Νέα μελέτη: Πώς το άγχος που νιώθει μια γυναίκα κατά την εγκυμοσύνη επηρεάζει τον εγκέφαλο του μωρού

Το άγχος που αντιμετωπίζει μια γυναίκα κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να επηρεάσει τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο του εμβρύου, όπως επιβεβαιώνεται από σαρώσεις εμβρυϊκών εγκεφάλων, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα στο ιατρικό περιοδικό JAMA Open Network.

  • Τα έμβρυα από μητέρες με υψηλότερα επίπεδα άγχους ήταν πιο πιθανό να έχουν ασθενέστερες συνδέσεις μεταξύ δύο περιοχών του εγκεφάλου, που εμπλέκονται σε εκτελεστικές και υψηλότερες γνωστικές λειτουργίες και ισχυρότερες συνδέσεις μεταξύ τμημάτων του εγκεφάλου που συνδέονται με συναισθηματικούς και συμπεριφορικούς ελέγχους.

“Τα τοξικά επίπεδα άγχους … φαίνεται να έχουν άμεσες επιπτώσεις στον τρόπο με τον οποίο ο εμβρυϊκός εγκέφαλος σμιλεύεται και οργανώνεται στη μήτρα”, δήλωσε η συγγραφέας της μελέτης Catherine Limperopoulos, η οποία διευθύνει το Ινστιτούτο Αναπτυξιακού Εγκεφάλου στο Children National στην Ουάσιγκτον, DC.

«Αυτό που βιώνει η μέλλουσα μητέρα, το βιώνει παράλληλα και το αγέννητο μωρό»

Ένα «τοξικό» επίπεδο άγχους στη μελέτη ορίστηκε ως το άγχος σε επίπεδα που θα παρεμπόδιζαν την ικανότητα μιας γυναίκας να πετύχει με επιτυχία τους καθημερινούς στόχους και ευθύνες της, αλλά δεν αρκεί για να διαγνωστεί κλινικά ως ασθένεια ψυχικής υγείας ή διαταραχή.

Το άγχος προκαλεί την υπόφυση και τα επινεφρίδια να “πλημμυρίσουν” το σώμα με ορμόνες “μάχης ή πτήσης” που αρχικά είχαν σκοπό να μας βοηθήσουν να ξεφύγουμε από άγρια ​​ζώα και άλλους κινδύνους. Σήμερα, ζούμε με χρόνιο άγχος και αυτές οι χημικές ουσίες, που περιλαμβάνουν την κορτιζόλη (ορμόνη του στρες), έχουν την ικανότητα να διασχίσουν τον φραγμό του πλακούντα μεταξύ της μαμάς και του μωρού.

Η σχέση μεταξύ του στρες και της ανάπτυξης του εγκεφάλου του εμβρύου είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για τις γυναίκες που είναι έγκυες κατά τη διάρκεια της πανδημίας, δήλωσε η Δρ Limperopoulos, καθώς η προηγούμενη έρευνά της διαπίστωσε ότι το άγχος για τις έγκυες γυναίκες στην εποχή του Covid-19 έχει διπλασιαστεί ή ακόμη και τριπλασιαστεί.

“Υπάρχουν και άλλες δημοσιευμένες μελέτες που επιβεβαιώνουν ότι οι έγκυες γυναίκες αναφέρουν πολύ υψηλά επίπεδα στρες κατά τη διάρκεια της πανδημίας”

“Είναι πραγματικά σημαντικό να προειδοποιούμε τις γυναίκες για το γεγονός ότι τα υψηλά επίπεδα στρες μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη του μωρού τους και να τις κατευθύνουμε σε εκείνους που μπορούν να τις βοηθήσουν να διαχειριστούν καλύτερα το άγχος τους κατά τη διάρκεια αυτής της πανδημίας αλλά και ανεξάρτητα από αυτή”, δήλωσε σχετικά.

H Δρ Limperopoulos δημοσίευσε μια μελέτη νωρίτερα φέτος, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι τα υψηλά επίπεδα άγχους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εξασθένησαν την βιοχημεία του εγκεφάλου του εμβρύου και την ανάπτυξη του ιππόκαμπου – την περιοχή του εγκεφάλου που εμπλέκεται στο σχηματισμό νέων αναμνήσεων, η οποία σχετίζεται επίσης με τη μάθηση και τα συναισθήματα.

Προηγούμενες μελέτες έχουν επίσης βρει ασυνήθιστα ηλεκτροεγκεφαλογραφικά σχήματα στους μετωπιαίους λοβούς των παιδιών, μαζί με αλλαγές στη φαιά ουσία του εγκεφάλου, που είναι υπεύθυνη για την οργάνωση της επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων τμημάτων του εγκεφάλου.

Το άγχος έχει επίσης συνδεθεί με τον πρόωρο τοκετό

Επίσης, οι γυναίκες που ένιωσαν πως δεν μπορούσαν να διαχειριστούν το αυξημένο στρες κατά τους μήνες της εγκυμοσύνης και ακόμη και χρόνια πριν από τη σύλληψη, είχαν μικρότερης διάρκειας εγκυμοσύνες σε σχέση με άλλες γυναίκες, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο.

Πηγή: CNN

 

Πηγή: https://healthmag.gr/

ΗΠΑ Εγκυμοσύνη Κορωνοϊός: Σοβαρότερα τα συμπτώματα της Covid-19 στις έγκυες σύμφωνα με 2η μεγάλη έρευνα

Επιστήμονες του CDC κάλεσαν τις εγκύους να προσέχουν για μη μολυνθούν με κορωνοϊό, φορώντας οι ίδιες μάσκα και αποφεύγοντας όσους δεν φορούν.

Εγκυμοσύνη Κορωνοϊός: Οι έγκυες που έχουν μολυνθεί με Covid-19, έχουν περίπου 25% μεγαλύτερο κίνδυνο να γεννήσουν πρόωρα, σύμφωνα με τους επιστήμονες των Κέντρων Ελέγχων και Πρόληψης Νόσων (CDC) των ΗΠΑ.

Ενώ στις ΗΠΑ το ποσοστό των πρόωρων τοκετών είναι 10,2% του συνόλου στον γενικό πληθυσμό, στις γυναίκες με κορωνοϊό SARS-CoV-2 φθάνει το 13%. Τα στοιχεία των CDC βασίζονται σε δεδομένα για 3.912 τοκετούς από γυναίκες με Covid-19 σε 15 αμερικανικές πολιτείες.

