρα επιβεβαιώνοντας και γενετικά την παραπάνω έρευνα, τεκμηριώνοντας τη συσχέτιση μεταξύ των γονιδίων της υπέρτασης και του βασικοκυτταρικού καρκινώματος. Με άλλα λόγια, τα άτομα που εμφανίζουν γενετική προδιάθεση για υπέρταση έχουν αυξημένη γενετική προδιάθεση και για τον συνηθισμένο τύπο καρκίνου του δέρματος.

Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής τον υπεύθυνο της Μονάδας, Αναπληρωτή Καθηγητή Γενετικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Χρήστο Γιαπιτζάκη, μελέτησε δείγματα

γενωμικού DNA από Έλληνες ασθενείς με βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και από υγιείς μάρτυρες  με αντιστοιχία φύλου και ηλικίας (28-96 ετών). Σε όλα τα δείγματα πραγματοποιήθηκε μοριακή γονοτύπηση λειτουργικών πολυμορφισμών του DNA που επηρεάζουν την έκφραση 5 γονιδίων και επομένως την παραγόμενη ποσότητα πρωτεϊνικών παραγόντων του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης, το οποίο ρυθμίζει την πίεση του αίματος [AGT (αγγειοτασινογόνο),  ACE (μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης), ACE2 (μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης 2), AGTR1 και AGTR2 (υποδοχείς 1 και 2 της αγγειοτασίνης ΙΙ)]. Η έρευνα έδειξε πως οι ασθενείς με βασικοκυτταρικό καρκίνωμα είχαν στατιστικά αυξημένο ποσοστό της γενετικά καθορισμένης αύξησης της έκφρασης των γονιδίων AGT και ACE σε σχέση με τους υγιείς μάρτυρες.

Έτσι, επιβεβαιώνεται γενετικά πως πράγματι η λήψη αντιυπερτασικών φαρμάκων που στοχεύουν στο μετατρεπτικό ένζυμο ή τους υποδοχείς της αγγειοτασίνης ΙΙ δρα χημειοπροστατευτικά έναντι της ανάπτυξης βασικοκυτταρικού καρκινώματος σε άτομα με αυξημένη γενετική προδιάθεση για υπέρταση και καρκίνο δέρματος.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η εν λόγω έρευνα της ομάδας του Καθηγητή Χρήστου Γιαπιτζάκη βραβεύθηκε με το Πρώτο Βραβείο Βασικής Έρευνας στο 48ο Ετήσιο Πανελλήνιο Ιατρικό Συνέδριο που έλαβε χώρα στην Αθήνα τον περασμένο Μάιο.

 

Πηγη: https://www.dikaiologitika.gr/

Καρκίνος εγκεφάλου: Νέα μελέτη ρίχνει φως στους παράγοντες που διαμορφώνουν την υποτροπή

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι τα διηθητικά γλοιώματα, ένας κοινός όγκος του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού, διαμορφώνονται από τη γενετική τους εξέλιξη και το μικροπεριβάλλον τους, ένα εύρημα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο στοχευμένες θεραπείες στο μέλλον.

“Έχουμε εντοπίσει επιγενετικές αλλοιώσεις κατά την υποτροπή που δεν είναι μόνο προγνωστικές σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά μπορεί να οδηγήσουν σε διαφορετικές θεραπευτικές επιλογές για τους διάφορους υποτύπους και να βελτιώσουν τη μακροπρόθεσμη επιβίωση”, δήλωσε ο συγγραφέας της μελέτης D. Ryan Ormond, MD, Ph. .D., μέλος του Κέντρου Καρκίνου του Πανεπιστημίου του Κολοράντο και αναπληρωτής καθηγητής νευροχειρουργικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κολοράντο στην Ιατρική Πανεπιστημιούπολη CU Anschutz. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στις 31 Μαΐου στο περιοδικό Cell. Οι ερευνητές εξέτασαν πώς τα γλοιώματα αλληλεπιδρούν με τον εγκέφαλο, αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου, αναπτύσσουν αντίσταση στη θεραπεία και γίνονται πιο επεμβατικά.

