Πως επηρεάζει ο κορονοιός την καρδιά

Την επίδραση που μπορεί να έχει ο κορονοιός στην καρδιά και τα δεδομένα σχετικά με τη λοίμωξη COVID-19 και την καρδιαγγειακή νόσο ανέλυσε ο επίκουρος καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Αλέξανδρος Μπριασούλης στο πλαίσιο της ημερίδας του ΕΚΠΑ «Θεραπευτικές Εξελίξεις 2021»

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην παθοφυσιολογία της λοίμωξης COVID-19 έχει η αλληλεπίδραση της σύνδεσης της πρωτεΐνης ακίδας και του υποδοχέα του μετατρεπτικού ενζύμου-2 της αγγειοτενσίνης (ACE-2) με την ενεργοποίηση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης, το ανοσοποιητικό σύστημα και την αγγειακή βλάβη λόγω υπερέκκρισης κυτοκινών.

Μεταξύ ασθενών με COVID-19 ο επιπολασμός των καρδιαγγειακών νοσημάτων είναι υψηλός και καθιστά αυτή την ομάδα υψηλού κινδύνου για ανάγκη διασωλήνωσης και ενδονοσοκομειακή θνητότητα.

Επίσης μεταξύ ασθενών με COVID-19 και ειδικά των νοσηλευόμενων, περίπου το 20% παρουσιάζει μυοκαρδιακή βλάβη.

H καρδιοαγγειακή προσβολή διακρίνεται στη λιγότερο συχνή άμεση βλάβη τύπου μυοκαρδίτιδας και στην πλέον συχνή έμμεση προσβολή ως αποτέλεσμα της συστηματική φλεγμονής, ενδοθηλιακής βλάβης και μικροαγγειακής θρόμβωσης στο πλαίσιο της λοίμωξης COVID-19.

Η βαρύτητα της μυοκαρδιακής βλάβης εξαρτάται από τους υποκείμενους παράγοντες κινδύνου, τη βαρύτητα του υποκείμενου καρδιαγγειακού νοσήματος, το ιϊκό φορτίο και την ανοσολογική απόκριση του ασθενούς.

Εκτός από την επίδραση στους ασθενείς με καρδιαγγειακά νοσήματα, η λοίμωξη COID-19 έχει επηρεάσει και την λειτουργία των καρδιολογικών τμημάτων και μονάδων με αποτέλεσμα καθυστερήσεις στην διάγνωση και θεραπεία ασθενών με καρδιαγγειακά νοσήματα που δεν νοσούν από COVID-19.

Ο κος Μπριασούλης σημειώνει ότι είναι επιτακτική η ανάγκη πρόληψης της λοίμωξης σε αυτή την ομάδα ασθενών ενώ αναδεικνύεται ο πολύτιμος ρόλος της τηλε-παρακολούθησης των ασθενών με καρδιαγγειακά νοσήματα.

 

 

 

Πηγή: https://healthstories.gr/

Πώς η μόλυνση επηρεάζει τη δημόσια υγεία των ΗΠΑ

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εκτιμά ότι μεταξύ 2000 και 2017, το ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού με πρόσβαση σε πόσιμο νερό με ασφαλή διαχείριση αυξήθηκε από 61% σε 71%.

Νερό Αποχέτευση: Η πρόσβαση σε καθαρό νερό και αποχέτευση είναι ανθρώπινο δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο διεθνές δίκαιο. Παρόλο που έχει σημειωθεί πρόοδος τα τελευταία χρόνια, το μολυσμένο νερό και οι ασθένειες που μεταδίδονται μέσω αυτού παραμένουν μείζονες απειλές για τη δημόσια υγεία – όχι μόνο σε χώρες με χαμηλό εισόδημα, αλλά και σε πλουσιότερες χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις 3 Αυγούστου 2010, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) αναγνώρισε την πρόσβαση σε καθαρό νερό και αποχέτευση ως ανθρώπινο δικαίωμα παράλληλα με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η ζωή και η ελευθερία, η ελευθερία της έκφρασης και η εκπαίδευση.

Σύμφωνα με τον ΟΗΕ: «Η έλλειψη πρόσβασης σε ασφαλές, επαρκές και προσιτό νερό, εγκαταστάσεις υγιεινής και καθαριότητας έχει καταστροφικές συνέπειες για την υγεία, την αξιοπρέπεια και την ευημερία δισεκατομμυρίων ανθρώπων και έχει σημαντικές συνέπειες για την υλοποίηση άλλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Το μη επεξεργασμένο νερό περιέχει παθογόνα όπως τα βακτήρια που προκαλούν διάρροια και τα παρασιτικά σκουλήκια που προκαλούν σχιστοσωμίαση. Αυτά τα παθογόνα εξαπλώνονται πολύ μακριά όταν τα μη επεξεργασμένα ανθρώπινα απόβλητα μολύνουν τα υπόγεια ύδατα και το ανοιχτό νερό που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για πόσιμο, άρδευση, μπάνιο και πλυντήρια.

Τις τελευταίες δεκαετίες, σημειώθηκε πρόοδος προς την επίτευξη του καθολικού δικαιώματος για καθαρό νερό και αποχέτευση.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εκτιμά ότι μεταξύ 2000 και 2017, το ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού με πρόσβαση σε πόσιμο νερό με ασφαλή διαχείριση αυξήθηκε από 61% σε 71%.

Κατά την ίδια περίοδο, το ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού με πρόσβαση σε υπηρεσίες υγιεινής με ασφαλή διαχείριση αυξήθηκε από 28% σε 45%.

Παρά την πρόοδο αυτή, ωστόσο, το βρώμικο πόσιμο νερό και το μολυσμένο έδαφος συνεχίζουν να αποτελούν απειλή για την υγεία τεράστιων αριθμών ανθρώπων παγκοσμίως.

Για παράδειγμα, τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) αναφέρουν ότι σε παιδιά κάτω των 5 ετών, υπάρχουν 1,7 δισεκατομμύρια περιπτώσεις διάρροιας και 446.000 θάνατοι από την πάθηση κάθε χρόνο παγκοσμίως.

Τα CDC αναφέρουν επίσης ότι υπάρχουν περίπου 3 εκατομμύρια κρούσματα χολέρας, μια μόλυνση από το νερό και 95.000 θάνατοι από αυτήν ετησίως.

Ως αποτέλεσμα της κακής υγιεινής, τα παρασιτικά σκουλήκια στο μολυσμένο έδαφος μολύνουν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως κάθε χρόνο.