Από τα μωρά που ελέγχθηκαν, μόνο το 2,6% εμφάνιζαν τον κορωνοϊό. Τα περισσότερα είχαν γεννηθεί από μητέρες που είχαν μολυνθεί κατά την τελευταία εβδομάδα της κύησης. Προηγούμενες μελέτες έχουν συμπεράνει ότι είναι μικρή η πιθανότητα η έγκυος να περάσει τον κορωνοϊό στο μωρό της.

Από την άλλη, οι έγκυες κινδυνεύουν περισσότερο να εμφανίσουν σοβαρότερα συμπτώματα της Covid-19. Μια δεύτερη μεγάλη έρευνα του CDC σε 409.462 συμπτωματικές γυναίκες 15 έως 44 ετών, εκ των οποίων οι 23.434 ήσαν έγκυες, βρήκε ότι οι έγκυες με κορωνοϊό έχουν υπερδιπλάσιες πιθανότητες να χρειαστούν εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) και διασωλήνωση, σε σχέση με τις μη έγκυες.

Οι έγκυες είναι πιθανότερο να εμφανίσουν επιπλοκές και να πεθάνουν (αύξηση κινδύνου κατά 70%), γι’ αυτό οι Αμερικανοί επιστήμονες πρόσθεσαν την εγκυμοσύνη στον κατάλογο των καταστάσεων και παθήσεων που αυξάνουν τον κίνδυνο για σοβαρή Covid-19.

Όμως, από την άλλη, το CDC καθησυχάζει ότι «ο απόλυτος κίνδυνος για σοβαρή έκβαση της νόσου στις γυναίκες είναι χαμηλός». Η μεγάλη πλειονότητα των εγκύων με κορωνοϊό δεν έχουν αρρωστήσει σοβαρά. Πάντως οι επιστήμονες του CDC κάλεσαν τις εγκύους να προσέχουν για μη μολυνθούν με κορωνοϊό, φορώντας οι ίδιες μάσκα και αποφεύγοντας όσους δεν φορούν.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Η Αναγκαιότητα των Τυχαιοποιημένων Κλινικών Μελετών Ενόψει της Έγκρισης των Εμβολίων Έναντι του SARS-CoV-2

Η επικείμενη έγκριση κυκλοφορίας εμβολίων έναντι του SARS-CoV-2 δημιουργεί στην επιστημονική κοινότητα το εύλογο ερώτημα του κατά πόσο είναι αναγκαία η συνέχιση των τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών στις οποίες κάποιοι συμμετέχοντες λαμβάνουν εικονικό εμβόλιο και οι υπόλοιποι το ενεργό εμβόλιο.

Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), Ιωάννης Ντάνασης, Πάνος Μαλανδράκης, Μαρία Γαβριατοπούλου και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) ανασκοπούν τα δεδομένα δημοσίευσης στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό “The New England Journal of Medicine” όπου ομάδα ειδικών από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO Ad Hoc Expert Group on the Next Steps for Covid-19 Vaccine Evaluation) σχολιάζει την αναγκαιότητα συνέχισης των κλινικών μελετών που αφορούν εμβόλια έναντι του SARS-CoV-2.

Σύμφωνα με τους αρθρογράφους, η μεγάλη αποτελεσματικότητα των εμβολίων θα μας βοηθήσει να ελέγξουμε την πανδημία.

Ταυτόχρονα, οι περιορισμένες ποσότητες κατά την αρχική διάθεσή τους κάνει δυνατή και ηθικά αποδεκτή την απρόσκοπτη συλλογή δεδομένων περαιτέρω αποτελεσματικότητας και ασφάλειας.

Αυτή είναι απαραίτητη καθώς η μικρή περίοδος παρακολούθησης των εθελοντών των κλινικών δοκιμών φάσης ΙΙΙ αφήνει προς το παρόν αναπάντητα ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια των εμβολίων και για τη διάρκεια προστασίας που προσφέρουν.

Παράλληλα, χρειαζόμαστε πληροφορίες για το πότε εξασθενεί η προστασία από το εμβόλιο και για το αν η εξασθένιση της προστασίας καθιστά τον οργανισμό πιο ευάλωτο στη μόλυνση, για το μέγεθος της προστασίας απέναντι στις κλινικά σοβαρές μορφές της νόσου, για συσχετίσεις του βαθμού προστασίας με την ηλικία ή με τα προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας.

Ακόμη, είναι σημαντικό να αξιολογηθούν και τα μελλοντικά εμβόλια που θα καλύψουν μέρος των παγκόσμιων αναγκών.

Σε αυτό το πλαίσιο, στις 6 Νοεμβρίου 2020 σε διαβούλευση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας συζητήθηκαν τα ερευνητικά δεδομένα που πρέπει να συλλεχθούν για να καθοριστούν οι συστάσεις που θα εξασφαλίσουν τους πρώτους πετυχημένους εμβολιασμούς και τη μετέπειτα βελτίωσή τους.

Συμφωνήθηκε ότι πρέπει να συνεχιστούν οι υπάρχουσες και να ξεκινήσουν καινούριες τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες σύγκρισης μεταξύ εμβολίων και εικονικών φαρμάκων (placebo).

Αυτή η πρόταση στηρίχθηκε σε γεγονότα όπως ότι τα εμβόλια παραμένουν υπό διαρκή αξιολόγηση σε ερευνητικά πρωτόκολλα, η διανομή τους είναι περιορισμένη και δεν υπάρχουν ακόμη οδηγίες για τη χρήση τους από τους οργανισμούς δημόσιας υγείας.

Επιπλέον, ήταν κοινός τόπος ότι οι μη τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες παρατήρησης μετά τη διάθεση εμβολίων δεν θα μπορούσαν να δώσουν αξιόπιστα στοιχεία καθώς υπόκεινται σε περιορισμούς.

Πιο αναλυτικά, οι εμβολιασμένοι και οι μη εμβολιασμένοι άνθρωποι θα διαφέρουν ως προς τον κίνδυνο έκθεσής τους σε λοίμωξη και σοβαρή ασθένεια λόγω των κυμαινόμενων ποσοστών μολύνσεων και επειδή κατά τη διάρκεια των πρώτων φάσεων της ανάπτυξης εμβολίων, οι εμβολιασμένοι μπορεί να είναι σε ιδιαίτερο κίνδυνο μόλυνσης.