Εντόπισαν τρεις διακριτούς φαινότυπους στην υποτροπή του γλοιώματος – νευρωνικό, μεσεγχυματικό και πολλαπλασιαστικό. Καθένα από αυτά συγκλίνει με κυτταρικά, γενετικά και ιστολογικά χαρακτηριστικά που αποκαλύπτονται στην υποτροπή. Ορισμένα από αυτά συνδέονται με λιγότερο ευνοϊκά αποτελέσματα. Στη μελέτη, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δείγματα συμμετεχόντων από την Κοινοπραξία Glioma Longitudinal Analysis Consortium ή την κοόρτη GLASS, που δημιουργήθηκε για να εντοπίσει τους παράγοντες της αντίστασης στη θεραπεία για το γλοίωμα. Ανέλυσαν δεδομένα αλληλουχίας RNA και/ή DNA από ζεύγη όγκων από 304 ενήλικες ασθενείς με άγριου τύπου ισοκιτρική αφυδρογονάση (IDH) και μεταλλαγμένα γλοιώματα IDH. Οι όγκοι υποτροπίασαν με συγκεκριμένους τρόπους ανάλογα με την κατάσταση μετάλλαξης IDH. Οι αλλαγές που υπέστησαν κατά τη διάρκεια της υποτροπής εξαρτήθηκαν από το πώς αλληλεπιδρούσαν με τα μικροπεριβάλλοντα που κατοικούσαν.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι πολλοί όγκοι άγριου τύπου IDH ήταν πιο διεισδυτικοί στην υποτροπή. Τα νεοπλασματικά τους κύτταρα εμφάνισαν αυξημένα προγράμματα νευρωνικής σηματοδότησης, υποδηλώνοντας έναν πιθανό ρόλο των νευρωνικών αλληλεπιδράσεων στην πυροδότηση της εξέλιξης του όγκου. Επίσης βρήκαν ότι η υπερμετάλλαξη, που συχνά προκαλείται από τη θεραπεία με φάρμακα, μαζί με την απαλοιφή του γονιδίου CDKN2A, συσχετίστηκε με πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων κατά την υποτροπή και στους δύο υποτύπους γλοιώματος. Τόσο στους IDH-άγριου τύπου όσο και στους μεταλλαγμένους όγκους IDH, η υπερμετάλλαξη συσχετίστηκε με αυξημένο αριθμό νεοπλασματικών κυττάρων που μοιάζουν με βλαστοκύτταρα. Η ανάπτυξη αυτών των κυττάρων μείωσε τα συνολικά ποσοστά επιβίωσης των ασθενών. «Συλλογικά, αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η γενετική εξέλιξη κατά την υποτροπή μπορεί να μεταβάλει τα νεοπλασματικά κύτταρα γλοιώματος προς έναν πιο πολλαπλασιαστικό φαινότυπο που συνδέεται με κακή πρόγνωση», κατέληξε η μελέτη.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Θεραπεία τεστοστερόνης: Δεν υπάρχουν ενδείξεις για καρδιαγγειακές παρενέργειες-Μελέτη

Θεραπεία τεστοστερόνης: Ένας χρόνος θεραπείας με τεστοστερόνη για άνδρες με χαμηλά επίπεδα της ορμόνης δεν φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο για καρδιακά προβλήματα, ανακάλυψαν Βρετανοί ερευνητές.

«Δεν μπορέσαμε να βρούμε στοιχεία ότι η τεστοστερόνη αυξάνει τους κινδύνους θνησιμότητας ή καρδιαγγειακών και/ή εγκεφαλικών συμβάντων βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα σε άνδρες με χαμηλά επίπεδα της ορμόνης», δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης Δρ. Channa Jayasena, επικεφαλής Ανδρολογίας στο Imperial College του Λονδίνου. Όπως εξήγησαν οι ερευνητές, η τεστοστερόνη αυξάνει τον αιματοκρίτη, ο οποίος μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο θρόμβων αίματος (φλεβική θρομβοεμβολή) που μπορεί να ταξιδέψει στην καρδιά ή τον εγκέφαλο. Ωστόσο, οι πιθανοί κίνδυνοι της θεραπείας για την καρδιά ήταν ασαφείς και προηγούμενες κλινικές δοκιμές δεν έδωσαν επαρκή στοιχεία για το εάν η τεστοστερόνη προκαλεί καρδιακά προβλήματα κατά τον πρώτο χρόνο θεραπείας.