Περίπου 1 στα 10 άτομα παγκοσμίως, εξακολουθεί να μην έχει πρόσβαση σε εγκαταστάσεις πόσιμου νερού.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Μικρή η πιθανότητα να περάσει άμεσα ο κοροναϊός από τη μητέρα στο νεογνό

Η άμεση μετάδοση της λοίμωξης Covid-19 από τη μητέρα στο νεογέννητο μωρό της είναι σπάνια, περίπου μία περίπτωση μόλυνσης μωρού ανά 50 γεννήσεις. Όμως τα νεογνά των μητέρων με κορονοϊό αντιμετωπίζουν έμμεσους κινδύνους εξαιτίας της επιδεινούμενης πορείας της υγείας της μητέρας και του συνεπαγόμενου πρόωρου τοκετού, σύμφωνα με μια νέα έρευνα στις ΗΠΑ, με επικεφαλής μια Ελληνίδα νεογνολόγο της διασποράς. Η μελέτη δείχνει ότι τα μωρά των κοινωνικά ευάλωτων μητέρων κινδυνεύουν ακόμη περισσότερο από Covid-19.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Ασημένια Αγγελίδου του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και του Ιατρικού Κέντρου Beth Israel Deaconess της Βοστώνης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό “JAMA Network Open”, ανέλυσαν στοιχεία για 255 νεογνά που γεννήθηκαν από μητέρες με πρόσφατο θετικό διαγνωστικό τεστ κορονοϊού. Από τα 255 μωρά μόνο το 2,2% είχαν τα ίδια μολυνθεί με κορονοϊό από τις μητέρες τους.

Από την άλλη όμως, η νόσος Covid-19 των εγκύων μητέρων είχε ως συνέπεια πρόωρο τοκετό για το 74%. Είναι γνωστό ότι η πρόωρη γέννα συχνά οδηγεί σε οξείες και χρόνιες επιπλοκές του παιδιού, όπως σε αναπνευστικά προβλήματα, αναπτυξιακά κ.α. Επίσης διαπιστώθηκε ότι τα μωρά από κοινωνικά ευάλωτες μητέρες είχαν αυξημένη πιθανότητα -περίπου πενταπλάσια- να διαγνωσθούν με Covid-19.

«Μολονότι τα χαμηλά ποσοστά μόλυνσης των νεογνών που παρατηρήσαμε, είναι καθησυχαστικά, είναι σημαντικό οι υπηρεσίες υγείας να παραμένουν σε εγρήγορση», ανέφερε η δρ Αγγελίδου και τόνισε ότι τα νοσοκομεία «πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά τα νεογνά για ατυπικά σημάδια της νόσου Covid-19, καθώς επίσης να προσπαθούν να αποφύγουν τους μη αναγκαίους πρόωρους τοκετούς, που ενέχουν εγγενείς κινδύνους τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί».

Η Α.Αγγελίδου πήρε το πτυχίο της από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και το διδακτορικό της στην ανοσοφαρμακολογία από το ΕΚΠΑ. Μετά από ειδίκευση στην παιδιατρική στο Πανεπιστήμιο του Τέξας και στη νεογνολογία στο Χάρβαρντ, διδάσκει σήμερα σε αυτό το πανεπιστήμιο, ενώ παράλληλα είναι νεογνολόγος στη ΜΕΘ του Νοσοκομείου Παίδων της Βοστώνης, καθώς και στο Ιατρικό Κέντρο Beth Israel Deaconess.

Πηγή: ΑΠΕ ΜΠΕ

 

 

Πηγή: https://healthmag.gr/

Νέα έρευνα εξηγεί το σύνδρομο θρομβώσεων μετά από το εμβόλιο της AstraZeneca

Νέα έρευνα Γερμανών επιστημόνων επιχειρεί να ρίξει φως στα αίτια του σπάνιου συνδρόμου θρομβώσεων και θρομβοπενίας μετά από εμβολιασμό με το εμβόλιο της AstraZeneca. Το συμπέρασμα τους είναι ότι το σύνδρομο δεν φαίνεται να είναι αποτέλεσμα αντίδρασης στην πρωτεΐνη S, αλλά αντίδρασης στον αδενοϊό, στον οποίο βασίζεται το εμβόλιο.

Στη μελέτη τους που δημοσιεύτηκε στις 20 Απριλίου, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο μηχανισμός για την πρόκληση θρόμβωσης από το εμβόλιο της ΑstraΖeneca ξεκινά με τη σύνδεση μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται παράγοντας αιμοπεταλίων 4 (PF4) στον αδενοϊό. Η πρωτεΐνη αυτή απελευθερώνεται από τα αιμοπετάλια και τόσο η ίδια, όσο και τα αιμοπετάλια, προσκολλώνται στον αδενοϊό του εμβολίου και στη συνέχεια αρχίζει η παραγωγή αυτο-αντισωμάτων κατά του PF4.

Θυμίζουμε ότι το εμβόλιο της AstraZeneca χρησιμοποιεί έναν αδενοϊό χιμπατζήδων. Σε παρόμοια τεχνολογία βασίζεται και εκείνο της Johnson & Johnson, το οποίο όμως βασίζεται σε στον ανθρώπινο αδενοϊό 26. Χρησιμοποιώντας σύνθετες και εξειδικευμένες τεχνικές, οι επιστήμονες προσπάθησαν να διερευνήσουν πού μπορεί να οφείλεται το σπάνιο σύνδρομο θρομβώσεων και θρομβοπενίας. Στο παρακάτω σχήμα εξηγούν το μηχανισμό:

Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από επιχορηγήσεις του German Research Foundation, του Υπουργείου Οικονομίας, Εργασίας και Υγείας, το ίδρυμα Südmeyer για την έρευνα στους νεφρούς και τα αγγεία και το ίδρυμα του Δρ. Gerhard Büchtemann.

 

 

Πηγή: https://virus.com.gr/

‘Έγκυες με covid-19 έχουν υψηλότερο κίνδυνο επιπλοκών

Έγκυες με λοίμωξη από τον κορωνοϊό, είχαν 76% περισσότερες πιθανότητες για προεκλαμψία ή υπέρταση και σχεδόν 60% περισσότερες για πρόωρο τοκετό.

Έγκυες με COVID-19 έχουν αυξημένο κίνδυνο για επιπλοκές, όπως υπέρταση, προεκλαμψία και πρόωρο τοκετό σε σύγκριση με έγκυες που δε νοσούν από κορωνοϊό, αναφέρει έρευνα στο περιοδικό JAMA Pediatrics

Έγκυες με τον ιο είχαν 76% περισσότερες πιθανότητες για προεκλαμψία ή υπέρταση και σχεδόν 60% περισσότερες για πρόωρο τοκετό.

Eπιπλέον είχαν περίπου διπλάσιο κίνδυνο να δουν τα μωρά τους να πεθαίνουν κατά τη διάρκεια της κύησης και οι ίδιες 22 φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν κατά την εγκυμοσύνη σε σχέση με όσες δεν είχαν COVID-19.

Ωστόσο στο τελευταίο νούμερα, 11 από τις 706 γυναίκες με λοίμωξη –λιγότερο από 2% πέθαναν κατά την κύηση, που ισοδυναμεί με 159 θανάτους για κάθε 10.000 γεννήσεις.

