Επιστήμονες ανακάλυψαν γονιδιακή μετάλλαξη σε ασθενή με λύκο. Θα μπορούσε να είναι το κλειδί για τη θεραπεία;

Επιστήμονες που μελέτησαν έναν νεαρό ασθενή με λύκο βρήκαν μια γονιδιακή μετάλλαξη που μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία καλύτερων, πιο λεπτομερών θεραπειών για την ανίατη αυτοάνοση αυτήνόσο.Επιστήμονες στο Κέντρο Εξατομικευμένης Ανοσολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Αυστραλίας (CPI) μελέτησαν το DNA μιας Ισπανίδας που ονομαζόταν Γκαμπριέλα, η οποία διαγνώστηκε με σοβαρό λύκο όταν ήταν 7 ετών, σύμφωνα με το ScienceDaily.  Η εύρεση ενός κρούσματος σε ένα τόσο νεαρό άτομο έδειχνε μια μοναδική γενετική αιτία.

Οι επιστήμονες ανακάλυψαν μια μετάλλαξη στο γονίδιο TLR7, το οποίο συνήθως καταπολεμά τους ιούς, αλλά όταν είναι πολύ ενεργοποιημένο επιτίθεται στο ανοσοποιητικό σύστημα ενός ατόμου. Ο λύκος προκαλεί φλεγμονή στα όργανα και τις αρθρώσεις, επηρεάζει το δέρμα και προκαλεί κόπωση.   Μέσω του Κέντρου Προσωποποιημένης Ανοσολογίας Κίνας-Αυστραλίας (CACPI), η ερευνητική ομάδα βρήκε άλλες περιπτώσεις λύκου στις οποίες αυτό το γονίδιο είχε επίσης μεταλλαχθεί, ανέφερε η Science Daily.

Για να επιβεβαιώσει το εύρημα, η ομάδα χρησιμοποίησε στη συνέχεια επεξεργασία γονιδίων CRISPR για να εισαγάγει το γονίδιο σε ποντίκια. Τα ποντίκια συνέχισαν να αναπτύσσουν την ασθένεια και παρόμοια συμπτώματα. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο Nature. 

«Ήταν μια τεράστια πρόκληση να βρεθούν αποτελεσματικές θεραπείες για τον λύκο και τα ανοσοκατασταλτικά που χρησιμοποιούνται επί του παρόντος μπορεί να έχουν σοβαρές παρενέργειες και να κάνουν τους ασθενείς πιο επιρρεπείς σε λοιμώξεις. Έχει εγκριθεί μόνο μία νέα θεραπεία από τον FDA περίπου τα τελευταία 60 χρόνια», δήλωσε η Carola Vinuesa, MD, ανώτερη συγγραφέας της μελέτης, κύρια ερευνήτρια στο CPI.

«Είναι η πρώτη φορά που μια μετάλλαξη TLR7 έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί λύκο, παρέχοντας σαφείς ενδείξεις για έναν τρόπο με τον οποίο μπορεί να εμφανιστεί αυτή η ασθένεια».

Η ανώτερη συγγραφέας Δρ Βίκυ Αθανασοπούλου, ερευνήτρια στη Σχολή Ιατρικής Έρευνας John Curtin του Εθνικού Πανεπιστημίου της Αυστραλίας, λέει ότι οι ερευνητές γνώριζαν ότι υπάρχει ένα γενετικό συστατικό εδώ και λίγο καιρό – αλλά είναι οι πρόσφατες εξελίξεις στη γενετική τεχνολογία που τους επέτρεψαν να κάνουν αυτή την ανακάλυψη.

«Γνωρίζουμε ότι το περιβάλλον παίζει μεγάλο ρόλο, οι ορμόνες και τέτοια πράγματα. Αλλά από μελέτες που χρησιμοποιούν πανομοιότυπα δίδυμα, μονοζυγωτικά δίδυμα, γνωρίζουμε ότι υπάρχει ένα γενετικό στοιχείο», λέει η Δρ. Αθανασοπούλου.

«Υπήρχαν αυτές οι βάσεις δεδομένων, οι οποίες περιέχουν γονίδια που πιστεύουμε ότι σχετίζονται με τον λύκο. Αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά που καταφέραμε να αποδείξουμε ότι ένα συγκεκριμένο γονίδιο, όταν μεταλλαχθεί, θα προκαλέσει λύκο.

Οι ερευνητές συνεργάζονται με εταιρείες φαρμάκων για να βρουν νέες θεραπείες ή να επαναχρησιμοποιήσουν υπάρχουσες που στοχεύουν το γονίδιο TLR7, σύμφωνα με το ScienceDaily.

«Επιβεβαιώνοντας μια αιτιώδη σχέση μεταξύ της γονιδιακής μετάλλαξης και της νόσου, μπορούμε να αρχίσουμε να αναζητούμε πιο αποτελεσματικές θεραπείες», είπε η Nan Shen, PhD, συνδιευθυντής του CACPI, στην Science Daily.

Η Gabriela, τώρα έφηβη, ελπίζει ότι η έρευνα θα ενθαρρύνει άλλους με λύκο.

«Ελπίζω ότι αυτό το εύρημα θα δώσει ελπίδα στους ανθρώπους με λύκο και θα τους κάνει να νιώσουν ότι δεν είναι μόνοι στη μάχη αυτής της μάχης», είπε.

«Ελπίζω ότι η έρευνα μπορεί να συνεχιστεί και να καταλήξει σε μια συγκεκριμένη θεραπεία που μπορεί να ωφελήσει όσους υποφέρουν από αυτή την ασθένεια».

 

 

Πηγη: http://healthmag.gr/

Επιστήμονες ξεκίνησαν τη χαρτογράφηση ολόκληρου του ανθρώπινου εντέρου

Για πρώτη φορά, ερευνητές από το εργαστήριο της Ιατρικής Σχολής του UNC του Scott Magness στις ΗΠΑ δίνουν μερικές ενδιαφέρουσες επιστημονικές απαντήσεις σχετικά με τη λειτουργία του ανθρώπινου εντέρου. Με τη βοήθεια τριών δωρητών, το εργαστήριο ανέλυσε ολόκληρο τον ανθρώπινο γαστρεντερικό σωλήνα, για να δείξει πώς οι τύποι κυττάρων διαφέρουν σε όλες τις περιοχές του εντέρου, να ρίξει φως στις κυτταρικές λειτουργίες και να εντοπίσει τις διαφορές γονιδιακής έκφρασης μεταξύ αυτών των κυττάρων και μεταξύ των ατόμων.

Οι μελέτες έδειξαν ό,τι είναι δυνατόν να μάθουμε για τη λειτουργία κάθε τύπου κυττάρου σε σημαντικές διαδικασίες του εντέρου, όπως είναι η απορρόφηση θρεπτικών συστατικών, η προστασία από τα παράσιτα και η παραγωγή βλέννας και ορμονών, που ρυθμίζουν τη διατροφική συμπεριφορά και την κινητικότητα του εντέρου. Επίσης, διαπίστωσαν ότι η επένδυση του εντέρου μπορεί να αλληλεπιδράσει με το περιβάλλον μέσω υποδοχέων και αισθητήρων και πως τα φάρμακα μπορούν επίσης να αλληλεπιδράσουν με διαφορετικούς τύπους κυττάρων.

Για την έρευνα αυτή το εργαστήριο Magness επικεντρώθηκε στο επιθήλιο, το μονοκυτταρικό παχύ στρώμα που διαχωρίζει το εσωτερικό του εντέρου και του παχέος εντέρου από οτιδήποτε άλλο. Όπως και άλλοι κυτταρικοί πληθυσμοί, έτσι και το επιθήλιο είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ανθρώπινη υγεία και εδώ και χρόνια οι επιστήμονες το διερευνούν. Αλλά μέχρι τώρα οι ερευνητές μπορούσαν να πάρουν μόνο μικροσκοπικές βιοψίες στο μέγεθος κόκκων ρυζιού από λίγα σημεία του πεπτικού συστήματος, συνήθως από το παχύ έντερο ή από περιορισμένες περιοχές του λεπτού εντέρου. Η εργασία δημοσιεύθηκε στο Cellular and Molecular Gastroenterology and Hepatology.