Για να βρουν απαντήσεις, ο Jayasena και οι συνεργάτες του ανέλυσαν 35 ελεγχόμενες δοκιμές που περιελάμβαναν περισσότερους από 3.400 άνδρες με χαμηλή τεστοστερόνη. Είτε λάμβαναν τεστοστερόνη είτε εικονικό φάρμακο, οι άνδρες είχαν τον ίδιο συνολικό κίνδυνο καρδιακών ή/και αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων όπως εγκεφαλικό, σύμφωνα με την ανάλυση. Ο κίνδυνος για υποτύπους αυτών των προβλημάτων ήταν επίσης παρόμοιος. Οι άνδρες που λάμβαναν τεστοστερόνη είχαν χαμηλότερο ποσοστό θνησιμότητας από εκείνους που έπαιρναν εικονικό φάρμακο, αλλά η διαφορά δεν θεωρήθηκε στατιστικά σημαντική.

Η θεραπεία με τεστοστερόνη μείωσε σημαντικά τη συνολική χοληστερόλη, την «καλή» λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας (HDL) και τα τριγλυκερίδια σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ωστόσο, δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων τεστοστερόνης και εικονικού φαρμάκου στην «κακή» λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL), την αρτηριακή πίεση, τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, τα ποσοστά διαβήτη και τα προβλήματα προστάτη. Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν τη Δευτέρα (6/6) σε συνεδρίαση της Ενδοκρινικής Εταιρείας, στην Ατλάντα. Η μελέτη δημοσιεύτηκε επίσης στο περιοδικό The Lancet Healthy Longevity.

“Ερευνητές σε όλο τον κόσμο έχουν συγκεντρωθεί για να μοιραστούν τα ευρήματά τους για να βελτιώσουν την ασφάλεια για τους ασθενείς”, δήλωσε ο Jayasena σε σχετική ανακοίνωση για την συνεδρίαση. «Αυτά τα δεδομένα παρέχουν κάποια διαβεβαίωση στους άνδρες με χαμηλή τεστοστερόνη και στους κλινικούς ιατρούς τους σχετικά με την ασφάλεια της τεστοστερόνης βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα, αν και απαιτούνται περισσότερα μακροπρόθεσμα δεδομένα». Η θεραπεία με τεστοστερόνη είχε κάποιες θετικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής και τη σεξουαλική λειτουργία, αλλά τα αποτελέσματα διέφεραν, σύμφωνα με τα ευρήματα.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Ασθένεια ματιών: Ανακαλύφθηκε νέα γενετική ασθένεια των ματιών

Ερευνητές από το Εθνικό Ινστιτούτο Οφθαλμών των ΗΠΑ (NEI) εντόπισαν μια νέα ασθένεια που προσβάλλει την ωχρά κηλίδα, ένα μικρό μέρος του αμφιβληστροειδούς που ανιχνεύει το φως που απαιτείται για την ευκρινή, κεντρική όραση. Οι επιστήμονες αναφέρουν τα ευρήματά τους σχετικά με τη νέα δυστροφία της ωχράς κηλίδας – η οποία δεν έχει ακόμη ονομαστεί – στο JAMA Ophthalmology.