Έγκυες έχουν επίσης υπερτριπλάσιο κίνδυνο για σοβαρή νόσηση από COVID-19 και πενταπλάσιο να χρειαστούν νοσηλεία σε ΜΕΘ.

Ο Δρ. Άρης  Παπαγεωργίου δήλωσε ότι η λοίμωξη από κορωνοϊο στην έγκυο έχει σημαντικές συνέπειες.

Σε αυτές περιλαμβάνονται οι άμεσοι κίνδυνοι από τον ιό καθαυτόν, υψηλότερος κίνδυνος υπέρτασης και προεκλαμψίας, καθώς και πρόωρου τοκετού, δήλωσε ο Δρ. Παπαγεωργίου Καθηγητής στο University of Oxford.

Tα ευρήματα βασίστηκαν σε ανάλυση 706 εγκύων με COVID-19, και 1.400 χωρίς που αντιμετωπίστηκαν σε 43 νοσοκομεία, σε 18 χώρες.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι έγκυες με COVID-19 που είχαν πυρετό και δύσπνοια ως αποτέλεσμα λοίμωξης είχαν σχεδόν τριπλάσιες πιθανότητες για επιπλοκές.

Επίσης τα μωρά τους είχαν πενταπλάσιο κίνδυνο για επιπλοκές αν εμφάνιζαν αυτά τα συνήθη συμπτώματα του ιου.

Γυναίκες που εμφάνισαν ελαφρά νόσο χωρίς συμπτώματα του ιου είχαν 24% υψηλότερο κίνδυνο για επιπλοκές κατά την εγκυμοσύνη.

Αυτοί οι κίνδυνοι είναι πιθανόν το αποτέλεσμα συνδυασμού αλλαγών στο ανοσοποιητικό σύστημα λόγω κύησης.

Ο Δρ. Παπαγεωργίου δήλωσε οτι υπάρχει ενός βαθμού ανοσοκαταστολή ώστε να διασφαλιστεί η ανοχή του εμβρύου και αλλαγές στο πώς επηρεάζει η φλεγμονή τον οργανισμό κατά τη διάρκεια της κύησης.

Κλειδί για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου είναι να αποφευχθεί η λοίμωξη.

Πηγές: JAMA Pediatrics

 

Πηγή: https://www.iatronet.gr/

Διάχυτο από μεγάλα Β-κύτταρα Λέμφωμα

Η συχνότερη μορφή μη-Hodgkin λεμφώματος.

Το μη-Hodgkin λέμφωμα (NHL) αναφέρεται σε μία ετερογενή ομάδα νεοπλασιών του λεμφικού συστήματος, οι οποίες προέρχονται από τα λεμφοκύτταρα, έναν τύπο λευκών αιμοσφαιρίων που συμμετέχουν στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού.1

Στα άτομα με μη-Hodgkin λέμφωμα (NHL), τα φυσιολογικά λεμφοκύτταρα μεταβάλλονται και πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα, συσσωρεύονται και σχηματίζουν μάζες (όγκους), εκτοπίζουν τα φυσιολογικά λευκά αιμοσφαίρια και εξασθενίζουν την ικανότητα του οργανισμού να καταπολεμά τις λοιμώξεις.

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων (85-90%), τα NHL προέρχονται από τα Β λεμφοκύτταρα (Β-κύτταρα), με το υπόλοιπο 10-15% να προέρχεται από τα Τ λεμφοκύτταρα ή από τα NK κύτταρα*.

Επιπλέον, ανάλογα με την κλινική πορεία τους, τα NHL διακρίνονται σε επιθετικά και σε βραδέως εξελισσόμενα.1

Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί υπότυποι μη-Hodgkin λεμφώματος (NHL), και κάθε ένας από αυτούς είναι μοναδικός αναφορικά με τον τρόπο που εκδηλώνεται στους ασθενείς και τον τρόπο που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται θεραπευτικά.2

Ο συνηθέστερος τύπος NHL είναι το διάχυτο από μεγάλα B-κύτταρα λέμφωμα (DLBCL), ένας επιθετικός καρκίνος των Β-λεμφοκυττάρων (B-κύτταρα).3,4

*Κύτταρα φυσικοί φονείς

Διάγνωση

Παρόλο που το διάχυτο από μεγάλα Β-κύτταρα λέμφωμα (DLBCL) εμφανίζεται και σε παιδιά, η επίπτωση αυξάνεται με την ηλικία. Περίπου οι μισοί από τους ασθενείς με διάχυτο λέμφωμα από μεγάλα Β-κύτταρα (DLBCL) έχουν ηλικία άνω των 60 ετών κατά τη χρονική στιγμή της διάγνωσης.3

Το πρώτο σημείο εκδήλωσης του DLBCL είναι συνήθως μία ταχέως αναπτυσσόμενη, ανώδυνη μάζα στο λαιμό, στη μασχάλη ή στη βουβωνική χώρα η οποία προκαλείται από την διόγκωση των λεμφαδένων.

Ορισμένοι ασθενείς εμφανίζουν πυρετό, νυχτερινές εφιδρώσεις και ανεξήγητη απώλεια βάρους (γνωστά ως «Β-συμπτώματα»).3

H προσβολή εξωλεμφικών οργάνων (π.χ. γαστρεντερική οδός, όρχεις, οστά, πνεύμονες) δεν είναι σπάνια, και σε αυτές τις περιπτώσεις τα συμπτώματα προέρχονται από το προσβεβλημένο όργανο.1-3

Οι γιατροί χρησιμοποιούν ένα εύρος εξετάσεων για τη διάγνωση της παρουσίας κυττάρων διάχυτου λεμφώματος από μεγάλα Β κύτταρα (DLBCL), καθώς και για τον προσδιορισμό του υποτύπου και του σταδίου της νόσου. Η σταδιοποίηση καθορίζει τον βαθμό εξάπλωσης του λεμφώματος, την εντόπισή του και το κατά πόσον έχει παραμείνει εντός του λεμφικού συστήματος ή έχει εξαπλωθεί σε άλλα μέρη του σώματος.3

Παρόλο που η πλειοψηφία των περιπτώσεων διάχυτου λεμφώματος από μεγάλα Β-κύτταρα (DLBCL) εμφανίζεται στους λεμφαδένες, η νόσος εμφανίζεται και σε άλλα όργανα πέραν των λεμφαδένων σε ποσοστό περίπου 40%.2

Στα επιθετικά Β-μη Hodgkin λεμφώματα (συμπεριλαμβανομένου του DLBCL) η διάγνωση τίθεται με βιοψία λεμφαδένος ή εξωλεμφικού προσβεβλημένου οργάνου (κυρίως επί πρωτοπαθώς εξωλεμφαδενικών λεμφωμάτων) ή, σπάνια, μυελού των οστών. Απαιτείται ιστολογική εξέταση.8

