Οικογενής υπερχοληστερολαιμία: Ο γονιδιακός έλεγχος εντοπίζει έγκαιρα τον κληρονομικό κίνδυνo

Ένας συνδυασμός γενετικών δοκιμών και δεδομένων υγείας θα μπορούσε να εντοπίσει μεγάλο ποσοστό ενηλίκων με κληρονομικό κίνδυνο για διαταραχή της χοληστερόλης που αυξάνει τους κινδύνους για πρόωρη καρδιακή προσβολή και θάνατο, σύμφωνα με νέα μελέτη.

Περίπου 1 στους 250 Αμερικανούς μπορεί να έχει τουλάχιστον ένα γονίδιο για οικογενή υπερχοληστερολαιμία, η οποία μπορεί να προκαλέσει αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) στο αίμα, που συχνά ονομάζεται “κακή χοληστερόλη”. «Προς το παρόν, τα περισσότερα άτομα δεν διαγιγνώσκονται με οικογενή υπερχοληστερολαιμία παρά μόνο στα 50 τους», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας Brandon Bellows, επίκουρος καθηγητής ιατρικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Columbia. «Εάν ένας νεαρός ενήλικας διαγνωστεί με οικογενή υπερχοληστερολαιμία, πιθανότατα θα ωφεληθεί από την θεραπεία για την πρόληψη της καρδιακής προσβολής και του εγκεφαλικού».

Μεταξύ των ανθρώπων που φέρουν ένα γονίδιο που συνδέεται με τη διαταραχή, εάν η πάθηση δεν αντιμετωπιστεί, η μέση ηλικία για ένα πρώτο έμφραγμα είναι τα 50 έτη για τους άνδρες και τα 60 για τις γυναίκες, όταν τα αντίστοιχα ποσοστά στον γενικό πληθυσμό είναι τα 66 έτη για τους άνδρες και τα 72 για τις γυναίκες. Όσοι έχουν δύο γονίδια (ένα από κάθε γονέα) για οικογενή υπερχοληστερολαιμία έχουν πολύ υψηλότερα επίπεδα κακής χοληστερόλης και καρδιακών παθήσεων που ξεκινούν κατά την παιδική ηλικία ή την εφηβεία τους, σύμφωνα με τους ερευνητές. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στις 18 Μαΐου στο Journal of the American Heart Association.

Η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία (AHA) συνιστά σε κάθε άτομο ηλικίας 20 ετών και άνω να ελέγχει τη χοληστερόλη και άλλους παράγοντες κινδύνου για την καρδιά κάθε τέσσερα έως έξι χρόνια, εάν ο κίνδυνος παραμένει χαμηλός. Αλλά ο προσυμπτωματικός έλεγχος για την εξέταση οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας δεν είναι τυπικός. Ο γενετικός έλεγχος είναι διαθέσιμος αλλά μπορεί να μην είναι οικονομικά προσιτός. Το AHA λέει ότι ο γενετικός έλεγχος για καρδιαγγειακές παθήσεις θα πρέπει συνήθως να περιορίζεται σε άτομα με επιβεβαιωμένη ή ύποπτη διάγνωση πάθησης και σε άτομα που φέρουν το γονίδιο που προκαλεί τη νόσο στην οικογένειά τους.

Αυτή η μελέτη εξέτασε τον αντίκτυπο του προσυμπτωματικού ελέγχου για οικογενή υπερχοληστερολαιμία χρησιμοποιώντας παράγοντες κινδύνου όπως τα επίπεδα χοληστερόλης και η πρώιμη καρδιακή νόσος σε ένα άτομο ή σε στενό μέλος της οικογένειας (γονέα, αδερφό ή παιδί), τόσο με όσο και χωρίς γενετικό έλεγχο. Χρησιμοποιώντας αρχεία υγείας και τα αποτελέσματα γενετικών εξετάσεων από περίπου 50.000 άτομα ηλικίας 40 έως 69 ετών στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι ερευνητές υπολόγισαν το ποσοστό που είχε γονίδιο οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν τις σχέσεις που βρέθηκαν στα δεδομένα του Ηνωμένου Βασιλείου για να υπολογίσουν το ποσοστό των ατόμων με αυξημένο κίνδυνο στις ΗΠΑ: σχεδόν 40.000 ενήλικες στις ΗΠΑ 20 ετών και άνω, χωρίς αποτελέσματα γενετικών εξετάσεων.

Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μόνο ο προληπτικός έλεγχος θα εντόπιζε 3,7 περιπτώσεις οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας για κάθε 1.000 ενήλικες στις ΗΠΑ. Ο γενετικός έλεγχος θα εντόπιζε 3,8 περιπτώσεις ανά 1.000. Όταν συνδυάζονταν τόσο τα κλινικά κριτήρια όσο και οι γενετικές δοκιμές, θα προσδιορίζονταν 6,6 περιπτώσεις ανά 1.000 ενήλικες, σύμφωνα με τη μελέτη. Μεταξύ των νεότερων Αμερικανών ηλικίας 20 έως 39 ετών, μόνο ο έλεγχος θα εντόπιζε 1,3 περιπτώσεις ανά 1.000 άτομα. Η προσθήκη γενετικών δοκιμών θα ανέβαζε το ποσοστό διαγνώσεων σε 4,2 ανά 1.000, είπαν οι ερευνητές. «Πρέπει να κάνουμε περισσότερα για να υποστηρίξουμε τα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου της οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας», δήλωσε ο Bellows.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Εγκυμοσύνη: Επικίνδυνη η ραγδαία αύξηση υπερτασικών διαταραχών

Το ποσοστό των διαταραχών υψηλής αρτηριακής πίεσης στην εγκυμοσύνη διπλασιάστηκε μέσα σε 12 χρόνια στις ΗΠΑ, σύμφωνα με νέα μελέτη.