Επίσης, τυχαία γεγονότα μετά τον εμβολιασμό μπορεί να αποδοθούν λανθασμένα στο εμβόλιο και να διαδοθούν σκόπιμα από ομάδες που αντιτίθενται στον εμβολιασμό.

Αντίθετα, οι μακροχρόνιες και με μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙΙ μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τις αβεβαιότητες που υπάρχουν για τη διάρκεια της προστασίας και τις μακροπρόθεσμες παρενέργειες των εμβολίων.

Είναι σημαντικό να καθοριστούν οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι και η προσφερόμενη προστασία ώστε να μειωθεί η διστακτικότητα απέναντι σε αυτά.

Εάν, λοιπόν, ένας σημαντικός αριθμός συμμετεχόντων παραμείνει στις τυφλά τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες, η συνέχιση της παρακολούθησής τους μέσα σε έναν πληθυσμό για τον οποίο δεν έχει χορηγηθεί άδεια χρήσης κάποιου εμβολίου θα μπορούσε να αποφέρει ευρήματα που θα ήταν δύσκολο να αποκτηθούν αξιόπιστα με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.

Γίνεται εμφανές ότι η έγκαιρη ανάπτυξη πειραματικών εμβολίων και η έγκρισή τους υπό συνθήκες έκτακτης ανάγκης ή παρόμοιων ρυθμιστικών μηχανισμών όπως προγράμματα πρώιμης πρόσβασης ή παρηγορητικής χρήσης πρέπει να συνδυαστεί με τη διατήρηση της τυφλής παρακολούθησης των συμμετεχόντων σε τρέχοντες ή μελλοντικές δοκιμές σύγκρισης με εικονικό φάρμακο (placebo) μέχρι να εγκριθεί η κυκλοφορία κάποιου εμβολίου.

Καθώς εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι θα εμβολιαστούν κατά προτεραιότητα κατά του SARS-CoV-2, αναπόφευκτα ο εμβολιασμός θα συσχετιστεί με σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες που δεν εκδηλώθηκαν στις κλινικές μελέτες φάσης ΙΙΙ που αριθμούν περίπου 40.000 συμμετέχοντες, από τους οποίους οι μισοί εμβολιάστηκαν.

Απάντηση στα νέα ερωτήματα θα δώσουν δοκιμές ελεγχόμενες με εικονικό εμβόλιο, κατά τη διάρκεια της επείγουσας άδειας χρήσης ή αμέσως μετά τη γενική διάθεση του εμβολίου, όπου οι εθελοντές που θα λάβουν το εικονικό φάρμακο θα εμβολιαστούν με το αληθινό σκεύασμα δύο μήνες αργότερα.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ο τελικός αντίκτυπος των εμβολίων COVID-19 μπορεί να εξαρτηθεί περισσότερο από τη συμμετοχή στον εμβολιασμό παρά από το μέγεθος της αποτελεσματικότητάς τους.

Δυσκολία στην εφαρμογή της παραπάνω πρότασης υπάρχει για όσα εμβόλια δεν έχουν φτάσει στη φάση ΙΙΙ των κλινικών μελετών όταν διατεθούν τα πρώτα εμβόλια στον γενικό πληθυσμό κάποιων περιοχών.

Η ανάπτυξη καινούριων εμβολίων, ειδικά αν προκύψουν ζητήματα ασφαλείας στα πρώτα, με χαρακτηριστικά όπως η εύκολη παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα και οι μικρές απαιτήσεις συμμόρφωσης στο πρόγραμμα εμβολιασμού είναι επιθυμητή και απαιτεί την πραγματοποίηση κλινικών μελετών.

Για παράδειγμα, ένα εμβόλιο με 70% αποτελεσματικότητα που χορηγείται σε μια δόση μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία από ένα εμβόλιο με 90% αποτελεσματικότητα που χορηγείται σε δύο δόσεις και έχει μεγαλύτερες προκλήσεις ως προς την ευρεία αποδοχή από τους πολίτες.

Ειδικά οι χώρες με περιορισμένη ή καθόλου πρόσβαση σε ένα γνωστό αποτελεσματικό εμβόλιο θα μπορούσαν ηθικά να τις επιτρέψουν.

Συμπερασματικά, η συνέχιση των τυχαιοποιημένων, ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο δοκιμών φάσης ΙΙΙ καθώς και η διενέργεια νέων παραμένουν οι πιο αποτελεσματικοί τρόποι για απόκτηση αξιόπιστων δεδομένων για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των εμβολίων.

Αυτές οι πρακτικές θα αύξαναν την πιθανότητα εντοπισμού πολλαπλών εμβολίων με ευνοϊκά προφίλ κινδύνου-οφέλους και θα μεγάλωναν την αποδοχή τους, ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την πανδημία COVID-19 σε παγκόσμια κλίμακα.

Πηγή: www.MedicalManage.gr

Τα αντισώματα θα μπλοκάρουν την είσοδο των νοσούντων από κορωνοϊό στα νοσοκομεία

Μην περιμένουμε το θαύμα μόνο από τα εμβόλια.

Οι ευχάριστες ειδήσεις που ακούστηκαν αναφορικά με τα αντισώματα, και συγκεκριμένα η έναρξη κλινικής μελέτης από την Regeneron στην Ελλάδα, δεν σημαίνει ότι αυτά θα είναι διαθέσιμα στο σύνολο των ασθενών που ενδεχομένως θα τα έχουν ανάγκη.

Και οι λόγοι είναι, ότι αφενός μεν υπάρχουν κριτήρια εισαγωγής των ασθενών στις κλινικές μελέτες όπου συνήθως ο αριθμός είναι μικρός και αφετέρου θα γίνει σε συγκεκριμένα κέντρα-θεραπευτήρια, τη στιγμή που ο κορωνοϊός βρίσκεται παντού, όπως επιβεβαιώνουν τα επιδημιολογικά στοιχεία και οι ασφυκτικές εργασιακές συνθήκες που επικρατούν στα νοσοκομεία της χώρας.

Σημειώνεται, ότι η πολυκεντρική μελέτη για το κοκτέιλ μονοκλωνικών αντισωμάτων REGN-COV2 της Regeneron στην οποία θα πάρει μέρος η Ελλάδα θα πραγματοποιηθεί σε πέντε νοσοκομεία (δύο στην Αθήνα, δύο στη Θεσσαλονίκη και το Πανεπιστημιακό στην Πάτρα), ενώ βασική προϋπόθεση για να λάβει κάποιος μέρος στη μελέτη,  είναι να έχει βρεθεί θετικός στον νέο κορωνοϊό έπειτα από μοριακό τεστ (PCR).