Θεραπεία

Ο υπότυπος και το στάδιο της νόσου μπορούν να επηρεάσουν τόσο την πρόγνωση όσο και τις επιλογές της θεραπείας. Επειδή πρόκειται για έναν ιδιαίτερα επιθετικό τύπο καρκίνου, το διάχυτο λέμφωμα από μεγάλα Β-κύτταρα (DLBCL) χρήζει άμεσης αντιμετώπισης.3

Η αρχική θεραπεία αποτελείται συνήθως από χημειοθεραπεία σε συνδυασμό με ένα μονοκλωνικό αντίσωμα, τη ριτουξιμάμπη, και συχνά οδηγεί σε ίαση 2,5,9. Ωστόσο, περίπου το ένα τρίτο των ασθενών θα σημειώσει υποτροπή μετά από τη λήψη θεραπείας πρώτης γραμμής και ένα 10% περίπου θα εμφανίσει ανθεκτική νόσο (δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία πρώτης γραμμής).7

Η θεραπεία εκλογής για αυτούς τους ασθενείς (θεραπεία δεύτερης γραμμής) είναι η χημειοθεραπεία διάσωσης ακολουθούμενη από χημειοθεραπεία υψηλής δόσης (HDT) και αυτόλογη μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων (ASCT).10

Ωστόσο, πολλοί ασθενείς δεν μπορούν να προχωρήσουν σε ASCT λόγω έλλειψης ανταπόκρισης στη χημειοθεραπεία διάσωσης ή επειδή κρίνονται ακατάλληλοι λόγω της κακής κατάστασης της υγείας τους ή λόγω προχωρημένης ηλικίας.6

Από τους ασθενείς που είναι σε θέση να υποβληθούν σε ASCT, περίπου οι μισοί θα έρθουν τελικά αντιμέτωποι με την υποτροπή της νόσου.5

Οι επιλογές είναι περιορισμένες και τα ποσοστά επιβίωσης είναι χαμηλά για τους ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για ASCT ή για εκείνους που έχουν σημειώσει αποτυχία στη χημειοθεραπεία διάσωσης και την ASCT. 5,10,11

Αν και η πρόγνωση για τους ασθενείς με υ/α διάχυτο λέμφωμα από μεγάλα Β κύτταρα (DLBCL) είναι ιστορικά πτωχή5, οι καινοτόμες προσεγγίσεις όπως η ανοσοκυτταρική θεραπεία, έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν τις εκβάσεις για αυτούς τους ασθενείς, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η συγκεκριμένη κακοήθεια.12,13

Βιβλιογραφία

1. Leukemia & Lymphoma Society. NHL. http://www.lls.org/lymphoma/non-hodgkin-lymphoma?src1=20045&src2. Accessed March 2021. 2. Cancer.net. Lymphoma – Non-Hodgkin: Subtypes. http://www.cancer.net/cancer- types/lymphoma-non-hodgkin/subtypes. Accessed March 2021. 3. Lymphoma Research Foundation. Understanding Diffuse Large B-Cell Lymphoma. LRF_FACTSHEET_DIFFUSE_LRG_BCELL_LYMPHOMA_DLBCL.pdf. Accessed March 2021. 4. World Health Organization. Diffuse large B-cell lymphoma. Review of cancer medicines on the WHO list of essential medicines. Available at: http://www.who.int/selection_medicines/committees/expert/20/applications/DiffuseLargeBCellLymphoma.pdf. Accessed March 2021. 5. Crump M, Neelapu S, Farooq U, Van Den Neste E, Kuruvilla J et al. (2017) Outcomes in refractory diffuse large B-cell lymphoma: results from the international SCHOLAR-1 study. Blood.;130:1800-1808 6. Friedberg JW (2011) Relapsed/refractory diffuse large B-cell lymphoma. Hematology Am Soc Hematol Educ Program 2011: 498-505. Accessed March 2021. 7. Raut, L., Chakrabarti, P. “Management of relapsed-refractory diffuse large B cell lymphoma.” South Asian J Can, 2014 JanMar; 3(1): 66-70. 8. Δημόπουλος, Μ.Α., Βασιλακόπουλος, Θ., Γρουζή, Ε., Ηλιάκης, Θ., Καττάμης, Α., Κουράκλη, Α., Ματσούκα, Χ., Παγώνη, Μ., Πλατά, Ε., Σακελλάρη, Ι., Συμεωνίδης, Α., Τέρπος, Ε., Τσαταλάς, Κ., Τσιριγώτης, Π., Χαρχαλάκης, Ν. (2018) Θεραπευτικό πρωτόκολλο συνταγογράφησης: Επιθετικά Β-μη Hodgkin Λεμφώματα. Γενική Γραμματεία Υπουργείου Υγείας. 9. American Cancer Society. Treating B-Cell Non-Hodgkin Lymphoma. Available at: https://www.cancer.org/cancer/non-hodgkinlymphoma/treating/b-cell-lymphoma.html. Accessed March 2021. 10. Gisselbrecht C, Glass B, Mounier N, Singh Gill D, Linch DC et al. (2010) Salvage regimens with autologous transplantation for relapsed large B-cell lymphoma in the rituximab era. J Clin Oncol 28 (27): 4184-4190. 11. Van Den Neste E, et al. (2016) Outcome of patients with relapsed diffuse large B-lymphoma who fail second-line salvage regimens in the Iternational CORAL study. Bone Marrow Transplant.; 51(1): 51-57 12. Schuster S, et al. (2019) Tisagenlecleucel in Adult Relapsed or Refractory Diffuse Large B-Cell Lymphoma. N. Engl. J. Med.; 380:45–56 13. Locke FL, et al (2019) Long-term safety and activity of axicabtagene ciloleucel in refractory large B-cell lymphoma (ZUMA-1): a single-arm, multicentre, phase 1-2 trial, Lancet Oncol.; 20(1): 31-42

 

 

 

πΗΓΗ: https://www.iatronet.gr/

Ο καρκίνος ενδεχομένως επηρεάζει την καρδιά πριν την έναρξη της αγωγής

Tα ευρήματα δίνουν νέα έμφαση στην κατανόηση της υγείας της καρδιάς σε ανθρώπους που πρόσφατα διαγνώστηκαν με καρκίνο πριν την έναρξη αγωγής.

Ορισμένα είδη καρκίνου μπορεί ενδεχομένως να αλλάζουν την εμφάνιση και τη λειτουργία της καρδιάς, αναφέρει νέα έρευνα που ανέλυσε τις καρδιές ανθρώπων πριν την αγωγή για καρκίνο.