Το ποσοστό των διαταραχών υψηλής αρτηριακής πίεσης που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη διπλασιάστηκε στις ΗΠΑ μεταξύ 2007 και 2019, σύμφωνα με νέα έρευνα που διαπιστώνει ότι 1 στις 5 γεννήσεις οδηγεί σε διαταραχή, πρόωρο τοκετό ή ένα λιποβαρές μωρό. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε την Τετάρτη (18/5) στο Journal of the American Heart Association, συμπληρώνει σημαντικές λεπτομέρειες για την υγεία της καρδιάς των γυναικών σε μια κρίσιμη περίοδο της ζωής τους, επειδή αυτές οι επιπλοκές της εγκυμοσύνης συνδέονται με μακροπρόθεσμο κίνδυνο καρδιακών παθήσεων, είπε η επικεφαλής της μελέτης και συγγραφέας της Dr. Priya Freaney.

«Η εγκυμοσύνη μπορεί να χρησιμεύσει ως κρυστάλλινη σφαίρα για να εξετάσουμε τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον για την καρδιαγγειακή υγεία μιας γυναίκας», δήλωσε η Freaney, καρδιαγγειακή συνεργάτης στο Northwestern University Feinberg School of Medicine στο Σικάγο. Οι ερευνητές εξέτασαν ποσοστά τριών προβλημάτων, γνωστών συλλογικά ως ανεπιθύμητων εκβάσεων εγκυμοσύνης, που ευθύνονται για πολλές από τις επιπλοκές υγείας που αντιμετωπίζουν οι έγκυες γυναίκες και τα παιδιά τους: χαμηλό βάρος γέννησης, πρόωρους τοκετούς και υπερτασικές διαταραχές της εγκυμοσύνης. Αυτή η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει την προεκλαμψία και την υπέρταση κύησης, που είναι μορφές υψηλής αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα και από τις 51,6 εκατομμύρια γεννήσεις στο Εθνικό Κέντρο Στατιστικών Υγείας Natality Files από το 2007 έως το 2019. Μετά την προσαρμογή για την ηλικία των γυναικών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το ποσοστό των διαταραχών που σχετίζονται με την υψηλή αρτηριακή πίεση αυξήθηκε από 38,4 ανά 1.000 γεννήσεις το 2007 σε 77,8 το 2019. Ο ρυθμός αύξησης επιταχύνθηκε τα τελευταία χρόνια, σημειώνοντας αύξηση 9,1% ετησίως κατά μέσο όρο από το 2014 έως το 2019 σε σύγκριση με 4,1% ετησίως από το 2007 έως το 2014. Οι αυξήσεις ήταν παρόμοιες σε όλες τις ηλικιακές, φυλετικές και εθνοτικές ομάδες.

Η μελέτη χαρακτήρισε επίσης τα ποσοστά πρόωρων τοκετών και μωρών με χαμηλό βάρος γέννησης. Τα υψηλότερα ποσοστά το 2019, αν και ελαφρά, ανέτρεψαν μια πτωτική τάση που παρατηρήθηκε το 2014. Τόσο οι πρόσφατες αυξήσεις στο χαμηλό βάρος γέννησης όσο και στον πρόωρο τοκετό φαίνεται να οφείλονται στην αύξηση των προβλημάτων αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, είπε η Freaney, εξηγώντας πως μια γυναίκα με προεκλαμψία μπορεί να χρειαστεί να γεννήσει πριν την ώρα της και ένα μωρό που γεννιέται νωρίς είναι πιο πιθανό να είναι λιποβαρές.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Πιο κοντά σε μια φαρμακευτική αγωγή κατά του καταρράκτη

Πειράματα δίνουν ελπίδα ότι η πάθηση θα μπορούσε σύντομα να αντιμετωπίζεται χωρίς εγχείρηση.

Επαναστατική νέα αγωγή για τον καταρράκτη, έδειξε πολύ θετικά αποτελέσματα σε πειράματα στο εργαστήριο, δίνοντας ελπίδα ότι η πάθηση θα μπορούσε σύντομα να αντιμετωπίζεται με φάρμακα.

Εξελιγμένα οφθαλμικά τεστ σε ουσία -oxysterol -που είχε προταθεί ως φάρμακο κατά του καταρράκτη, πραγματοποιήθηκαν από την καθηγήτρια Barbara Pierscionek του Anglia Ruskin University.

Σε δοκιμές στο εργαστήριο, αγωγή με την ουσία, VP1-001, έδειξε βελτίωση στο δείκτη διάθλασης, στο 61% των φακών.

Αυτό σημαίνει ότι η πρωτεϊνική οργάνωση των φακών αποκαθίσταται, οδηγώντας στο να μπορούν  να εστιάζουν καλύτερα.

Μείωση της  αδιαφάνειας του φακού σημειώθηκε στο 46% των περιστατικών.

Η Pierscionek, δήλωσε ότι η έρευνα έδειξε τη θετική επίδραση ουσίας που είχε προταθεί ως φάρμακο κατά του καταρράκτη αλλά δεν είχε δοκιμαστεί στην οπτική λειτουργία του φακού. Είναι η πρώτη έρευνα του είδους της.

Φάνηκε ότι υπάρχει σημαντική διαφορά και βελτίωση στην οπτική λειτουργία μεταξύ των ματιών με τον ίδιο τύπο καταρράκτη που αντιμετωπίστηκαν με την ουσία, έναντι όσων δεν αντιμετωπίστηκαν.

Βελτιώσεις παρατηρήθηκαν σε ορισμένους τύπους καταρράκτη και όχι σε όλους.

Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο Investigative Ophthalmology and Visual Science.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Έμφραγμα: Κύτταρα αναγέννησαν την καρδιά από καρδιακό επεισόδιο

Μετά από ένα καρδιακό επεισόδιο το ανθρώπινο σώμα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον κατεστραμμένο ιστό εξαιτίας της ανικανότητας της καρδιάς να «γεννά» νέο καρδιακό μυ.