 

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Νέα οστικά εμφυτεύματα καταπολεμούν τις μελλοντικές μολύνσεις

Με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ, μια διεθνής ομάδα ανέπτυξε ένα νέο είδος οστικού εμφυτεύματος που μειώνει την πιθανότητα μόλυνσης και, ως εκ τούτου, μειώνει σημαντικά και τα ποσοστά αποτυχίας των εμφυτευμάτων. Στην Αυστραλία, το ένα πέμπτο των συμβατικών αντικαταστάσεων ισχίου και γόνατος αποτυγχάνει ύστερα από δέκα χρόνια. Τα νέα οστικά εμφυτεύματα μειώνουν ταυτόχρονα τη φλεγμονή και αποτρέπουν τη δημιουργία βιοφίλμ (μικροοργανισμών), τα οποία ενδέχεται να οδηγήσουν σε λοιμώξεις και αποτυχία του εμφυτεύματος.

Το 2020, πραγματοποιήθηκαν στην Αυστραλία πάνω από 1,7 εκατομμύρια επεμβάσεις αντικατάστασης αρθρώσεων. Το μέσο ποσοστό αποτυχίας είναι 20% για τις αντικαταστάσεις ισχίου και γόνατος στα δέκα χρόνια. Αυτή η αποτυχία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ο ασθενής να βιώνει περιττό πόνο, καθώς και να πρέπει να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση, με σημαντικό κόστος για τον ίδιο, την οικογένειά του, καθώς και για το Εθνικό Σύστημα Υγείας κάθε χώρας.

Τα νέα οργανικά εμφυτεύματα που ανέπτυξε η ομάδα του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ εκτιμάται ότι θα μειώσουν το ποσοστό αποτυχίας των εμφυτευμάτων σε ποσοστό κάτω του 1%. Είναι εμπλουτισμένα με γάλλιο (ένα ασφαλές και άκρως αντιμικροβιακό χημικό στοιχείο), καθώς και με ντεφενσίνη, ένα φυσικό αντιμικροβιακό βιομόριο που απαντάται στο σώμα μας. Οι ερευνητές προσέθεσαν το γάλλιο και την αμφενσίνη στο πολυγαλακτικό οξύ (PLA), ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο υλικό εμφυτευμάτων.

Το PLA είναι ένα βιοδιασπώμενο πλαστικό, που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές όπως το άμυλο καλαμποκιού, η ταπιόκα ή το ζαχαροκάλαμο. Το γάλλιο μοιάζει με σίδηρο και μπορεί να εκμεταλλευτεί την ανάγκη των βακτηρίων για σίδηρο για να τα ξεγελάσει και να τα προσβάλει. Μόλις μπει μέσα στα βακτηριακά κύτταρα, το γάλλιο τα καταστρέφει.

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Ανοσοποιητικά κύτταρα θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη θεραπεία διάφορων λοιμώξεων

Ερευνητές από τη Μελβούρνη ανακάλυψαν ότι ένα ανοσοποιητικό κύτταρο που θεωρείται ότι επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στην καταπολέμηση των λοιμώξεων στα νεογέννητα και τα βρέφη, μπορεί στην πραγματικότητα να «κανιβαλίσει» τα χαρακτηριστικά άλλων ανοσοποιητικών κυττάρων, καθιστώντας το ενδιαφέροντα στόχο για την ανάπτυξη θεραπειών σε μια σειρά λοιμώξεων.

Στην έρευνα του Ινστιτούτου Peter Doherty για τις λοιμώξεις και την ανοσία και του Ινστιτούτου Bio21, που μόλις δημοσιεύθηκε στο Science και αποτελεί το αποκορύφωμα 15 ετών εργασίας, διαπιστώθηκε ότι τα λεγόμενα Β κύτταρα της οριακής ζώνης (MZ) μπορούν στην πραγματικότητα να κλέψουν χαρακτηριστικά από τα δενδριτικά κύτταρα, τα κύτταρα που δρουν ως φρουροί που ειδοποιούν το ανοσοποιητικό μας σύστημα για μολύνσεις.

Εάν η περαιτέρω έρευνα μπορέσει να αποκαλύψει πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό, τότε υπάρχει η δυνατότητα αξιοποίησης των κυττάρων ΜΖ Β ως τρόπου για την προτροπή αποτελεσματικότερων ανοσολογικών αποκρίσεων σε συγκεκριμένες λοιμώξεις.

«Το εύρημα αυτό είναι σημαντικό, διότι αν γνωρίζουμε τι είναι πραγματικά ικανά να κάνουν τα κύτταρα MZ B, τότε ίσως μπορέσουμε να σχεδιάσουμε εμβόλια ή θεραπείες, για να τα στρατολογήσουμε και να ενισχύσουμε την ανοσολογική μας άμυνα», λέει ο καθηγητής Jose Villadangos του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης, επικεφαλής εργαστηρίου στο Ινστιτούτο Doherty και στο Ινστιτούτο Bio21 και συν-επικεφαλής ερευνητής της δημοσίευσης.

Στη μελέτη τους, οι ερευνητές αποκάλυψαν έναν νέο μηχανισμό που δίνει τη δυνατότητα στα ΜΖ Β κύτταρα να αλληλεπιδρούν στενά με τα δενδριτικά κύτταρα και να αποκτούν τις πρωτεΐνες της μεμβράνης που επιτρέπουν στα δενδριτικά κύτταρα να επικοινωνούν με τους μεταφορείς του ανοσοποιητικού συστήματος, τα Τ-κύτταρα, για να πυροδοτήσουν ανοσολογική απόκριση στον οργανισμό.

 

 

Πηγή: https://hellenicmedicalreview.gr/

Το σάλιο του τσιμπουριού μπορεί να βοηθήσει στη θεραπεία φλεγμονωδών ασθενειών

Πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου Monash διαπίστωσε ότι οι πρωτεΐνες που βρίσκονται φυσιολογικά στο σάλιο των κροτώνων, οι λεγόμενες εβασίνες, μπορούν να τροποποιηθούν ώστε να εμποδίζουν τη δραστηριότητα σημαντικών πρωτεϊνών σε ανθρώπινες φλεγμονώδεις ασθένειες όπως η αρθρίτιδα, το άσθμα και η σκλήρυνση κατά πλάκας.

Η μελέτη, η οποία διεξήχθη στο Monash Biomedicine Discovery Institute στην Αυστραλία, έδειξε ότι ήταν δυνατόν να τροποποιηθούν οι εβασίνες έτσι ώστε να δεσμεύονται ακριβώς στην ομάδα των ανθρώπινων πρωτεϊνών που προάγουν τις ασθένειες (χημειοκίνες), βοηθώντας στην καταστολή της φλεγμονής.

Οι φλεγμονώδεις ασθένειες, όπως η αθηροσκλήρωση, η αρθρίτιδα, η ψωρίαση, το άσθμα και η σκλήρυνση κατά πλάκας, αφορούν όλες το ίδιο υποκείμενο φαινόμενο κατά το οποίο τα λευκά αιμοσφαίρια του σώματος επιτίθενται σε ορισμένους ιστούς. Τα λευκά αιμοσφαίρια προσελκύονται στους ιστούς αυτούς από μια κατηγορία πρωτεϊνών (χημειοκίνες) που παράγονται στους προσβεβλημένους ιστούς (π.χ. το τοίχωμα των αιμοφόρων αγγείων στην αθηροσκλήρωση, οι αρθρώσεις στην αρθρίτιδα).

Στοχεύοντας τις χημειοκίνες, οι εβασίνες εμποδίζουν την κίνηση των λευκών αιμοσφαιρίων και την επακόλουθη βλάβη των ιστών.

Ορισμένες χημειοκίνες εμπλέκονται σε φλεγμονώδεις ασθένειες, ενώ άλλες είναι απαραίτητες για τη φυσιολογική ανοσολογική λειτουργία του οργανισμού. Επομένως, για θεραπευτικές εφαρμογές, είναι απαραίτητο να τροποποιηθούν οι εβασίνες έτσι ώστε να στοχεύουν μόνο τις χημειοκίνες που προκαλούν ασθένειες.

Η νέα αυτή ανακάλυψη ανοίγει τον δρόμο για την ανάπτυξη νέων αναγκαίων θεραπειών για φλεγμονώδεις νόσους. Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS).

 

 

Πηγή: https://hellenicmedicalreview.gr/

Ερευνητές ανακάλυψαν πώς μπορούν να «φρενάρουν» τις μεταστάσεις στον καρκίνο του μαστού

Οι καρκίνοι είναι γενικά πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν όταν η εξάπλωσή τους γίνεται γρήγορα, αλλά η αποσαφήνιση της μοριακής βάσης αυτών των επιθετικών κακοηθειών μπορεί στο μέλλον να οδηγήσει σε νέα φάρμακα για τη θεραπεία αυτών των όγκων. Ερευνητές του Ινστιτούτου Επιστημών Weizmann, σε συνεργασία με το Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου των ΗΠΑ και άλλα ιδρύματα, αποκάλυψαν τώρα έναν μηχανισμό που ευθύνεται για την εξάπλωση ενός ιδιαίτερα επιθετικού τύπου καρκίνου του μαστού.