Το ιστορικό καρκίνου συνδέεται με μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακών προβλημάτων. Ηλικιωμένες που επέζησαν από καρκίνο στο μαστό είναι πιο πιθανό να πεθάνουν από καρδιαγγειακή νόσο-όχι από καρκίνο μαστού. Ο καρκίνος και η καρδιακή νόσος επίσης μοιράζονται αρκετούς παράγοντες κινδύνου, όπως παχυσαρκία και κάπνισμα.

Ωστόσο ερευνητές ακόμα προσπαθούν να κατανοήσουν πόσος από τον κίνδυνο προέρχεται από τον καρκίνο έναντι συνήθων αγωγών που μπορεί να είναι τοξικές  για την καρδιά.

Ερευνητές στον Καναδά επέλεξαν 381 ανθρώπους με καρκίνο μαστού ή λέμφωμα και 102 χωρίς καρκίνο ή καρδιαγγειακή νόσο. Και οι 2 ομάδες υποβλήθηκαν σε μαγνητική τομογραφία στην καρδιά.

Σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, άνθρωποι με καρκίνο είχαν μειωμένο όγκο αριστερής κοιλίας με αποτέλεσμα μικρότερη άντληση αίματος ανα παλμό.

Τα μοντέλα έδειξαν επίσης αυξημένη κόπωση, ενώ οι καρδιές των ανθρώπων με καρκίνο έδειξαν σημάδια φλεγμονής. Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο  Journal of the American Heart Association.

Ο Dr. James A. White, του University of Calgary δήλωσε ότι η νέα έρευνα παρέχει ενδείξεις ότι ο καρκίνος αλλάζει την υγεία του καρδιακού μυός.

Φάρμακα χημειοθεραπείας όπως anthracyclines, έχουν παρενέργειες στην καρδιά.

Αν και δεν είναι γνωστό αν άνθρωποι με άλλα είδη καρκίνου από αυτά που περιλήφθηκαν στην έρευνα θα μπορούσαν να έχουν παρόμοιες αλλαγές στην καρδιά, ο White δήλωσε ότι τα ευρήματα δίνουν νέα έμφαση στην κατανόηση της υγείας της καρδιάς σε ανθρώπους που πρόσφατα διαγνώστηκαν με καρκίνο πριν την έναρξη αγωγής.

Η βασική υπόθεση ότι η καρδιά είναι σε φυσιολογική κατάσταση πριν την έναρξη αγωγής για καρκίνο,μπορεί ενδεχομένως να μην είναι εντελώς αληθινή, δήλωσε ο White. Ο καρκίνος καθαυτός φαίνεται να αλλάζει τον τρόπο συμπεριφοράς του καρδιαγγειακού συστήματος.

Σχετικά με το πώς ο καρκίνος θα μπορούσε να προκαλεί αυτές τις αλλαγές, δήλωσε ότι συστημική φλεγμονή πιθανόν παίζει ρόλο. Καθώς ο καρκίνος ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα, η ανοσολογική απόκριση προκαλεί φλεγμονή που με τη σειρά της μπορεί ενδεχομένως να επηρεάσει το καρδιαγγειακό σύστημα.

‘Aλλο μεγάλο ερώτημα που μένει να απαντηθεί, είναι πόσο θα μπορούσαν να διαρκέσουν αυτές οι αλλαγές στην καρδιά, δήλωσε ο Dr. Tochukwu M. Okwuosa, του Rush University Medical Center στο Σικάγο.

Πηγές: AHA

 

πΗΓΗ: https://www.iatronet.gr/

Κοινό φάρμακο για τον βήχα, αποχρεμπτικό μειώνει τις επιπλοκές στον κοροναϊό

Ιταλοί επιστήμονες ενέταξαν το φάρμακο ως συμπληρωματική (επικουρική) θεραπεία στις κατευθυντήριες οδηγίες τους για την αντιμετώπιση των ασθενών στο σπίτι. Ωστόσο οι ασθενείς πρέπει πρώτα να συμβουλεύονται τον γιατρό τους. Ποιες είναι οι αντενδείξεις του.

Ένα παλιό, φθηνό και δοκιμασμένο φάρμακο που χορηγείται ως αποχρεμπτικό σε περίπτωση βρογχίτιδας, μπορεί να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των επιπλοκών της λοίμωξης που προκαλεί ο νέος κοροναϊός, σύμφωνα με ειδικούς από την Ιταλία. Το φάρμακο περιέχει ως δραστική ουσία την Ν-ακετυλοκυστεΐνη (NAC) και ήδη έχει ενταχθεί από τους γιατρούς σε θεραπευτικά πρωτόκολλα.

Όπως ανακοίνωσε η ιταλική φαρμακευτική εταιρεία Zambon που το παράγει, μελέτες έχουν δείξει ότι η ουσία αυτή βελτιώνει την κλινική πορεία των ασθενών χάρη στην αντιοξειδωτική δράση της, η οποία μπορεί να ρυθμίσει τη φλεγμονώδη αντίδραση του οργανισμού που σχετίζεται με την πνευμονία.

Τα δυνητικά οφέλη του φαρμάκου συζητήθηκαν το περασμένο φθινόπωρο στο 30ο Ετήσιο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας (ERS). Σε εξέλιξη, εξ άλλου, βρίσκονται δύο μεγάλες κλινικές μελέτες με αυτό, μία στην Ιταλία και μία στην Βραζιλία.

Ήδη, όμως, εντάχθηκε στις πρώτες κοινές κατευθυντήριες οδηγίες που εξέδωσαν προσφάτως τρεις ιταλικές επιστημονικές εταιρείες. Οι εταιρείες αυτές είναι:

  • Η Ιταλική Εταιρεία Νοσοκομειακών Πνευμονολόγων (AIPO)
  • Η Ιταλική Πνευμονολογική Εταιρεία (ITS)
  • Η Επιστημονική Εταιρεία  Γενικών Ιατρών (METIS)

Όπως αναφέρεται στις οδηγίες, η Ν-ακετυλοκυστεΐνη μπορεί να αποτελέσει συμπληρωματική (επικουρική) θεραπεία για τους ασθενείς που νοσηλεύονται στο σπίτι. «Στη διάρκεια της πανδημίας η ουσία έχει ενταχθεί σε αρκετά θεραπευτικά πρωτόκολλα, τόσο σε ασθενείς με COVID-19 και επιβεβαιωμένη ή ύποπτη βακτηριακή επιπλοκή, όσο και με ιογενή πνευμονία με βρογχικά εκκρίματα», σημειώνουν οι τρεις επιστημονικοί φορείς.

Προκαταρκτικά ευρήματα

«Οι ειδικές μελέτες για την αποτελεσματικότητα που έχει η N-ακετυλοκυστεΐνη κατά της πνευμονίας που προκαλεί ο νέος κοροναϊός, βρίσκονται ακόμα υπό εξέλιξη. Ωστόσο, έχουν δημοσιευθεί πολλά περιστατικά που συνηγορούν υπέρ της χρήσης της», δήλωσε στον ιταλικό Τύπο ο καθηγητής Adriano Vaghi, πρόεδρος της AIPO. «Επιπλέον, τα προκαταρκτικά ευρήματα μελετών για το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS) έχουν δείξει ότι η ουσία NAC μπορεί να βοηθήσει, μειώνοντας ακόμα και την ανάγκη για υποστήριξη της αναπνοής».