Ωστόσο, σύμφωνα με μια νέα μελέτη που διεξήχθη από διεθνή ομάδα ειδικών και δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Nature Cell Biology», η θεραπεία με προγονικά καρδιακά κύτταρα μπορεί να οδηγήσει στον σχηματισμό λειτουργικών καρδιακών κυττάρων στις περιοχές που έχουν υποστεί βλάβη από έμφραγμα. Στόχος των ερευνητών είναι να ξεκινήσουν κλινικές δοκιμές της νέας θεραπευτικής αυτής προσέγγισης μέσα στα επόμενα δύο έτη.

Οι παρενέργειες της βλαστοκυτταρικής προσέγγισης

Πολλές καρδιακές παθήσεις καταλήγουν στον θάνατο των κυττάρων του καρδιακού μυός και των αιμοφόρων αγγείων. Οι περιοχές που καταστρέφονται αντικαθίστανται από ουλώδη ιστό, ο οποίος προκαλεί περαιτέρω επιδείνωση της καρδιακής λειτουργίας. Ορισμένα ζώα, και κυρίως τα αμφίβια και τα ψάρια, μπορούν να επιδιορθώνουν αυτές τις βλάβες – πρόκειται για μια ικανότητα που είναι σχεδόν απούσα στους ενήλικους ανθρώπους. Μια πειραματική προσέγγιση για την αποκατάσταση του χαμένου καρδιακού ιστού είναι η βλαστοκυτταρική θεραπεία. Προηγούμενες μελέτες έχουν επιτύχει τη δημιουργία κυττάρων του μυοκαρδίου τα οποία έχουν προέλθει από βλαστικά κύτταρα. Ωστόσο στις μελέτες αυτές εμφανίζονταν συχνά παρενέργειες όπως ανώμαλος καρδιακός ρυθμός ακόμη και θανατηφόρες ταχυκαρδίες.

Τα κύτταρα HVPs

Τώρα η διεθνής ερευνητική ομάδα στην οποία συμμετέχουν το Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου (TUM), το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του TUM Klinikum rechts der Isar, το σουηδικό Ινστιτούτο Καρολίνσκα, η σουηδική start-up εταιρεία βιοτεχνολογίας Procella Therapeutics και η φαρμακευτική εταιρεία AstraZeneca, χρησιμοποίησε έναν άλλο τύπο κυττάρων προκειμένου να επιδιορθώσει τον κατεστραμμένο καρδιακό ιστό μετά από ένα επεισόδιο: επρόκειτο συγκεκριμένα για ανθρώπινα προγονικά κύτταρα των κόλπων της καρδιάς (HVPs). Τα κύτταρα αυτά παίζουν καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό της καρδιάς κατά την ανάπτυξη του εμβρύου και σταδικά διαφοροποιούνται σε πολλούς τύπους καρδιακών κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των κυττάρων του μυοκαρδίου.

Οι ερευνητές κατάφεραν να παραγάγουν μεγάλους αριθμούς HVPs από ανθρώπινα εμβρυϊκά πολυδύναμα βλαστοκύτταρα. «Δύο δεκαετίες έρευνας χρειάστηκαν ώστε να ανακαλύψουμε το ιδανικό κύτταρο για να ‘ξαναχτίσουμε’ την καρδιά» ανέφερε ο Κένεθ Τσίεν, καθηγητής Καρδιαγγειακής Ερευνας στο Ινστιτούτο Καρολίνσκα.

Πολύπλοκοι μοριακοί μηχανισμοί

Με αυτά τα κύτταρα οι επιστήμονες μελέτησαν τις πολύπλοκες μοριακές διεργασίες που εμπλέκονται στην επιδιόρθωση των κατεστραμμένων περιοχών του καρδιακού μυός. «Καταφέραμε να δείξουμε σε εργαστηριακά πειράματα πώς τα HVPs μπορούν να εντοπίσουν τις κατεστραμμένες περιοχές της καρδιάς, να μεταναστεύσουν στα σημεία της βλάβης και να μετατραπούν σε λειτουργικά καρδιακά κύτταρα. Τα κύτταρα αυτά φάνηκε επίσης ότι προλαμβάνουν τον σχηματισμό ουλώδους ιστού ‘συνομιλώντας’ με τους ινοβλάστες, όπως ονομάζονται τα κύτταρα που σχηματίζουν το δομικό πλαίσιο του συνδετικού ιστού της καρδιάς» περιέγραψε ο καθηγητής Καρδιολογίας του ΤUM Καρλ-Λούντβιχ Λόγκβιτς.

Επιτυχής θεραπεία της καρδιάς χοίρων

Το επόμενο βήμα για την ερευνητική ομάδα ήταν να μελετήσει την αποτελεσματικότητα των HVPs στην καρδιά χοίρων η οποία είχε υποστεί βλάβη. Από άποψη φυσιολογίας η καρδιά των χοίρων μοιάζει πολύ με εκείνη των ανθρώπων και έτσι οι χοίροι χρησιμοποιούνται πολύ συχνά σε καρδιολογικά πειράματα. Με βάση τα ευρήματα, η βλάβη στην καρδιά των ζώων επιδιορθώθηκε χωρίς να παρατηρηθούν σοβαρές παρενέργειες. «Με τη θεραπεία σχηματίστηκε νέος καρδιακός ιστός ενώ βελτιώθηκε η καρδιακή λειτουργία και μειώθηκε ο ουλώδης ιστός» ανέφερε η δρ Ρεγκίνα Φρίτσε-Ντάνιελσον, επικεφαλής Ερευνας και Πρώιμης Ανάπτυξης της AstraZeneca.