Η μελέτη ξεκίνησε με μια μεγάλης κλίμακας υπολογιστική ανάλυση δεδομένων από διάφορες βάσεις δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με την επιβίωση των ασθενών και τα γονίδια που είναι υπερβολικά ενεργά στους καρκίνους που εξαπλώνονται γρήγορα. Οι επιστήμονες κατέληξαν σε έναν κατάλογο περίπου 20 γονιδίων, από περίπου 25.000, τα οποία φαίνεται ότι χρειάζονται οι πιο επιθετικοί καρκίνοι του μαστού για να εξαπλωθούν. Τα δύο κορυφαία είναι γονίδια που παίζουν ρόλο στην κυτταρική διαίρεση και ήδη χρησιμεύουν ως στόχοι για αντικαρκινικά φάρμακα. Αλλά το τρίτο προβλημάτισε τους ερευνητές: Κωδικοποιούσε μια πρωτεΐνη που ονομάζεται NUP93 και βρίσκεται στο περίβλημα που περικλείει τον πυρήνα ενός κυττάρου.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η NUP93 ήταν παρούσα σε ασυνήθιστα μεγάλες ποσότητες σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού με τα χειρότερα ιστορικά επιβίωσης. Καθώς η νόσος εξελισσόταν, τα γονιδιώματα ορισμένων από αυτές τις ασθενείς έφτασαν να περιέχουν δύο ή τρία αντίγραφα του γονιδίου για το NUP93 αντί για το συνηθισμένο ένα. Είναι εντυπωσιακό ότι πολλές από αυτές τις ασθενείς είχαν όγκους που δεν ήταν ευαίσθητοι στα οιστρογόνα. Τέτοιοι όγκοι, οι οποίοι αποτελούν περίπου το ένα τρίτο όλων των καρκίνων του μαστού, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αντιμετωπιστούν, επειδή στερούνται των υποδοχέων οιστρογόνων που στοχεύουν τα ορμονικά αντικαρκινικά φάρμακα.

Διεξάγοντας εργαστηριακά πειράματα που μιμούνταν αυτό που συμβαίνει στο ανθρώπινο σώμα, η ομάδα επιβεβαίωσε ότι υπάρχει πράγματι σχέση μεταξύ των μεγάλων ποσοτήτων του NUP93 και της επιθετικότητας του καρκίνου. Τα κύτταρα του ιστού του μαστού παρέμεναν ακίνητα όταν είχαν τροποποιηθεί γενετικά ώστε να μην παράγουν καθόλου NUP93, ενώ, αντίθετα, τα κύτταρα που είχαν τροποποιηθεί ώστε να περιέχουν πολλά αντίγραφα του γονιδίου και κατά συνέπεια υψηλά επίπεδα της πρωτεΐνης NUP93, γίνονταν εξαιρετικά κινητικά, παρόμοια με τα μεταστατικά καρκινικά κύτταρα, που εξαπλώνονται σε απομακρυσμένα όργανα. Σε πειράματα σε ποντίκια, τα κύτταρα με μεγάλες ποσότητες NUP93 εξαπλώθηκαν στους πνεύμονες, σε αντίθεση με τα κύτταρα που στερούνταν την πρωτεΐνη. Ακόμη και χωρίς να αλλάξουν τον αριθμό των γονιδίων, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μπορούσαν να μειώσουν την κινητικότητα των κυττάρων, εισάγοντας μεταλλαγμένες μορφές του NUP93 στα κύτταρα.

Στη συνέχεια, οι επιστήμονες αποκάλυψαν τον μηχανισμό με τον οποίο η NUP93 παίζει τον ζοφερό ρόλο της στον καρκίνο. Επειδή η πρωτεΐνη αυτή σχηματίζει μια σήραγγα στην πυρηνική μεμβράνη, μπορεί να επιτρέψει τη διέλευση των πρωτεϊνών – μεταφορέων που ονομάζονται importins, οι οποίες, μεταξύ των φορτίων τους, μεταφέρουν εντολές ανάπτυξης και μετανάστευσης από το κυτταρόπλασμα στον πυρήνα και κατ’ επέκταση στο DNA. Με αυτόν τον τρόπο, ο καρκίνος αποκτά πρόσβαση στο γονιδίωμα του κυττάρου, αξιοποιώντας το για τις δικές του ανάγκες, δηλαδή αυξάνοντας την ικανότητα του κυττάρου να μεταναστεύει και αναζωογονώντας το, ώστε να εξαπλώνεται η ασθένεια.

Δεδομένου ότι η μετάσταση είναι η κύρια δύναμη πίσω από τον θάνατο σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού, η διακοπή αυτής της διαδικασίας αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη οδό για την ανάπτυξη πιθανών θεραπειών. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο Cell Reports.

 

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Ψωρίαση: Νεότερες θεραπευτικές εξελίξεις

Με πληροφορίες από την έκθεση του CADTH με τίτλο «Biologics in Plaque Psoriasis», που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2021

Όπως αναφέρουν οι οδηγίες της Επιτροπής Διαγνωστικών και Θεραπευτικών Πρωτοκόλλων που δημοσιεύτηκαν τον Αύγουστο του 2018, «η θεραπευτική προσέγγιση της ψωρίασης εξαρτάται από την κλινική μορφή της, τη βαρύτητά της (PASI), την έκταση του σώματος που προσβάλλει (BSA), την επίδραση στην ποιότητα ζωής του ασθενούς (DLQI), τις συν-νοσηρότητες που παρουσιάζει ο ασθενής και τα συν-χορηγούμενα φάρμακα».

Σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες των Διαγνωστικών/Θεραπευτικών Πρωτοκόλλων του 2018, ο ορισμός της βαρύτητας της νόσου χαρακτηρίζεται με βάση τον πίνακα που ακολουθεί.

Η κατά πλάκας ψωρίαση [Plaque psoriasis (PsO)] είναι η πιο κοινή μορφή ψωρίασης, που επηρεάζει περίπου το 90% των ασθενών. Η PsO είναι μια πολυσυστημική ασθένεια, επειδή σχετίζεται με σοβαρές συννοσηρότητες, όπως η ψωριασική αρθρίτιδα, η καρδιαγγειακή νόσος, το μεταβολικό σύνδρομο, η παχυσαρκία, η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου και η κατάθλιψη. Η σοβαρότητα της νόσου, οι σχετικές συννοσηρότητες, οι προτιμήσεις του ασθενούς, η αποτελεσματικότητα και η αξιολόγηση της ατομικής ανταπόκρισης του ασθενούς, καθορίζουν και τον τύπο της θεραπείας. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της σοβαρότητας και της έκτασης της ψωρίασης και του σχετικού της αντίκτυπου στην ποιότητα ζωής περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον Δείκτη Περιοχής και Σοβαρότητας της Ψωρίασης (PASI), την επιφάνεια του σώματος (BSA) και τον Δερματολογικό Δείκτη Ποιότητας Ζωής (DLQI). Οι θεραπείες πρώτης γραμμής περιλαμβάνουν τη φωτοθεραπεία, τα τοπικά στεροειδή, τη χρήση βιταμίνης D τοπικά, και από του στόματος συστημικά αντιφλεγμονώδη φάρμακα όπως η μεθοτρεξάτη, η ασιτρετίνη και η κυκλοσπορίνη.

