Ανοσοποιητικό: Τα κύτταρά του μπορούν να προσαρμοστούν στα εισβάλλοντα παθογόνα

Η επίλυση της αβεβαιότητας σχετικά με το πώς και πότε σχηματίζονται τα κύτταρα μνήμης θα μπορούσε να βοηθήσει στη βελτίωση του σχεδιασμού των εμβολίων και των θεραπειών που ενισχύουν την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να παρέχει μακροπρόθεσμη προστασία από διάφορες μολυσματικές ασθένειες.

Ανοσοποιητικό: Τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος μπορούν να προσαρμοστούν στα εισβάλλοντα παθογόνα, αποφασίζοντας αν θα πολεμήσουν τώρα ή θα προετοιμαστούν για την επόμενη μάχη  Πώς αποφασίζει το ανοσοποιητικό σας σύστημα μεταξύ της καταπολέμησης των παθογόνων που εισβάλλουν τώρα ή της προετοιμασίας για την καταπολέμησή τους στο μέλλον; Αποδεικνύεται ότι μπορεί να αλλάξει γνώμη. Κάθε άτομο έχει 10 εκατομμύρια έως 100 εκατομμύρια μοναδικά Τ-λεμφοκύτταρα που έχουν μια κρίσιμη δουλειά στο ανοσοποιητικό σύστημα: περιπολούν το σώμα για εισβολή παθογόνων ή καρκινικών κυττάρων για εξάλειψη. Κάθε ένα από αυτά τα Τ κύτταρα έχει έναν μοναδικό υποδοχέα που του επιτρέπει να αναγνωρίζει ξένες πρωτεΐνες στην επιφάνεια μολυσμένων ή καρκινικών κυττάρων.

Όταν το σωστό Τ κύτταρο συναντά τη σωστή πρωτεΐνη, σχηματίζει γρήγορα πολλά αντίγραφα του εαυτού του για να καταστρέψει το προσβάλλον παθογόνο. Είναι σημαντικό ότι αυτή η διαδικασία πολλαπλασιασμού δημιουργεί τόσο βραχύβια τελεστικά Τ κύτταρα που διακόπτουν την άμεση επίθεση του παθογόνου και Τ κύτταρα μακράς διάρκειας μνήμης που παρέχουν προστασία από μελλοντικές επιθέσεις. Πώς όμως αποφασίζουν τα Τ κύτταρα αν θα σχηματίσουν κύτταρα που σκοτώνουν παθογόνα τώρα ή θα προστατεύουν από μελλοντικές λοιμώξεις; Είμαστε μια ομάδα βιομηχανικών που μελετούν πώς ωριμάζουν τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. Στην έρευνά μας που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό Immunity, ανακαλύψαμε ότι η ύπαρξη πολλαπλών οδών για να αποφασίσουμε εάν θα σκοτωθούν τα παθογόνα τώρα ή θα προετοιμαστούν για μελλοντικούς εισβολείς ενισχύουν την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά σε διαφορετικούς τύπους προκλήσεων.

Να πολεμήσεις ή να θυμηθείς; Για να κατανοήσουμε πότε και πώς τα Τ κύτταρα αποφασίζουν να γίνουν τελεστικά κύτταρα που σκοτώνουν παθογόνα ή κύτταρα μνήμης που προετοιμάζονται για μελλοντικές λοιμώξεις, τραβήξαμε ταινίες με Τ κύτταρα που διαιρούνται ως απόκριση σε ένα ερέθισμα που μιμείται μια συνάντηση με ένα παθογόνο. Συγκεκριμένα, παρακολουθήσαμε τη δραστηριότητα ενός γονιδίου που ονομάζεται παράγοντας Τ κυττάρου 1 ή TCF1. Αυτό το γονίδιο είναι απαραίτητο για τη μακροζωία των κυττάρων της μνήμης. Βρήκαμε ότι η στοχαστική ή πιθανολογική σίγαση του γονιδίου TCF1 όταν τα κύτταρα αντιμετωπίζουν εισβάλλοντα παθογόνα και φλεγμονή οδηγεί σε μια πρώιμη απόφαση μεταξύ του εάν τα Τ κύτταρα γίνονται τελεστές ή κύτταρα μνήμης. Η έκθεση σε υψηλότερα επίπεδα παθογόνων ή φλεγμονή αυξάνει την πιθανότητα σχηματισμού τελεστικών κυττάρων. Παραδόξως, όμως, διαπιστώσαμε ότι ορισμένα κύτταρα-τελεστές που είχαν απενεργοποιήσει νωρίς το TCF1 μπόρεσαν να το ενεργοποιήσουν ξανά μετά την εκκαθάριση του παθογόνου, και αργότερα έγιναν κύτταρα μνήμης. Μέσω της μαθηματικής μοντελοποίησης, προσδιορίσαμε ότι αυτή η ευελιξία στη λήψη αποφάσεων μεταξύ των Τ κυττάρων μνήμης είναι κρίσιμη για τη δημιουργία του σωστού αριθμού κυττάρων που ανταποκρίνονται άμεσα και κυττάρων που προετοιμάζονται για το μέλλον, ανάλογα με τη σοβαρότητα της μόλυνσης.

Κατανόηση της ανοσολογικής μνήμης Ο σωστός σχηματισμός επίμονης, μακρόβιας μνήμης Τ-κυττάρων είναι κρίσιμος για την ικανότητα ενός ατόμου να αποκρούει ασθένειες που κυμαίνονται από το κοινό κρυολόγημα έως τον COVID-19, έως τον καρκίνο. Από την σκοπιά της κοινωνικής και γνωστικής επιστήμης, η ευελιξία επιτρέπει στους ανθρώπους να προσαρμόζονται και να ανταποκρίνονται βέλτιστα σε αβέβαια και δυναμικά περιβάλλοντα. Ομοίως, για τα κύτταρα του ανοσοποιητικού που ανταποκρίνονται σε ένα παθογόνο, η ευελιξία στη λήψη αποφάσεων σχετικά με το αν θα γίνουν κύτταρα μνήμης μπορεί να επιτρέψει μεγαλύτερη ανταπόκριση σε μια εξελισσόμενη ανοσοποιητική πρόκληση. Τα κύτταρα μνήμης μπορούν να υποταξινομηθούν σε διαφορετικούς τύπους με διακριτά χαρακτηριστικά και ρόλους στην προστατευτική ανοσία. Είναι πιθανό η οδός όπου τα κύτταρα μνήμης αποκλίνουν νωρίς από τα τελεστικά κύτταρα και η οδός όπου τα κύτταρα μνήμης σχηματίζονται από τα τελεστικά κύτταρα αργότερα να δημιουργούν συγκεκριμένους υποτύπους κυττάρων μνήμης. Η μελέτη μας επικεντρώνεται στη μνήμη των Τ-κυττάρων στο πλαίσιο οξειών λοιμώξεων που το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να καθαρίσει με επιτυχία σε ημέρες, όπως το κρυολόγημα, η γρίπη ή η τροφική δηλητηρίαση. Αντίθετα, χρόνιες παθήσεις όπως ο HIV και ο καρκίνος απαιτούν επίμονες ανοσολογικές αποκρίσεις. Τα μακρόβια κύτταρα που μοιάζουν με μνήμη είναι κρίσιμα για αυτήν την επιμονή. Η ομάδα μας διερευνά εάν η λήψη αποφάσεων ευέλικτης μνήμης ισχύει επίσης για χρόνιες παθήσεις και εάν μπορούμε να αξιοποιήσουμε αυτή την ευελιξία για να βελτιώσουμε την ανοσοθεραπεία του καρκίνου. Η επίλυση της αβεβαιότητας σχετικά με το πώς και πότε σχηματίζονται τα κύτταρα μνήμης θα μπορούσε να βοηθήσει στη βελτίωση του σχεδιασμού των εμβολίων και των θεραπειών που ενισχύουν την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να παρέχει μακροπρόθεσμη προστασία από διάφορες μολυσματικές ασθένειες.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Δοκιμάζεται φάρμακο με βάση το LSD για την αντιμετώπιση της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής

Ορίστηκε από τον FDA ως πιθανή σημαντικής ανακάλυψης θεραπεία.

Εταιρεία βιοτεχνολογίας ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι φάρμακό της με βάση το LSD ορίστηκε από τον FDA ως πιθανή σημαντικής ανακάλυψης θεραπεία για την αντιμετώπισή της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής.

Το φάρμακο, MM120, πρέπει να περάσει από τη συνήθη διαδικασία έγκρισης του FDA που θα περιλάβει δοκιμές φάσης III.

Ο ερευνητής David Feifel, δήλωσε ότι το ότι το MM120 εμφάνισε γρήγορη και ισχυρή αποτελεσματικότητα που διατηρήθηκε για 12 εβδομάδες μετά από μια δόση είναι αξιοσημείωτο.

Η MindMed σκοπεύει να έχει συνάντηση ‘’τέλους φάσης 2’’ με τον FDA το πρώτο εξάμηνο του 2024 και να ξεκινήσει κλινικό πρόγραμμα φάσης 3 στο δεύτερο εξάμηνο του έτους.

Η MindMed ανακοίνωσε ότι η απόφαση να οριστεί το MM120 ως σημαντικής ανακάλυψης θεραπεία για τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή και τα στοιχεία διάρκειας από τη δοκιμή φάσης 2b παρέχουν περαιτέρω επικύρωση του σημαντικού δυνητικού ρόλου της αγωγής στην αντιμετώπιση της τεράστια ανάγκης σε ανθρώπους με τη διαταραχή.

Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι σε δοκιμή φάσης 2b, το MM120 ήταν γενικά καλά ανεκτό με ελαφρές έως μέτριες ανεπιθύμητες ενέργειες που ήταν παροδικές και συνέβησαν στην ημέρα λήψης.

Οι πιο συνήθεις από τις ανεπιθύμητες ενέργειες που συνέβησαν τουλάχιστον στο 10% των ομάδων υψηλής δόσης περιλάμβαναν ευφορία, άγχος, πονοκέφαλο, ζάλη, τρόμο, ναυτία, εμετό, μυδρίαση, υπεριδρωσία, παραισθήσεις, μη φυσιολογική σκέψη και παραισθησία.

Tα αποτελέσματα θα παρουσιαστούν τον Μάιο στο συνέδριο της American Psychiatric Association.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Έλληνες ερευνητές ανακαλύπτουν σημαντικά στοιχεία για τη λειτουργία των βλαστικών κυττάρων του εντέρου

Τι αναφέρει η μελέτη επιστημόνων από το ΙΤΕ, το ΕΚΠΑ και το Harvard που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature Communications.

Τα ενήλικα βλαστικά κύτταρα έχουν προσελκύσει μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον λόγω της ικανότητάς τους να αυτο-ανανεώνονται και να διαφοροποιούνται σε άλλους τύπους κυττάρων. Σε άρθρο που δημοσιεύεται στο υψηλής εμβέλειας περιοδικό Nature Communications, ερευνητές από το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ), το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), και το Πανεπιστήμιο Harvard στις ΗΠΑ, με επικεφαλής τον καθηγητή κ. Αριστείδη Ηλιόπουλο της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και τη μεταδιδακτορική ερευνήτρια Δρ. Ζωή Βενέτη του ΙΤΕ, αποκαλύπτουν έναν νέο μηχανισμό ρύθμισης του πολλαπλασιασμού και διαφοροποίησης των βλαστικών κυττάρων του εντέρου.

Η έρευνά τους αναδεικνύει τον σημαντικό ρόλο της επιγενετικής ρύθμισης ενός μικρού RNA κατά τη διαδικασία διαφοροποίησης των βλαστικών κυττάρων προς ώριμα εντεροκύτταρα. Οι επιγενετικές τροποποιήσεις επηρεάζουν την έκφραση των γονιδίων, χωρίς να αλλάζουν την αλληλουχία του DNA. Αποτελούν το αποτύπωμα παραγόντων όπως το περιβάλλον, ο τρόπος ζωής και η γήρανση στο DNA, αλλά είναι αναστρέψιμες. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ο εντερικός ιστός του γηρασμένου οργανισμού χαρακτηρίζεται από επιγενετική απορρύθμιση του μικρού RNA, οδηγώντας εντέλει σε απώλεια λειτουργίας των βλαστικών κυττάρων και χαλάρωση της κυτταρικής δομής του εντέρου.

Οι ερευνητές κατέληξαν στα σημαντικά συμπεράσματά τους αξιοποιώντας τεχνικές γονιδιακής σίγασης και γενετικής απαλοιφής, καθώς και τεχνολογίες γενετικής σήμανσης των βλαστικών κυττάρων του εντέρου της δροσόφιλας, ενός πειραματικού μοντέλου που εξακολουθεί να προσφέρει πρωτοποριακή έρευνα για την κατανόηση των βασικών βιολογικών μηχανισμών της ζωής. Μέσα από αναλύσεις βάσεων δεδομένων, έδειξαν επίσης ότι οι συγκεκριμένοι επιγενετικοί μηχανισμοί είναι εξελικτικά συντηρημένοι στον άνθρωπο. Τα αποτελέσματα της μελέτης θα μπορούσαν δυνητικά να αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη στοχευμένων θεραπειών εντερικών παθήσεων ή διατροφικών παρεμβάσεων για την επιβράδυνση της γήρανσης.

Στην έρευνα συμμετείχαν επίσης o Χρήστος Δελιδάκης καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης και Διευθυντής Ερευνών ΙΤΕ-ΙΜΒΒ, η Βιργινία Φασουλάκη, υποψήφια διδάκτορας (Παν. Κρήτης και ΙΤΕ-ΙΜΒΒ) και οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Harvard, Νικόλαος Καλαβρός και Ιωάννης Βλάχος.

Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από το Fondation Santé, το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών-Siemens, το Ίδρυμα Λάτση, το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) και τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας (ΓΓΕΚ).

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Επιστήμονες προειδοποιούν για υπεριατρικοποίηση της εμμηνόπαυσης και ζητούν μια νέα προσέγγιση ενδυνάμωσης των γυναικών

Την ανάγκη για μια νέα προσέγγιση της εμμηνόπαυσης που να προετοιμάζει και να υποστηρίζει καλύτερα τις γυναίκες, πέρα από τις ιατρικές θεραπείες, προκειμένου να τις ενδυναμώσει χρησιμοποιώντας υψηλής ποιότητας πληροφορίες σχετικά με τα συμπτώματα και τις θεραπείες και κλινική φροντίδα με ενσυναίσθηση, υπογραμμίζει μια σειρά τεσσάρων επιστημονικών άρθρων που δημοσιεύεται στο περιοδικό «The Lancet».

Οι ειδικοί κάνουν λόγο για υπεραπλουστευμένο αφήγημα της εμμηνόπαυσης ως προβλήματος υγείας που πρέπει να επιλυθεί με την αντικατάσταση των ορμονών, το οποίο όμως δεν βασίζεται σε στοιχεία και αποσπά την προσοχή από την ανάγκη για ουσιαστικές κοινωνικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η εμμηνόπαυση σε όλο τον κόσμο.

«Η λανθασμένη αντίληψη ότι η εμμηνόπαυση είναι πάντα ένα ιατρικό ζήτημα που προμηνύει σταθερά την πτώση της σωματικής και ψυχικής υγείας πρέπει να αμφισβητηθεί σε ολόκληρη την κοινωνία. Πολλές γυναίκες ζουν ικανοποιητικές ζωές κατά τη διάρκεια και μετά την εμμηνόπαυση, συμβάλλοντας στην εργασία, την οικογενειακή ζωή και την ευρύτερη κοινωνία. Η αλλαγή του αφηγήματος ώστε να θεωρηθεί η εμμηνόπαυση ως μέρος της υγιούς γήρανσης μπορεί να ενδυναμώσει καλύτερα τις γυναίκες να περιηγηθούν σε αυτό το στάδιο της ζωής και να μειώσει τον φόβο και την ανησυχία μεταξύ εκείνων που δεν έχουν βιώσει ακόμα την εμπειρία», επισημαίνει μία από τους συγγραφείς της σειράς άρθρων, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, Μάρθα Χίκεϊ.

Ενώ χαιρετίζουν την αύξηση της ευαισθητοποίησης για την εμμηνόπαυση, οι συγγραφείς των άρθρων εκφράζουν την ανησυχία για την τάση μέσων ενημέρωσης να εστιάζουν σε ακραίες αρνητικές εμπειρίες της εμμηνόπαυσης, παρουσιάζοντάς την ως μια ατυχή και οδυνηρή εμπειρία που προαναγγέλλει μια κρίσιμη κάμψη στην υγεία των γυναικών, η οποία μπορεί να λυθεί μόνο με ορμονική υποκατάσταση.

«Ενώ είναι βέβαιο ότι ορισμένες γυναίκες έχουν εξαιρετικά αρνητικές εμπειρίες από την εμμηνόπαυση και επωφελούνται από τις ορμονικές θεραπείες, αυτό δεν είναι όλη η εικόνα. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη και ποικίλη, με ορισμένες γυναίκες να αναφέρουν ουδέτερες εμπειρίες και άλλες να τονίζουν τις καλές πτυχές, όπως η απαλλαγή από την έμμηνο ρύση και τον πόνο της περιόδου», παρατηρεί η Λίντια Μπράουν από το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης.

Μια ανασκόπηση των στοιχείων σχετικά με τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης υπογραμμίζει ότι οι εξάψεις ή/και οι νυχτερινές εφιδρώσεις επηρεάζουν έως και το 80% των γυναικών, με το 38% να περιγράφει τα συμπτώματα μέτρια έως σοβαρά στην ηλικία των 50 ετών. Η πιο αποτελεσματική θεραπεία για τις εξάψεις και τις νυχτερινές εφιδρώσεις είναι η ορμονοθεραπεία. Η θεραπεία των εξάψεων μπορεί επίσης να βελτιώσει τον ύπνο και τη διάθεση και προλαμβάνει τα κατάγματα στα αδύναμα οστά.

«Εκτός από την ορμονοθεραπεία, οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να συζητούν πρόσθετους τρόπους διαχείρισης ορισμένων συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, όπως η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία για τις εξάψεις και τις νυχτερινές εφιδρώσεις, η οποία μπορεί επίσης να μειώσει το στρες και να βελτιώσει τον ύπνο και τη διάθεση. Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής που αφορούν στη διατροφή, το κάπνισμα και την άσκηση μπορούν επιπλέον να ωφελήσουν τον ύπνο και τη διάθεση και να βελτιώσουν τη μακροπρόθεσμη υγεία», σημειώνει η καθηγήτρια από το King’s College του Λονδίνου, Μάιρα Χάντερ.

Εξάλλου, υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η εμμηνόπαυση σχετίζεται με κακή ψυχική υγεία, ωστόσο μια ανασκόπηση δώδεκα μελετών που δημοσιεύθηκε στο πλαίσιο της σειράς, δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο.

Την ίδια ώρα, επισημαίνεται ότι ορισμένες ομάδες γυναικών, όπως εκείνες που εμφανίζουν πρόωρη εμμηνόπαυση ή εμμηνόπαυση που προκαλείται από τη θεραπεία του καρκίνου, συχνά δεν λαμβάνουν τη βέλτιστη δυνατή φροντίδα. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι οι γυναίκες που εισέρχονται πρόωρα στην εμμηνόπαυση μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων και οστεοπόρωσης.

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι μια αλλαγή στο αφήγημα, ώστε να θεωρηθεί η εμμηνόπαυση ως μέρος της υγιούς γήρανσης, θα μειώσει το στίγμα και την υπερβολική ιατρικοποίηση, ενδυναμώνοντας τις γυναίκες να περιηγηθούν σε αυτό το στάδιο της ζωής. Καλούν τους επαγγελματίες υγείας, τους ερευνητές, τους χώρους εργασίας και την ευρύτερη κοινωνία να στηρίξουν την ενδυνάμωση των γυναικών κατά την εμμηνόπαυση. Επίσης, οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης μπορούν να στηρίξουν τις ασθενείς τους, παρέχοντας ισορροπημένες και συνεπείς πληροφορίες σχετικά με τα συμπτώματα και τις θεραπευτικές επιλογές.

 

 

Πηγη: https://healthmag.gr/

Πρόβλεψη Alzheimer έως 7 χρόνια νωρίτερα με τεχνητή νοημοσύνη [μελέτη]

Ερευνητές του UC San Francisco ανακάλυψαν τρόπο να προβλέπουν τη νόσο Alzheimer έως 7 χρόνια πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων αναλύοντας με μηχανική μάθηση αρχεία ασθενών.

Οι καταστάσεις που επηρέαζαν περισσότερο την πρόβλεψη της νόσου Alzheimer ήταν η υψηλή χοληστερόλη και στις γυναίκες η οστεοπόρωση.

Η παρούσα έρευνα δείχνει πόσο υποσχόμενη είναι η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στον εντοπισμό μοτίβων σε κλινικά στοιχεία που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να σαρωθούν μεγαλύτερες βάσεις γενετικών δεδομένων για να διαπιστωθεί η αιτία του κινδύνου.

Η ισχύς αυτής της μεθόδου τεχνητής νοημοσύνης προέρχεται από τον εντοπισμό του κινδύνου με βάση συνδυασμούς νόσων.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τη βάση δεδομένων του UCSF με στοιχεία 5 εκατομμυρίων ασθενών για να εξετάσουν συννοσηρότητες σε ασθενείς με Alzheimer έναντι ανθρώπων χωρίς τη νόσο.

Διαπίστωσαν ότι μπορούσαν να εντοπίσουν με 72% προγνωστική ισχύ ποιος θα εμφάνιζε τη νόσο Alzheimer, έως 7 χρόνια πριν.

Αρκετοί παράγοντες, όπως υπέρταση, υψηλή χοληστερόλη και έλλειψη βιταμίνης D ήταν προγνωστικοί σε άντρες και γυναίκες.

Η στυτική δυσλειτουργία και η υπερπλασία του προστάτη ήταν προγνωστικοί παράγοντες στους άντρες. Στις γυναίκες η οστεοπόρωση ήταν ιδιαίτερα σημαντικός προγνωστικός παράγοντας. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες όσες έχουν οστεοπόρωση θα εμφανίσουν Alzheimer.

Όπως εξηγούν οι ερευνητές, είναι ο συνδυασμός νόσων αυτός που επιτρέπει ατο μοντέλο να προβλέψει την έναρξη της νόσου Alzheimer.

Το εύρημα ότι η οστεοπόρωση είναι ένας προγνωστικός παράγοντας για τις γυναίκες υπογραμμίζει τη βιολογική αλληλεπίδραση μεταξύ υγείας των οστών και κινδύνου για άνοια.

Για να κατανοήσουν τη βιολογία πίσω από την προγνωστική δύναμη του μοντέλου, οι ερευνητές στράφηκαν σε μοριακές βάσεις δεδομένων και ένα εργαλείο που αναπτύχθηκε στο UCSF, που ονομάζεται SPOKE (Scalable Precision Medicine Oriented Knowledge Engine), το οποίο αναπτύχθηκε στο εργαστήριο του καθηγητή Sergio Baranzini.

Το SPOKE είναι μια βάση δεδομένων βάσεων δεδομένων που οι ερευνητές μπορούν να χρησιμοποιούν για τον εντοπισμό μοτίβων και πιθανών μοριακών στόχων για θεραπεία. Εντόπισε τη γνωστή σχέση μεταξύ  Alzheimer και υψηλής χοληστερόλης μέσω ποικιλομορφίας του γονιδίου APOE4. Όμως όταν συνδυάστηκε με βάσεις γενετικών δεδομένων εντόπισε επίσης σχέση μεταξύ οστεοπόρωσης και Alzheimer στις γυναίκες μέσω ποικιλομορφίας στο γονίδιο MS4A6A.

Οι ερευνητές ελπίζουν ότι τελικά η μέθοδος θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί με άλλες νόσους που είναι δύσκολο να διαγνωστούν, όπως λύκος και ενδομητρίωση.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο Nature Aging.

Πηγές:
Nature Aging.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Η έλλειψη ύπνου μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για σακχαρώδη διαβήτη στις γυναίκες

Αποτελέσματα πρόσφατης ερευνητικής μελέτης
Σύμφωνα με πρόσφατη ερευνητική μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο έγκριτο
διεθνές επιστημονικό περιοδικό Diabetes Care, ο χρόνιος ανεπαρκής ύπνος στις γυναίκες μειώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη. Οι Καθηγήτριες της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου και Θεοδώρα Ψαλτοπούλου παρουσιάζουν τα κύρια σημεία της μελέτης αυτής. Για τη μελέτη επιλέχθηκαν γυναίκες (ηλικίας 20-75 ετών) χωρίς καρδιομεταβολικά νοσήματα και με χρόνο ύπνου 7-9 ώρες τη νύχτα. Πρόκειται για τυχαιοποιημένη, διασταυρούμενη μελέτη με δύο φάσεις 6 εβδομάδων: διατήρηση επαρκούς ύπνου και 1,5 ώρα περιορισμό ύπνου ανά νύχτα. Συμμετείχαν 38 γυναίκες, 27 προεμμηνοπαυσιακές και 11 μετεμμηνοπαυσιακές. Η στατιστική ανάλυση έδειξε ότι ο συνολικός χρόνος ύπνου μειώθηκε κατά 1,34 ± 0,04 ώρες/νύχτα στη φάση του περιορισμού. Οι τιμές ινσουλίνης νηστείας και αντίστασης στην ινσουλίνη αυξήθηκαν με τον περιορισμό ύπνου έναντι του επαρκούς ύπνου. Οι επιδράσεις ήταν πιο έντονες στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η αλλαγή στη σύσταση του λίπους δεν μεσολάβησε στις επιδράσεις αυτές. Συμπερασματικά, η μελέτη κατέδειξε ότι η μείωση της διάρκειας ύπνου σε 6,2 ώρες/νύχτα, που αντικατοπτρίζει τη διάμεση διάρκεια ύπνου των ενηλίκων στις ΗΠΑ, για 6 εβδομάδες μειώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη ανεξάρτητα από την παχυσαρκία. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν τον ανεπαρκή ύπνο ως τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για την αντίσταση στην ινσουλίνη και την εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη στις γυναίκες.Λόγω του μεγάλου επιπολασμού προδιαβήτη και διαβήτη σε αναπτυγμένες χώρες όπως στις Ευρωπαϊκές, η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτεί παρεμβάσεις στον πληθυσμό αυτό όπως η “Care4Diabetes (C4D): Reducing the burden of non-communicable diseases by providing a multidisciplinary lifestyle treatment intervention for type 2 diabetes”. Η Ευρωπαϊκή αυτή κοινή δράση «Φροντίδα για το Διαβήτη» στοχεύει στη βελτίωση της υγείας των πολιτών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω προγραμμάτων που εστιάζουν στην αλλαγή του τρόπου ζωής και συγκεκριμένα στη διατροφή, στην άσκηση, στον ύπνο και στη διαχείριση του καθημερινού στρες. Ξεκίνησε το Φεβρουάριο 2023, έχει διάρκεια 36 μηνών και συμμετέχουν συνολικά 12 χώρες. Στην Ελλάδα αρμόδιος φορέας είναι η 1η Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής σε συνεργασία με τη Θεραπευτική Κλινική ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο Αλεξάνδρα.

 

 

Πηγη:HealthDaily

Επιπλοκές στην εγχείρηση από φάρμακα που προκαλούν απώλεια βάρους [μελέτη]

Σε έρευνα, περίπου το 56% ανθρώπων που λάμβαναν αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 είχαν σημαντική ποσότητα τροφής στο στομάχι τους την ώρα της εγχείρησης.

Φάρμακα που οδηγούν σε απώλεια βάρους, όπως η σεμαγλουτίδη, μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο να κάνει κάποιος εμετό κατά τη διάρκεια της εγχείρησής του ενώ βρίσκεται υπό αναισθησία, αναφέρει νέα έρευνα.

Οι άνθρωποι είναι νηστικοί πριν την εγχείρηση, επειδή η γενική αναισθησία μπορεί να φέρει ναυτία και να πνιγούν από τον εμετό τους.

Μέρος της λειτουργίας των αγωνιστών του υποδοχέα GLP-1 συμβάλλει στην απώλεια βάρους επιβραδύνοντας τη διαδικασία της πέψης. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται περισσότερο χρόνο η τροφή να περάσει από το στομάχι.

Στην έρευνα, περίπου το 56% ανθρώπων που λάμβαναν τέτοιο φάρμακο είχαν σημαντική ποσότητα τροφής στο στομάχι τους την ώρα της εγχείρησης, όπως έδειξε υπερηχογράφημα, ανέφεραν ερευνητές στο περιοδικό JAMA Surgery.

Συγκριτικά, μόνο το 19% ανθρώπων που δεν λάμβαναν τέτοιο φάρμακο είχαν τροφή στο στομάχι μετά από προεγχειρητική νηστεία.

Οι ερευνητές υπέβαλαν σε υπερηχογράφημα 120 ασθενείς που θα εγχειρίζονταν, μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου 2023.

Γενικά, η χρήση αγωνιστών του υποδοχέα GLP-1 συνδεόταν με σχεδόν 31% εμφάνιση αυξημένων υπολειμμάτων τροφών στο στομάχι ασθενών παρά τη νηστεία πριν την εγχείρηση.

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνουν τον χειρουργό και τον αναισθησιολόγο τους σε περίπτωση που χρησιμοποιούν τέτοιο φάρμακο.

Πηγές:
JAMA Surgery.

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Τα μικροπλαστικά μπορεί να προκαλούν καρκινικές μεταστάσεις

Ακολουθούν τα κύτταρα κατά τη διάρκεια της διαίρεσής τους. Τι καταγράφει μελέτη Aυστριακών ερευνητών στο επιστημονικό περιοδικό “Chemosphere”.

Οι επιστήμονες βλέπουν σημάδια “χρόνιας τοξικότητας” από τα μικροπλαστικά. Εκτιμούν μάλιστα ότι η εβδομαδιαία πρόσληψη πλαστικών σωματιδίων φτάνει τα πέντε γραμμάρια. Αυτό ισοδυναμεί περίπου με το βάρος μιας πιστωτικής κάρτας. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται στον οργανισμό είναι ακόμη σε μεγάλο βαθμό άγνωστος.

Μια ομάδα ερευνητών από την Αυστρία ανέφερε στο περιοδικό “Chemosphere” στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα μικροσωματίδια μπορούν να μεταβιβαστούν ακόμη και κατά τη διάρκεια της κυτταρικής διαίρεσης και ενδεχομένως να ευνοήσουν την εξάπλωση του καρκίνου.

Στο πλαίσιο ενός έργου που υποστηρίζεται από τον “Αυστριακό Οργανισμό Προώθησης Έρευνας FFG”, η ομάδα με επικεφαλής τη Verena Pichler από το Τμήμα Φαρμακευτικής Χημείας του Πανεπιστημίου της Βιέννης και την CBmed GmbH στο Γκρατς και τον Lukas Kenner, ο οποίος εργάζεται επίσης στο Ιατρικό Πανεπιστήμιο της Βιέννης, διερεύνησε ίχνη μικρο- και νανοπλαστικών σωματιδίων (εν συντομία MNPs) στον οργανισμό.

Το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στον γαστρεντερικό σωλήνα, όπου συχνά καταλήγουν τα καταπονημένα πλαστικά σωματίδια. Ένα από τα βασικά ερωτήματα εδώ είναι αν, για πόσο χρονικό διάστημα και σε ποια ποσότητα μπορούν δυνητικά να παραμείνουν εκεί και ποιες συνέπειες έχει αυτό.

Για το σκοπό αυτό, οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν σε τέσσερις τύπους κυττάρων που εμφανίζονται σε όγκους του παχέος εντέρου στους ανθρώπους. Στη συνέχεια, η ομάδα εξέθεσε αυτές τις διαφορετικές κυτταρικές σειρές σε πλαστικά σωματίδια διαφόρων μεγεθών, όπως αναφέρεται στην εργασία.

Υπήρχαν ήδη ενδείξεις από άλλες μελέτες ότι τα πολύ μικρά σωματίδια με διάμετρο μικρότερη από δύο ή ένα μικρόμετρο – από το τελευταίο εύρος και μετά αναφέρονται ήδη ως νανοπλαστικά – μπορούν να διεισδύσουν καλά στα κύτταρα, εξήγησε η Pichler στο Αυστριακό Πρακτορείο Ειδήσεων. Η μελέτη της έδειξε επίσης ότι τα MNPs, όπως και άλλα απόβλητα στο σώμα, απορροφώνται από μικροσκοπικά “όργανα” μέσα στα κύτταρα – τα λυσοσώματα.

Αυτά τα λεγόμενα οργανίδια είναι στην πραγματικότητα υπεύθυνα για τη διάσπαση των ξένων σωμάτων.

Για την Pichler, ήταν “ελάχιστα περίεργο” το γεγονός ότι τόσο μικρά σωματίδια μπορούσαν τόσο εύκολα να ενσωματωθούν στα κύτταρα. Η ερευνήτρια προέρχεται από τον τομέα του σχεδιασμού ιατρικών φαρμάκων, όπου η προσέγγιση της χρήσης νανοσωματιδίων για τη στόχευση φαρμάκων στα κύτταρα επιδιώκεται εδώ και αρκετό καιρό.

Επομένως, το γιατί τα νανοπλαστικά και τα νανοσωματίδια θα πρέπει να διαφέρουν εδώ δεν είναι απαραίτητα προφανές. Αυτό ισχύει και για το γεγονός ότι οι δύο τομείς έρευνας σε αυτόν τον τομέα προς το παρόν ακόμη ελάχιστα ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους, καθώς το θέμα “μικροπλαστικά στην ανθρώπινη υγεία” προωθείται μόλις εδώ και περίπου πέντε χρόνια, λέει η Pichler.

Κατά συνέπεια, η επιστήμονας και οι συνάδελφοί της περιγράφουν τώρα “για πρώτη φορά” ότι το πλαστικό μπορεί να περάσει ακόμη και στα νεοσύστατα κύτταρα κατά τη διάρκεια της κυτταρικής διαίρεσης. Λόγω της υψηλής πρόσληψης και του μεγάλου χρόνου παραμονής στον εξεταζόμενο ιστό, “τα εξεταζόμενα σωματίδια πληρούν δύο από τα τρία χαρακτηριστικά στην τοξικολογία που ταξινομούνται ως ουσίες που προκαλούν ανησυχία σύμφωνα με τον κανονισμό REACH της ΕΕ για τα χημικά προϊόντα”, λέει η νευροχημικός.

Επιπλέον, η ομάδα διαπίστωσε τις πρώτες ενδείξεις ότι τα καρκινικά κύτταρα που έχουν επιμολυνθεί με πλαστικό μπορούν να μεταναστεύσουν ευκολότερα στο σώμα και έτσι να βοηθήσουν ουσιαστικά στη δημιουργία καρκινικών μεταστάσεων.

Τα πρώτα εργαστηριακά δεδομένα από τις επακόλουθες έρευνες υποστηρίζουν την υπόθεση ότι η φύση των κυττάρων αλλάζει ελαφρώς. Τα διεισδυτικά ή παγιδευμένα πλαστικά σωματίδια φαίνεται να κάνουν το εξωτερικό δέρμα των κυττάρων – την κυτταρική μεμβράνη – λιγότερο σταθερό. Αυτό με τη σειρά του δυσχεραίνει τη συγκόλληση των κυττάρων και διευκολύνει τα καρκινικά κύτταρα να “κολυμπούν ελεύθερα” στο σώμα, εξήγησε η Pichler.

“Δεδομένης της πανταχού παρουσίας των πλαστικών στο περιβάλλον και της επίμονης έκθεσης ακόμη και των ανθρώπων στα μικρότερα πλαστικά σωματίδια, απαιτούνται επειγόντως περαιτέρω μελέτες για τη διερεύνηση ιδίως των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων”, δήλωσε ο Kenner. Για την Pichler, ενόψει των ευρημάτων, “μπορεί να θεωρηθεί ότι το MNP έχει χρόνια τοξικότητα”.

 

 

πΗΓΗ: https://www.iatronet.gr/

Η εμμηνόπαυση δεν είναι πάντα ιατρικό ζήτημα: Τι επισημαίνουν επιστήμονες

Την ανάγκη για μια νέα προσέγγιση της εμμηνόπαυσης που να προετοιμάζει και να υποστηρίζει καλύτερα τις γυναίκες, πέρα από τις ιατρικές θεραπείες, προκειμένου να τις ενδυναμώσει χρησιμοποιώντας υψηλής ποιότητας πληροφορίες σχετικά με τα συμπτώματα και τις θεραπείες και κλινική φροντίδα με ενσυναίσθηση, υπογραμμίζει μια σειρά τεσσάρων επιστημονικών άρθρων που δημοσιεύεται στο περιοδικό «The Lancet».

Οι ειδικοί κάνουν λόγο για υπεραπλουστευμένο αφήγημα της εμμηνόπαυσης ως προβλήματος υγείας που πρέπει να επιλυθεί με την αντικατάσταση των ορμονών, το οποίο όμως δεν βασίζεται σε στοιχεία και αποσπά την προσοχή από την ανάγκη για ουσιαστικές κοινωνικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η εμμηνόπαυση σε όλο τον κόσμο.

«Η λανθασμένη αντίληψη ότι η εμμηνόπαυση είναι πάντα ένα ιατρικό ζήτημα που προμηνύει σταθερά την πτώση της σωματικής και ψυχικής υγείας πρέπει να αμφισβητηθεί σε ολόκληρη την κοινωνία. Πολλές γυναίκες ζουν ικανοποιητικές ζωές κατά τη διάρκεια και μετά την εμμηνόπαυση, συμβάλλοντας στην εργασία, την οικογενειακή ζωή και την ευρύτερη κοινωνία. Η αλλαγή του αφηγήματος ώστε να θεωρηθεί η εμμηνόπαυση ως μέρος της υγιούς γήρανσης μπορεί να ενδυναμώσει καλύτερα τις γυναίκες να περιηγηθούν σε αυτό το στάδιο της ζωής και να μειώσει τον φόβο και την ανησυχία μεταξύ εκείνων που δεν έχουν βιώσει ακόμα την εμπειρία», επισημαίνει μία από τους συγγραφείς της σειράς άρθρων, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, Μάρθα Χίκεϊ.