Στόχος οι κλινικές δοκιμές μέσα στα επόμενα δύο έτη

Οι ερευνητές σχεδιάζουν να μεταφράσουν μελλοντικά την έρευνά τους σε μια θεραπεία για τους καρδιοπαθείς. Ενα σημαντικό ενδιάμεσο βήμα είναι το να δημιουργήσουν υποανοσογονικές σειρές HVPs. Σήμερα είναι απαραίτητο να κατασταλεί το ανοσοποιητικό σύστημα του λήπτη των κυττάρων προκειμένου να μην απορρίψει την κυτταρική θεραπεία. Τα υποανοσογνικά κύτταρα όμως θα καταργήσουν αυτήν την ανάγκη, καθώς δεν θα θεωρούνται ξένα σώματα από τον οργανισμό του λήπτη και δεν θα απορρίπτονται. Στόχος της ερευνητικής ομάδας είναι να ξεκινήσουν κλινικές δοκιμές των HVPs μέσα στα επόμενα δύο έτη.

Σημαντικό όφελος για τους ηλικιωμένους με συννοσηρότητες

«Η θεραπευτική χρήση των HVPs μπορεί να αποτελέσει ορόσημο στη θεραπεία πολλών ασθενών με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια» σημείωσε ο καθηγητής Λόγκβιτς και κατέληξε: «Ειδικά οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ασθενείς με συννοσηρότητες, για τους οποίους η χειρουργική επέμβαση στην καρδιά θα αποτελούσε έναν επιπλέον κίνδυνο, μπορούν να ωφεληθούν σημαντικά από τη θεραπεία με HVPs».

 

 

Πηγη: https://healthpharma.gr/

Η υπογονιμότητα στους άνδρες δεν χτυπά μόνο την αναπαραγωγική ικανότητα, αλλά και το στήθος τους

Ο κίνδυνος εμφάνισης επιθετικού καρκίνου του μαστού στους άνδρες πιθανότατα σχετίζεται με την υπογονιμότητα στους άνδρες, σύμφωνα με μία νέα βρετανική επιστημονική μελέτη, η πιο ολοκληρωμένη του είδους της μέχρι σήμερα.

Υπογονιμότητα στους άνδρες

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Μάικλ Τζόουνς του Ινστιτούτου Ερευνών για τον Καρκίνο στο Λονδίνο, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Breast Cancer Research», μελέτησαν σχεδόν 2.000 άνδρες διαγνωσμένους με καρκίνο του μαστού, από τους οποίους οι 112 (5,6%) είχαν υπογονιμότητα και οι 383 (19,2%) δεν είχαν παιδί, καθώς επίσης -για λόγους σύγκρισης- μία ομάδα ελέγχου από 1.600 άτομα, εκ των οποίων 80 (5%) είχαν υπογονιμότητα.

Σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ διαπιστώθηκε ότι υπήρχε σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στον κίνδυνο μεταστατικού καρκίνου του μαστού και στην πιθανότητα διάγνωσης με ανδρική υπογονιμότητα (2,6% έναντι 1,4% στους άνδρες με υπογονιμότητα αλλά χωρίς τέτοιο καρκίνο). Επίσης, αναλογικά, πολύ περισσότεροι άνδρες με καρκίνο του μαστού δεν είχαν παιδί (383) από ό,τι στην ομάδα ελέγχου χωρίς καρκίνο (174).

Ο καρκίνος του μαστού στους άνδρες είναι πολύ λιγότερο συχνός από ό,τι στις γυναίκες και η σχέση του με την ανδρική υπογονιμότητα είχε μελετηθεί έως τώρα μόνο σε πολύ μικρές μελέτες. Η νέα μελέτη δεν βρήκε σημαντική σχέση ανάμεσα στον κίνδυνο τοπικού (μη μεταστατικού) καρκίνου του μαστού και στην ανδρική υπογονιμότητα, συνεπώς ο αυξημένος κίνδυνος αφορά, βασικά, τον επιθετικό καρκίνο.

Ο Τζόουνς δήλωσε ότι «οι αιτίες του καρκίνου του μαστού στους άνδρες είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστες, εν μέρει επειδή πρόκειται για έναν σπάνιο καρκίνο και εν μέρει επειδή οι προηγούμενες μελέτες ήταν μικρές. Τα ευρήματα της μελέτης μας δείχνουν ότι υπάρχει σχέση μεταξύ υπογονιμότητας και καρκίνου του μαστού στους άνδρες, κάτι που -πάντως- πρέπει να επιβεβαιωθεί με περαιτέρω έρευνες, ενώ χρειάζεται επίσης μελλοντική μελέτη σχετικά με τους πιθανούς υποκείμενους αιτιολογικούς παράγοντες, όπως οι ορμονικές ανισορροπίες».

 

 

Πηγη: https://healthstories.gr/y

Ο έρπης των γεννητικών οργάνων αυξάνει το ρίσκο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2

Ο έρπης των γεννητικών οργάνων πέρα από το γεγονός ότι είναι από μόνος του ένα πρόβλημα σύμφωνα με νέα μελέτη μπορεί να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα στον οργανισμό. Eρευνητές από την Γερμανία εντόπισαν μια συσχέτιση ανάμεσα στον απλό ερπητοϊό (HSV2) με το ρίσκο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι ο ερπητοϊός HSV2 είναι ένας από τους δύο ερπητοϊούς που μπορεί να αυξήσουν τις πιθανότητες ανάπτυξης διαβήτη. Ο άλλος είναι ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV), ένας κοινός ιός που μολύνει τους ανθρώπους όλων των ηλικιών. Σε αντίθεση με τον ερπητοϊό που μεταδίδεται μέσω της σεξουαλικής επαφής ο κυτταρομεγαλοϊός «χτυπάει» ένα στα τρία παιδιά μέχρι την ηλικία των 5 ετών.