Παράγοντες της αγοράς, μολονότι χαιρετίζουν την πρωτοβουλία της κυβέρνησης για τη συμμετοχή της χώρας μας στην προαναφερόμενη κλινική μελέτη, επισημαίνουν ότι οι αρμόδιοι πρέπει να διευκολύνουν περαιτέρω την έλευση των αντισωμάτων στην χώρα μας.

Και εξηγούν: η διάθεσή τους εκτός κλινικής για εκείνα τα περιστατικά που κρίνονται απαραίτητα και είναι εκείνα που έχουν θετικό μοριακό τεστ και εμφανίζουν ενδεχόμενο να νοσήσουν σοβαρά (λόγω άλλων ασθενειών, όπως παχυσαρκία) καταλήγοντας πιθανότατα και σε μονάδα ΜΕΘ, κρίνεται επιτακτική.

Άρα, τα αντισώματα θα μπλοκάρουν την είσοδο των νοσούντων από κορωνοϊό στα νοσοκομεία, υπογραμμίζοντας ότι στην παρούσα φάση πρέπει να ρίξουμε στη μάχη όλα τα θεραπευτικά όπλα που διαθέτουμε. Και τα εμβόλια δεν είναι τα μοναδικά όπλα.

Να θυμίσουμε ότι τα αντισώματα για τον κορωνοϊό ανήκουν στην εταιρεία Lilly και  στην Regeneron. Και οι δύο εταιρείες έχουν πάρει άδεια κατεπείγουσας χρήσης από τον FDA.

Σύμφωνα με πληροφορίες από τον διεθνή τύπο, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε νέα στρατηγική συμφωνία με την Lilly για την προμήθεια επιπλέον 650.000 δόσεων των αντισωμάτων της, μετά τις 200.000 δόσεις που ήδη έχει λάβει .

Δηλαδή, επιπλέον 650.000 Αμερικανοί πολίτες θα λάβουν σχετική θεραπεία  (μία δόση ανά άτομο).

 

 

Πηγή: https://www.iatronet.gr/

Κορωνοϊός: Αυξημένος κίνδυνος θανάτου για ασθενείς με υπεργλυκαιμία

Καθοριστικά τα επίπεδα σακχάρου για τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί η λοίμωξη Covid σε ασθενείς, ακόμα κι αν δεν είναι διαβητικοί, σύμφωνα με ισπανική έρευνα

Οι ασθενείς με Covid-19 που έχουν αφύσικα υψηλά επίπεδα σακχάρου (υπεργλυκαιμία), ακόμη κι αν δεν έχουν διαγνωσθεί με διαβήτη, αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο να νοσήσουν σοβαρά από τον κορωνοϊό και να πεθάνουν από αυτόν, σε σχέση με όσους έχουν φυσιολογικό σάκχαρο, σύμφωνα με μια νέα ισπανική επιστημονική μελέτη, τη μεγαλύτερη του είδους της μέχρι σήμερα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Φρανσίσκο Ξαβιέ Καράσκο-Σάντσεθ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Χουάν Ραμόν Χιμένεθ της Ουέλβα, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «Annals of Medicine», ανέλυσαν στοιχεία για περισσότερους από 11.300 αρρώστους με Covid-19 σε μη κρίσιμη κατάσταση αρχικά, από τους οποίους ο ένας στους πέντε (ποσοστό 19%) είχε διαγνωσθεί προηγουμένως με διαβήτη, ενώ ένα ανάλογο ποσοστό (20%) πέθανε στη διάρκεια της νοσηλείας.

Διαπιστώθηκε ότι, σε σχέση με όσους είχαν φυσιολογικά επίπεδα σακχάρου, οι ασθενείς με αφύσικα υψηλά επίπεδα είχαν υπερδιπλάσια πιθανότητα να πεθάνουν από την Covid-19 (41% έναντι 16%), καθώς επίσης μεγαλύτερη πιθανότητα να εισαχθούν σε μονάδα εντατικής θεραπείας και να χρειαστούν διασωλήνωση.

Τα ποσοστά ενδονοσοκομειακής θνητότητας ήσαν 16% για όσους είχαν σάκχαρο κάτω από 140 mg/dL, 34% για όσους είχαν σάκχαρο 140 έως 180 και 41% για όσους είχαν σάκχαρο πάνω από 180. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά στη θνητότητα μεταξύ των ασθενών με διαβήτη και των μη διαβητικών, καθώς όσοι εμφάνισαν υπεργλυκαιμία στη διάρκεια της νόσου, ήΤαν αυτοί που κινδύνευαν περισσότερο.

Η υπεργλυκαιμία είναι κοινή στους διαβητικούς, αλλά μία ασθένεια ή ένα τραύμα μπορεί να την πυροδοτήσει επίσης. «Ο έλεγχος της υπεργλυκαιμίας στους ασθενείς χωρίς διαβήτη πρέπει να είναι υποχρεωτικός στους ασθενείς που εισάγονται για νοσηλεία λόγω Covid-19», ανέφερε ο επικεφαλής ερευνητής.

Οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμη ξεκάθαρη εικόνα γιατί το υψηλό σάκχαρο σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου από κορωνοϊό.

 

Πηγή: https://ygeiamou.gr/

Κορωνοϊός: Το φάρμακο που μειώνει πάνω από 20% τον κίνδυνο θανάτου

Στο πλαίσιο της αναζήτησης δραστικών φαρμάκων που ήδη χρησιμοποιούνται για άλλες νόσους με στόχο την αντιμετώπιση της Covid-19, νέα μελέτη παρατήρησης αναδεικνύει την δράση της μετφορμίνης στην μείωση του κινδύνου θνησιμότητας από τον κορωνοϊό

Οι ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Μινεσότα  βρήκαν ότι η μετφορμίνη συσχετίζεται με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο θανάτου γυναικών από την νόσο Covid-19 σε μία από τις μεγαλύτερες μελέτες παρατήρησης ασθενών με Covid-19 παγκοσμίως.

Η μετφορμίνη είναι ένα από τα πρώτης γραμμής φάρμακα για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2, ιδιαίτερα σε ανθρώπους που είναι υπέρβαροι. Επίσης μειώνει τις πρωτεΐνες που εμπλέκονται στην φλεγμονώδη αντίδραση του οργανισμού όπως η TNF-α που φαίνεται ότι επιδεινώνει την Covid-19.