Η μέτρια έως σοβαρή μορφή της νόσου σε ενήλικες που δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία πρώτης γραμμής, αντιμετωπίζεται με βιολογικά φάρμακα. Τα βιολογικά προϊόντα παλαιότερης γενιάς που χορηγούνται για την PsO, περιλαμβάνουν φάρμακα κατά του παράγοντα νέκρωσης όγκων (TNF), όπως είναι το etanercept, το adalimumab, το infliximab και το certolizumab pegol, και έναν αναστολέα κατά της ιντερλευκίνης [anti-interleukin (IL)-12/IL-23], όπως είναι το ustekinumab. Προσφάτως, μια νέα γενιά βιολογικών προϊόντων έχουν εγκριθεί για χρήση στην αντιμετώπιση της PsO. Σε αυτά περιλαμβάνονται αναστολείς κατά της ιντερλευκίνης 17 (αντι-IL-17: secukinumab, ixekizumab, brodalumab) και αναστολείς κατά της ιντερλευκίνης 23 [αντι-IL-23: (guselkumab, tildrakizumab και risankizumab)]. Ορισμένες κατηγορίες ασθενών απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή στην επιλογή της κατάλληλης βιολογικής θεραπείας για την PsO. Για παράδειγμα, μόνο 4 βιολογικοί παράγοντες έχουν εγκριθεί για χορήγηση σε παιδιά: etanercept, ustekinumab, ixekizumab και secukinumab. Μελέτες, επίσης, έχουν δείξει ότι υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα φύλα όσον αφορά τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων της PsO, τα πρότυπα συνταγογράφησης και τα αποτελέσματα της θεραπείας. Μια συστηματική ανασκόπηση από τους Sandhu et al. (2020) όσον αφορά τη χορήγηση βιολογικών παραγόντων σε έναν ηλικιωμένο πληθυσμό με PsO, συνέστησε στενότερη παρακολούθηση και συνετό έλεγχο, επειδή οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και η διακοπή της αγωγής λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν συχνότερες. Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η PsO είναι μια χρόνια νόσος που διαρκεί καθ’ όλην τη διάρκεια της ζωής του ασθενούς (διά βίου πάθηση) και οι υποτροπές είναι συχνές μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ως εκ τούτου, μπορεί να χρειαστούν πολλαπλές θεραπευτικές επιλογές καθ ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής της συγκεκριμένης νόσου.

Θεραπευτικές επιλογές
Θεραπεία της ήπιας ψωρίασης

θεραπεία πρώτης επιλογής
Η ήπια μορφή της νόσου αποτελεί ένδειξη για τοπική θεραπεία και φωτοθεραπεία, ενώ η μέτρια-σοβαρή, ένδειξη για συστηματική θεραπεία. Η τοπική θεραπεία και η φωτοθεραπεία μπορεί να συνδυαστούν και με τη συστηματική θεραπεία.

Τοπική θεραπεία
Σύμφωνα με τις οδηγίες των θεραπευτικών πρωτοκόλλων του 2018, η τοπική θεραπεία για την αντιμετώπιση της ήπιας ψωρίασης περιλαμβάνει:

  • Κορτικοστεροειδή
  • Ανάλογα της βιταμίνης D3 (Calcipotriol, calcitriol)
  • Έτοιμο, σταθερό σκεύασμα γέλης/αφρού καλσιποτριόλης (ανάλογο της βιταμίνης D) και διπροπιονικής βηταμεθαζόνης (calcipotriol monohydrate+betamethasone dipropionate)
  • Ρετινοειδή (tazarotene)
  • Πίσσα (Tar)
  • Διθρανόλη (dithranol)
  • Αναστολείς καλσινευρίνης: pimecrolimus, tacrolimus (οι παράγοντες αυτοί, αν και δεν έχουν επίσημη ένδειξη, έχουν δείξει καλή αποτελεσματικότητα σε σημαντικό αριθμό κλινικών μελετών και στην κλινική πρακτική χορηγούνται κυρίως για τις βλάβες που εντοπίζονται στο πρόσωπο, στις παρατριμματικές περιοχές, καθώς και για την ψωρίαση στην παιδική ηλικία).
  • Κερατολυτικά (σαλικυλικό οξύ: salicilique acid – ουρία: urea)
  • Τα παραπάνω τοπικά σκευάσματα μπορούν να δοθούν σε κυκλικό σχήμα θεραπείας, ως μονοθεραπεία ή συνδυαστικά.

Θεραπεία δεύτερης επιλογής
Ως δεύτερης επιλογής θεραπεία, οι οδηγίες των θεραπευτικών πρωτοκόλλων του 2018 περιλαμβάνουν:

  • Φωτοθεραπεία (Τοπική PUVA, UVB-nb)
  • Excimer Laser.

Θεραπεία μέτριας – σοβαρής ψωρίασης
Στην αντιμετώπιση της ψωρίασης μέτριας – σοβαρής μορφής οι οδηγίες των θεραπευτικών πρωτοκόλλων του 2018 προτείνουν:

  • θεραπεια πρωτησ επιλογήΣ
  • Φωτοθεραπεία: (PUVA, UVB-nb ευρέος φάσματος, PUVA, Excimer Laser)
  • Κυκλοσπορίνη: (2,5 – 5mgr/Kgr ΒΣ/ημέρα, από του στόματος). Σε περίπτωση συνεχούς χορήγησης του φαρμάκου, συνιστάται να μην ξεπεραστούν τα δύο έτη.
  • Μεθοτρεξάτη: (5-30mgr/εβδομάδα, από του στόματος ή ενδομυϊκά, ή υποδορίως – συνιστάται συγχορήγηση φυλλικού οξέος 1-5mgr)
  • Ασιτρετίνη: [ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με PUVA (Re- PUVA) ή σε συνδυασμό με UVB (Re-UVB)], (0,3-1mgr/Kgr ΒΣ/ημέρα από του στόματος)
  • Εστέρες φουμαρικού οξέος (δεν διατίθενται στην Ελλάδα).

Βιολογικοί παράγοντες

Σημαντικές επισημάνσεις
Το κείμενο που ακολουθεί βασίζεται στο μεγαλύτερο μέρος του στην έκθεση του CADTH με τίτλο «Biologics in Plaque Psoriasis», που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2021.

Στον Καναδά έχουν εγκριθεί 11 βιολογικοί παράγοντες για τη θεραπεία των ενήλικων ασθενών που πάσχουν από μέτριας έως σοβαρής μορφής ψωρίαση κατά πλάκας [plaque psoriasis (PsO)].

Αυτοί οι βιολογικοί παράγοντες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, με βάση τον μηχανισμό δράσης και την ημερομηνία έγκρισης από τον αντίστοιχο ρυθμιστικό οργανισμό του Καναδά (Health Canada):

  • Οι παλιάς γενιάς βιολογικοί παράγοντες περιλαμβάνουν: τους αντινεοπλασματικούς παράγοντες νέκρωσης ή παράγοντες νέκρωσης όγκων [anti–tumour necrosis factor (TNF)], όπως είναι το etanercept, το adalimumab, το infliximab και το certolizumab pegol, και τον αναστολέα της ιντερλευκίνης [(IL)-12/IL-23 inhibitor] ustekinumab, που έχουν εγκριθεί στον Καναδά πριν από το 2010.
  • Οι νέας γενιάς βιολογικοί παράγοντες περιλαμβάνουν: τους αναστολείς της ιντερλευκίνης 17 «anti-IL-17 inhibitors» secukinumab, ixekizumab, και brodalumab, καθώς και τους αναστολείς της ιντερλευκίνης 23 «anti-IL-23 inhibitors» guselkumab, tildrakizumab, και risankizumab, που εγκρίθηκαν στον Καναδά από το 2015 και μετά.

Ο Καναδικός Οργανισμός Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας (CADTH) έκανε ανασκόπηση των τριών από τους πέντε βιολογικούς παράγοντες παλιάς γενιάς, καθώς και των έξι βιολογικών παραγόντων νέας γενιάς. Για όλα τα προϊόντα έγιναν ανασκοπήσεις από τον οργανισμό και συστάσεις της Καναδικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Φαρμάκων (CDEC). Οι κλινικές μελέτες των περισσότερων βιολογικών παραγόντων νέας γενιάς περιλάμβαναν σαφείς ενδείξεις (direct evidence) που αποδεικνύουν υπεροχή ή στατιστικά σημαντικά υψηλότερα ποσοστά αποτελεσματικότητας σε σύγκριση με το δραστικό φάρμακο σύγκρισης των αντίστοιχων βιολογικών παραγόντων παλαιάς γενιάς. Σύμφωνα με τον CADTH, οι κλινικές μελέτες για τα βιολογικά προϊόντα νέας γενιάς ενσωμάτωσαν επίσης πιο αυστηρά μέτρα όσον αφορά τα αποτελέσματα της πρωτογενούς έκβασης της μελέτης.

Τα βιολογικά προϊόντα παλιάς γενιάς προϋπήρχαν της διαδικασίας διαπραγμάτευσης της Πανκαναδικής Φαρμακευτικής Συμμαχίας (pCPA), εκτός από το certolizumab, γεγονός που θα μπορούσε να συνεπάγεται ανόμοιες συμφωνίες αποζημίωσης για αυτά τα φάρμακα.