Σε μια νέα μελέτη, οι ερευνητές αναζήτησαν την επίδραση που μπορεί να έχει ένας από τους οκτώ ερπητοϊούς στην εμφάνιση του διαβήτη. Τα άλλα στελέχη επρόκειτο για τον έρπη (HSV1), ο ιός του έρπητα ζωστήρα, ο ιός του Έπσταϊν-Μπαρ και ο ανθρώπινος ερπητοϊός τύπου 6, 7 και 8.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όταν κάποιος νοσεί από ερπητοϊό ή από κυτταρομεγαλοϊό φαίνεται ότι υπάρχει συσχέτιση με μεγαλύτερα επίπεδα προδιαβήτη ανάμεσα σε ανθρώπους με φυσιολογική ανοχή στην γλυκόζη στην αρχή της μελέτης. Τα άτομα με ερπητοϊό είχαν πάντως 59% πιθανότητα ανάπτυξης προδιαβήτη σε σχέση που δεν όσους δεν είχαν το αφροδίσιο. Την ίδια ώρα τα άτομα που είχαν κυτταρομεγαλοϊό είχαν κατά 33% περισσότερες πιθανότητες να γίνουν προδιαβητικοί.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν επίσης ότι τόσο ο ερπητοϊός όσο ο κυτταρομεγαλοϊός προκαλούν χρόνιες λοιμώξεις οι οποίες μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα στο ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές στο ενδοκρινολογικό σύστημα με αποτέλεσμα να αυξήσει την επικινδυνότητα ανάπτυξης διαβήτη.

Ο διαβήτης τύπου 2 είναι μια από τις πιο διαδεδομένες μεταβολικές ασθένειες στον κόσμο. Σχεδόν ένας στους 10 ανθρώπους είχε διαβήτη τύπου 2 από το 2019. Παρόλο που οι συμπεριφορικοί, οι περιβαλλοντολογικοί και οι γενετικοί παράγοντες είναι οι κύριες αιτίες για την εμφάνισή του, οι επιστήμονες έχουν αρχίσει να αναζητούν τον ρόλο που παίζουν οι ιοί σε αυτή την πάθηση. Παρόλα αυτά, προηγούμενες μέλετες είχαν εξετάσει τους ιούς ως αιτίες ανάπτυξης διαβήτη τύπου 1, μια πάθηση που καθιστά το πάγκρεας ανίκανο να παράγει αρκετή ινσουλίνη.

Οι ερευνητές σημείωσαν ότι όταν έχει κανείς προδιαβήτη αυξάνει το ρίσκο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2. Οι μελέτες υπολογίζουν ότι ο μισός πληθυσμός στις ΗΠΑ είναι προδιαβητικός πριν καλά φτάσει τη μέση ηλικία.

Η ομάδα μελέτησε την υγεία 1.967 ατόμων από το KORA (Cooperative Health Research in the Augsburg Region), μια πλατφόρμα με ιατρικά δεδομένα. Κάθε άτομο υποβλήθηκε σε έναν λεπτομερή έλεγχο μεταξύ του 2006 και 2008 πριν οι ερευνητές κάνουν έναν νέο αντίστοιχο έλεγχο ανάμεσα στο 2013 και το 2014. Ο έλεγχος περιελάμβανε μία εξέταση για τον ανθρώπινο ερπητοϊό, τεστ ανοχής στην γλυκόζη και μέτρησης της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c), που δείχνει το επίπεδο σακχάρου στο αίμα ενός ατόμου.

Οι περιπτώσεις προδιαβήτη αυξήθηκαν από το 27,5% στο 36,2% κατά την διάρκεια της περιόδου αυτής. Την ίδια ώρα οι περιπτώσεις του διαβήτη τύπου 2 αυξήθηκαν από το 8,5% στο 14,6%,
Παρόλο που μόνο το 11% του πληθυσμού μπορεί να έχει ερπητοϊό HSV2, σχεδόν οι μισοί (46%) μπορεί να «κουβαλάνε» ερπητοϊό. Οι άλλοι ερπητοϊοί οι οποίοι δεν έχουν κάποια σύνδεση με το ρίσκο εμφάνισης διαβήτη είναι πιο συχνοί. Στην πραγματικότητα σύμφωνα με τις εξετάσεις που έγιναν στο πλαίσιο της έρευνας, το 98% των συμμετεχόντων στην μελέτη είχαν τον ιό του Επστάιν Μπαρ, το 88% είχαν τον ερπητοϊό HSV1, το 55% είχε τον ιό του έπτητα ζωστήρα.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβητολογία

 

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/

Πάρκινσον: Η απώλεια ακοής εμφανίζεται ως πρώιμο σύμπτωμα έως και 5 χρόνια πριν από τη διάγνωση

Η νόσος του Πάρκινσον είναι μια προοδευτική διαταραχή της κίνησης που επηρεάζει το νευρικό σύστημα.

Τα συμπτώματα του Πάρκινσον τείνουν να αρχίζουν διακριτικά, επιδεινώνονται με την πάροδο του χρόνου και συχνά παραβλέπονται μέχρι να εμφανιστούν πιο σοβαρά σημάδια.

Η νόσος του Parkinson μπορεί να συνοδεύεται από ένα ευρύ φάσμα συμπτωμάτων

Το σύμπτωμα που σχετίζεται συχνότερα με τη νόσο του Πάρκινσον είναι φυσικά ο τρόμος (τρέμουλο). Ωστόσο, υπάρχουν αρκετά άλλα, που εμφανίζονται συχνά σε ασθενείς με Parkinson. Αυτά περιλαμβάνουν:

  • επιβράδυνση της κίνησης (βραδυκινησία)
  • ακαμψία μυών
  • απώλεια αυτόματων κινήσεων
  • δυσκολία στην ομιλία
  • κακή ισορροπία
  • εξασθενημένη στάση του σώματος
  • αλλαγές στην ικανότητα γραφής

Εντούτοις, υπάρχει επίσης ένα ευρύ φάσμα λιγότερο κοινών συμπτωμάτων που μπορεί να επηρεάσουν ασθενείς με Πάρκινσον και μερικά από αυτά δεν σχετίζονται με την κίνηση. “Οι ασθενείς μερικές φορές δεν γνωρίζουν ότι τα μη κινητικά συμπτώματα (όπως η δυσκοιλιότητα, η κατάθλιψη, ή η στυτική δυσλειτουργία) είναι κοινές εκδηλώσεις της νόσου”, λέει η δρ. Cristina Simonet, νευρολόγος και επικεφαλής συγγραφέας μιας νέας μελέτης για τα πρώιμα συμπτώματα του Parkinson. «Ως εκ τούτου, δεν θα αναφέρουν αυτά τα συμπτώματα στον γιατρό τους. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντική η άμεση ανάκριση», προσθέτει.