Όπως εξήγησε, το σύνδρομο αυτό έχει πολλές ομοιότητες με την προχωρημένη μορφή της πνευμονίας που προκαλεί ο κοροναϊός. Επομένως «η πιθανότητα αποφυγής της επιδείνωσης της πνευμονίας, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμη στην παρούσα χρονική συγκυρία», πρόσθεσε.

Ο Dr. Vaghi είπε ακόμα ότι η μόλυνση από τον νέο κοροναϊό προκαλεί σε ορισμένους ασθενείς οξειδωτικό στρες. Προκαλεί επίσης μια υπερβολική αντίδραση του ανοσοποιητικού που είναι γνωστή ως καταιγίδα των κυτταροκινών. Οι αντιδράσεις αυτές παρεμποδίζουν την ανάρρωση και ανοίγουν τον δρόμο για σοβαρές επιπλοκές.

Η Ν-ακετυλοκυστεΐνη όμως ασκεί ισχυρή αντιοξειδωτική δράση, διεγείροντας την παραγωγή της γλουταθειόνης. Η γλουταθειόνη είναι ένα σημαντικό αντιοξειδωτικό ένζυμο. Η έλλειψή της ενεργοποιεί μια χημική αλληλουχία που επιδεινώνει τις πνευμονικές βλάβες. «Η χορήγηση της Ν-ακετυλοκυστεΐνης νωρίς στην πορεία της νόσου COVID-19, ενδέχεται να αποκαθιστά την ισορροπία αυτού του ενζύμου και να αποτρέπει τις περαιτέρω πνευμονικές βλάβες», είπε ο Dr. Vaghi.

Οι ασθενείς με αναπνευστικά προβλήματα

Την ίδια γνώμη έχουν και άλλοι ειδικοί, ιδίως για τους ασθενείς με COVID-19 που ήδη πάσχουν από νοσήματα των πνευμόνων.

«Η πρώιμη λήψη της N-ακετυλοκυστεΐνης από τους ασθενείς με COVID-19 ενδέχεται να δρα προστατευτικά στον οργανισμό. Μπορεί να μειώνει ακόμα και τον κίνδυνο παρόξυνσης ορισμένων πνευμονοπαθειών, όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια», είπε στο συνέδριο της ERS ο Dr. Alberto Papi, καθηγητής Πνευμονολογίας στο Πανεπιστήμιο της Φεράρα, στην Ιταλία.

Ανάλογη άποψη εξέφρασε και ο καθηγητής Joan Β. Soriano, από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο La Princesa και το Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, στην Ισπανία. Και πρόσθεσε πως ένα από τα πλεονεκτήματα του φαρμάκου είναι ότι διαθέτει εξαιρετικό προφίλ ασφαλείας. «Η Ν-ακετυλοκυστεΐνη αντιπροσωπεύει ένα ασφαλές και αποτελεσματικό συμπλήρωμα στην αγωγή που δίνουμε στους ασθενείς», τόνισε.

Οι μελέτες που βρίσκονται υπό εξέλιξη εξετάζουν αυτές ακριβώς τις δράσεις. Ήδη, όμως, άλλες μελέτες που αφορούσαν την βακτηριακή πνευμονία έδειξαν ότι η λήψη της NAC, συμπληρωματικά στην ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή, μπορεί να βελτιώσει την κλινική πορεία των ασθενών.

«Τα δεδομένα αυτά δεν σημαίνουν ότι το φάρμακο επιφέρει ίαση της νόσου COVID-19. Υποδηλώνουν ότι χάρη στην αντιοξειδωτική δράση του και την ένδειξή του σε περιπτώσεις πνευμονικής κατάρρευσης και πνευμονίας, είναι ένας σημαντικός σύμμαχος στην πρόληψη και αντιμετώπιση των επιπλοκών που προκαλεί αυτή η νόσος», τόνισε ο Dr. Hélio Osmo, Ιατρικός Διευθυντής της Zambon Brazil και Πρόεδρος της Βραζιλιάνικης Εταιρείας Φαρμακευτικής Ιατρικής (Associação Brasileira de Medicina Farmacêutica,  SBMF). «Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να λαμβάνεται συμπληρωματικά και φυσικά μόνο μετά τη σύμφωνη γνώμη του θεράποντα ιατρού του ασθενούς».

Που χρησιμοποιείται η Ν-ακετυλοκυστεΐνη

Όπως αναφέρουν οι ειδικοί, η ουσία NAC εισήχθη τη δεκαετία του 1960 ως βλεννολυτικός παράγοντας για τις χρόνιες πνευμονοπάθειες. Σήμερα, χρησιμοποιείται ευρέως ως μη συνταγογραφούμενο αποχρεμπτικό. Ωστόσο έχει και ενδονοσοκομειακή χρήση, καθώς έχει διαπιστωθεί πως δρα ως αντίδοτο στην υπερδοσολογία παρακεταμόλης. Μάλιστα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας την έχει εντάξει στον Πρότυπο Κατάλογο Βασικών Φαρμάκων που πρέπει να υπάρχουν σε κάθε σύστημα Υγείας.

Στη χώρα μας, η ακετυλοκυστεΐνη είναι εγκεκριμένη, μεταξύ άλλων, και για τις δύο αυτές χρήσεις. Ειδικότερα, για:

  • Την προφύλαξη από την ηπατική νέκρωση σε περίπτωση δηλητηρίασης από παρακεταμόλη για όλες τις ηλικίες
  • Την ρευστοποίηση των εκκρίσεων σε περίπτωση βρογχίτιδας, τραχειοβρογχίτιδας, εμφυσήματος, χρόνιας ασθματικής βρογχίτιδας, σε όλες τις ηλικίες.

Ωστόσο το φάρμακο έχει και αντενδείξεις. Δεν πρέπει να λαμβάνεται από άτομα με πεπτικό έλκος, ούτε μαζί με αντιβηχικά φάρμακα. Δεν πρέπει επίσης να λαμβάνεται από τις εγκύους ούτε από τις γυναίκες που θηλάζουν τα μωρά τους. Το ίδιο ισχύει και για άλλες ομάδες ασθενών, όπως οι πάσχοντες από παροξυσμούς σοβαρού άσθματος, τα άτομα με αλλεργία στην ακετυλοκυστεΐνη κ.λπ.