Στην έκθεσή του ο CADTH σημειώνει ότι τα πρότυπα χρήσης βιολογικών παραγόντων παλιάς έναντι νέας γενιάς, όσον αφορά την αποζημίωσή τους στην περιοχή του Οντάριο, έδειξαν ότι ένα σημαντικό ποσοστό νέων ασθενών υποβλήθηκε σε θεραπεία με βιολογικούς παράγοντες παλαιάς γενιάς (54% το 2019 και 37% το 2020) παρά τη διαθεσιμότητα πολλαπλών βιολογικών παραγόντων νέας γενιάς.

Τέλος, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι σύμφωνα με την έκθεση του CADTH, οι βιολογικοί παράγοντες νέας γενιάς υποβλήθηκαν σε διαπραγματεύσεις μέσω της pCPA και κατέθεσαν σαφείς ενδείξεις για την υπεροχή τους έναντι των συγκριτικών βιολογικών παραγόντων παλαιάς γενιάς, κάτι που μπορεί τελικά να αποδειχθεί ότι έχει σημαντική αξία για τους ασθενείς και τους πληρωτές.

Η χορήγηση βιολογικών παραγόντων στην ψωρίαση
Η θεραπευτική αντιμετώπιση της ψωρίασης, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, περιλαμβάνει διάφορες μορφές θεραπείας. Τα βιολογικά φάρμακα περιλαμβάνουν μονοκλωνικά αντισώματα και πρωτεΐνες σύντηξης, οι οποίες προέρχονται από ζωντανά συστήματα. Καθώς αυτές οι θεραπείες έχουν λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες σε σύγκριση με τις συμβατικές θεραπείες, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μακροχρόνια θεραπεία.

Η πρώτη κατηγορία βιολογικών παραγόντων που εγκρίθηκαν για την ψωρίαση κατά πλάκας ήταν οι αντι-TNF παράγοντες (παράγοντες νέκρωσης όγκων), όπως τα adalimumab, etanercept, και infliximab, καθώς και ανταγωνιστές της ιντερλευκίνης (IL) -12 και IL-23, όπως το ustekinumab.

Σύμφωνα με την περίληψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του 2017, το adalimumab ενδείκνυται για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής χρόνιας ψωρίασης κατά πλάκας σε ενήλικες ασθενείς οι οποίοι είναι υποψήφιοι για συστηματική θεραπεία. Το φάρμακο χορηγείται υποδορίως, και μετά από 16 εβδομάδες θεραπείας, οι ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση μπορούν να προσαρμόσουν το δοσολογικό σχήμα σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος γιατρού που παρακολουθεί τον ασθενή. Σύμφωνα με την EPAR, «η έναρξη και επίβλεψη της θεραπείας πρέπει να πραγματοποιούνται από εξειδικευμένους γιατρούς, με πείρα στη διάγνωση και στη θεραπεία των παθήσεων για τις οποίες έχει εγκριθεί το εν λόγω φάρμακο».

Αντίστοιχα, σύμφωνα με την περίληψη EPAR του 2014, το etanercept μπορεί να χορηγηθεί στην ψωρίαση κατά πλάκας «σε ενήλικες με μέτρια έως σοβαρή μορφή της ασθένειας και σε ασθενείς από την ηλικία των έξι ετών με μακροχρόνια σοβαρή μορφή της ασθένειας. Το etanercept χορηγείται σε ασθενείς που δεν ανταποκρίθηκαν στην αγωγή ή δεν μπορούν να λάβουν άλλες αγωγές για τη συγκεκριμένη νόσο».

Η έναρξη και η επίβλεψη της θεραπείας με etanercept πρέπει να πραγματοποιούνται από ειδικό γιατρό με πείρα στη διάγνωση και στη θεραπεία της νόσου για την οποία χορηγείται το φάρμακο. Το etanercept χορηγείται με υποδόρια ένεση. Για τη θεραπεία της ψωρίασης κατά πλάκας μπορεί επίσης να χορηγηθεί θεραπεία 50 mg δύο φορές την εβδομάδα κατά τις 12 πρώτες εβδομάδες θεραπείας. Στους ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών, η δόση εξαρτάται από το σωματικό βάρος. Η ένεση μπορεί να πραγματοποιηθεί από τον ασθενή ή από νοσηλευτή, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν λάβει κατάλληλη εκπαίδευση.

Σύμφωνα με την περίληψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του 2016, η έναρξη και η επίβλεψη της θεραπείας με infliximab πρέπει να γίνονται από ειδικευμένο γιατρό με πείρα στη διάγνωση και στη θεραπεία των νόσων για τις οποίες χορηγείται το φάρμακο. Το infliximab χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας μίας ή δύο ωρών. Η δόση του φαρμάκου για όλες τις νόσους για τις οποίες χορηγείται το φάρμακο, εκτός της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, είναι 5 mg ανά κιλό σωματικού βάρους. Όλοι οι ασθενείς παρακολουθούνται για οποιαδήποτε αντίδραση κατά τη διάρκεια της έγχυσης και επί μία έως δύο ώρες τουλάχιστον μετά από αυτήν.

Το infliximab είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που έχει σχεδιαστεί ώστε να δεσμεύει μια πρωτεΐνη που ονομάζεται παράγοντας νέκρωσης των όγκων άλφα (TNF-α) και να αναστέλλει τη δράση της. Ο παράγοντας TNF-α συμμετέχει στην πρόκληση φλεγμονής και απαντά σε υψηλά επίπεδα σε ασθενείς που πάσχουν από νόσους για τη θεραπεία των οποίων χορηγείται το φάρμακο. Αναστέλλοντας τη δράση του παράγοντα TNF-α, το infliximab μειώνει τη φλεγμονή και τα λοιπά συμπτώματα αυτών των νόσων.

Σύμφωνα με την περίληψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του 2020, το ustekinumab είναι φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ψωρίασης κατά πλάκας. Το φάρμακο χορηγείται σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας 6 ετών και άνω, που δεν ανταποκρίθηκαν ή δεν μπορούν να λάβουν άλλες συστημικές θεραπείες για την ψωρίαση, όπως με κυκλοσπορίνη, μεθοτρεξάτη ή PUVA (συνδυασμός ψωραλενίου και υπεριώδους ακτινοβολίας Α). Η PUVA είναι ένας τύπος θεραπείας κατά την οποία ο ασθενής, πριν από την έκθεσή του σε υπεριώδη ακτινοβολία, λαμβάνει ένα φάρμακο που ονομάζεται ψωραλένιο. Στην ψωρίαση κατά πλάκας και στην ψωριασική αρθρίτιδα, το ustekinumab χορηγείται με υποδόρια ένεση. Σε ενήλικες η συνήθης δόση είναι 45 mg, ενώ στα παιδιά η δόση εξαρτάται από το σωματικό τους βάρος. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι και αυτό το φάρμακο πρέπει να λαμβάνεται υπό την επίβλεψη γιατρού με πείρα στη διάγνωση και στη θεραπεία των παθήσεων για τις οποίες αυτό χορηγείται.

Νεότεροι βιολογικοί παράγοντες
Έκτοτε όμως έχουν αναπτυχθεί αρκετά άλλα βιολογικά φάρμακα, γνωστά ως «νεότεροι βιολογικοί παράγοντες». Σε αυτά περιλαμβάνονται φάρμακα κατά της IL-17 (όπως secukinumab, ixekizumab, brodalumab) και φάρμακα αντι-IL-23, όπως το risankizumab, το tildrakizumab και το guselkumab.

Ο Καναδικός Οργανισμός Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας (CADTH) έχει ήδη επανεξετάσει και προτείνει τα νεότερα βιολογικά φάρμακα, όπως το secukinumab, από το 2014, το ixekizumab το 2016, το brodalumab το 2018 και το risankizumab το 2019, για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ψωρίασης κατά πλάκας.

Σύμφωνα με την περίληψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του 2020, το secukinumab είναι φάρμακο που δρα στο ανοσοποιητικό σύστημα και χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ψωρίασης κατά πλάκας σε ενήλικες και ασθενείς άνω των έξι ετών που χρήζουν θεραπείας με φάρμακο χορηγούμενο από το στόμα ή με ένεση. Η θεραπεία πρέπει να χορηγείται υπό την επίβλεψη γιατρού με πείρα στη διάγνωση και στη θεραπεία των παθήσεων για τις οποίες χρησιμοποιείται το συγκεκριμένο φάρμακο.