Η έρευνα που δημοσιεύθηκε στο The Lancet Healthy Longevity είναι μια αναδρομική ανάλυση κοόρτης βασισμένη σε δεδομένα ταυτοποιημένων ασθενών διαθέσιμα από την UnitedHealth Group. Η ομάδα ανέλυσε περίπου 6.000 άτομα με διαβήτη τύπου 2 ή παχυσαρκία που νοσηλεύτηκαν με COVID-19 και αξιολόγησαν εάν η χρήση μετφορμίνης συσχετίστηκε ή όχι με μειωμένη θνησιμότητα. Βρήκαν μια συσχέτιση σε ότι αφορά γυναίκες με διαβήτη ή παχυσαρκία, οι οποίες νοσηλεύτηκαν για νόσο COVID-19 και λάμβαναν μετφορμίνη επί 90 ημέρες προ της νοσηλείας – διαπιστώθηκε ότι  είχαν 21 έως 24% μειωμένη πιθανότητα θνησιμότητας σε σύγκριση με αντίστοιχες γυναίκες που δεν έλαβαν φαρμακευτική αγωγή. Δεν υπήρξε σημαντική μείωση της θνησιμότητας μεταξύ των ανδρών.

«Μελέτες παρατήρησης όπως αυτή φυσικά και δεν θεωρούνται καταληκτικές, αλλά συνεισφέρουν στην αύξηση του όγκου των διαθέσιμων στοιχείων. Διαπιστώνοντας μια μεγαλύτερη συσχέτιση με την προστασία των γυναικών έναντι των ανδρών ίσως σημαίνει ότι η μείωση της φλεγμονής αποτελεί το μηχανισμό δράσης της μετφορμίνης για τη μείωση του κινδύνου από την  COVID-19. Ωστόσο, απαιτείται περισσότερη έρευνα» δήλωσε  η κύρια ερευνητής Carolyn Bramante, MD, MPH, επίκουρη καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Μινεσότα η οποία τόνισε ότι ήταν σημαντικό να μπορούν να διεξάγουν την έρευνά τους σε μία τόσο μεγάλη βάση δεδομένων που καλύπτει διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές.

Εντός των επόμενων ημερών αναμένεται να ξεκινήσει νέα πιλοτική δοκιμή που θα  οδηγήσει σε μεγαλύτερης κλίμακας έρευνα για την δράση της μετφορμίνης ως θεραπεία της Covid-19, εφόσον βρεθεί η απαιτούμενη χρηματοδότηση δήλωσαν οι ερευνητές. Οι τελευταίοι ήδη υπέβαλαν σχετική αίτηση νέου φαρμάκου στον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) για την χρήση της μετρφορμίνης στην θεραπεία και την πρόληψη της Covid-19 η οποία και εγκρίθηκε.

 

Πηγή: https://ygeiamou.gr/

Κοροναϊός: Ποια είναι τα τρία φάρμακα που θα προστατεύουν από την Covid-19

Οι φαρμακοβιομηχανίες Amgen Inc, UCB SA και Takeda Pharmaceuticals Inc ξεκίνησαν παγκόσμια κλινική δοκιμή για να διαπιστώσουν εάν κάποιο από τρία διαφορετικά φάρμακα μπορεί να μειώσει τη σοβαρότητα της Covid-19 σε νοσηλευόμενους ασθενείς, περιορίζοντας την απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματός τους.

Οι τρεις εταιρείες μετέχουν στη Συμμαχία Έρευνας και Ανάπτυξης για την Covid (R&D Alliance), μια ομάδα περισσότερων από 20 φαρμακοβιομηχανικών και εταιρειών βιοτεχνολογίας οι οποίες συνεργάζονται με σκοπό να επιταχύνουν την ανάπτυξη θεραπειών για την ασθένεια που έχει σκοτώσει περισσότερους από 1,4 εκατομμύριο ανθρώπους σε όλον τον κόσμο.

Τα τρία φάρμακα

Στη μελέτη τους θα εξετάσουν αρχικά αν το φάρμακο Otezla της Amgen (χρησιμοποιείται για την ψωρίαση), το πειραματικό, αντιφλεγμονώδες μονοκλωνικό αντίσωμα λαμαδενουλάμπη της Takeda και το επίσης πειραματικό zilucoplan της UCB, που δοκιμάζεται στη βαριά μυασθένεια, μπορούν να αποτρέψουν την υπερβολική αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος στον νέο κοροναϊό, η οποία κάποιες φορές οδηγεί σε σοβαρές έως και μοιραίες βλάβες των οργάνων.

Φάρμακο πριν το εμβόλιο

«Ελπίζουμε να βρούμε επιλογές που θα μπορούσαν ενδεχομένως να σώσουν ζωές (…) προτού να καταστεί ευρέως διαθέσιμο ένα εμβόλιο», είπε ο επικεφαλής ερευνητής της Amgen, Ντέιβιντ Ριζ. Οι ειδικοί δεν αναμένουν ότι τα εμβόλια θα είναι διαθέσιμα για τους περισσότερους ανθρώπους μέχρι τα μέσα του 2021. Στο μεταξύ όμως, ο αριθμός των νοσηλευομένων με Covid-19 στα αμερικανικά νοσοκομεία έχει φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ και απειλεί το σύστημα υγείας με κατάρρευση.

Πώς θα γίνει η δοκιμή

Τα υποψήφια φάρμακα θα δοκιμαστούν έναντι placebo. Όλοι οι ασθενείς θα λαμβάνουν ταυτόχρονα και την κλασική φαρμακευτική αγωγή που χορηγείται στα νοσοκομεία. Τους επόμενους μήνες μπορεί να ενταχθούν στη μελέτη και άλλα φάρμακα, όπως αντιιικά. Μέχρι στιγμής, μόνο μια κατηγορία στεροειδών που χρησιμοποιούνται από τη δεκαετία του 1960 για τη μείωση της φλεγμονής σε ασθένειες όπως η αρθρίτιδα έχει αποδειχθεί, σε μια μελέτη, ότι βελτιώνουν την επιβίωση των ασθενών που νοσηλεύονται με σοβαρή Covid-19. Τα στεροειδή δεν συνιστώνται για ασθενείς με πιο ελαφρά συμπτώματα.