Οι δυστροφίες της ωχράς κηλίδας είναι διαταραχές που συνήθως προκαλούν απώλεια κεντρικής όρασης λόγω μεταλλάξεων σε πολλά γονίδια, συμπεριλαμβανομένων των ABCA4, BEST1, PRPH2 και TIMP3. Για παράδειγμα, οι ασθενείς με Δυστροφία του βυθού τύπου Sorsby, μια γενετική οφθαλμική νόσο που συνδέεται ειδικά με παραλλαγές TIMP3, συνήθως αναπτύσσουν συμπτώματα στην ενήλικη ζωή. Συχνά έχουν ξαφνικές αλλαγές στην οπτική οξύτητα λόγω της χοριοειδικής νεοαγγείωσης – νέα, μη φυσιολογικά αιμοφόρα αγγεία που αναπτύσσονται κάτω από τον αμφιβληστροειδή, που διαρρέουν υγρό και επηρεάζουν την όραση. Η TIMP3 είναι μια πρωτεΐνη που βοηθά στη ρύθμιση της ροής του αίματος στον αμφιβληστροειδή και εκκρίνεται από το επιθήλιο της χρωστικής του αμφιβληστροειδούς (RPE), ένα στρώμα ιστού που τρέφει και υποστηρίζει τους φωτοϋποδοχείς του αμφιβληστροειδούς. Όλες οι μεταλλάξεις του γονιδίου TIMP3 που αναφέρθηκαν βρίσκονται στην ώριμη πρωτεΐνη, αφού έχει «κοπεί» από κύτταρα RPE, σε μια διαδικασία που ονομάζεται διάσπαση.

«Βρήκαμε με έκπληξη ότι δύο ασθενείς είχαν παραλλαγές TIMP3 όχι στην ώριμη πρωτεΐνη, αλλά στη σύντομη αλληλουχία σήματος που χρησιμοποιεί το γονίδιο για να «κόψει» την πρωτεΐνη από τα κύτταρα. Δείξαμε ότι αυτές οι παραλλαγές αποτρέπουν τη διάσπαση, προκαλώντας συγκόλληση της πρωτεΐνης με το κύτταρο, που πιθανότατα οδηγεί σε τοξικότητα του επιθηλίου της χρωστικής του αμφιβληστροειδούς», δήλωσε ο Bin Guan, Ph.D., επικεφαλής συγγραφέας της νέας μελέτης.

Η ερευνητική ομάδα παρακολούθησε τα ευρήματα με κλινικές αξιολογήσεις και γενετικές δοκιμές μελών της οικογένειας για να επαληθεύσει ότι οι δύο νέες παραλλαγές TIMP3 συνδέονται με την άτυπη ωχρά κηλίδα. «Τα προσβεβλημένα άτομα είχαν τυφλά σημεία και αλλαγές στην ωχρά κηλίδα τους ενδεικτικές ασθένειας, αλλά, προς το παρόν, έχουν διατηρήσει την κεντρική τους όραση και δεν έχουν χοριοειδή νεοαγγείωση, σε αντίθεση με την τυπική δυστροφία του βυθού τύπου Sorsby», δήλωσε η Cathy Cukras, M.D., Ph.D. ., ερευνήτρια και ειδικός ιατρικού αμφιβληστροειδούς που αξιολόγησε κλινικά τους ασθενείς. Το Εργαστήριο Οφθαλμικής Γονιδιωματικής του NEI συλλέγει και διαχειρίζεται δείγματα και διαγνωστικά δεδομένα από ασθενείς που έχουν στρατολογηθεί σε πολλαπλές μελέτες στο πλαίσιο του κλινικού προγράμματος NEI για τη διευκόλυνση της έρευνας για σπάνιες οφθαλμικές παθήσεις, συμπεριλαμβανομένης της Δυστροφίας του βυθού τύπου Sorsby.

«Η ανακάλυψη νέων μηχανισμών ασθένειας, ακόμη και σε γνωστά γονίδια όπως το TIMP3, μπορεί να βοηθήσει ασθενείς που αναζητούν τη σωστή διάγνωση και ελπίζουμε ότι θα οδηγήσει σε νέες θεραπείες για αυτούς», δήλωσε ο Rob Hufnagel, M.D., Ph.D., ανώτερος συγγραφέας της μελέτης και διευθυντής του Εργαστηρίου Οφθαλμικής Γονιδιωματικής στο Ν.Ε.Ι. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο στο JAMA Ophthalmology.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

ΙΦΝΕ: Αυξάνουν κατά 9 φορές τον κίνδυνο κατάθλιψης

Την αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου και την κατάθλιψη εξετάζει νεότερη έρευνα, καθώς και τον τρόπο που αυτές οι δυο διαταραχές επηρεάζουν τα αδέλφια