Η δόση του φαρμάκου εξαρτάται από τη νόσο για την οποία λαμβάνεται το φάρμακο. Συνήθως παρατηρείται βελτίωση της πάθησης εντός 16 εβδομάδων θεραπείας. Ο γιατρός μπορεί να αποφασίσει τη διακοπή της θεραπείας, εάν δεν υπάρχει βελτίωση μετά από 16 εβδομάδες. Η δόση για παιδιά εξαρτάται από το σωματικό τους βάρος. Μετά από κατάλληλη εκπαίδευση, οι ασθενείς (ή τα άτομα που τους φροντίζουν) μπορούν να πραγματοποιούν μόνοι τους την ένεση.

Το secukinumab είναι μονοκλωνικό αντίσωμα που έχει σχεδιαστεί ώστε να προσκολλάται σε ένα μόριο-αγγελιαφόρο που βρίσκεται στο ανοσοποιητικό σύστημα, την ιντερλευκίνη 17Α. Η ιντερλευκίνη 17Α συμμετέχει στην πρόκληση φλεγμονής αλλά και σε άλλες διαδικασίες του ανοσοποιητικού συστήματος που προκαλούν ψωρίαση, ψωριασική αρθρίτιδα και αξονική σπονδυλαρθρίτιδα.

Το brodalumab, σύμφωνα με την περίληψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του 2017, είναι φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ψωρίασης κατά πλάκας. Χρησιμοποιείται σε ενήλικες των οποίων η νόσος είναι μέτρια έως σοβαρή και οι οποίοι απαιτείται να λάβουν συστηματική θεραπεία. Το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται υπό την επίβλεψη γιατρού με πείρα στη διάγνωση και στη θεραπεία της ψωρίασης.

Το brodalumab διατίθεται υπό μορφή ενέσιμου διαλύματος σε προγεμισμένες σύριγγες. Χορηγείται με υποδόρια ένεση. Η συνιστώμενη δόση είναι 210 mg μία φορά την εβδομάδα τις πρώτες τρεις εβδομάδες και, εφεξής, κάθε δύο εβδομάδες. Ο γιατρός μπορεί να αποφασίσει τη διακοπή της θεραπείας, εάν η κατάσταση του ασθενούς δεν βελτιωθεί μετά από 12 έως 16 εβδομάδες. Μετά από εκπαίδευση, οι ασθενείς μπορούν να κάνουν μόνοι τους την ένεση με το φάρμακο, εφόσον ο γιατρός το κρίνει σκόπιμο.

Το ixekizumab, σύμφωνα με την περίληψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του 2016, είναι φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της μέτριας έως σοβαρής ψωρίασης κατά πλάκας σε ενήλικες ασθενείς οι οποίοι χρειάζονται συστηματική θεραπεία. Το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται υπό την επίβλεψη γιατρού με πείρα στη διάγνωση και στη θεραπεία της ψωρίασης.

Το ixekizumab διατίθεται υπό μορφή ένεσης σε προγεμισμένες σύριγγες και πένες. Χορηγείται με υποδόρια ένεση. Η πρώτη δόση των 160 mg (δύο ενέσεις) ακολουθείται από μία ένεση των 80 mg κάθε δύο εβδομάδες για τις πρώτες 12 εβδομάδες και κάθε 4 εβδομάδες στη συνέχεια. Ο γιατρός μπορεί να αποφασίσει τη διακοπή της θεραπείας, εάν η κατάσταση δεν βελτιωθεί μετά από 16 έως 20 εβδομάδες. Μετά από εκπαίδευση, οι ασθενείς μπορούν να κάνουν μόνοι τους την ένεση με Taltz, εφόσον ο γιατρός τους το κρίνει σκόπιμο.

Το risankizumab, σύμφωνα με την περίληψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του 2021, είναι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ψωρίασης κατά πλάκας σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νόσο οι οποίοι χρήζουν συστηματικής θεραπείας. Το risankizumab είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που έχει σχεδιαστεί ώστε να προσκολλάται στην ιντερλευκίνη 23 (IL-23) και να αναστέλλει τη δράση της. Η ιντερλευκίνη 23 συμμετέχει στην πρόκληση φλεγμονής που σχετίζεται με αρθρίτιδα και τον σχηματισμό ψωρίασης κατά πλάκας. Αναστέλλοντας τη δράση της IL-23, το risankizumab μειώνει τη φλεγμονή και άλλα συμπτώματα που συνδέονται με την ψωρίαση κατά πλάκας και την ψωριασική αρθρίτιδα.
Το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται υπό την επίβλεψη γιατρού με πείρα στη διάγνωση και στη θεραπεία της ψωρίασης κατά πλάκας ή της ψωριασικής αρθρίτιδας.

Το risankizumab διατίθεται σε προγεμισμένες σύριγγες και προγεμισμένες συσκευές τύπου πένας. Χορηγείται με υποδόρια ένεση σε περιοχή όπου δεν υπάρχει ψωρίαση, συνήθως στους μηρούς ή στην κοιλιά. Η συνιστώμενη δόση είναι 150 mg. Οι δύο πρώτες δόσεις των 150 mg χορηγούνται με διαφορά 4 εβδομάδων, ενώ οι επόμενες δόσεις χορηγούνται κάθε 12 εβδομάδες.

Ο γιατρός μπορεί να αποφασίσει τη διακοπή της θεραπείας, εάν η κατάσταση του ασθενούς δεν βελτιωθεί μετά από 16 εβδομάδες. Μετά από εκπαίδευση, οι ασθενείς μπορούν να κάνουν μόνοι τους την ένεση με το φάρμακο, εφόσον ο γιατρός το κρίνει σκόπιμο.

Το guselkumab, σύμφωνα με την περίληψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του 2018, είναι ένας ακόμη από τους «νεότερους βιολογικούς παράγοντες», που δρα στο ανοσοποιητικό σύστημα και χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ψωρίασης κατά πλάκας σε ενήλικες ασθενείς με νόσο μέτριας έως σοβαρής μορφής στους οποίους οι θεραπείες απευθείας εφαρμογής στο δέρμα δεν κρίνονται κατάλληλες.

Το guselkumab είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που έχει σχεδιαστεί ώστε να προσκολλάται στην ιντερλευκίνη 23 και να αναστέλλει τη δράση της. Η ιντερλευκίνη 23 είναι μια αγγελιαφόρος ουσία, που ελέγχει την ανάπτυξη και την ωρίμαση ορισμένων τύπων Τ κυττάρων. Αυτά τα Τ κύτταρα, τα οποία αποτελούν μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού, συμμετέχουν στην πρόκληση της φλεγμονής που συνδέεται με τον σχηματισμό της ψωρίασης κατά πλάκας. Αναστέλλοντας τη δράση της ιντερλευκίνης 23, το φάρμακο μειώνει τη φλεγμονή και τα συμπτώματα που σχετίζονται με τη νόσο.

Το guselkumab πρέπει να χρησιμοποιείται υπό την επίβλεψη γιατρού με πείρα στη διάγνωση και στη θεραπεία της ψωρίασης κατά πλάκας.

Το guselkumab διατίθεται υπό μορφή διαλύματος προς έγχυση σε προγεμισμένες συσκευές τύπου πένας ή σύριγγες. Χορηγείται με υποδόρια ένεση σε περιοχή όπου δεν εμφανίζεται ψωρίαση. Η συνιστώμενη δόση είναι 100 mg ως εφάπαξ δόση, ακολουθούμενη από την επόμενη δόση μετά από 4 εβδομάδες και, στη συνέχεια, 100 mg κάθε 8 εβδομάδες. Ο γιατρός μπορεί να αποφασίσει τη διακοπή της θεραπείας, εάν η κατάσταση του ασθενούς δεν βελτιωθεί μετά από 16 εβδομάδες. Μετά από εκπαίδευση, οι ασθενείς μπορούν να κάνουν μόνοι τους την ένεση με το φάρμακο, εφόσον ο γιατρός το κρίνει σκόπιμο.

Το tildrakizumab, σύμφωνα με την περίληψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του 2018, είναι φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ψωρίασης κατά πλάκας. Χρησιμοποιείται σε ενήλικες ασθενείς με νόσο μέτριας έως σοβαρής μορφής, στους οποίους οι θεραπείες απευθείας εφαρμογής στο δέρμα δεν κρίνονται κατάλληλες.