Στη δοκιμή της R&D θα συμμετάσχουν ασθενείς που νοσηλεύονται σε μονάδες εντατικής θεραπείας και σε απλές κλίνες. Δοκιμές αναμένεται να γίνουν σε διάφορες περιοχές των ΗΠΑ, στη Βραζιλία, το Μεξικό, τη Ρωσία, τη Νότια Αφρική και άλλες χώρες.

 

 

Πηγή: https://healthmag.gr/

Μόνιμα συμπτώματα που αφήνει σε ασθενείς ο κοροναϊός

Παρόλο που η παγκόσμια ιατρική κοινότητα έχει στρέψει την προσοχή της στην οξεία λοίμωξη COVID-19, που προκαλεί ο νέος κοροναϊός SARS-CoV-2, όλο και περισσότερα στοιχεία έρχονται στο προσκήνιο σχετικά με τη νοσηρότητα μετά την οξεία λοίμωξη. Τουλάχιστον δύο άλλες νοσολογικές οντότητες συσχετιζόμενες με τον ιό SARS-CoV-2 έχουν περιγραφεί, μια σπάνια υπερφλεγμονώδης αντίδραση αμέσως μετά την οξεία νόσο, και μία καθυστερημένη φλεγμονώδης ιολογική επακόλουθη κατάσταση.

Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ελένη Κορομπόκη (Υπεύθυνη της Μονάδας COVID στο Νοσοκομείο Αλεξνάδρα), Παναγιώτης Μαλανδράκης, Ιωάννης Ντάνασης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τις πολυεπίπεδες εκφάνσεις της νόσου COVID-19, όπως περιγράφονται στην πρόσφατη δημοσίευση των S.D. Datta και συνεργατών στο έγκριτο περιοδικό JAMA.

Οι επιπτώσεις της COVID-19 στην υγεία

Η οξεία λοίμωξη COVID-19 είναι η πιο καλά περιγεγραμμένη από τις τρεις περιόδους και διαρκεί από μερικές μέρες έως και βδομάδες. Η έναρξη των συμπτωμάτων (βήχας, πυρετός, δύσπνοια) σχετίζεται με τον πολλαπλασιασμό του ιού και την αρχική ανοσολογική απάντηση του ξενιστή. Ασυμπτωματική λοίμωξη μπορεί να εμφανιστεί στο 3% έως το 67% των ασθενών. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εμφάνιση μεταγενέστερων επιπλοκών δεν συσχετίζεται απαραίτητα με προηγούμενη συμπτωματική νόσο.

Μία σπάνια πολυσυστηματική φλεγμονώδης νόσος μπορεί να εμφανιστεί ακόμα σε διαφορετικά συστήματα από εκείνα που προσβάλλονται κατά την οξεία φάση μετά την κάθαρση του ιού SARS-CoV-2 από τον οργανισμό. Αυτό το φλεγμονώδες σύνδρομο που εμφανίζεται τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες, πιθανά οφείλεται σε μια ανεξέλεγκτη ανοσολογική απάντηση του ξενιστή και εμφανίζεται 2 έως 5 εβδομάδες μετά την αρχική λοίμωξη.

Τα συμπτώματα μπορεί να είναι από το καρδιαγγειακό και το γαστρεντερικό σύστημα, με δερματολογικές και βλεννογονικές εκδηλώσεις παρόμοιες με τη νόσο Kawasaki στα παιδιά. Από εργαστηριακά ευρήματα μπορεί να υπάρχουν αυξημένοι δείκτες φλεγμονής (CRP, φερριτίνη), διαταραχές πηκτικότητας, και αυξημένοι δείκτες καρδιακής βλάβης (τροπονίνη). 

Καθυστερημένα επακόλουθα έχουν παρατηρηθεί σε πολλά λοιμώδη νοσήματα, όπως η νόσος του Lyme, η σύφιλη, και ο ιός Ebola. Οι αιτίες αυτών των συμπτωμάτων δεν είναι σαφώς καθορισμένες, αλλά μπορεί να σχετίζονται με οργανική βλάβη στην οξεία φάση, εκδηλώσεις υπερφλεγμονώδους απάντησης του οργανισμού, σωματική αδυναμία ή ψυχολογική επιβάρυνση μετά από παρατεταμένη νόσο.

Σε μία κλινική μελέτη το 87% των ασθενών που είχαν νοσηλευτεί είχαν τουλάχιστον ένα από τα παρακάτω συμπτώματα (κόπωση, δύσπνοια, αρθραλγίες και πόνο στο στήθος) 60 ημέρες μετά την εμφάνιση των αρχικών συμπτωμάτων της λοίμωξης COVID-19. Στις μελέτες αναφέρονται καρδιαγγειακές, αναπνευστικές, νευρολογικές και ψυχολογικές μακροπρόθεσμες εκδηλώσεις. Αυτά τα συμπτώματα δεν αφορούν μόνο τους ασθενείς που νοσηλεύτηκαν. Έτσι δημιουργείται μία κατηγορία ασθενών με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, χωρίς να είναι σαφής η παθοφυσιολογία και η μακροπρόθεσμη πρόγνωση των ασθενών αυτών.

Υπό αυτό το πρίσμα, γίνεται σαφές ότι ο ιός SARS-CoV-2 έχει πολλαπλές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, με την οξεία λοίμωξη COVID-19 να αποτελεί μόνο ένα μέρος αυτών. Ενώ έως τώρα η παγκόσμια ιατρική κοινότητα έχει στρέψει δικαίως την προσοχή της στην πρόληψη και την αντιμετώπιση της οξείας λοίμωξης, μελλοντικά θα πρέπει συνεκτιμηθεί ολόκληρο το εύρος της νοσηρότητας του ιού και των επιπτώσεών του που επεκτείνονται πέρα από την αρχική λοίμωξη και έχουν μακροπρόθεσμες επιδράσεις τόσο στο άτομο, σωματικά και ψυχικά, όσο και στο κοινωνικό σύνολο.

Πηγή: https://medlabgr.blogspot.com

Αποκατέστησαν την όραση σε τυφλά από γλαύκωμα ή από γήρανση πειραματόζωα

Επιστήμονες της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ των ΗΠΑ κατάφεραν να αναστρέψουν την απώλεια όρασης λόγω γλαυκώματος ή γήρανσης σε ποντίκια, για πρώτη φορά γυρνώντας πίσω το «ρολόι» στα κατεστραμμένα κύτταρα του αμφιβληστροειδούς των ματιών τους.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή γενετικής Ντέιβιντ Σινκλέρ, ειδικό σε θέματα γήρανσης, διευθυντή του Κέντρου Ερευνών Paul Glenn για τη Βιολογία της Γήρανσης στο Χάρβαρντ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό “Nature”, ανέφεραν ότι είναι πλέον πιθανώς εφικτό να αναπρογραμματισθούν με ασφάλεια οι πολύπλοκοι ιστοί, όπως τα νευρικά κύτταρα του ματιού, έτσι ώστε να γυρίσουν σε μια νεότερη ηλικία, όταν δεν υπήρχε κυτταρική βλάβη και η συνακόλουθη απώλεια όρασης.