Πάρκινσον: Η απώλεια ακοής μπορεί να εμφανιστεί έως και 5 χρόνια πριν από τη διάγνωση

Σύμφωνα με την μελέτη της δρ. Simonet, η οποία δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση JAMA Neurology υπάρχει ένα μη κινητικό σύμπτωμα, που μπορεί να εμφανιστεί πέντε χρόνια πριν από τη διάγνωση του Πάρκινσον: η απώλεια ακοής.

Η δρ. Simonet και η ομάδα της ανέλυσαν δεδομένα υγείας από περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανθρώπους στο Ανατολικό Λονδίνο της Αγγλίας και διαπίστωσαν ότι ορισμένα από τα γνωστά συμπτώματα της νόσου του Parkinson παρουσιάζονται νωρίτερα από ό,τι νομίζαμε. Παρατήρησαν ότι οι ασθενείς με βαρηκοΐα -αρκετά σοβαρή ώστε να παραπεμφθούν για τεστ ακοής- είχαν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν Πάρκινσον μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια σε σχέση με εκείνους που δεν είχαν απώλεια ακοής.

Αν και η παρουσία οποιουδήποτε συμπτώματος δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε διάγνωση Parkinson, η αναγνώριση ενός προτύπου συμπτωμάτων μπορεί. Γι’ αυτόν τον λόγο, το να προσθέσουμε την απώλεια ακοής στην λίστα με τις πιθανές κόκκινες σημαίες βοηθάει τους γιατρούς για καλύτερη αναγνώριση των συμπτωμάτων της νόσου.

Να γιατί η νόσος Πάρκινσον προκαλεί απώλεια ακοής

Η νόσος του Πάρκινσον επηρεάζει κυρίως τους ηλικιωμένους και η απώλεια ακοής είναι ούτως, ή άλλως πιο διαδεδομένη σε αυτόν τον πληθυσμό. Ωστόσο, η νόσος του Parkinson φαίνεται επίσης να επηρεάζει άμεσα την ακοή κάποιου, δείχνει έρευνα. “Η ακουστική δυσλειτουργία είναι μια συνηθισμένη μη κινητική εκδήλωση πρώιμης έναρξης του Πάρκινσον και πιο συχνή σε νεότερους ασθενείς, υποδεικνύοντας ότι μπορεί να είναι ανεξάρτητη από τη γήρανση”, καταλήγει μια μελέτη του 2019, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Movement Disorders.

Ειδικοί εξηγούν ότι όσοι πάσχουν από τη νόσο του Parkinson έχουν χαμηλές συγκεντρώσεις ντοπαμίνης στον εγκέφαλο. Λένε ότι τα ανεπαρκή επίπεδα ντοπαμίνης μπορεί να οδηγήσουν σε βλάβη στον κοχλία, μια κοιλότητα στο εσωτερικό αυτί, με αποτέλεσμα την απώλεια ακοής.

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Έμφραγμα: Η έκθεση σε ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο “στην επόμενη μία ώρα”

Ένα μεγάλο μέρος της διατήρησης της καλής υγείας της καρδιάς αφορά τις συνήθειες που επαναλαμβάνουμε κάθε μέρα.

Η καλή διατροφή, η άσκηση και η αποφυγή του καπνίσματος, για παράδειγμα, μπορούν όλα να συμβάλουν στη βελτίωση της καρδιαγγειακής λειτουργίας.

Ωστόσο, οι ειδικοί λένε ότι ορισμένοι παράγοντες υγείας της καρδιάς μπορεί να σας επηρεάσουν πιο έντονα, ακόμη και να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο καρδιακής προσβολής μέσα σε μόλις μία ώρα.

Έμφραγμα: Η έκθεση σε μεγάλη ατμοσφαιρική ρύπανση αυξάνει τον κίνδυνο “μέσα σε μία ώρα”

Ένα ευρύ φάσμα ερευνών έχει συνδέσει την ακόμα και βραχυπρόθεσμη έκθεση στην ρύπανση του αέρα του περιβάλλοντος και του οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (ACS). Αυτό είναι γνωστό ότι οδηγεί σε νοσηλεία και θανάτους σε περιοχές με υπερβολική ατμοσφαιρική ρύπανση.

Με βάση αυτή την έρευνα, μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Circulation της Αμερικανικής Εταιρείας Καρδιάς έδειξε, ότι η εισπνοή συγκεκριμένων ατμοσφαιρικών ρύπων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιακής προσβολής “μέσα σε μία ώρα”.

Έχοντας αναλύσει δεδομένα από σχεδόν 1,3 εκατομμύρια ασθενείς με ACS που χρειάστηκαν νοσηλεία στην Κίνα, η ερευνητική ομάδα έδειξε ότι οι ωριαίες συγκεντρώσεις διοξειδίου του αζώτου (NO2), διοξειδίου του θείου (SO2) και μονοξειδίου του άνθρακα (CO) συνδέονταν όλες με αυξημένο κίνδυνο καρδιακής προσβολής. “Αυτές οι συσχετίσεις ήταν ισχυρότερες μέσα στην ώρα από την έναρξη έκθεσης στην ρύπανση”, σημείωσαν οι συγγραφείς της μελέτης.

Τα λεπτά σωματίδια συνδέθηκαν με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο

Οι ερευνητές τόνισαν ότι τα λεπτά σωματίδια (τάξη μεγέθους: PM2,5) συσχετίστηκαν με ανεπιθύμητα καρδιακά συμβάντα κατά την ώρα της έκθεσης σε αυτά, ενώ τα πιο μεγάλα σωματίδια (PM2,5-10) όχι.