Το tildrakizumab είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που έχει σχεδιαστεί ώστε να προσκολλάται στην ιντερλευκίνη 23 και να αναστέλλει τη δράση της. Η ιντερλευκίνη 23 είναι μια ουσία που ελέγχει την ανάπτυξη και την ωρίμαση ορισμένων τύπων Τ κυττάρων. Αυτά τα Τ κύτταρα, τα οποία αποτελούν μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος, συμμετέχουν στην πρόκληση της φλεγμονής που συνδέεται με την ανάπτυξη της ψωρίασης κατά πλάκας. Αναστέλλοντας τη δράση της ιντερλευκίνης 23, το tildrakizumab μειώνει τη φλεγμονή και τα συμπτώματα που σχετίζονται με τη νόσο.

Το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται υπό την επίβλεψη γιατρού με πείρα στη διάγνωση και στη θεραπεία της ψωρίασης κατά πλάκας.

Το tildrakizumab διατίθεται σε μορφή διαλύματος προς έγχυση σε προγεμισμένες σύριγγες για υποδόρια χορήγηση. Η συνιστώμενη δόση είναι μία ένεση των 100 mg, ακολουθούμενη από την επόμενη δόση μετά από 4 εβδομάδες και, στη συνέχεια, μία ένεση των 100 mg ανά 12 εβδομάδες. Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 200 mg σε ορισμένους ασθενείς, για παράδειγμα σε ασθενείς που έχουν προσβληθεί σοβαρά από τη νόσο ή έχουν σωματικό βάρος άνω των 90 kg. Ο γιατρός μπορεί να αποφασίσει τη διακοπή της θεραπείας, εάν η κατάσταση του ασθενούς δεν βελτιωθεί μετά από 28 εβδομάδες.

Μετά από εκπαίδευση, οι ασθενείς μπορούν να κάνουν μόνοι τους την ένεση με tildrakizumab, εφόσον ο γιατρός το κρίνει σκόπιμο.

Τέλος, στην κατηγορία αυτή, των νεότερων βιολογικών παραγόντων, θα πρέπει να προσθέσουμε το «γηραιότερο» μέλος αυτής της ομάδας, που είναι το apremilast.

Το apremilast, σύμφωνα με την περίληψη της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Έκθεσης Αξιολόγησης (EPAR) του 2014, είναι φάρμακο που χορηγείται για τη θεραπεία ενηλίκων με μέτρια έως σοβαρή ψωρίαση κατά πλάκας. Χορηγείται σε ασθενείς που δεν μπορούν να λάβουν ή δεν αποκρίθηκαν σε άλλες συστημικές θεραπείες (θεραπείες για ολόκληρο το σώμα) για την ψωρίαση, περιλαμβανομένων της κυκλοσπορίνης, της μεθοτρεξάτης και της PUVA (συνδυασμός ψωραλενίου και υπεριώδους ακτινοβολίας Α). Η PUVA, όπως αναφέραμε και παραπάνω, είναι ένας τύπος θεραπείας κατά την οποία ο ασθενής πριν από την έκθεσή του σε υπεριώδη ακτινοβολία λαμβάνει ένα φάρμακο το οποίο περιέχει μια ένωση που ονομάζεται ψωραλένιο.

Το apremilast αναστέλλει τη δράση της φωσφοδιεστεράσης 4 (PDE4), ενός ενζύμου στο εσωτερικό των κυττάρων. Το συγκεκριμένο ένζυμο συμβάλλει στην ενεργοποίηση της παραγωγής μορίων-αγγελιαφόρων στο ανοσοποιητικό σύστημα, τα οποία ονομάζονται κυτοκίνες και συμμετέχουν στη διαδικασία δημιουργίας φλεγμονής, καθώς και σε άλλες διαδικασίες που προκαλούν την ψωρίαση και την ψωριασική αρθρίτιδα. Αναστέλλοντας τη φωσφοδιεστεράση 4, το apremilast μειώνει τα επίπεδα των εν λόγω κυτοκινών στον οργανισμό και, συνεπώς, μειώνει τη φλεγμονή και άλλα συμπτώματα της ψωρίασης και της ψωριασικής αρθρίτιδας.

Η έναρξη της θεραπείας με το συγκεκριμένο φάρμακο πρέπει να πραγματοποιείται από γιατρό με πείρα στη διάγνωση και στη θεραπεία της ψωρίασης ή της ψωριασικής αρθρίτιδας.

Το φάρμακο διατίθεται υπό μορφή δισκίων (10, 20 και 30 mg). Η θεραπεία ξεκινά με τη χορήγηση δόσης 10 mg την ημέρα 1, η οποία ακολούθως αυξάνεται σταδιακά σε διάστημα μίας εβδομάδας έως τη συνιστώμενη δόση των 30 mg δύο φορές την ημέρα. Οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια πρέπει να λαμβάνουν χαμηλότερες δόσεις. Η απόκριση στη θεραπεία πρέπει να αξιολογείται τακτικά και η χρήση του apremilast πρέπει να επανεξετάζεται εάν δεν παρατηρείται βελτίωση μετά από έξι μήνες θεραπείας.


Βιβλιογραφικές αναφορές
Sandhu VK, Ighani A, Fleming P, Lynde CW. Biologic Treatment in Elderly Patients With Psoriasis: A Systematic Review. J Cutan Med Surg. 2020 Mar/Apr;24(2):174-186. doi: 10.1177/1203475419897578. Epub 2020 Jan 17. PMID: 31950853.
CADTH Health Technology Review: Biologics in Plaque Psoriasis, Canadian Journal of Health Technologies November 2021 Volume 1 Issue 11
https://www.cadth.ca/sites/default/files/ES/ES0357%20Biologics%20in%20Plaque%20Psoriasis_%20Final.pdf
https://www.moh.gov.gr/articles/health/domes-kai-draseis-­gia-thn-ygeia/kwdikopoihseis/therapeytika-prwtokolla-syntagografhshs/diagnwstika-kai-therapeytika-prwtokolla-syntagografhshs/5235-diagnwstika-kai-therapeytika-prwtokolla-pswriashs
Ferreira C, Azevedo A, Nogueira M, Torres T. Management of psoriasis in pregnancy – a review of the evidence to date. Drugs Context. 2020 Mar 9;9:2019-11-6. doi: 10.7573/dic.2019-11-6. PMID: 32201494; PMCID: PMC7067229.
Feldman SR. Treatment of psoriasis in adults. In: Post T, ed. UpToDate. Waltham (MA): UpToDate; 2021: https://www.uptodate.com/contents/treatment-of-psoriasis-in -adults. Accessed 2021 Jun 8.
Canadian Psoriasis Network. Plaque psoriasis. 2021; https:// www.canadianpsoriasisnetwork.com/psoriasis/forms-of-psoriasis/ . Accessed 2021 Jun 18.

 

 

Πηγη: https://hellenicmedicalreview.gr/

Η ασπιρίνη για τη μη αποφρακτική στεφανιαία νόσο δεν μειώνει μείζονα καρδιαγγειακά συμβάντα

Η θεραπεία με ασπιρίνη, σε αντίθεση με τη χρήση στατινών, για τη μη αποφρακτική στεφανιαία νόσο δεν μειώνει μείζονα καρδιαγγειακά συμβάντα, σύμφωνα με μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Radiology: Cardiothoracic Imaging.

Η στεφανιαία νόσος είναι ο πιο κοινός τύπος καρδιακής νόσου, που επηρεάζει περίπου το 6,7% των ενηλίκων στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων. Η στεφανιαία νόσος εμφανίζεται όταν υπάρχει συσσώρευση πλάκας στις αρτηρίες που παρέχουν αίμα στην καρδιά. Η στεφανιαία νόσος θέτει τους ανθρώπους σε υψηλότερο κίνδυνο για σοβαρά ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάντα, συμπεριλαμβανομένης της καρδιακής προσβολής και του θανάτου.

Η μη αποφρακτική στεφανιαία νόσος εμφανίζεται όταν υπάρχει στένωση ή στένωση των στεφανιαίων αρτηριών σε ποσοστό μικρότερο του 50% λόγω συσσώρευσης πλάκας. Η στεφανιαία CT αγγειογραφία (CCTA) συχνά συνιστάται ως εξέταση πρώτης γραμμής για την ανίχνευση της πλάκας.

Τα φάρμακα που ονομάζονται στατίνες συνταγογραφούνται συνήθως για ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με μη αποφρακτική στεφανιαία νόσο. Οι στατίνες μειώνουν την παραγωγή χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) και αφαιρούν τη χοληστερόλη από την πλάκα, σταθεροποιώντας έτσι την πλάκα και μειώνοντας τον κίνδυνο ρήξης της. Η ασπιρίνη είναι ένα άλλο φάρμακο που συνιστάται συνήθως. Ωστόσο, δεν έχει γίνει πολλή έρευνα για να καθοριστεί εάν η ασπιρίνη είναι αποτελεσματική στη μείωση των μείζονων καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με μη αποφρακτική στεφανιαία νόσο.