Την πολύπλοκη και αμφίδρομη σχέση μεταξύ της κατάθλιψης και των Φλεγμονώδων Νόσων του Εντέρου (ΙΦΝΕ), αλλά και πώς μπορούν να επηρεαστούν τα μέλη της οικογένειας αποκαλύπτει νεότερη μελέτη από το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια. Ειδικότερα, σύμφωνα με την μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Journal of Gastroenterology and Hepatology, ασθενείς που διαγνώστηκαν με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (ΙΦΝΕ), διέτρεχαν έως και εννέα φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν κατάθλιψη, σε σύγκριση με το γενικό πληθυσμό. Το αξιοπερίεργο είναι όμως ότι ανάλογα, τα αδέρφια τους που δεν έπασχαν από φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, είχαν σχεδόν δύο φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη.

Αντίθετα, οι ασθενείς με κατάθλιψη είχαν δύο φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν φλεγμονώδη νόσο του εντέρου και τα αδέρφια τους, χωρίς διαγνωσμένη κλινική κατάθλιψη, είχαν περισσότερες από μιάμιση φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν φλεγμονώδη νόσο του εντέρου.

«Η μελέτη αποκαλύπτει ότι υπάρχει μια κλινική αλληλοεπικάλυψη των νόσων. Πρόκειται για την πρώτη ερευνητική απόπειρα που διερευνά την αμφίδρομη συσχέτιση μεταξύ των φλεγμονώδων νόσων του εντέρου και της κατάθλιψης στα αδέρφια» σύμφωνα με τον Bing Zhang, γαστρεντερολόγο και επικεφαλής της μελέτης.

Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε δεδομένα περισσότερων από 20 εκατομμυρίων ατόμων από την Εθνική Βάση Δεδομένων Ερευνών Ασφάλισης Υγείας των πολιτών της Ταϊβάν. Για 11 χρόνια, παρακολούθησαν ασθενείς με ΙΦΝΕ ή κατάθλιψη, αλλά και την κατάσταση της υγείας των αδερφών τους, που δεν έπασχαν από κάποια από αυτές τις ασθένειες. Ως ομάδα ελέγχου, για να κάνουν τη σύγκριση, έθεσαν άτομα χωρίς καμία πάθηση, αλλά με παρόμοια ηλικία, φύλο και κοινωνικοοικονομική κατάσταση.

Οι θεωρίες των επιστημόνων 

Εκτός από τη γενετική, που θα ήταν μια έγκυρη απάντηση στην εξήγηση των ταυτόχρονων διαταραχών ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, ο δρ. Zhang υποθέτει ότι συμβάλλουν και άλλοι παράγοντες, όπως ένα στρεσογόνο περιβάλλον και το μικροβίωμα του εντέρου. Όπως εξηγεί, «είναι λογικό τα άτομα με ΙΦΝΕ να είναι πιο επιρρεπή στην κατάθλιψη, επειδή τα επαναλαμβανόμενα γαστρεντερικά συμπτώματα μπορούν να διαταράξουν την καθημερινότητα του ασθενούς. Επίσης, ο αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης της κατάθλιψης ανάμεσα στα αδέρφια των ασθενών με ΙΦΝΕ, ενδεχομένως να αντικατοπτρίζει την κόπωση του φροντιστή, εάν τα αδέρφια είναι υπεύθυνα για τη φροντίδα του ασθενούς».

Από την άλλη, οι ερευνητές δεν είναι το ίδιο βέβαιοι γιατί τα αδέρφια ασθενών με κατάθλιψη είναι πιο πιθανό να διαγνωστούν με ΙΦΝΕ. Ο δρ. Zhang υποθέτει ότι μπορεί να υπάρχει μια κοινή γενετική ευαισθησία για οποιαδήποτε ασθένεια που εμφανίζεται διαφορετικά στα μέλη της οικογένειας.