Πηγή: medlabnews.gr

 

 

Πηγή: https://medlabgr.blogspot.com/

Ένα αντιικό χάπι υπό δοκιμή για την ήπια COVID-19

Σε πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης ενός υπό έρευνα, από του στόματος χορηγούμενου αντιικού υποψήφιου φαρμάκου για την ήπια ή μέτρια νόσηση από COVID-19, του molnupiravir (MK-4482 / EIDD-2801), προχωρούν η MSD και η Ridgeback Biotherapeutics.

Βάσει των δεδομένων της προσχεδιασμένης ενδιάμεσης ανάλυσης του πρώτου μέρους μελέτης φάσης 2/3 για την αναζήτηση της κατάλληλης δοσολογίας και προηγούμενα αποτελέσματα μελέτης φάσης 2, αξιολογήθηκε η χορήγηση του υπό έρευνα molnupiravir (δύο φορές τη μέρα για 5 ημέρες) σε εξω- και ενδο- νοσοκομειακούς ασθενείς (MOVe-OUT) (MOVe-IN) με COVID-19 σε διαφορετικά δοσολογικά σχήματα σε σύγκριση με τη χορήγηση εικονικού φαρμάκου και αποφασίσθηκε η συνέχιση του δεύτερου τμήματος της μελέτης MOVe-OUT Φάσης 3 σε εξωνοσοκομειακούς ασθενείς με COVID- 19, αξιολογώντας τη δόση των 800 mg molnupiravir δύο φορές την ημέρα.

Τα δεδομένα από τη μελέτη MOVe-IN δείχνουν ότι το molnupiravir δεν είναι πιθανό να επιδείξει κλινικό όφελος σε ενδονοσοκομειακούς ασθενείς, οι οποίοι κατά βάση είχαν μεγαλύτερη διάρκεια συμπτωμάτων πριν από την εισαγωγή τους στη μελέτη. Ως εκ τούτου, έχει ληφθεί η απόφαση να μην συνεχισθεί η μελέτη για ενδονοσοκομειακούς ασθενείς στη Φάση 3.

«Συνεχίζουμε να σημειώνουμε πρόοδο στην κλινική ανάπτυξη του υπό έρευνα αντιιικού φαρμάκου molnupiravir. Τα δεδομένα από τη διερεύνηση της δοσολογίας αυτών των μελετών είναι σε αντιστοιχία με τον μηχανισμό δράσης και παρέχουν σημαντικά δεδομένα για τη δυναμική του αντιιικού φαρμάκου στη δόση των 800mg », δήλωσε ο Dr. Roy Baynes, Αντιπρόεδρος (Senior Vice President), Επικεφαλής του παγκόσμιου Προγράμματος Κλινικής Ανάπτυξης και Επικεφαλής του Ιατρικού Τμήματος της MSD Research Laboratories.

«Με βάση τα ευρήματα αυτής της μελέτης προχωρούμε στο κλινικό πρόγραμμα Φάσης 3 σε εξωνοσοκομειακούς ασθενείς, αξιοποιώντας στρατηγικά το μεγάλο δίκτυο κλινικών κέντρων μας για την ένταξη κατάλληλων ασθενών παγκοσμίως».

«Είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουμε ότι το υπό έρευνα molnupiravir συνεχίζει να είναι μια πολλά υποσχόμενη πιθανή θεραπεία για εξωνοσοκομειακούς ασθενείς με COVID-19», δήλωσε ο Wendy Holman, Διευθύνων Σύμβουλος της Ridgeback Biotherapeutics.

«Τα δεδομένα από τη μελέτη της Ridgeback Bio, EIDD-2801-2003 (MK-4482-006), σε συνδυασμό με τη μελέτη MK-4482-002 της MSD, παρέχουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία για την αντιική δραστηριότητα του υπό έρευνα molnupiravir. Αναμένουμε με θετική προσδοκία την έναρξη και ολοκλήρωση της φάσης 3 της μελέτης MOVe-OUT».

Τα τελικά δεδομένα από το τμήμα Φάσης 3 (Μέρος 2) της μελέτης MOVe-OUT εκτιμάται ότι θα είναι διαθέσιμα τον Σεπτέμβριο / Οκτώβριο του 2021. Η MSD αναμένει επί του παρόντος ότι, εν αναμονή ευνοϊκών αποτελεσμάτων από τη μελέτη MOVe-OUT, η ταχύτερη δυνατή υποβολή για την Άδεια Χρήσης Έκτακτης Εισαγωγής του molnupiravir θα είναι το δεύτερο εξάμηνο του 2021. Η MSD και η Ridgeback Biotherapeutics σκοπεύουν να μοιραστούν περαιτέρω ευρήματα από το τρέχον πρόγραμμα ανάπτυξης του υπό έρευνα molnupiravir με τους ρυθμιστικούς οργανισμούς, μόλις είναι διαθέσιμα.

Επιπλέον, η MSD σκοπεύει να ξεκινήσει ένα κλινικό πρόγραμμα για την αξιολόγηση του υπό έρευνα molnupiravir για «προφύλαξη μετά την έκθεση» το δεύτερο εξάμηνο του 2021.

Η MSD έχει πραγματοποιήσει ένα ολοκληρωμένο μη κλινικό πρόγραμμα για τον χαρακτηρισμό του προφίλ ασφάλειας του υπό έρευνα molnupiravir.

Αυτό το πρόγραμμα περιελάμβανε προσδιορισμούς όπως το Big Blue και το PIG-a που έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν ένα ισχυρό μέτρο της ικανότητας ενός φαρμάκου ή μιας χημικής ιδιότητας να προκαλεί μεταλλάξεις in vivo. Στα ζώα χορηγήθηκε molnupiravir για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και σε υψηλότερες δόσεις (mg / Kg) από αυτά που χρησιμοποιήθηκαν σε μελέτες σε ανθρώπους.

Το σύνολο των δεδομένων από αυτές τις μελέτες υποδεικνύει ότι το molnupiravir δεν είναι μεταλλαξιογόνος ή γονοτοξική στα in vivo συστήματα θηλαστικών.

Επίσης στις κλινικές μελέτες σε ανθρώπους δεν υπήρξαν σχετιζόμενες με το φάρμακο ανεπιθύμητες ενέργειες που να οδήγησαν σε διακοπή της συμμετοχής στη μελέτη ανθρώπων που ελάμβαναν molnupiravir.

Τι είναι το Molnupiravir

Το Molnupiravir (EIDD-2801 / MK-4482) είναι μια υπο-διερεύνηση, χορηγούμενη από του στόματος μορφή ενός ισχυρού αναλόγου ριβονουκλεοσιδίου που αναστέλλει την αντιγραφή πολλαπλών ιών RNA συμπεριλαμβανομένου του SARS-CoV-2, του αιτιολογικού παράγοντα του COVID-19.

Το molnupiravir έχει αποδειχθεί ότι είναι ενεργό σε διάφορα προκλινικά μοντέλα του SARS-CoV-2, όπως για την προφύλαξη, τη θεραπεία και την πρόληψη της μετάδοσης, καθώς επίσης και για τους ιούς SARS-CoV-1 και MERS.