Αν και έχουν χαρακτήρα παρατήρησης, τα δεδομένα μας θέτουν υπό αμφισβήτηση την αξία της έναρξης θεραπείας με ασπιρίνη μετά τη διάγνωση της μη αποφρακτικής στεφανιαίας νόσου σε μια στεφανιαία αξονική αγγειογραφία». [ Jonathan Leipsic, MD, συγγραφέας μελέτης, καθηγητής και επικεφαλής, Τμήμα Ακτινολογίας, Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας στο Βανκούβερ, Καναδάς]

Για τη μελέτη, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από το μητρώο CONFIRM (Coronary CT Angiography EvaluatioN For Clinical Outcomes: An International Multicenter), μια μεγάλη, πολυεθνική βάση δεδομένων ασθενών που έχουν υποβληθεί σε CCTA. Επιλέχθηκαν συνολικά 6.386 ασθενείς (μέση ηλικία 56,0 έτη, 52% άνδρες) που είτε δεν είχαν ανιχνεύσιμη στεφανιαία πλάκα είτε μη αποφρακτική στεφανιαία νόσο. Ασθενείς με αποφρακτική στεφανιαία νόσο που είχαν στένωση 50% ή μεγαλύτερη αποκλείστηκαν. Η μέση περίοδος παρακολούθησης για επιλεγμένους ασθενείς ήταν 5,7 έτη.

Συνολικά 3.571 (56%) από τους ασθενείς που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη δεν είχαν πλάκα και 2.815 (44%) είχαν μη αποφρακτική στεφανιαία νόσο. Η μη αποφρακτική στεφανιαία νόσος συσχετίστηκε με 10,6% κίνδυνο θνησιμότητας από όλες τις αιτίες σε σύγκριση με 4,8% σε ασθενείς χωρίς πλάκα.

Η αρχική χρήση ασπιρίνης και στατίνης τεκμηριώθηκε και για τις δύο ομάδες. Σε άτομα με μη αποφρακτική στεφανιαία νόσο, η θεραπεία με ασπιρίνη δεν συσχετίστηκε με μείωση των μειζόνων ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Εναλλακτικά, η χρήση στατινών συσχετίστηκε με σημαντική μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων, συμπεριλαμβανομένης της καρδιακής προσβολής και του θανάτου.

“Τα ευρήματά μας βασίζονται σε προηγούμενες αναλύσεις από το μητρώο CONFIRM σε παρακολούθηση 2,3 ετών που έθεσαν υπό αμφισβήτηση τη χρησιμότητα της ασπιρίνης στο πλαίσιο της αθηροσκλήρωσης με διάγνωση CCTA”, είπε ο Δρ Leipsic.

Ούτε η θεραπεία με ασπιρίνη ούτε με στατίνες βελτίωσαν τα κλινικά αποτελέσματα για ασθενείς χωρίς ανιχνεύσιμη πλάκα. Η θεραπεία με ασπιρίνη μπορεί να είναι ακόμα ευεργετική σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου πλάκας ή υψηλού φορτίου πλάκας, είπε ο Δρ Leipsic.

«Τελικά, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να καθοριστεί εάν και σε ποιο όριο, οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο συνταγογράφησης ασπιρίνης για ασθενείς μετά την αναγνώριση της μη αποφρακτικής στεφανιαίας νόσου στην στεφανιαία αγγειογραφία», είπε.

 

 

Πηγή: http://healthmag.gr/

Ποια η σύνδεση του εντερικού μικροβιόκοσμου και του εγκεφαλικού επεισοδίου

Ενθαρρυντικά στοιχεία από μελέτη για τη  σύνδεση του εντερικού μικροβιόκοσμου με σοβαρότερο εγκεφαλικό επεισόδιο και τη χειρότερη ανάρρωση μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο αναμένεται να ανακοινωθούν στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο του Οργανισμού για τα Εγκεφαλικά Επεισόδια (ESOC) 2022.

Με στόχο τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ του εντερικού μικροβιόκοσμου και των εγκεφαλικών επεισοδίων επιστήμονες  ανέλυσαν τα δείγματα κοπράνων ασθενών με εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι ερευνητές εντόπισαν με επιτυχία συγκεκριμένες ομάδες βακτηρίων που σχετίζονται με κακή νευρολογική αποκατάσταση από ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο τόσο στην οξεία φάση όσο και μετά από τρεις μήνες. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ειδικοί πιστεύουν ότι η μελέτη ανοίγει την προοπτική εξέτασης του εντερικού μικροβιόκοσμου για την πρόληψη των εγκεφαλικών επεισοδίων ή τη βελτίωση της νευρολογικής ανάρρωσης των πασχόντων. Περισσότερες πληροφορίες αναμένεται να δοθούν στο συνέδριο που θα διεξαχθεί από τις 4 έως τις 6  Μαΐου στη Λυών της Γαλλίας.

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Ογκολόγος του Johns Hopkins δοκιμάζει εμβόλιο για τον καρκίνο στο πάγκρεας

H Neeha Zaidi πραγματοποιεί κλινικές δοκιμές για να διαπιστώσει αν ένα εμβόλιο που ανέπτυξε με τους συεργάτες της μπορεί να πιάσει τον καρκίνο στο πάγκρεας στα πιο αρχικά του στάδια ή ακόμα και να τον προλάβει.

Η ογκολόγος στο Johns Hopkins ειδικεύεται στους καρκίνους του γαστρεντερικού και έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον της μια από τις πιο επίμονες μορφές της νόσου. Οι δοκιμές της θα είναι οι πρώτες για προληπτικό εμβόλιο κατά του καρκίνου στο πάγκρεας.

Το εμβόλιο της Zaidi χρησιμοποιεί πρωτείνες που εκφράζονται από γονιδιακή μετάλλαξη που συνδέεται ισχυρά με τον καρκίνο στο πάγκρεας. Μεταλλαγμένη εκδοχή του γονιδίου KRAS είναι παρούσα έως στο 90% των περιστατικών.

H μετάλλαξη, δήλωσε η Zaidi, σχεδόν πάντα εμφανίζεται στα αρχικά στάδια της ανάπτυξης του καρκίνου. Σε ανθρώπους με οικογενειακό ιστορικό της συγκεκριμένης νόσου, η εξέταση για τη μετάλλαξη θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά ζωής-θανάτου.

Η μεταλλαγμένη μορφή του γονιδίου KRAS, δηλώνει, είναι μια από τις πρώτες που μετατρέπει τα φυσιολογικά κύτταρα σε προκαρκινικά και έπειτα σε καρκίνο.

Η εργασία της Zaidi προέρχεται από σημαντικές ανακαλύψεις ερευνητών του Johns Hopkins όπως οι Bert Vogelstein και Elizabeth Jaffee. Vogelstein, για παράδειγμα, που ανακάλυψαν ότι προκαρκινικές αλλοιώσεις στο πάγκρεας χρειάζονται σχεδόν 20 χρόνια για να γίνουν καρκινικές.

Αυτό μας δίνει τεράστιο παράθυρο ευκαιρίας, δήλωσε η Zaidi.

Η Jaffee είναι πρωτοπόρος στη χρήση ανοσοθεραπειών στην καταπολέμηση του καρκίνου.

Το εμβόλιο της Zaidi διδάσκει στο ανοσοποιητικό του ασθενούς να αναγνωρίζει το μεταλλαγμένο γονίδιο KRAS ως ανεπιθύμητο εισβολέα. Όταν ο οργανισμός μαθαίνει να αναγνωρίζει τις πρωτείνες που εκφράζονται από το μεταλλαγμένο γονίδιο στέλνει Τ λεμφοκύτταρα για την καταπολέμηση του καρκίνου.

Η ογκολόγος συνεργάζεται με το γαστρεντερικό τμήμα σε 2 κλινικές δοκιμές του εμβολίου-η μια ξεκινά το 2022 και αφορά ανθρώπους με καρκίνο στο πάγκρεας στο στενό οικογενειακό τους περιβάλλον και η δεύτερη συνεχίζεται σε ανθρώπους που ήδη έχουν υποβληθεί σε εγχείρηση. Πρόκειται για πολύ μικρές πιλοτικές έρευνες, προειδοποιεί, αλλα είναι συναρπαστικές.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr