«Τοξικό» για το σώμα το μπλε φως από λάμπες LED, κινητά – Ποιο είναι το αντίδοτο

Τα ευρήματα νέας μελέτης για τις επιδράσεις του στα ανθρώπινα κύτταρα. Πώς αντισταθμίζεται ο κίνδυνος.

Η συνεχής έκθεση στο μπλε φως που εκπέμπουν οι λάμπες LED και τα κινητά, μπορεί να είναι «τοξική» για το σώμα μας, αναφέρουν επιστήμονες από τη Βρετανία.

Σε μελέτη που πραγματοποίησαν διαπίστωσαν ότι το μπλε φάσμα του φωτός διαταράσσει φυσιολογικές λειτουργίες των κυττάρων, απορρυθμίζοντας τη γλυκόζη (σάκχαρο) αίματος.

Η γλυκόζη είναι η τροφή του εγκεφάλου και πηγή ενέργειας. Η απορρύθμισή της μπορεί να οδηγήσει στον σακχαρώδη διαβήτη και να κόψει χρόνια από τη ζωή, λένε οι ερευνητές.

«Το φως του ήλιου έχει ισορροπία μεταξύ του μπλε και του κόκκινου φωτός. Ζούμε, όμως, σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το μπλε φως. Αν και δεν το βλέπουμε, οι λαμπτήρες LED εκπέμπουν κυρίως μπλε φως και ελάχιστο κόκκινο», δήλωσε ο επιβλέπων ερευνητής Dr. Glen Jeffery, καθηγητής Νευροεπιστήμης στο University College του Λονδίνου (UCL).

Ωστόσο, η μακροχρόνια έκθεση στο μπλε φως «είναι τοξική χωρίς το κόκκινο», πρόσθεσε. «Και αυτό, διότι έχει σοβαρές επιπτώσεις στην φυσιολογία του σώματος. Μπορεί να διαταράξει το σάκχαρο του αίματος με τρόπο που μακροπρόθεσμα οδηγεί στον διαβήτη και μειώνει το προσδόκιμο επιβιώσεως».

Ο Dr. Jeffery εξήγησε πως ανάλογος κίνδυνος δεν υπήρχε πριν από την δεκαετία του 1990, όταν υπήρχαν μόνο οι λάμπες πυρακτώσεως. Οι παλαιού τύπου λάμπες είχαν ισορροπία μπλε και κόκκινου φωτός παρόμοια με αυτή του ήλιου.

«Σε έναν γηράσκοντα πληθυσμό όπως ο σύγχρονος, η αλλαγή στις λάμπες LED είναι μία δυνητική ωρολογιακή βόμβα για την υγεία», τόνισε.

Ωστόσο τα καλά νέα είναι ότι τον κίνδυνο μπορεί να αποσοβήσει εν μέρει η έκθεση στο φως του ήλιου, επισήμανε.

Επιπτώσεις στα μιτοχόνδρια

Ο Dr. Jeffery και οι συνεργάτες του κατέληξαν στα συμπεράσματα αυτά σε μελέτη με 30 υγιείς εθελοντές. Όπως αναφέρουν στην ιατρική επιθεώρηση Journal of Biophotonics, τα επίπεδα του σακχάρου τους παρουσίαζαν σημαντική διαφορά όταν τους εξέθεταν σε κόκκινο φως.

Η υπερβολική έκθεση στο μπλε φως διαταράσσει τα μιτοχόνδρια, γράφουν. Τα μιτοχόνδρια είναι δομές στο εσωτερικό των κυττάρων οι οποίες παράγουν την ενέργεια που χρειάζονται για τις λειτουργίες τους.

Η διαταραχή στη λειτουργία των μιτοχονδρίων είναι αυτή που επηρεάζει την γλυκόζη (σάκχαρο) αίματος και συμβάλλει στη γήρανση.

Στην παρούσα μελέτη ανακάλυψαν πως όταν εξέθεταν το δέρμα της πλάτης των εθελοντών τους για 15 λεπτά σε κόκκινο φως, τα επίπεδα του σακχάρου τους μειώνονταν αισθητά.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στη μελέτη τους κόκκινο φως 670 νανομέτρων (nm) – το είδος που χρησιμοποιείται στις αντιγηραντικές θεραπείες. Όπως διαπίστωσαν, διέγειρε την παραγωγή ενέργειας εντός των κυττάρων και αύξανε την κατανάλωση γλυκόζης.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν κατά 27,7% τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα των εθελοντών τους. Μάλιστα το όφελος παρατηρήθηκε μετά την κατανάλωση υγρής γλυκόζης.

«Είναι σαφές ότι το φως επηρεάζει τον τρόπο λειτουργίας των μιτοχονδρίων. Αυτό έχει επιπτώσεις στο σώμα σε κυτταρικό και φυσιολογικό επίπεδο», είπε ο ερευνητής Dr. Michael Powner, λέκτορας Νευροβιολογίας στο Πανεπιστήμιο City του Λονδίνου.

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Το εμβόλιο της φυματίωσης συρρίκνωσε καρκινικούς ηπατικούς όγκους ποντικών [μελέτη]

Η μελέτη είναι η πρώτη που δείχνει υποσχόμενη δράση του εμβολίου στην αντιμετώπιση του καρκίνου στο ήπαρ.

Mελέτη του UC Davis Health, ανακάλυψε ότι μια δόση του εμβολίου για τη φυματίωση (BCG), μείωσε το φορτίο όγκου και παρέτεινε την επιβίωση ποντικών με καρκίνο ήπατος.

Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Advanced Science, είναι η πρώτη που δείχνει υποσχόμενη δράση του εμβολίου στην αντιμετώπιση του καρκίνου στο ήπαρ.

Το BCG θεωρείται ασφαλές και χρησιμοποιείται ευρέως στον πλανήτη.

Επίσης είναι γνωστό πως ενισχύει την ανοσία του οργανισμού. Ο FDA το έχει εγκρίνει για την αντιμετώπιση του καρκίνου στην ουροδόχο κύστη. Η πιθανή του επίδραση στην αντιμετώπιση συμπαγών όγκων παραμένει άγνωστη.

Η νέα έρευνα, με επικεφαλής τον Yu-Jui Yvonne Wan, έδειξε ότι μια δόση BCG μείωσε την ίνωση, βελτίωσε την ηπατική λειτουργία, μείωσε τα λιπίδια και συρρίκνωσε τον όγκο.

Ο ερευνητής σημείωσε ότι η ομάδα χορήγησε μια δόση BCG σε ποντικούς με καρκίνο ήπατος η οποία φάνηκε αρκετή ώστε να ενεργοποιήσει το ανοσοποιητικό σύστημα και να μειώσει το φορτίο του όγκου.

Οι ερευνητές είδαν ότι το εμβόλιο μείωσε τη φλεγμονή και προήγαγε τη δράση των κυττάρων Τ.

Η έρευνα επίσης εξέτασε αν η δράση του BCG στον καρκίνο ήπατος επηρεάζεται από το φύλο. Εδειξε ότι αρσενικά και θηλυκά ποντίκια ανταποκρίθηκαν στην αγωγή με το εμβόλιο.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μελέτη έδειξε ότι η ανοσοθεραπεία BCG για τον καρκίνο ήπατος είναι διαφορετική και ανώτερη από άλλες. Απαιτεί μια μόνο ένεση.

Tα ευρήματα υποδεικνύουν ότι το εμβόλιο BCG θα μπορούσε να ανακατευθυνθεί ως αγωγή κατά του καρκίνου στο ήπαρ.

Πηγές:
Advanced Science.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Έρευνα εντόπισε την πρώτη γνωστή περίπτωση συνδρόμου Down κατά την αρχαιότητα στην Ελλάδα

η μοναδική γνωστή μέχρι σήμερα περίπτωση συνδρόμου Down στην Ελλάδα κατά την αρχαιότητα αποκάλυψε η έρευνα σε σκελετό μικρού παιδιού, τον οποίο έφερε στο «φως» ανασκαφή στον μυκηναϊκό οικισμό κοντά στο χωριό Λαζάρηδες, στην Αίγινα. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature Communications».

Πρόκειται για ένα κοριτσάκι ηλικίας 12-16 μηνών, που έζησε τον 13ο αιώνα π.Χ. και στη σύντομη ζωή του υπέφερε από σοβαρή ασθένεια, πιθανώς συνδεδεμένη με το σύνδρομο Down.

Βρέθηκε θαμμένο φορώντας ένα περίτεχνο περιδέραιο φτιαγμένο από 93 χάντρες από φαγεντιανή και υαλόμαζα, καθώς και έξι από κορναλίνη, εύρημα δηλωτικό της φροντίδας που έλαβε στη ζωή και στον θάνατό του.

Η ανασκαφή κοντά στο ημιορεινό χωριό Λαζάρηδες, στην ανατολική Αίγινα διεξάγεται από το 2005 από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Μέχρι σήμερα έχουν αποκαλυφθεί ένας οικισμός με το νεκροταφείο του. Τα ευρήματα, όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η διευθύντρια της ανασκαφής, ομότιμη καθηγήτρια Αρχαιολογίας στο ΕΚΠΑ, Νάγια Πολυχρονάκου- Σγουρίτσα, καταδεικνύουν ότι ο οικισμός των Λαζάρηδων άκμασε στους δύο αιώνες της Ανακτορικής περιόδου (τον 14ο και τον 13ο αιώνα π.Χ.) και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα δρώμενα της εποχής στον ευρύτερο Αργοσαρωνικό κόλπο.

Το 2010 η ανασκαφή στον οικισμό έφερε στο «φως» ένα απροσδόκητο εύρημα, έναν μικρό κιβωτιόσχημο τάφο, που τοποθετήθηκε χρονικά στον 13ο αιώνα π.Χ. Το εύρημα έμελλε να γίνει σύντομα πολύ συγκινητικό για τους αρχαιολόγους: μέσα στον τάφο βρίσκονταν τα οστά ενός μικρού παιδιού μαζί με ένα περίτεχνο περιδέραιο. Αμέσως οι ανασκαφείς μετέφεραν το εύρημα μαζί με το χώμα που το περιέβαλλε στη Μονάδα Συντήρησης του Μουσείου Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του ΕΚΠΑ, προκειμένου να καθαριστεί με προσοχή και να συντηρηθεί.

Στην οστεολογική έρευνα που διεξήγε στο σκελετικό υλικό η βιοαρχαιολόγος, Δρ. Ελεάννα Πρεβεδώρου, διαπίστωσε ότι έφερε μορφολογικά χαρακτηριστικά σκελετικών αλλοιώσεων δηλωτικά σοβαρότατης χρόνιας ασθένειας ή ασθενειών. Ήταν δηλαδή ένα κοριτσάκι «που πέρασε την περισσότερη, εάν όχι όλη τη ζωή του πάρα πολύ άρρωστο και υπέφερε από έντονους πόνους», όπως λέει η κ. Πρεβεδώρου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Μετέπειτα γενετικές αναλύσεις δειγμάτων του υλικού που έγιναν στο Ινστιτούτο Max Planck για την Εξελικτική Ανθρωπολογία, στη Γερμανία, αποκάλυψαν ότι το κοριτσάκι αυτό έπασχε και από σύνδρομο Down, «ωστόσο δεν γνωρίζουμε ακόμη αν και σε ποιο βαθμό τα σοβαρά προβλήματα υγείας που εντοπίστηκαν οστεολογικά συνδέονταν με το σύνδρομο», όπως διευκρινίζει η κ. Πρεβεδώρου.

Το εύρημα αυτό είναι πολύ σημαντικό, καθώς είναι η πρώτη φορά που στην Ελλάδα εντοπίζεται περίπτωση συνδρόμου Down κατά την αρχαιότητα, τονίζει η ομότιμη καθηγήτρια του ΕΚΠΑ, Νάγια Πολυχρονάκου- Σγουρίτσα, διευκρινίζοντας πάντως ότι «μπορεί να υπάρχουν και άλλες, που ωστόσο δεν έχουν τύχει εξέτασης από ένα μεγάλο ινστιτούτο, όπως το Max Planck».

Η «μικροανασκαφή» και η μελέτη του υλικού που έγινε στο εργαστήριο συντήρησης έδωσε επίσης στους ερευνητές τη δυνατότητα να κάνουν λεπτομερείς παρατηρήσεις για τον τρόπο ταφής. Όπως διαπιστώθηκε, το κοριτσάκι είχε ταφεί φορώντας το περίτεχνο περιδέραιο στον λαιμό του. «Η επιμελημένη ταφή, το κόσμημα και η κατάσταση της υγείας του, υποδηλώνουν ότι το μικρό αυτό κοριτσάκι που υπήρξε βαριά άρρωστο είχε λάβει ιδιαίτερη φροντίδα κατά τον θάνατό του και πιθανότατα και κατά τη σύντομη ζωή του», διαπιστώνει η κ. Πρεβεδώρου.

Έρευνα σε 10.000 αρχαία γονιδιώματα

—Στην ίδια δημοσίευση στο περιοδικό «Nature Communications» παρουσιάζονται τα αποτελέσματα μιας ευρύτερης έρευνας, με επικεφαλής επιστήμονες του Ινστιτούτου Max Planck για την Εξελικτική Ανθρωπολογία, σε συνολικά σχεδόν 10.000 γονιδιώματα από αρχαία ανθρώπινα σκελετικά υπολείμματα για χρωμοσωμικές τρισωμίες. Σημειώνεται ότι τα άτομα με χρωμοσωμική τρισωμία φέρουν τρία αντίγραφα ενός χρωμοσώματος στα κύτταρά τους, αντί για δύο. Η τρισωμία των χρωμοσωμάτων 21 ή 18 έχει ως αποτέλεσμα το σύνδρομο Down και το σύνδρομο Edwards, αντίστοιχα.

Κατά την έρευνα αυτή εντοπίστηκαν έξι περιπτώσεις συνδρόμου Down, μεταξύ των οποίων και το κοριτσάκι στην Αίγινα, και μία περίπτωση συνδρόμου Edwards. Όλες οι περιπτώσεις ήταν βρεφικές ή περιγεννητικές ταφές και προέρχονται επίσης από τη νεολιθική Ιρλανδία (περίπου 3.500 π.Χ.), από τη Βουλγαρία της εποχής του Χαλκού (περίπου 2.700 π.Χ.), τρεις από την Ισπανία της Εποχής του Σιδήρου (περίπου 800-400 π.Χ., οι δύο με σύνδρομο Down, η μία με σύνδρομο Edwards) και από τη Φινλανδία (περίπου 1.720 μ.Χ.).

Μόνο λίγες περιπτώσεις συνδρόμου Down έχουν καταγραφεί σε άτομα κατά την αρχαιότητα, κυρίως λόγω των δυσκολιών στον εντοπισμό γενετικών διαταραχών σε αρχαία δείγματα DNA χωρίς τη χρήση σύγχρονων τεχνικών. Αντίθετα, φαίνεται ότι είναι η πρώτη φορά που εντοπίζεται το σύνδρομο Edwards σε ιστορικά ή προϊστορικά λείψανα, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι και τα επτά μωρά που εντοπίστηκαν με χρωμοσωμικές τρισωμίες φαίνεται να είχαν φροντίδα μετά θάνατον μέσω διάφορων τελετουργιών που υποδηλώνουν την αναγνώρισή τους ως μέρος των κοινοτήτων τους.

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση:

https://www.nature.com/articles/s41467-024-45438-1

 

 

Πηγη: https://healthmag.gr/

Ένα βήμα πιο κοντά γενετικά τεστ για 10 από τις συχνότερες ασθένειες

Τα αναπτύσσουν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και το Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (MIΤ).

Σχεδόν έτοιμα για χρήση από τους γιατρούς είναι γενετικά τεστ που μπορούν να διαγνώσουν με ακρίβεια εάν κάποιος κινδυνεύει να εκδηλώσει 10 συχνές ασθένειες, ανακοίνωσαν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και το περίφημο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης, το MIΤ.

Τα τεστ αναζητούν συγκεκριμένα γενετικά χαρακτηριστικά, που δείχνουν αν κάποιος έχει αυξημένες πιθανότητες να αναπτύξει:

  1. Κολπική μαρμαρυγή
  2. Καρκίνο του μαστού
  3. Νεφρική νόσο
  4. Καρδιοπάθεια
  5. Υψηλή χοληστερόλη
  6. Καρκίνο του προστάτη
  7. Άσθμα
  8. Σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1
  9. Σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2
  10. Παχυσαρκία

Η ελπίδα των επιστημόνων είναι ότι στο εγγύς μέλλον «τα γενετικά τεστ θα χρησιμοποιούνται προληπτικά, για να δίνουν στους ασθενείς τη δυνατότητα να  λαμβάνουν εγκαίρως μέτρα», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής Dr. Niall Lennon, επιστημονικός υπεύθυνος των Κλινικών Εργαστηρίων του Ινστιτούτου Broad που έχουν δημιουργήσει από κοινού τα δύο πανεπιστήμια.

Άρχισαν οι μελέτες

Οι ερευνητές δημιούργησαν τα γενετικά τεστ με βάση τα ευρήματα από αναλύσεις σε 2.500 ανθρώπους. Σχεδόν ο ένας στους πέντε είχε πολλές πιθανότητες να εκδηλώσει τουλάχιστον μία από τις 10 συχνές παθήσεις.

Τώρα οι ερευνητές χρησιμοποιούν τα τεστ για να αξιολογήσουν τον κίνδυνο που διατρέχουν 25.000 εθελοντές σε 10 ακαδημαϊκά ιατρικά κέντρα των ΗΠΑ. Για κάθε μία από τις 10 ασθένειες οι ερευνητές έχουν εντοπίσει και επαληθεύσει συγκεκριμένα σημεία του γονιδιώματος (DNA), που αυξάνουν τον κίνδυνο να τις αναπτύξει κανείς.

Για να είναι πιο ακριβής η βαθμολογία του κινδύνου που παρέχουν τα γενετικά τεστ τους, οι ερευνητές συνυπολογίζουν και δεδομένα που αφορούν την γενετική καταγωγή μας. Έως πρότινος, τα περισσότερα τέτοιου είδους τεστ βασίζονταν σε δεδομένα από ανθρώπους ευρωπαϊκής καταγωγής. Τα νέα γενετικά τεστ, όμως, περιέχουν πληροφορίες από όλες τις φυλές.

Η όλη έρευνα διενεργείται με παθήσεις που μπορούν να αντιμετωπιστούν με παρεμβάσεις, όπως βελτίωση του τρόπου ζωής ή ιατρικές θεραπείες. Άλλες πάλι αντιμετωπίζονται καλύτερα, όταν διαγιγνώσκονται σε πολύ πρώιμο στάδιο. «Δεν θέλουμε να δίνουμε στους ανθρώπους αποτελέσματα για τα οποία δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα», εξήγησε ο Dr. Lennon.

Η όλη έρευνα δημοσιεύεται στην ιατρική επιθεώρηση Nature Medicine. Στην επόμενη φάση των μελετών τους οι επιστήμονες θα αξιολογούσαν πόσο ακριβή ήταν τα γενετικά τεστ τους και πώς επηρέασαν την ιατρική φροντίδα των εθελοντών τους.

«Εν τέλει, θέλουμε να μάθουμε τι σημαίνει για τους ανθρώπους να λαμβάνουν πληροφορίες για τον μελλοντικό κίνδυνο που διατρέχουν», κατέληξε ο ερευνητής.

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Δοκιμάζονται γενετικά τεστ ακριβείας για 10 συχνές νόσους

Γενετικές σαρώσεις για 10 συχνές νόσους  δοκιμάζονται σε κλινική μελέτη, αναφέρουν ερευνητές του Broad Institute of MIT και του Harvard.

Γενετικά τεστ ακριβείας για 10 συχνές νόσους σχεδόν είναι έτοιμα για καθημερινή χρήση στο ιατρείο, αναφέρει νεα έρευνα.

Γενετικές σαρώσεις για 10 συχνές νόσους  δοκιμάζονται σε κλινική μελέτη, αναφέρουν ερευνητές του Broad Institute of MIT και του Harvard.

Τα τεστ αξιολογούν το συγκεκριμένο γενετικό κίνδυνο ενός ανθρώπου για παθήσεις όπως κολπική μαρμαρυγή, καρκίνο μαστού, νεφρική νοσο, καρδιακή νόσο, υψηλή χοληστερόλη, καρκίνο προστάτη, άσθμα, διαβήτη 1 και 2 και παχυσαρκία.

Ο Niall Lennon, δήλωσε ότι με την έρευνα έγιναν τα πρώτα βήματα να δείξουν οι ερευνητές την πιθανή ισχύ αυτών των σκορ σε ποικίλο πληθυσμό.

Οι ερευνητές ελπίζουν μελλοντικά αυτού του είδους οι πληροφορίες να χρησιμοποιούνται στην προληπτική ιατρική για να βοηθούν ανθρώπους να λαμβάνουν μέτρα που θα μειώνουν τον κίνδυνο νόσου.

Οι ερευνητές εξέτασαν τα γενετικά σκορ σε ομάδα 25.000 ανθρώπων. Περίπου 1 στους 5 φάνηκε να έχουν υψηλό κίνδυνο για τουλάχιστον μια από 10 στοχευμένες νόσους.

Tα τεστ χρησιμοποιούνται τώρα για την αξιολόγηση του κινδύνου 25.000 συμμετεχόντων σε 10 ιατρικά κέντρα των ΗΠΑ.

Για καθεμία από τις 10 νόσους οι ερευνητές εντόπισαν και επαλήθευσαν ακριβή σημεία στο γονιδίωμα για ανάλυση σχετικά με το σκορ  κινδύνου.

Περιελήφθησαν επίσης άνθρωποι διαφόρων γενετικών καταβολών.

Μέχρι τώρα τα περισσότερα τέτοια τεστ έχουν βασιστεί σε μεγάλο βαθμό σε γενετικά στοιχεία ανθρώπων ευρωπαϊκής καταγωγής.

Η ομάδα χρησιμοποίησε στοιχεία από το All of Us Research Program, που συλλέγει πληροφορίες υγείας από 1 εκατομμύριο ανθρώπους από διάφορα περιβάλλοντα των ΗΠΑ.

Τα νεα τεστ είναι καλύτερα στο να προσαρμόζουν το σκορ γενετικού κινδύνου με τη συγκεκριμένη καταγωγή.

Αν κάποιος ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου για μια νόσο θα εντοπιστεί ως υψηλού κινδύνου, άσχετα από το ποια είναι η γενετική του καταγωγή.

Οι ερευνητές αξιολόγησαν επίσης σκορ που δείχνουν κίνδυνο νόσου που θα μπορούσε να μειωθεί με αγωγές, εξετάσεις για τον εντοπισμό πρώιμης νόσου ή αλλαγές τρόπου ζωής.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Nature Medicine.

Πηγές:
Nature Medicine.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Ερευνητές ανέπτυξαν τεχνητούς, λειτουργικούς όρχεις

Η ανάπτυξη τεχνητών όρχεων προσφέρει στους επιστήμονες μοναδική ευκαιρία για την κατανόηση και την πιθανή αντιμετώπιση αιτιών υπογονιμότητας.

Ερευνητές ανέπτυξαν με επιτυχία λειτουργικούς όρχεις στο εργαστήριο, που μελλοντικά θα μπορούσαν να επιλύσουν το θέμα της αντρικής υπογονιμότητας που επηρεάζει 1 στους 12 άντρες.

Ερευνητές του Bar-Ilan University στο Ισραήλ ανέπτυξαν μικροσκοπικά οργανοειδή που μιμούνται τη δομή και λειτουργία των όρχεων.

O Dr. Nitzan Gonen, του BIU Goodman Faculty of Life Sciences, δήλωσε ότι τεχνητοί όρχεις είναι υποσχόμενο μοντέλο βασικής έρευνας στην ανάπτυξη και λειτουργία τους, που μπορεί να μεταφραστεί σε θεραπευτικές εφαρμογές για διαταραχές σεξουαλικής ανάπτυξης και υπογονιμότητας.

Η ανάπτυξη τεχνητών όρχεων προσφέρει στους επιστήμονες μοναδική ευκαιρία για την κατανόηση και την πιθανή αντιμετώπιση αιτιών υπογονιμότητας.

Οι ερευνητές καλλιέργησαν οργανοειδή εξάγοντας ανώριμα κύτταρα όρχεων από νεογνά-ποντικούς.

Τοποθέτησαν τα κύτταρα σε gel που τα οδήγησε να οργανωθούν σε πολύ μικρές δομές που έμοιαζαν με όργανα.

Μετά από 2 ημέρες τα κύτταρα ενώθηκαν και δημιουργήθηκαν πρωτόγονα σωληνάρια σε 2 μήνες- αυτά ανέπτυξαν δομικές ομοιότητες με τα σπερματικά σωληνάρια όρχεων ποντικών.

Tα οργανοειδή παρέμειναν ζωτικά στην καλλιέργεια για έως 9 εβδομάδες- αρκετό χρόνο για τη δημιουργία σπέρματος. Σε ποντικούς η διαδικασία απαιτεί 34 ημέρες. Σε αυτό το διάστημα η ομάδα παρατήρησε αρχικά σημάδια έναρξης της διαδικασίας της μείωσης. Φάνηκε ότι τα οργανοειδή ωρίμαζαν με επιτυχία στο εργαστήριο.

Οι ερευνητές δεν γνωρίζουν ακόμη αν το μοντέλο θα παράγει σπερματικά κύτταρα αλλά τα σημάδια έναρξης της μείωσης είναι υποσχόμενα.

Αν και σε αρχικό στάδιο, οι τεχνητοί όρχεις καλλιεργήθηκαν από κύτταρα ποντικών μόνο. Όμως η μέθοδος δείχνει υποσχόμενη και η ομάδα σχεδιάζει να δοκιμάσει την τεχνική και με δείγματα ανθρώπου.

Οι ερευνητές ελπίζουν να βοηθήσουν τους ασθενείς με παιδικό καρκίνο των οπαίων οι αγωγές συχνά βλάπτουν ανεπανόρθωτα τους ανώριμους αναπαραγωγικούς ιστούς.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο International Journal of Biological Sciences.

Πηγές:
International Journal of Biological Sciences.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Πρόβλεψη γενετικού κινδύνου για δέκα χρόνιες παθήσεις

Με την ανάλυση εκατομμυρίων μικρών γενετικών διαφορών στο γονιδίωμα ενός ατόμου, οι ερευνητές μπορούν να υπολογίσουν μια βαθμολογία πολυγονιδιακού κινδύνου.

Με την ανάλυση εκατομμυρίων μικρών γενετικών διαφορών στο γονιδίωμα ενός ατόμου, οι ερευνητές μπορούν να υπολογίσουν μια βαθμολογία πολυγονιδιακού κινδύνου για να υπολογίσουν τις πιθανότητες κάποιου να αναπτύξει μια συγκεκριμένη ασθένεια στη διάρκεια της ζωής του. Την τελευταία δεκαετία, οι επιστήμονες ανέπτυξαν αυτές τις βαθμολογίες κινδύνου για δεκάδες ασθένειες, όπως καρδιακές παθήσεις, νεφρικές παθήσεις, διαβήτη και καρκίνο, με την ελπίδα ότι οι ασθενείς θα μπορούσαν κάποια μέρα να χρησιμοποιήσουν αυτές τις πληροφορίες για να μειώσουν τον αυξημένο κίνδυνο ασθένειας.

Τώρα, μια ομάδα ερευνητών στο Broad Institute του MIT και του Χάρβαρντ, σε συνεργασία με 10 ακαδημαϊκά ιατρικά κέντρα στις ΗΠΑ, έχει εφαρμόσει 10 τέτοιες δοκιμές για χρήση στην κλινική έρευνα. Στη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature Medicine, η ομάδα περιέγραψε πώς επέλεξαν, βελτιστοποίησαν και επικύρωσαν τις δοκιμές για 10 κοινές ασθένειες, συμπεριλαμβανομένων των καρδιακών παθήσεων, του καρκίνου του μαστού και του διαβήτη τύπου 2. Βαθμονόμησαν επίσης τα τεστ για χρήση σε άτομα με μη ευρωπαϊκές καταβολές.

Οι επιστήμονες εργάστηκαν σε συνεργασία με το εθνικό δίκτυο Ηλεκτρονικών Ιατρικών Αρχείων και Γονιδιωματικών (eMERGE) για να μελετήσουν πώς τα γενετικά δεδομένα των ασθενών μπορούν να ενσωματωθούν στα ηλεκτρονικά τους ιατρικά αρχεία για τη βελτίωση της κλινικής φροντίδας και των αποτελεσμάτων υγείας. Τα 10 συνεργαζόμενα ιατρικά κέντρα συμμετείχαν 25.000 συμμετέχοντες, ενώ ερευνητές στο Broad Clinical Labs, θυγατρική του Broad Institute, πραγματοποίησαν τη δοκιμή βαθμολογίας πολυγονικού κινδύνου για αυτούς τους συμμετέχοντες.

«Υπήρξαν πολλές συνεχείς συζητήσεις και συζητήσεις σχετικά με τις βαθμολογίες πολυγονιδιακού κινδύνου και τη χρησιμότητα και τη δυνατότητα εφαρμογής τους στο κλινικό περιβάλλον», δήλωσε ο Niall Lennon, επικεφαλής επιστημονικός υπεύθυνος της Broad Clinical Labs, επιστήμονας ινστιτούτου στο Broad, και πρώτος συγγραφέας του νέου χαρτί. “Με αυτήν την εργασία, κάναμε τα πρώτα βήματα για να δείξουμε τη δυνητική δύναμη και τη δύναμη αυτών των βαθμολογιών σε έναν διαφορετικό πληθυσμό. Ελπίζουμε στο μέλλον αυτού του είδους οι πληροφορίες να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην προληπτική ιατρική για να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να λάβουν μέτρα που μειώνουν τους κίνδυνος ασθένειας».

Οι περισσότερες βαθμολογίες πολυγονιδιακού κινδύνου έχουν αναπτυχθεί με βάση γενετικά δεδομένα σε μεγάλο βαθμό από άτομα ευρωπαϊκής καταγωγής, εγείροντας ερωτήματα σχετικά με το εάν οι βαθμολογίες ισχύουν για άτομα άλλων καταβολών. Για να βελτιστοποιήσουν τις βαθμολογίες πολυγονιδιακού κινδύνου για μια ποικιλία ανθρώπων, ο Lennon και οι συνεργάτες του χτένισαν πρώτα τη βιβλιογραφία αναζητώντας βαθμολογίες πολυγονικού κινδύνου που είχαν δοκιμαστεί σε άτομα από τουλάχιστον δύο διαφορετικές γενετικές καταβολές.

Αναζήτησαν επίσης βαθμολογίες που υποδεικνύουν έναν κίνδυνο ασθένειας που οι ασθενείς θα μπορούσαν να μειώσουν με ιατρικές θεραπείες, προληπτικό έλεγχο ή/και αλλαγές στον τρόπο ζωής. «Ήταν σημαντικό ότι δεν δίναμε στους ανθρώπους αποτελέσματα για τα οποία δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα», είπε ο Λένον. Η ομάδα επέλεξε 10 καταστάσεις στις οποίες θα επικεντρωθεί για τις βαθμολογίες πολυγονιδιακού κινδύνου:

  • κολπική μαρμαρυγή,
  • καρκίνο του μαστού,
  • χρόνια νεφρική νόσο,
  • στεφανιαία νόσο,
  • υπερχοληστερολαιμία,
  • καρκίνο του προστάτη,
  • άσθμα,
  • διαβήτη τύπου 1,
  • παχυσαρκία,
  • και διαβήτη τύπου 2.

Για κάθε πάθηση, οι ερευνητές εντόπισαν τα ακριβή σημεία στο γονιδίωμα που θα ανέλυσαν για να υπολογίσουν τη βαθμολογία κινδύνου. Επιβεβαίωσαν ότι όλα αυτά τα σημεία θα μπορούσαν να προσδιοριστούν με ακρίβεια γονότυπου, συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των δοκιμών τους με αλληλουχίες ολόκληρου του γονιδιώματος από το δείγμα αίματος κάθε ασθενούς.

Τέλος, οι ερευνητές ήθελαν να κάνουν τις βαθμολογίες πολυγονιδιακού κινδύνου να λειτουργούν σε διαφορετικές γενετικές καταβολές. Μελέτησαν πώς διαφέρουν οι γενετικές παραλλαγές μεταξύ των πληθυσμών αναλύοντας δεδομένα από το ερευνητικό πρόγραμμα All of Us του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας, το οποίο συλλέγει πληροφορίες υγείας από ένα εκατομμύριο άτομα από διαφορετικά υπόβαθρα στις ΗΠΑ. Η ομάδα χρησιμοποίησε αυτές τις πληροφορίες για να δημιουργήσει ένα μοντέλο για τη βαθμονόμηση βαθμολογία πολυγονιδιακού κινδύνου του ατόμου σύμφωνα με τη γενετική καταγωγή του ατόμου.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Ποιος κοινός ιός μπορεί να διπλασιάσει τον κίνδυνο άνοιας – Προσβάλλει το 67% των ατόμων κάτω των 50 ετών

Η μόλυνση με έναν εξαιρετικά κοινό ιό μπορεί να διπλασιάσει τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας ενός ατόμου, σύμφωνα με μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Alzheimer’s Disease.

Η άνοια βρίσκεται σε άνοδο, με τα κρούσματα παγκοσμίως να αναμένεται να φτάσουν τα 78 εκατομμύρια το 2030. Αν και η ακριβής αιτία της νόσου Αλτσχάιμερ, της πιο κοινής μορφής άνοιας, δεν είναι ακόμη γνωστή, αυξάνονται τα στοιχεία από μελέτες σε μεγάλους πληθυσμούς που έχουν προτείνει ότι η λοίμωξη από HSV παίζει ρόλο στην ανάπτυξη νόσου Αλτσχάιμερ ή άνοιας.

«Το ιδιαίτερο σε αυτή τη συγκεκριμένη μελέτη είναι ότι οι συμμετέχοντες έχουν περίπου την ίδια ηλικία, γεγονός που καθιστά τα αποτελέσματα ακόμη πιο αξιόπιστα, καθώς οι διαφορές ηλικίας, οι οποίες κατά τα άλλα συνδέονται με την ανάπτυξη άνοιας, δεν μπορούν να συγχέουν τα αποτελέσματα», δήλωσε η Erika Vestin, κύρια συγγραφέας της μελέτης.

Πώς διεξήχθη η μελέτη για την σχέση του ιού του έρπη με την άνοια

Η μελέτη διεξήχθη σε 1.002 ανθρώπους 70 ετών χωρίς άνοια που παρακολουθήθηκαν για 15 χρόνια. Δείγματα αίματος αναλύθηκαν για την ανίχνευση αντισωμάτων IgG αντι-HSV και αντι-HSV-1, IgG κατά του κυτταρομεγαλοϊού (CMV), αντισωμάτων IgM αντι-HSV και επιπέδων IgG αντι-HSV και αντι-CMV.

Η ανοσοσφαιρίνη Μ (IgM) είναι το πρώτο αντίσωμα που εκκρίνεται από το προσαρμοστικό ανοσοποιητικό σύστημα ως απόκριση στην πρώτη έκθεση του σώματος σε ένα ξένο αντιγόνο. Η ανοσοσφαιρίνη G (IgG) είναι ο πιο κοινός τύπος αντισώματος που βρίσκεται στο αίμα και δεσμεύεται με παθογόνα όπως ιούς και βακτήρια για να προστατεύσει από μόλυνση.

Η λοίμωξη από τον HSV –ή αν κάποιος είναι φορέας του ιού- μπορεί να αποδειχθεί με την παρουσία IgG στο αίμα, με την ανίχνευση IgM και τα υψηλότερα επίπεδα IgG να αντικατοπτρίζουν τη συχνή επανενεργοποίηση. Ο CMV είναι ένας άλλος ερπητοϊός, του οποίου η συσχέτιση με τον κίνδυνο νόσου Αλτσχάιμερ ή άνοιας έχει μελετηθεί.

Από τους συμμετέχοντες, κατά τη διάρκεια της μελέτης, το 7% ανέπτυξε άνοια από όλες τις αιτίες και το 4% ανέπτυξε Αλτσχάιμερ . Η μελέτη διαπίστωσε ότι το 82% των συμμετεχόντων ήταν φορείς IgG κατά του HSV, εκ των οποίων το 6% έλαβε θεραπεία κατά του έρπητα.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η θετικότητα κατά του HSV IgG συσχετίστηκε με υπερδιπλάσιο κίνδυνο άνοιας. Δεν βρέθηκε σημαντική συσχέτιση με την νόσο Αλτσχάιμερ, αν και η αναλογία κινδύνου -ένα μέτρο του πόσο συχνά συμβαίνει ένα συγκεκριμένο συμβάν σε μια ομάδα σε σύγκριση με μια άλλη- ήταν του ίδιου μεγέθους με την άνοια.

Ο επιπολασμός των αντι-HSV IgM και αντι-CMV IgG, η θεραπεία κατά του έρπητα και τα επίπεδα anti-HSV και anti-CMV δεν συσχετίστηκαν με Αλτσχάιμερ ή άνοια, όπως ούτε και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του επιπολασμού anti-HSV IgG και anti-CMV IgGκαι της παρουσίας απολιποπρωτεΐνης e4 (APOE e4), μια πρωτεΐνη που εμπλέκεται στη νόσο Αλτσχάιμερ.

Η έλλειψη συσχέτισης μεταξύ του επιπέδου αντι-HSV IgG και της νόσου Αλτσχάιμερ ή της άνοιας, μαζί με τη συσχέτιση μεταξύ του επιπολασμού αντι-HSV IGG και της άνοιας, υποδηλώνει ότι η παρουσία, και όχι το επίπεδο, της IgG είναι ενδεικτική του κινδύνου άνοιας, λένε οι ερευνητές.

«Είναι συναρπαστικό που τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν προηγούμενες μελέτες. Όλο και περισσότερα στοιχεία προκύπτουν από μελέτες που, όπως και τα ευρήματά μας, υποδεικνύουν τον ιό του απλού έρπητα ως παράγοντα κινδύνου για άνοια», είπε η Δρ. Vestin.

Οι στόχοι των επιστημόνων για το μέλλον

Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η χαμηλή επίπτωση της νόσου Αλτσχάιμερ μπορεί να έχει επηρεάσει τη στατιστική ισχύ ανίχνευσης συσχετισμών. Ενώ ο HSV φάνηκε να μην αλληλεπιδρά με το CMV ή το APOE e4, απαιτούνται περαιτέρω μελέτες με μεγαλύτερη ισχύ για να εξεταστούν πιθανές αλληλεπιδράσεις.

Απαιτούνται επίσης τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές, αντί για μελέτες παρατήρησης, για να διερευνηθεί εάν ήδη γνωστά φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του HSV μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο άνοιας, καθώς και η πιθανότητα ανάπτυξης νέων εμβολίων.

«Τα αποτελέσματα μπορεί να οδηγήσουν την έρευνα για την άνοια περαιτέρω προς τη θεραπεία της ασθένειας σε πρώιμο στάδιο χρησιμοποιώντας κοινά φάρμακα κατά του ιού του έρπητα ή στην πρόληψη της νόσου πριν εμφανιστεί», κατέληξε η Δρ. Vestin.

 

 

 

Πηγη: https://www.oloygeia.gr

Ένα 13χρονο παιδί θεραπεύτηκε από θανατηφόρο καρκίνο του εγκεφάλου

Ο Λούκας είναι το πρώτο παιδί στον κόσμο που θεραπεύτηκε από το εγγενές γλοίωμα γέφυρας εγκεφάλου (DIPG). 

Σε ηλικία 6 ετών, ο Λούκας, ένα αγόρι από το Βέλγιο, διαγνώστηκε με έναν ιδιαίτερα επιθετικό όγκο στον εγκέφαλο και συγκεκριμένα με εγγενές γλοίωμα γέφυρας εγκεφάλου (DIPG), έναν σπάνιο και επιθετικό τύπο εγκεφαλικού όγκου σε παιδιά, που επηρεάζει μέρος του εγκεφαλικού στελέχους. Πρόκειται για έναν θανατηφόρο καρκίνο του εγκεφάλου που συχνά σκοτώνει μέσα σε ένα χρόνο μετά τη διάγνωση. Η χειρουργική επέμβαση είναι σχεδόν αδύνατη λόγω της θέσης των όγκων. Η ακτινοθεραπεία μπορεί μερικές φορές να επιβραδύνει την ταχεία πορεία του επιθετικού όγκου, αλλά κανένα φάρμακο δεν έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό εναντίον του.

Ωστόσο, επτά χρόνια αργότερα, ο Λούκας είναι υγιής και ο όγκος του έχει εξαφανιστεί.

«Ο Λούκας νίκησε όλες τις πιθανότητες και επιβίωσε», δήλωσε ο γιατρός του, Ζακ Γκριλ, ο οποίος είναι επικεφαλής του προγράμματος για τους όγκους του εγκεφάλου στο αντικαρκινικό κέντρο Gustave Roussy στο Παρίσι.

Μοναδική περίπτωση

Ο Λούκας ταξίδεψε στη Γαλλία με την οικογένειά του για να συμμετάσχει στη BIOMEDE, μια κλινική δοκιμή για πιθανά νέα φάρμακα για την DIPG. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο οργανισμός του Λούκας ανταποκρίθηκε αμέσως στο αντικαρκινικό φάρμακο everolimus.

«Κατά τη διάρκεια μιας σειράς μαγνητικών τομογραφιών, είδα τον όγκο να εξαφανίζεται εντελώς», δήλωσε ο Γκριλ στο AFP.

«Δεν γνωρίζω καμία άλλη περίπτωση σαν αυτή στον κόσμο», δήλωσε ο Γκριλ.

Επτά άλλα παιδιά που συμμετείχαν στη δοκιμή επέζησαν χρόνια μετά τη διάγνωση, αλλά μόνο ο όγκος του Λούκας εξαφανίστηκε εντελώς. Ο λόγος για τον οποίο αυτά τα παιδιά ανταποκρίθηκαν στα φάρμακα, ενώ άλλα όχι, πιθανόν να οφείλεται στις «βιολογικές ιδιαιτερότητες» των όγκων τους, εξήγησε ο ερευνητής.

«Ο όγκος του Λούκας έφερε μια εξαιρετικά σπάνια μετάλλαξη που πιστεύουμε ότι έκανε τα κύτταρά του πολύ πιο ευαίσθητα στο φάρμακο», πρόσθεσε.

Οι ερευνητές μελετούν τις γενετικές ανωμαλίες των όγκων των ασθενών καθώς και τη δημιουργία «οργανοειδών» – μάζες κυττάρων που αναπτύσσονται στο εργαστήριο.

«Η περίπτωση του Λούκας προσφέρει πραγματική ελπίδα», δήλωσε η Μαρί-Αν Ντέμπιλι, ερευνήτρια που επιβλέπει τις εργαστηριακές εργασίες.

«Θα προσπαθήσουμε να αναπαράγουμε in vitro τις διαφορές που εντοπίσαμε στα κύτταρά του», δήλωσε η ερευνήτρια στο AFP.

Η ομάδα θέλει να αναπαράγει τις γενετικές διαφορές του στα οργανοειδή για να δει αν ο όγκος μπορεί στη συνέχεια να εξοντωθεί τόσο αποτελεσματικά όσο και στον Λούκας. Αν αυτό πετύχει, «το επόμενο βήμα θα είναι να βρεθεί ένα φάρμακο που θα έχει την ίδια επίδραση στα καρκινικά κύτταρα με αυτές τις κυτταρικές αλλαγές», εξήγησε η Ντέμπιλι.

Ενώ οι ερευνητές είναι ενθουσιασμένοι με αυτό το νέο, προειδοποίησαν ότι οποιαδήποτε πιθανή θεραπεία είναι ακόμη πολύ μακριά.

«Κατά μέσο όρο, χρειάζονται 10-15 χρόνια για να αναπτυχθεί ένα φάρμακο – μια μακρά και χρονοβόρα διαδικασία», είπε ο Γκριλ.

Ο Ντέιβιντ Ζίγκλερ, παιδιατρικός ογκολόγος στο Νοσοκομείο Παίδων του Σίδνεϊ στην Αυστραλία, εκτιμά ότι τα δεδομένα για την DIPG έχουν αλλάξει δραματικά την τελευταία δεκαετία.

«Οι ανακαλύψεις στο εργαστήριο, η αυξημένη χρηματοδότηση και κλινικές δοκιμές όπως η BIOMEDE με κάνουν να πιστεύω ότι σύντομα θα είμαστε σε θέση να θεραπεύσουμε ορισμένους ασθενείς», δήλωσε στο AFP.

 

 

Πηγη: https://ygeia-news.com/

Επιστήμονες ανακάλυψαν τεχνική για τη διακοπή της παροχής καυσίμου του καρκίνου

Η οξεία μυελογενής λευχαιμία (AML) είναι ένας επιθετικός καρκίνος που ξεκινά από τα αιμοφόρα κύτταρα του μυελού των οστών.

Επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν ανακάλυψαν πώς μια επιθετική και θανατηφόρα μορφή λευχαιμίας τροφοδοτεί την ανάπτυξή της. Σε μια πειραματική μελέτη, κατάφεραν να περιορίσουν την ανάπτυξη του καρκίνου χωρίς να βλάψουν τα υγιή κύτταρα. Το εύρημα παρέχει ενδείξεις για τους μελλοντικούς προγραμματιστές φαρμάκων σχετικά με το πώς να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα ενός τύπου χημειοθεραπείας. Η μελέτη, με επικεφαλής τον Xiaolu Cambronne του Τμήματος Μοριακών Βιοεπιστημών, σε συνεργασία επίσης με ερευνητές της Ιατρικής Σχολής Dell και του Τμήματος Επιστημών Διατροφής, δημοσιεύεται στο Cell Metabolism.

Η οξεία μυελογενής λευχαιμία (AML) είναι ένας επιθετικός καρκίνος που ξεκινά από τα αιμοφόρα κύτταρα του μυελού των οστών. Γνωστός για την ταχεία επέκταση του, ο καρκίνος σκοτώνει περίπου 11.000 Αμερικανούς κάθε χρόνο. Οι περισσότερες από τις περιπτώσεις ΟΜΛ εμφανίζονται σε ενήλικες άνω των 65 ετών, έναν πληθυσμό που συχνά ανταποκρίνεται ελάχιστα σε επιθετικές θεραπείες, όπως μεταμοσχεύσεις μυελού των οστών, και επομένως έχει περιορισμένες επιλογές.

Η Cambronne και οι συνεργάτες της αποκάλυψαν μια σημαντική ένδειξη για τον καρκίνο όταν ανακάλυψαν ότι οι ασθενείς με AML με χειρότερα αποτελέσματα είχαν αυξημένα επίπεδα ενός κυτταρικού μεταφορέα που ονομάζεται SLC25A51. Στα υγιή κύτταρα, αυτός ο μεταφορέας μετακινεί το κυτταρικό καύσιμο στα μιτοχόνδρια ενός κυττάρου, παρέχοντας ενέργεια για τις διαδικασίες του κυττάρου. Σκεφτείτε το σαν μια γραμμή καυσίμου σε έναν κινητήρα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι στις κυψέλες AML, τα επίπεδα μεταφορέα είναι αυξημένα, όπως η εγκατάσταση μιας μεγαλύτερης γραμμής καυσίμου, στέλνοντας την κυτταρική αναπαραγωγή σε υπερκίνηση.

Μειώνοντας τα επίπεδα του μεταφορέα, οι ερευνητές έβαλαν αποτελεσματικά έναν σφιγκτήρα στη γραμμή καυσίμου: τα καρκινικά κύτταρα πέθαναν, η ασθένεια προχώρησε πολύ πιο αργά και τα ζωικά μοντέλα επιβίωσαν περισσότερο. «Αυτός είναι ένας νέος δυνητικός θεραπευτικός στόχος για μια ασθένεια που είναι δύσκολο να αντιμετωπιστεί», είπε ο Cambronne. «Είναι γνωστό για την επιθετική επέκταση και ότι γίνεται ανθεκτικό στη θεραπεία».

Η μείωση του SLC25A51 δεν έβλαψε τα φυσιολογικά κύτταρα του μυελού των οστών, παρά μόνο τα καρκινικά. «Φαίνεται ότι μπορούμε να επαναφέρουμε αυτά τα επίπεδα μεταφορέων σε μια κανονική γραμμή βάσης, ή ακόμα και λίγο πιο κάτω από αυτό, και τα υγιή κύτταρα δεν επηρεάζονται αρνητικά», είπε ο Cambronne. «Αυτό την κάνει πιο στοχευμένη θεραπεία».

Επιπλέον, όταν τα χαμηλά επίπεδα μεταφορέα συνδυάστηκαν με 5-αζακυτιδίνη, έναν τύπο χημειοθεραπείας που χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ΟΜΛ, αύξησε τη δυνατότητα επιβίωσης και συρρίκνωση των όγκων. Φάνηκε ότι τα χαμηλότερα επίπεδα μεταφορέα έκαναν τα καρκινικά κύτταρα πιο ευάλωτα στο φάρμακο.

Αν και δεν υπάρχουν προς το παρόν φάρμακα που να μειώνουν το SLC25A51, οι ερευνητές λένε ότι το επόμενο βήμα είναι η ανάπτυξη μιας ένωσης που μπορεί να το κάνει αυτό με ασφάλεια στο ανθρώπινο σώμα. Σε αυτή τη μελέτη σε ζώα, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν την επεξεργασία γονιδίων στα κύτταρα για να δημιουργήσουν ευαισθησία σε ένα κοινό αντιβιοτικό προκειμένου να ελέγξουν τα επίπεδα μεταφορέων.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/