Το Molnupiravir εφευρέθηκε στο Drug Innovations στο Emory (DRIVE), LLC, μια μη κερδοσκοπική εταιρεία βιοτεχνολογίας που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Πανεπιστήμιο Emory.

 

 

Πηγή: https://healthstories.gr/

Κορονοϊός: Συνεχίζονται οι κλινικές μελέτες φαρμάκου της MSD για εξωνοσοκομειακούς ασθενείς

Η MSD και η Ridgeback Biotherapeutics εξέδωσαν στις 15 Απριλίου ενημέρωση σχετικά με το πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης του molnupiravir (MK-4482 / EIDD-2801), ενός υπό έρευνα, από του στόματος χορηγούμενου αντιικού υποψήφιου φαρμάκου έναντι ήπιας ή μέτριας νόσησης από COVID-19.

Βάσει των δεδομένων της προσχεδιασμένης ενδιάμεσης ανάλυσης του πρώτου μέρους μελέτης φάσης 2/3 για την αναζήτηση της κατάλληλης δοσολογίας και προηγούμενα αποτελέσματα μελέτης φάσης 2, αξιολογήθηκε η χορήγηση του υπό έρευνα molnupiravir (δύο φορές τη μέρα για 5 ημέρες) σε εξω- και ενδο- νοσοκομειακούς ασθενείς (MOVe-OUT) (MOVe-IN) με COVID-19 σε διαφορετικά δοσολογικά σχήματα σε σύγκριση με τη χορήγηση εικονικού φαρμάκου και αποφασίσθηκε η συνέχιση του δεύτερου τμήματος της μελέτης MOVe-OUT Φάσης 3 σε εξωνοσοκομειακούς ασθενείς με COVID- 19, αξιολογώντας τη δόση των 800 mg molnupiravir δύο φορές την ημέρα. Τα δεδομένα από τη μελέτη MOVe-IN δείχνουν ότι το molnupiravir δεν είναι πιθανό να επιδείξει κλινικό όφελος σε ενδονοσοκομειακούς ασθενείς, οι οποίοι κατά βάση είχαν μεγαλύτερη διάρκεια συμπτωμάτων πριν από την εισαγωγή τους στη μελέτη. Ως εκ τούτου, έχει ληφθεί η απόφαση να μην συνεχισθεί η μελέτη για ενδονοσοκομειακούς ασθενείς στη Φάση 3.

«Συνεχίζουμε να σημειώνουμε πρόοδο στην κλινική ανάπτυξη του υπό έρευνα αντιιικού φαρμάκου molnupiravir. Τα δεδομένα από τη διερεύνηση της δοσολογίας αυτών των μελετών είναι σε αντιστοιχία με τον μηχανισμό δράσης και παρέχουν σημαντικά δεδομένα για τη δυναμική του αντιιικού φαρμάκου στη δόση των 800mg », δήλωσε ο Dr. Roy Baynes, Αντιπρόεδρος (Senior Vice President), Επικεφαλής του παγκόσμιου Προγράμματος Κλινικής Ανάπτυξης και Επικεφαλής του Ιατρικού Τμήματος της MSD Research Laboratories. «Με βάση τα ευρήματα αυτής της μελέτης προχωρούμε στο κλινικό πρόγραμμα Φάσης 3 σε εξωνοσοκομειακούς ασθενείς, αξιοποιώντας στρατηγικά το μεγάλο δίκτυο κλινικών κέντρων μας για την ένταξη κατάλληλων ασθενών παγκοσμίως».

«Είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουμε ότι το υπό έρευνα molnupiravir συνεχίζει να είναι μια πολλά υποσχόμενη πιθανή θεραπεία για εξωνοσοκομειακούς ασθενείς με COVID-19», δήλωσε ο Wendy Holman, Διευθύνων Σύμβουλος της Ridgeback Biotherapeutics. «Τα δεδομένα από τη μελέτη της Ridgeback Bio, EIDD-2801-2003 (MK-4482-006), σε συνδυασμό με τη μελέτη MK-4482-002 της MSD, παρέχουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία για την αντιική δραστηριότητα του υπό έρευνα molnupiravir. Αναμένουμε με θετική προσδοκία την έναρξη και ολοκλήρωση της φάσης 3 της μελέτης MOVe-OUT».

Τα τελικά δεδομένα από το τμήμα Φάσης 3 (Μέρος 2) της μελέτης MOVe-OUT εκτιμάται ότι θα είναι διαθέσιμα τον Σεπτέμβριο / Οκτώβριο του 2021. Η MSD αναμένει επί του παρόντος ότι, εν αναμονή ευνοϊκών αποτελεσμάτων από τη μελέτη MOVe-OUT, η ταχύτερη δυνατή υποβολή για την Άδεια Χρήσης Έκτακτης Εισαγωγής του molnupiravir θα είναι το δεύτερο εξάμηνο του 2021. Η MSD και η Ridgeback Biotherapeutics σκοπεύουν να μοιραστούν περαιτέρω ευρήματα από το τρέχον πρόγραμμα ανάπτυξης του υπό έρευνα molnupiravir με τους ρυθμιστικούς οργανισμούς, μόλις είναι διαθέσιμα.

Επιπλέον, η MSD σκοπεύει να ξεκινήσει ένα κλινικό πρόγραμμα για την αξιολόγηση του υπό έρευνα molnupiravir για «προφύλαξη μετά την έκθεση» το δεύτερο εξάμηνο του 2021.

Η MSD έχει πραγματοποιήσει ένα ολοκληρωμένο μη κλινικό πρόγραμμα για τον χαρακτηρισμό του προφίλ ασφάλειας του υπό έρευνα molnupiravir. Αυτό το πρόγραμμα περιελάμβανε προσδιορισμούς όπως το Big Blue και το PIG-a που έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν ένα ισχυρό μέτρο της ικανότητας ενός φαρμάκου ή μιας χημικής ιδιότητας να προκαλεί μεταλλάξεις in vivo. Στα ζώα χορηγήθηκε molnupiravir για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και σε υψηλότερες δόσεις (mg / Kg) από αυτά που χρησιμοποιήθηκαν σε μελέτες σε ανθρώπους. Το σύνολο των δεδομένων από αυτές τις μελέτες υποδεικνύει ότι το molnupiravir δεν είναι μεταλλαξιογόνος ή γονοτοξική στα in vivo συστήματα θηλαστικών. Επίσης στις κλινικές μελέτες σε ανθρώπους δεν υπήρξαν σχετιζόμενες με το φάρμακο ανεπιθύμητες ενέργειες που να οδήγησαν σε διακοπή της συμμετοχής στη μελέτη ανθρώπων που ελάμβαναν molnupiravir.

 

 

Πηγή: https://www.news4health.gr/