Τα σωματίδια περιέχουν μικροσκοπικά στερεά, ή υγρά σταγονίδια που είναι τόσο μικρά ώστε εισπνέονται και προκαλούν σοβαρά προβλήματα υγείας, λένε ειδικοί. Ορισμένα σωματίδια με διάμετρο (τάξη μεγέθους) μικρότερη των 10 μικρομέτρων μπορούν να εισχωρήσουν βαθιά στους πνεύμονες και μερικά μπορεί ακόμη και να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος.

Μια άλλη έκθεση επιβεβαιώνει ότι η μακροχρόνια έκθεση σε λεπτά σωματίδια (PM2,5) μπορεί να επηρεάσει τις καρδιακές παθήσεις.

Ακόμη και τα επίπεδα ρύπανσης εντός ορίων για την ποιότητα του αέρα μπορεί να σας θέσουν σε κίνδυνο

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ανάλογα με το πού ζείτε, μπορεί να έρχεστε τακτικά σε επαφή με ατμοσφαιρικούς ρύπους, που επηρεάζουν αρνητικά την καρδιά. Τα σωματίδια της ατμοσφαιρικής ρύπανσης εκπέμπονται όλο το χρόνο από μηχανοκίνητα οχήματα, σταθμούς παραγωγής ενέργειας, βιομηχανίες και δασικές πυρκαγιές και δημιουργούνται όταν το ηλιακό φως αλληλεπιδρά με ατμούς και αέριους ρύπους.

Η μελέτη στο Circulation λέει ότι η έκθεση σε τέτοιους ρύπους “μπορεί να προκαλέσει την εμφάνιση ACS, ακόμη και σε συγκεντρώσεις κάτω από τα όρια για την ποιότητα του αέρα τα οποία έχει θέσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας». Αυτό οι συγγραφείς της μελέτης το περιέγραψαν ως “έκπληξη”.

Ο δρ. Haidong Kan, καθηγητής στη Σχολή Δημόσιας Υγείας στο Πανεπιστήμιο Fudan στη Σαγκάη και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, εξήγησε: “Οποιεσδήποτε συγκεντρώσεις ατμοσφαιρικών ρύπων (όπως λεπτά σωματίδια, διοξείδιο του αζώτου, διοξείδιο του θείου και μονοξείδιο του άνθρακα ) που καταγράφονται στην παρούσα μελέτη μπορεί να έχουν τη δυνατότητα να πυροδοτήσουν ένα έμφραγμα«.

Ωστόσο, ειδικοί από την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία σημείωσαν επίσης ότι καθώς αυξάνονταν τα επίπεδα των μελετηθέντων ρύπων, τόσο αυξανόταν ο κίνδυνος για έμφραγμα.

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Σε φάση κλινική μελέτης εμβόλιο για τον ιό Έπσταϊν-Μπαρ, προκαλεί λοιμώδη μονοπυρήνωση που σχετίζεται με τύπους καρκίνου

Κλινική μελέτη φάσης 1 για την αξιολόγηση ενός εμβολίου για τον ιό Έπσταϊν-Μπαρ (Epstein-Barr- EBV) ξεκινά το Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων (National Institute of Allergy and Infectious Diseases , NIAID).

Πρόκειται για τον ιό που αποτελεί την κύρια αιτία της λοιμώδους μονοπυρήνωσης και που σχετίζεται με ορισμένους τύπους καρκίνου και με αυτοάνοσα νοσήματα.

Ο ιός Epstein-Barr (EBV) είναι ένας ευρύτατα διαδεδομένος ανθρώπινος ερπητοϊός που μεταδίδεται μέσω των σωματικών υγρών και κυρίως μέσω του σάλιου, ο οποίος έχει την ικανότητα να μολύνει επιθηλιακά κύτταρα και Β λεμφοκύτταρα ακολουθώντας είτε μια λυτική είτε μία λανθάνουσα πορεία. Η λανθάνουσα μόλυνση από τον ΕBV σχετίζεται με την ανάπτυξη διάφορων τύπων νεοπλασιών, συμπεριλαμβανομένων των καρκίνων του στομάχου και του ρινοφάρυγγα, των λεμφωμάτων Hodgkin και Burkitt, καθώς και με αυτοάνοσα νοσήματα, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η σκλήρυνση κατά πλάκας. Στις ΗΠΑ καταγράφονται ετησίως περί τις 125.000 περιπτώσεις λοιμώδους μονοπυρήνωσης. Περίπου το 1% των ατόμων που μολύνονται από EBV παρουσιάζουν σοβαρές επιπλοκές, όπως ηπατίτιδα, νευρολογικά προβλήματα ή σοβαρές ανωμαλίες του αίματος.

«Ένα εμβόλιο που θα μπορούσε να αποτρέψει τη μόλυνση από τον ιό Epstein-Barr ή να μειώσει τη σοβαρότητά της θα μπορούσε να μειώσει τη συχνότητα της λοιμώδους μονοπυρήνωσης, των κακοηθειών και των αυτοάνοσων νοσημάτων που σχετίζονται με τον EBV», σχολιάζει ο διευθυντής του NIAID Anthony S. Fauci, M.D.

Με επικεφαλής την κύρια ερευνήτρια Jessica Durkee-Shock, M.D., του NIAID’s Laboratory of Infectious Diseases, η μελέτη θα αξιολογήσει την ασφάλεια και την ανοσολογική απόκριση ενός εμβολίου νανοτεχνολογίας που αναπτύχθηκε από το Εργαστήριο Λοιμωδών Νοσημάτων σε συνεργασία με το Ερευνητικό Κέντρο Εμβολίων του NIAID και το οποίο στοχεύει την γλυκοπρωτεΐνη gp350 που βρίσκεται στην επιφάνεια του ιού Epstein-Barr (EBV) και των μολυσμένων από αυτόν κυττάρων. Η γλυκοπρωτείνη gp350 είναι επίσης ο πρωταρχικός στόχος για την εξουδετέρωση των αντισωμάτων που βρίσκονται στο αίμα ατόμων που έχουν μολυνθεί με τον EBV.