Ωστόσο, το εύρημα που εξέπληξε τους ερευνητές ήταν το γεγονός ότι οι ασθενείς με κατάθλιψη ήταν πιο επιρρεπείς σε ΙΦΝΕ. Ο δρ. Zhang θεωρεί πως η απάντηση κρύβεται στον άξονα εντέρου-εγκεφάλου, τη σύνδεση δηλαδή του γαστρεντερικού συστήματος και του κεντρικού νευρικού συστήματος, το οποίο αποτελείται από τον νωτιαίο μυελό και τον εγκέφαλο. Για παράδειγμα, η φλεγμονή του εγκεφάλου, η οποία παίζει ρόλο στην κατάθλιψη, μπορεί να συνδέεται με τη φλεγμονή του γαστρεντερικού σωλήνα, χαρακτηριστικό της ΙΦΝΕ.

Τέλος, ο δρ Zhang ελπίζει ότι τα ευρήματα της μελέτης θα ενθαρρύνουν τους επαγγελματίες υγείας να λαμβάνουν υπόψη τόσο το οικογενειακό ιστορικό όσο και τη σχέση μεταξύ γαστρεντερικών και διαταραχών της διάθεσης κατά την αξιολόγηση ή τη θεραπεία ασθενών με ΙΦΝΕ ή κατάθλιψη.

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Έρευνα: Αυξημένος ο κίνδυνος άνοιας για τους ανθρώπους σε κοινωνική απομόνωση

Σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στην κοινωνική απομόνωση από συγγενείς και φίλους και στην πιθανότητα άνοιας, κάτι που δεν ίσχυε στον ίδιο βαθμό στην περίπτωση της μοναξιάς

Η κοινωνική απομόνωση συνδέεται με 26% αυξημένο κίνδυνο άνοιας, δείχνει μια νέα βρετανο-κινεζική επιστημονική μελέτη. Επιπλέον, οι κοινωνικά απομονωμένοι άνθρωποι έχουν μικρότερο όγκο σε ζωτικές περιοχές του εγκεφάλου τους που σχετίζονται με τις γνωστικές λειτουργίες.

Οι ερευνητές των πανεπιστημίων Φουντάν της Σαγκάης, Κέιμπριτζ και Γουόρικ, με επικεφαλής τον δρα Τζιανφένγκ Φενγκ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό “Neurology” της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, ανέλυσαν στοιχεία για σχεδόν 463.000 ανθρώπους στη Βρετανία με μέση ηλικία 57 ετών στην αρχή της μελέτης, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν επί 12 χρόνια περίπου. Από αυτούς, οι 41.886 ή το 9% θεωρήθηκαν κοινωνικά απομονωμένοι και οι 29.036 ή το 6% ένιωθαν μοναξιά.

Στη διάρκεια της έρευνας σχεδόν 5.000 άτομα διαγνώστηκαν με άνοια. Διαπιστώθηκε ότι υπήρχε σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στην κοινωνική απομόνωση από συγγενείς και φίλους και στην πιθανότητα άνοιας, κάτι που δεν ίσχυε στον ίδιο βαθμό στην περίπτωση της μοναξιάς, καθώς στο μεγαλύτερο βαθμό (σε ποσοστό 75%) είναι η κατάθλιψη που συνοδεύει τη μοναξιά – και όχι η ίδια η μοναξιά – που εξηγεί τη σχέση μοναξιάς-άνοιας.

Η μοναξιά αποτελεί ένα υποκειμενικό αίσθημα απομόνωσης, ενώ η κοινωνική απομόνωση είναι μια αντικειμενική κατάσταση. Οι κοινωνικά απομονωμένοι βρέθηκαν να έχουν λιγότερη φαιά ουσία στις εγκεφαλικές περιοχές που εμπλέκονται στη μάθηση και στη σκέψη, κάτι που δείχνει ότι η κοινωνική απομόνωση αποτελεί παράγοντα κινδύνου για επερχόμενη άνοια.

“Η κοινωνική απομόνωση αποτελεί σοβαρό αλλά παραγνωρισμένο πρόβλημα δημόσιας υγείας, που συχνά σχετίζεται με τα γηρατειά. Εν μέσω της πανδημίας Covid-19, η κοινωνική απομόνωση, δηλαδή η αποκοπή από τα κοινωνικά δίκτυα, εντάθηκε. Είναι έτσι πιο σημαντικό από ποτέ να εντοπίζουμε τους ανθρώπους που είναι κοινωνικά απομονωμένοι και να τους βοηθάμε να συνδεθούν ξανά με την κοινότητα τους”, δήλωσε ο Φενγκ.