Όχι μόνο οι επιστήμονες έδειξαν ότι είναι δυνατό να προγραμματίσουν ξανά το γερασμένο επιγενετικό «ρολόι» των κυττάρων του ματιού, αλλά απέδειξαν στο εργαστήριο ότι είναι εφικτή η πλήρης αναστροφή της απώλειας όρασης σε γέρικα τρωκτικά που είχαν σχεδόν τυφλωθεί είτε απλώς λόγω γήρανσης, είτε από το αντίστοιχο του ανθρώπινου γλαυκώματος, της κύριας αιτίας απώλειας της όρασης σε όλο τον κόσμο. Τα τρωκτικά με γλαύκωμα έβλεπαν πια κανονικά, ενώ τα απλώς γέρικα ποντίκια έβλεπαν σαν να ήσαν νεαρά.

Είναι η πρώτη φορά, σύμφωνα με τους ερευνητές, που υπήρξε επιτυχές εγχείρημα αποκατάστασης της όρασης σε ζώα με γλαύκωμα και όχι απλώς «φρενάρισμα» στην περαιτέρω επιδείνωση της απώλειας όρασης. Αν κάτι ανάλογο επιβεβαιωθεί σε μελλοντικές μελέτες σε ζώα, προτού αρχίσουν τα πειράματα σε ανθρώπους, τότε ανοίγει ο δρόμος για νέου τύπου θεραπείες του γλαυκώματος, αλλά και άλλων παθήσεων που σχετίζονται με τη γήρανση των νευρώνων, αποκαθιστώντας τη λειτουργία και άλλων ιστών και οργάνων πέρα από τα μάτια.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ως όχημα έναν γενετικά τροποποιημένο αβλαβή αδενοϊό για να εισάγουν στους αμφιβληστροειδείς των ποντικιών τρία γονίδια (Oct4, Sox2 και Klf4) που είναι γνωστά ως «παράγοντες Γιαμανάκα» (από το όνομα του ιάπωνα νομπελίστα που τα ανακάλυψε, μαζί με ένα τέταρτο γονίδιο, το c-Myc,το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε) και αποκαθιστούν τη νεότητα, επαναπρογραμματίζοντας τα ώριμα κύτταρα να ξαναγίνουν νεανικά. Η θεραπεία βοήθησε στην αναγέννηση του οπτικού νεύρου του ματιού και στην αποκατάσταση της όρασης, χωρίς να πυροδοτηθούν αρνητικές παρενέργειες, όπως η δημιουργία καρκινικών όγκων ή ο πρόωρος κυτταρικός θάνατος.

Αν οι μελέτες με μεγαλύτερα ζώα είναι εξίσου ασφαλείς και επιτυχείς, τότε θα αρχίσουν κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους σε δύο περίπου χρόνια, για να διαπιστωθεί κατά πόσο είναι εφικτός ο αναπρογραμματισμός των εγκεφαλικών νευρώνων, ώστε να ξανανιώσουν.

AΠΕ-ΜΠΕ

Πηγή: https://medlabgr.blogspot.com

Σχιζοφρένεια: Τι είναι και πώς μπορούμε να την αναγνωρίσουμε – Ποιες είναι οι νεότερες εξελίξεις

Τι είναι η σχιζοφρένεια;

Πρόκειται για μία σοβαρή ψυχική ασθένεια, που αποτελεί μια μορφή ψύχωσης. Τα άτομα με την πάθηση αδυνατούν να διαχωρίσουν τι είναι πραγματικό και τι βρίσκεται μόνο στην φαντασία τους. Μπορεί να ακούνε φωνές, να έχουν παραισθήσεις ή παραλήρημα, ή να πιστεύουν ότι άλλοι άνθρωποι ελέγχουν τις σκέψεις τους. Αυτές οι καταστάσεις μπορούν να φοβίσουν το άτομο και να οδηγήσουν σε αντικοινωνική συμπεριφορά και απομόνωση. Αν και δεν υπάρχει θεραπεία, η  εξατομικευμένη φροντίδα μπορεί συνήθως να θέσει υπό έλεγχο τα πιο σοβαρά συμπτώματα.

Η σχιζοφρένεια επηρεάζει λιγότερο από το 2% του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά είναι μία από τις κύριες αιτίες αναπηρίας παγκοσμίως. Εκτός από αυτό, η σοβαρή ασθένεια έχει σημαντικό δημόσιο και κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο, στίγμα και υψηλά κόστη θεραπείας.

Ποια είναι τα συμπτώματα

Για να τεθεί διάγνωση της σχιζοφρένειας, το άτομο πρέπει να εμφανίσει ορισμένα από τα ακόλουθα συμπτώματα, τις περισσότερες φορές για ένα μήνα και κάποια ψυχική διαταραχή για περίπου 6 μήνες:

  • Παράλογες σκέψεις/παραλήρημα (ψευδείς πεποιθήσεις στις οποίες το άτομο επιμένει, ακόμα και όταν αποδεικνύεται ότι δεν είναι αληθινές)
  • Ψευδαισθήσεις
  • Αποδιοργανωμένη ομιλία και συμπεριφορά
  • Κατατονική ή ζάλη σαν σε κώμα
  • Παράξενη ή υπερκινητική συμπεριφορά
  • Αντικοινωνική συμπεριφορά και απομόνωση
  • Ευαιρεθιστότητα
  • Καχυποψία
  • Επιθετικότητα απέναντι στους άλλους
  • Αδράνεια, απάθεια
  • Αϋπνία
  • Έλλειψη θέλησης και συναισθημάτων
  • Αδιαφορία για καθημερινές δραστηριότητες
  • Αλλαγή στην υγιεινή και στην εμφάνισή του
  • Παράξενη στάση σώματος

Η διάγνωση τίθεται μόνο από ειδικό ιατρό. 