Στη μελέτη που θα διεξαχθεί στο κλινικό κέντρο των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας (ΝΙΗ), Βηθεσδά, Μέριλαντ και θα διαρκέσει 4 χρόνια, θα συμμετάσχουν αρχικά 40 υγιείς εθελοντές ενήλικες ηλικίας 18 έως 29 ετών, οι μισοί από τους οποίους έχουν ενδείξεις προηγούμενης λοίμωξης από EBV. Στους συμμετέχοντες θα χορηγηθούν τρεις δόσεις των 50 μικρογραμμαρίων από το πειραματικό εμβόλιο. Η δεύτερη και η τρίτη δόση θα χορηγηθούν 30 και 180 ημέρες μετά την αρχική δόση.

 

Πηγη: https://www.dikaiologitika.gr/

Ελπίδα για νεαρούς καρκινοπαθείς να διατηρήσουν γόνιμο το σπέρμα τους, πριν ξεκινήσουν χημειοθεραπεία

Κρυοσυντηρημένος ορχικός ιστός μπορεί να επανεμφυτευθεί μετά από δύο δεκαετίες και να συνεχίσει να δημιουργεί βιώσιμο σπέρμα, σύμφωνα με μια νέα μελέτη σε ποντικούς που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό ανοιχτής πρόσβασης PLOS Biology. .

Ωστόσο η γονιμότητα ενός τέτοιου ιστού θα είναι μειωμένη συγκριτικά με ένα κρυσοσυντηρημένο ιστό λίγων ημερών ή εβδομάδων

Τα ευρήματα του ερευνητή Eoin Whelan της Κτηνιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια δίνουν ελπίδες σε νεαρούς ασθενείς με καρκίνο, των οποίων η λήψη και η κατάψυξη του ιστού των όρχεων για την τελική επανεμφύτευση θα μπορούσε να προηγηθεί της χημειοθεραπείας. Πρόσφατα αποδείχθηκε πως αυτή η διαδικασία αποκαθιστά τη γονιμότητα σε μακάκους, τουλάχιστον μετά από βραχυπρόθεσμη κατάψυξη.

Για τα αγόρια προεφηβικής ηλικίας με καρκίνο η επανεμφύτευση μπορεί να μην είναι εφικτή για μια δεκαετία ή για περισσότερο μετά τη λήψη του ιστικού δείγματος. Αυτό το ερώτημα, δηλαδή για πόσο καιρό τα κατεψυγμένα σπερματογονικά βλαστοκύτταρα (SSCs) μπορούν να παραμείνουν βιώσιμα, απασχόλησε τους ερευνητές,

Τα σπερματογονικά βλαστοκύτταρα (SSCs) αποτελούν τη βάση της ανδρικής αναπαραγωγής, διαφοροποιούνται σε όλους τους τύπους γεννητικών κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των ώριμων σπερματοζωαρίων και μπορούν να διεγείρουν τη σπερματογένεση μετά τη μεταμόσχευσή τους σε έναν υπογόνιμο όρχι.

Οι ερευνητές ξεπάγωσαν τέτοια κύτταρα SSC αρουραίου που είχαν κρυοσυντηρηθεί στο εργαστήριό τους για περισσότερα από 23 χρόνια και τα εμφύτευσαν σε επονομαζόμενα «γυμνά» ποντίκια, τα οποία δεν έχουν ανοσοαπόκριση για να μην απορρίπτουν τους ξένους ιστούς. Στη συνέχεια σύγκριναν την ικανότητα των μακροχρόνια κατεψυγμένων SSCs να παράγουν βιώσιμο σπέρμα με κύτταρα SSC που είχαν καταψυχθεί για λίγους μόνο μήνες και με SSC που είχαν ληφθεί πρόσφατα, προερχόμενα όλα από μια ενιαία αποικία αρουραίων ηλικίας αρκετών δεκαετιών.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα μακροχρόνια κατεψυγμένα SSC μπόρεσαν να δημιουργήσουν όλους τους απαραίτητους τύπους κυττάρων για μια επιτυχή παραγωγή σπέρματος, αλλά δεν ήταν όχι τόσο ισχυρά όσο τα κύτταρα που προέρχονταν από πιο πρόσφατα συλλεγμένα δείγματα ιστού. Ενώ τα μακροχρόνια παγωμένα SSCs είχαν παρόμοια προφίλ γονιδιακής έκφρασης σε σύγκριση με τα άλλα δείγματα, δημιούργησαν σπερματοζωάρια μικρότερου μήκους που όμως είχαν ικανοποιητική κινητικότητα.

Αυτά τα αποτελέσματα είναι μια ένδειξη ότι η βιωσιμότητα του ορχικού ιστού δεν χάνεται σε καμία περίπτωση κατά τη μακροχρόνια κρυοσυντήρηση, υποδηλώνοντας ότι μπορούν να ενισχυθούν οι αναπαραγωγικές επιλογές των αγοριών των οποίων οι καρκίνοι στην παιδική ηλικία αντιμετωπίζονται με επιτυχία.

Ο Whelan προσθέτει, «Η μελέτη μας έδειξε ότι τα σπερματογονικά βλαστοκύτταρα αρουραίου μπορούν να καταψυχθούν με επιτυχία για περισσότερα από 20 χρόνια, να μεταμοσχευθούν σε ένα στείρο ζώο-λήπτη και να αναγεννηθεί η ικανότητα παραγωγής σπέρματος, αν και με μειωμένο ρυθμό. Αυτό θα μπορούσε μελλοντικά να προσφέρει μια μέθοδο για την ανάκτηση της απώλειας γονιμότητας σε αγόρια προεφηβικής ηλικίας που υποβάλλονται σε θεραπεία για καρκίνο».

 

Πηγη”: https://www.dikaiologitika.gr/