Ενώ χαιρετίζουν την αύξηση της ευαισθητοποίησης για την εμμηνόπαυση, οι συγγραφείς των άρθρων εκφράζουν την ανησυχία για την τάση μέσων ενημέρωσης να εστιάζουν σε ακραίες αρνητικές εμπειρίες της εμμηνόπαυσης, παρουσιάζοντάς την ως μια ατυχή και οδυνηρή εμπειρία που προαναγγέλλει μια κρίσιμη κάμψη στην υγεία των γυναικών, η οποία μπορεί να λυθεί μόνο με ορμονική υποκατάσταση.

«Ενώ είναι βέβαιο ότι ορισμένες γυναίκες έχουν εξαιρετικά αρνητικές εμπειρίες από την εμμηνόπαυση και επωφελούνται από τις ορμονικές θεραπείες, αυτό δεν είναι όλη η εικόνα. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη και ποικίλη, με ορισμένες γυναίκες να αναφέρουν ουδέτερες εμπειρίες και άλλες να τονίζουν τις καλές πτυχές, όπως η απαλλαγή από την έμμηνο ρύση και τον πόνο της περιόδου», παρατηρεί η Λίντια Μπράουν από το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης.

Μια ανασκόπηση των στοιχείων σχετικά με τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης υπογραμμίζει ότι οι εξάψεις ή/και οι νυχτερινές εφιδρώσεις επηρεάζουν έως και το 80% των γυναικών, με το 38% να περιγράφει τα συμπτώματα μέτρια έως σοβαρά στην ηλικία των 50 ετών. Η πιο αποτελεσματική θεραπεία για τις εξάψεις και τις νυχτερινές εφιδρώσεις είναι η ορμονοθεραπεία. Η θεραπεία των εξάψεων μπορεί επίσης να βελτιώσει τον ύπνο και τη διάθεση και προλαμβάνει τα κατάγματα στα αδύναμα οστά.

«Εκτός από την ορμονοθεραπεία, οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να συζητούν πρόσθετους τρόπους διαχείρισης ορισμένων συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, όπως η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία για τις εξάψεις και τις νυχτερινές εφιδρώσεις, η οποία μπορεί επίσης να μειώσει το στρες και να βελτιώσει τον ύπνο και τη διάθεση. Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής που αφορούν στη διατροφή, το κάπνισμα και την άσκηση μπορούν επιπλέον να ωφελήσουν τον ύπνο και τη διάθεση και να βελτιώσουν τη μακροπρόθεσμη υγεία», σημειώνει η καθηγήτρια από το King’s College του Λονδίνου, Μάιρα Χάντερ.

Εξάλλου, υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η εμμηνόπαυση σχετίζεται με κακή ψυχική υγεία, ωστόσο μια ανασκόπηση δώδεκα μελετών που δημοσιεύθηκε στο πλαίσιο της σειράς, δεν επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο.

Την ίδια ώρα, επισημαίνεται ότι ορισμένες ομάδες γυναικών, όπως εκείνες που εμφανίζουν πρόωρη εμμηνόπαυση ή εμμηνόπαυση που προκαλείται από τη θεραπεία του καρκίνου, συχνά δεν λαμβάνουν τη βέλτιστη δυνατή φροντίδα. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι οι γυναίκες που εισέρχονται πρόωρα στην εμμηνόπαυση μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων και οστεοπόρωσης.

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι μια αλλαγή στο αφήγημα, ώστε να θεωρηθεί η εμμηνόπαυση ως μέρος της υγιούς γήρανσης, θα μειώσει το στίγμα και την υπερβολική ιατρικοποίηση, ενδυναμώνοντας τις γυναίκες να περιηγηθούν σε αυτό το στάδιο της ζωής. Καλούν τους επαγγελματίες υγείας, τους ερευνητές, τους χώρους εργασίας και την ευρύτερη κοινωνία να στηρίξουν την ενδυνάμωση των γυναικών κατά την εμμηνόπαυση. Επίσης, οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης μπορούν να στηρίξουν τις ασθενείς τους, παρέχοντας ισορροπημένες και συνεπείς πληροφορίες σχετικά με τα συμπτώματα και τις θεραπευτικές επιλογές.

Από το ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

Πηγη:https://www.onmed.gr/

Μοναδική θεραπεία ίασης στην πλειονότητα των κακοήθων αιματολογικών νόσων η μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων

Μοναδική θεραπεία ίασης στην πλειονότητα των περιπτώσεων κακοήθων αιματολογικών νόσων αποτελεί η μεταμόσχευση μυελού των οστών ή αιμοποιητικών κυττάρων, όπως λέγεται πλέον, η οποία έχει ενδείξεις όχι μόνο για κακοήθεις αλλά και για καλοήθεις νόσους του αίματος. Αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στη θεραπεία παιδιών και ενηλίκων με αιματολογικά νοσήματα και είναι η μοναδική μεταμόσχευση στην οποία η ανοσοκατασταλτική θεραπεία μπορεί να διακοπεί, σύμφωνα με τις ενδείξεις.

Τα κύρια νοσήματα για τα οποία ενδείκνυται είναι οι οξείες λευχαιμίες, όπως η οξεία μυελογενής λευχαιμία και η οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία, νοσήματα όπως είναι τα μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα για τους ενήλικες και η απλαστική αναιμία για νεαρότερους ασθενείς. Επίσης έχει περιορισμένη εφαρμογή σε επιλεγμένο πληθυσμό, κυρίως παιδικής ηλικίας, που έχει αιμοσφαιρινοπάθειες.

Τα παραπάνω επισημαίνει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η επίκουρη καθηγήτρια Αιματολογίας στο ΑΠΘ Ελένη Γαβριηλάκη, η οποία θα είναι μία εκ των ομιλητών/τριων στην ημερίδα, με θέμα «Εθελοντισμός και μεταμόσχευση μυελού των οστών», που διοργανώνει η Αντιδημαρχία Κοινωνικής Πολιτικής, Αλληλεγγύης και Πρόνοιας του Δήμου Θεσσαλονίκης, από κοινού με τη φοιτητική οργάνωση Θεσσαλονίκης MedAction, την ερχόμενη Κυριακή 3 Μαρτίου, στις 11πμ, στην αίθουσα Μ. Ανδρόνικος του Δημαρχιακού Μεγάρου Θεσσαλονίκης.

Παράλληλα δίνει ένα μήνυμα υπέρ της εθελοντικής αιμοδοσίας και της δωρεάς αιμοποιητικών κυττάρων -και όχι μόνο- σημειώνοντας ότι η αξία της δωρεάς και της προσφοράς πρέπει να εμφυσηθεί από την παιδική ηλικία.