“Οι άνθρωποι που αναφέρουν υψηλά επίπεδα κοινωνικής απομόνωσης, έχουν σημαντικές διαφορές στον όγκο του εγκεφάλου τους, που σχετίζεται με τη γνωστική λειτουργία και την άνοια. Δεδομένων αυτών των ευρημάτων της μελέτης μας, η κοινωνική απομόνωση μπορεί να συνιστά πρώιμο δείκτη για αυξημένο κίνδυνο άνοιας”, πρόσθεσε.

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Ύπνος Υποξαιμία: Είναι ο καλύτερος δείκτης του κινδύνου κολπικής μαρμαρυγής

Το εύρημα αυτής της νέας μελέτης ότι η πιο σοβαρή υποξαιμία συμβάλλει στον κίνδυνο για κολπική μαρμαρυγή είναι «ιδιαίτερα επιτακτικό», δεδομένου ότι ο δείκτης άπνοιας-υπόπνοιας AHI στην ίδια κοόρτη έδειξε μια πολύ λιγότερο σημαντική σχέση με τη μελλοντική κολπική μαρμαρυγή AF, είπε ο Marcus, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα.

Ύπνος Υποξαιμία: Η σχετιζόμενη με τον ύπνο υποξαιμία είναι ο καλύτερος δείκτης του κινδύνου κολπικής μαρμαρυγής (AF) από τον ευρέως χρησιμοποιούμενο δείκτη άπνοιας-υπόπνοιας (AHI), σύμφωνα με νέα έρευνα. «Τα ευρήματά μας υποδεικνύουν τη σημασία του να εξετάζουμε περισσότερο την υποξία όταν κάνουμε μια μελέτη ύπνου και προσπαθούμε να διαστρωματώσουμε τον καρδιαγγειακό κίνδυνο», δήλωσε η συνερευνήτρια Catherine Heinzinger, DO, από την κλινική Cleveland του Οχάιο, στο Medscape Medical News. «Υπήρξαν πολλές μελέτες που έδειξαν ότι ο υψηλότερος δείκτης άπνοιας-υπόπνοιας AHI, που υποδεικνύει πιο σοβαρή υπνική άπνοια, σχετίζεται με κολπική μαρμαρυγή.

Αλλά παθολογικά, είναι πολύ πιο λογικό ότι η υποξία ή τα προβλήματα ανταλλαγής αερίων είναι αποτέλεσμα της υπνικής άπνοιας. Αυτό θα επηρέαζε το καρδιαγγειακό σύστημα», είπε η Heinzinger.

Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο SLEEP 2022, την 36η ετήσια συνάντηση των Συνδεδεμένων Επαγγελματικών Εταιρείών  Ύπνου.Associated Professional Sleep Societies. Σημαντικός οδηγός; Αξιοποιώντας δεδομένα από μελέτες ύπνου που διεξήχθησαν στην κλινική του Κλίβελαντ, οι ερευνητές εξέτασαν την υπόθεση ότι η διαταραχή της αναπνοής στον ύπνο και, ειδικότερα, η υποξαιμία που σχετίζεται με τον ύπνο σχετίζονται με την ανάπτυξη κολπικής μαρμαρυγής, αφού ληφθούν υπόψη συγχυτικοί παράγοντες.

Μεταξύ 42.057 ασθενών χωρίς κολπική μαρμαρυγή κατά την έναρξη, οι 1947 το (4,6%) εμφάνισε κολπική μαρμαρυγή τα επόμενα 5 χρόνια. Σε ένα μοντέλο πολλαπλών μεταβλητών, για κάθε αύξηση 10 μονάδων στο ποσοστό χρόνου ύπνου με κορεσμό οξυγόνου μικρότερο από 90% (T90), η προσπίπτουσα Κολπική μαρμαρυγή AF αυξήθηκε κατά 6%.