Πώς η σχιζοφρένεια επηρεάζει τη σκέψη

Τα άτομα με σχιζοφρένεια μπορεί να έχουν πρόβλημα να οργανώσουν τις σκέψεις τους ή να κάνουν λογικές συνδέσεις. Μπορεί να αισθάνονται ότι το μυαλό τους «μεταπηδά» από τη μια σκέψη στην άλλη. Μερικές φορές έχουν «απόσυρση σκέψης», ένα συναίσθημα ότι οι σκέψεις αφαιρούνται από το κεφάλι τους ή «μπλοκάρισμα σκέψης» όταν διακόπτεται ξαφνικά η ροή σκέψης.

Πώς μπορεί να γίνει η διάγνωση

Το πρώτο βήμα είναι η επίσκεψη σε γιατρό πρωτοβάθμιας περίθαλψης ή έναν ψυχίατρο. Πρέπει να αναφερθούν όλα τα συμπτώματα, που το άτομο έχει παρατηρήσει.

Το πρώτο πράγμα που θα κάνει ο γιατρός είναι μια ψυχολογική αξιολόγηση και μια ολοκληρωμένη ιατρική εξέταση. Θα ζητήσει ενημέρωση για το οικογενειακό ιστορικό του ατόμου και για άτομα της οικογένειας που έχουν διαγνωστεί με σχιζοφρένεια, πώς συμπεριφέρεται το άτομο τον τελευταίο καιρό, και αν έχει ποτέ νοσηλευτεί για κάποια ψυχική διαταραχή.

Ο γιατρός θα παρακολουθεί τα συμπτώματα του ατόμου για να αποκλείσει άλλες καταστάσεις, όπως διπολική διαταραχή και άλλες πιθανές αιτίες.

Ποια τεστ χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση της σχιζοφρένειας

Ο γιατρός μπορεί επίσης να ζητήσει εξέταση ούρων ή αίματος, για να βεβαιωθεί ότι η κατάχρηση αλκοόλ ή ναρκωτικών δεν προκαλεί τα συμπτώματα.

Οι απεικονιστικές εξετάσεις, όπως η μαγνητική τομογραφία (MRI) ή η αξονική τομογραφία (CT), μπορεί να είναι χρήσιμες για την διάγνωση και επίσης να βοηθήσουν στον αποκλεισμό άλλων προβλημάτων, όπως ένας όγκος του εγκεφάλου.

Έχουν εντοπιστεί πάνω από 400 γονίδια, που σχετίζονται με την σχιζοφρένεια

Σύμφωνα με όσα αναφέρει το περιοδικό Nature Genetics, οι ερευνητές όχι μόνο αναγνώρισαν νέα γονίδια, που σχετίζονται με τη σχιζοφρένεια, αλλά εντόπισαν και τις περιοχές του εγκεφάλου, στις οποίες μπορεί να εμφανιστεί μια αντίδραση μη φυσιολογική.

Ευρέως θεωρείται ότι πολλά γονίδια συμβάλλουν στον αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης σχιζοφρένειας, οι ακριβείς γενετικές βάσεις είναι ελάχιστα κατανοητές. Παρόλα αυτά, αυτή η ασάφεια χρησιμεύει ως «καύσιμο» για πολλούς ερευνητές, καθώς η ανακάλυψη των σχετιζόμενων με τη νόσο γονιδίων είναι ζωτικής σημασίας για την κατανόηση των μηχανισμών, που εμπλέκονται σε οποιαδήποτε ασθένεια.

Οι μελέτες συσχέτισης με το γονιδίωμα είναι ένας ολοένα και συχνότερος τύπος μελέτης στη βιοϊατρική έρευνα. Οι επιστήμονες εξετάζουν τις διαφορές σε διάφορα σημεία ενός γενετικού κώδικα, για να δουν αν μια παραλλαγή βρίσκεται συχνότερα σε εκείνα με ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, όπως η σχιζοφρένεια.

Διαπιστώθηκε, ότι διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου σχετίζονται με διαφορετικούς κινδύνους για την εμφάνιση σχιζοφρένειας, με τις περισσότερες συσχετίσεις να προέρχονται από τον πρόσθιο προμετωπιαίο φλοιό.

«Τα νέα μας μοντέλα πρόγνωσης μας βοήθησαν πάρα πολύ στη μελέτη της προβλεπόμενης γονιδιακής έκφρασης στη σχιζοφρένεια και στην ταυτοποίηση νέων γονιδίων κινδύνου, που σχετίζονται με τη νόσο», δήλωσε η Dr Laura Huckins, επίκουρη καθηγήτρια γενετικής και γονιδιωματικών επιστημών και ψυχιατρικής.

Δύο νέες επιστημονικές μελέτες ρίχνουν περισσότερο φως στη σχιζοφρένεια και στις άλλες ψυχώσεις

Δύο νέες επιστημονικές μελέτες, κάθε μία από τις οποίες είχε επικεφαλής έναν Έλληνα επιστήμονα, ρίχνουν περισσότερο φως στη σχιζοφρένεια και στις άλλες ψυχώσεις.

Οι ανακαλύψεις -και στις δύο περιπτώσεις με τη βοήθεια συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης- θα βοηθήσουν, ώστε στο μέλλον οι θεραπείες να είναι πιο εστιασμένες και πιο αποτελεσματικές.

Η πρώτη, με επικεφαλής τον καθηγητή ακτινολογίας Χρήστο Νταβατζίκο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, αφορούσε 307 ασθενείς έως 45 ετών με σχιζοφρένεια και 364 υγιείς (ομάδα ελέγχου) σε τρεις χώρες (ΗΠΑ, Γερμανία, Κίνα).

Παρουσιάστηκε στο περιοδικό νευροεπιστήμης «Brain» (Εγκέφαλος) και ανακάλυψε για πρώτη φορά ότι υπάρχουν δύο διαφορετικοί τύποι σχιζοφρένειας, διακριτοί μεταξύ τους από άποψη νευροανατομίας.

Η δεύτερη έρευνα, με επικεφαλής τον καθηγητή νευροδιαγνωστικών εφαρμογών στην ψυχιατρική Νικόλαο Κουτσουλέρη του Πανεπιστημίου Λούντβιχ Μαξιμίλιανς του Μονάχου, η οποία δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό περιοδικό ψυχιατρικής «JAMA Psychiatry», βρήκε ότι οι ασθενείς με ψύχωση (σχιζοφρένεια ή διπολική διαταραχή) μπορούν να καταταχθούν σε πέντε διαφορετικές μεταξύ τους ομάδες.

 

 

Πηγή: https://healthmag.gr/