«Η μεταμόσχευση μυελού των οστών ή αιμοποιητικών κυττάρων, όπως λέγεται πλέον, έχει πολλές ενδείξεις- κυρίως για αιματολογικές κακοήθειες αλλά και για άλλες αιματολογικές παθήσεις που θεωρούνται καλοήθεις. Κύρια νοσήματα για τα οποία έχει ένδειξη είναι οι οξείες λευχαιμίες (η οξεία μυελογενής, η οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία) και άλλα νοσήματα, όπως είναι τα μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα για τους ενήλικες και η απλαστική αναιμία για νεαρότερους ασθενείς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι η μοναδική θεραπεία ίασης για την κάθε νόσο. Επομένως αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο στη θεραπεία των ασθενών με αιματολογικά νοσήματα, τόσο παιδιών όσο και ενηλίκων» σημειώνει η κ. Γαβριηλάκη.

Αναφερόμενη, δε, στις περιπτώσεις ασθενών με αιμοσφαιρινοπάθειες επισημαίνει: «Η αλλογενής μεταμόσχευση έχει εφαρμογή σε αυτά τα νοσήματα, ωστόσο εφαρμόζεται σε πάρα πολύ καλά επιλεγμένο πληθυσμό ασθενών και κυρίως στην παιδική ηλικία. Επομένως είναι περιορισμένη η εφαρμογή της σε αυτά τα νοσήματα. Οι ενδείξεις γενικά της μεταμόσχευσης βρίσκονται υπό συνεχή αξιολόγηση, δεδομένης και της αύξησης των στοχευμένων θεραπειών που έχουμε και των κυτταρικών θεραπειών. Επομένως, πάντα, από τις διεθνείς ομάδες υπολογίζεται το όφελος και ο αντίστοιχος κίνδυνος της μεταμόσχευσης, ανάλογα και με τον δότη. Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι ότι με τη βελτίωση των τεχνικών της μεταμόσχευσης, τα τελευταία χρόνια, έχουμε πλέον επεκτείνει και τον πληθυσμό των ασθενών που θεωρούνται κατάλληλοι για μεταμόσχευση. Παλαιότερα ήταν μια πιο τοξική, πιο δύσκολη διαδικασία, ενώ πλέον έχουμε νεότερες τεχνικές, που μπορούμε με αυτόν τον τρόπο να κάνουμε μεταμόσχευση και σε ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας ή σε ασθενείς με συννοσηρότητες».

Η κ. Γαβριηλάκη σημειώνει ότι πριν από τη μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων εφαρμόζεται στον ασθενή ένα σχήμα προετοιμασίας, που περιλαμβάνει χημειοθεραπεία ή ακτινοβολία, προκειμένου αυτό να επιτεθεί εναντίον της νόσου και στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας και τη δράση του αλλογενούς μοσχεύματος, να συνεχιστεί διά βίου αυτή η επίθεση.

«Η μεταμόσχευση είναι μια βαριά ανοσοκατασταλτική θεραπεία γιατί στη συνέχεια γίνονται διάφοροι θεραπευτικοί χειρισμοί ώστε να επιτευχθεί η ισορροπία μεταξύ του οργανισμού και του μοσχεύματος. Επιπλέον χρειάζεται κάποιος χρόνος για να εκπαιδευτεί το μόσχευμα ώστε να δρα στην άμυνα του οργανισμού, όπως δρούσαν τα κύτταρα του ίδιου του ασθενούς. Η μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων είναι η μοναδική μεταμόσχευση, στην οποία η ανοσοκατασταλτική θεραπεία μπορεί να διακοπεί, σύμφωνα φυσικά με τις ενδείξεις και πάντα με στόχο να επιτευχθεί αυτή η ισορροπία».

Στο ερώτημα τι πιθανότητες έχει κάποιος δότης να βρεθεί συμβατός, η κ. Γαβριηλάκη απαντά: «Ουσιαστικά αυτό δεν μπορούμε να το προβλέψουμε. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι υπάρχουν μαθηματικά μοντέλα που μας δείχνουν ότι αν έχουμε έναν σημαντικό αριθμό δοτών στην Ελλάδα θα έχουμε πάρα πολύ υψηλές πιθανότητες να βρίσκουμε Έλληνα δότη για κάθε Έλληνα ασθενή. Ουσιαστικά, οι πιθανότητες έχουν σχέση με την καταγωγή μας. Επομένως ένας Έλληνας δότης είναι αρκετά πιθανόν να βρεθεί συμβατός με ένα Έλληνα ασθενή ή έναν άλλον ασθενή καυκάσιας καταγωγής. Θεωρείται ότι, κατά μέσο όρο, θέλουμε κάθε δότης να είναι στη δεξαμενή τουλάχιστον 10 χρόνια, για να υπάρχει η πιθανότητα να βρεθεί συμβατός με κάποιον ασθενή. Δηλαδή, αν σήμερα κάποιος δηλώσει δότης είναι πιθανόν μέσα στα επόμενα 10 χρόνια να βρεθεί συμβατός με κάποιον ασθενή στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, γιατί ουσιαστικά εντάσσεται και στην παγκόσμια δεξαμενή δοτών. Βέβαια, είναι σημαντικό να πούμε ότι όταν βρεθεί, αν βρεθεί, κάποιος συμβατός δότης, τότε ενημερώνεται ξανά από το μεταμοσχευτικό κέντρο που είναι κοντά του, το οποίο θα κάνει και τη συλλογή, και τότε μπορεί να συζητήσει όποιες λεπτομέρειες θέλει για τη διαδικασία και οποιεσδήποτε ανησυχίες έχει. Τότε αξιολογείται και ο δότης, κυρίως αν είναι ασφαλές γι’ αυτόν να δώσει και μετά αν έχει κάποιο νόσημα που μπορεί τυχόν να τον αποκλείει από δότη».

Η κ. Γαβριηλάκη σημειώνει ότι από την ηλικία των 18 ετών μπορεί να γίνει κάποιος δότης και ότι ενώ ως ανώτατο όριο θεωρούνται τα 45 έτη, αυτό το όριο δεν είναι απόλυτο καθώς ο δότης παραμένει στη δεξαμενή για μία δεκαετία και επομένως, στην περίπτωση αυτή, μπορεί να μείνει μέχρι τα 55 έτη. Ωστόσο υπάρχει και το ενδεχόμενο να γίνει δότης και κάποιος ηλικίας 70 ετών εφόσον έχει ασθενή αδελφό, με τον οποίο είναι συμβατός.

 

 

Πηγη: ΑΠΕ-ΜΠΕ