Οι ασθενείς με την υψηλότερη T90 (11,6%) είχαν 28% μεγαλύτερο κίνδυνο για περιστατικό κολπικής μαρμαρυγής σε σύγκριση με ασθενείς αναφοράς με T90 μικρότερο από 0,1%.

Για κάθε μείωση 10 μονάδων στον ελάχιστο κορεσμό οξυγόνου (SaO2), ο κίνδυνος για Κολπική μαρμαρυγή AF αυξήθηκε κατά 9% και για κάθε μείωση κατά 10 μονάδες στο μέσο SaO2, ο κίνδυνος για κολπική μαρμαρυγή αυξανόταν κατά 30%.

Αντίθετα, για κάθε αύξηση 10 μονάδων στον δείκτη άπνοιας-υπόπνοιας AHI, ο κίνδυνος για Κολπική μαρμαρυγή AF αυξήθηκε μόνο κατά 2%.

Το γεγονός ότι τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια και στα τρία μέτρα υποξαιμίας, T90 και ελάχιστο και μέσο SaO2, δείχνει «μεγάλη εσωτερική συνέπεια», είπε η Heinzinger.

Αν και ο δείκτης άπνοιας-υπόπνοιας AHI έδειξε επίσης θετική σχέση με την κολπική μαρμαρυγή, το μέγεθος αυτής της συσχέτισης ήταν σημαντικά μικρότερο από το μέγεθος της συσχέτισης μεταξύ των μέτρων υποξίας και της κολπικής μαρμαρυγής, σημείωσε.

Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η υποξαιμία που σχετίζεται με τον ύπνο είναι ο «εξέχων οδηγός» στην ανάπτυξη της κολπικής μαρμαρυγής, είπε η Heinzinger. «Πιστεύουμε ότι οι μηχανισμοί πίσω από την υποξαιμία και την κολπική μαρμαρυγή σχετίζονται με δυσλειτουργία του αυτόνομου συστήματος, δηλαδή αυξήσεις συμπαθητικής δραστηριότητας και οξειδωτικό στρες στους ιστούς σε κυτταρικό επίπεδο που προκαλούν αλλαγές στο καρδιακό υπόστρωμα, όπως ίνωση, που στη συνέχεια οδηγεί σε αρρυθμία, ειδικά η κολπική μαρμαρυγή», πρόσθεσε. ‘Επιτακτική’ Παρατήρηση Σχολιάζοντας τα ευρήματα για το Medscape Medical News, ο Gregory M. Marcus, MD, Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Σαν Φρανσίσκο, σημείωσε ότι αν και η αποφρακτική άπνοια ύπνου είναι πλέον ένας «καλά εδραιωμένος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη κολπικής μαρμαρυγής, δεν καταλαβαίνουμε ακόμη πώς ή γιατί συμβαίνει αυτό».

Το εύρημα αυτής της νέας μελέτης ότι η πιο σοβαρή υποξαιμία συμβάλλει στον κίνδυνο για κολπική μαρμαρυγή είναι «ιδιαίτερα επιτακτικό», δεδομένου ότι ο δείκτης άπνοιας-υπόπνοιας AHI στην ίδια κοόρτη έδειξε μια πολύ λιγότερο σημαντική σχέση με τη μελλοντική κολπική μαρμαρυγή AF, είπε ο Marcus, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα.

Ωστόσο, σημείωσε ότι επειδή αυτή ήταν μια μελέτη παρατήρησης, «πρέπει να είμαστε προσεκτικοί πριν συνάγουμε αιτιώδεις σχέσεις». Για παράδειγμα, υπάρχουν τώρα στοιχεία ότι η ίδια η διαταραχή του ύπνου (όπως η αϋπνία), ακόμη και ανεξάρτητη από την αποφρακτική άπνοια ύπνου, μπορεί να προβλέψει την ανάπτυξη της κολπικής μαρμαρυγής, είπε ο Marcus.

«Ως εκ τούτου, ενώ αυτή η μελέτη παρέχει πολύτιμες νέες γνώσεις που δικαιολογούν μελλοντικές εκτιμήσεις, είναι πιθανό η υποξαιμία να είναι απλώς δείκτης ή επιφαινόμενο κάποιας άλλης αιτιολογικής διαδικασίας», πρόσθεσε.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/