Κορονοϊός: Πόσο διαρκεί η περίοδος μεταδοτικότητάς του

Σημαντικό στοιχείο για την πρόληψης της μετάδοσης του SARS-CoV-2 αποτελεί η γνώση της περιόδου μεταδοτικότητας του ιού.

Η χρονική διάρκεια μεταδοτικότητας του ιού SARS-CoV-2 δεν ξεπερνά τις 10 ημέρες για τους περισσότερους ασθενείς με COVID-19.

Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Ιωάννης Ντάνασης, Μαρία Γαβριατοπούλου και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα αποτελέσματα μελέτης ανασκόπησης που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό Journal of Infection (K.A. Walsh et al. The duration of infectiousness of individuals infected with SARS-CoV-2. 09 October 2020. DOI:https://doi.org/10.1016/j.jinf.2020.10.009).

Οι συγγραφείς αναζήτησαν όλη τη βιβλιογραφία από την 1η Ιανουαρίου έως τις 26 Αυγούστου 2020 προκειμένου να εντοπίσουν μελέτες που αναφέρονταν στην περίοδο μεταδοτικότητας ασθενών με επιβεβαιωμένη λοίμωξη COVID-19, δηλαδή με θετική δοκιμασία PCR για τον ιό SARS-CoV-2. Συνολικά ανευρέθησαν και αποθησαυρίστηκαν 15 σχετικές μελέτες, συμπεριλαμβανομένων 13 μελετών με δεδομένα από καλλιέργειες του ιού SARS-CoV-2 και 2 μελετών με δεδομένα ιχνηλάτησης.

Σε 5 μελέτες, ο νέος κορονοϊός SARS-CoV-2 ήταν δυνατό να ανιχνευτεί μέχρι την 10η ημέρα από την έναρξη των συμπτωμάτων. Σε άλλες 5 μελέτες, η ανίχνευση του SARS-CoV-2 ήταν δυνατή πέρα από τη 10η ημέρα από την έναρξη των συμπτωμάτων μόλις στο 3% των ασθενών. Στις άλλες 3 μελέτες συμπεριλήφθησαν ασθενείς με σοβαρή νόσο COVID-19. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ιός SARS-CoV-2 απομονώθηκε έως και 32 ημέρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Σε δύο μελέτες που συμπεριέλαβαν ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς κατέστη δυνατή η απομόνωση του SARS-CoV-2 μέχρι και 20 ημέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων.

Σχετικά με τις μελέτες ιχνηλάτησης, όταν υπήρχε στενή επαφή επίνοσων ατόμων με επιβεβαιωμένο κρούσμα πάνω από 5 ημέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων των νοσούντων, δεν καταγράφηκε ευθεία, εργαστηριακά επιβεβαιωμένη μετάδοση του SARS-CoV-2 από άτομο σε άτομο.

Συμπερασματικά, οι ασθενείς με λοίμωξη COVID-19 ήπιας και μέτριας βαρύτητας πιθανότατα δεν είναι μεταδοτικοί μετά την 10η ημέρα από την έναρξη των συμπτωμάτων. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι ασθενείς με σοβαρή νόσο καθώς και οι ανοσοκατεσταλμένοι μπορεί να μεταδίδουν τον SARS-CoV-2 για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Τα αποτελέσματα αυτά είναι σύμφωνα και με τις οδηγίες από το Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων (CDC) των ΗΠΑ (https://www.cdc.gov/coronavirus/2019-ncov/hcp/duration-isolation.html) που συστήνει τα ακόλουθα:

– Για τα περισσότερα άτομα με λοίμωξη COVID-19, η απομόνωση και οι προφυλάξεις μπορούν γενικά να διακοπούν 10 ημέρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων και την απουσία πυρετού για τουλάχιστον 24 ώρες χωρίς τη χρήση αντιπυρετικών, ενώ παράλληλα τα υπόλοιπα συμπτώματα βαίνουν βελτιούμενα. Οι ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς και όσοι εμφάνισαν σοβαρή νόσο θα πρέπει να αξιολογούνται από τους θεράποντες ιατρούς.

– Για τα άτομα που δε θα αναπτύξουν ποτέ συμπτώματα, η απομόνωση και λοιπές προφυλάξεις μπορούν να διακοπούν 10 ημέρες μετά την ημερομηνία του πρώτου θετικού τεστ RT-PCR για SARS-CoV-2 RNA (COVID-19 τεστ).

– Δεν συστήνεται η αξιολόγηση της δοκιμασίας PCR για τη διακοπή της απομόνωσης και των προφυλάξεων εφόσον συντρέχουν οι συνθήκες που έχουν αναλυθεί προηγουμένως με βάση τα κλινικά κριτήρια.

 

 

Πηγή: https://www.onmed.gr/

Η Μετάδοση του Κορωνοϊού από τη Μητέρα στο Νεογνό

Σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, την πιο λεπτομερή πάνω στο θέμα μέχρι σήμερα, οι μητέρες με COVID-19 σπάνια μεταδίδουν τον κορωνοϊό στο νεογέννητο μωρό τους, εφόσον τηρούν τα βασικά μέτρα προστασίας.

Η μελέτη συμπέρανε ότι ορισμένα μέτρα, όπως ο διαχωρισμός των μητέρων με COVID-19 από τα νεογνά τους και η αποφυγή θηλασμού τους, πιθανότατα δεν είναι αναγκαία.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια μαιευτικής-γυναικολογίας Σίνθια Γκιάμφι-Μπάνερμαν του Ιατρικού Κέντρου Irving του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό περιοδικό παιδιατρικής «JAMA Pediatrics», ανέλυσαν στοιχεία για 101 μωρά που γεννήθηκαν από μητέρες διαγνωσμένες με COVID-19.

Μόνο δύο νεογέννητα διαγνώστηκαν με τεστ θετικά στον ιό SARS-CoV-2, όμως δεν είχαν κλινικά συμπτώματα.

Οι γιατροί δεν μπόρεσαν να προσδιορίσουν πώς μολύνθηκαν τα μωρά.

Όλα τα νεογνά παρακολουθήθηκαν για τις πρώτες δύο εβδομάδες της ζωής τους και κανένα δεν εμφάνισε κάποιο πρόβλημα.

«Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι οι μητέρες με COVID-19 έχουν την ευκαιρία να θηλάσουν τα νεογνά τους.

Το γάλα του θηλασμού είναι γνωστό ότι προστατεύει τα μωρά από πολυάριθμους παθογόνους μικροοργανισμούς και μπορεί επίσης να βοηθά τα νεογέννητα να προστατευθούν από τη λοίμωξη με τον κορωνοϊό.

Οι περισσότερες μελέτες δεν έχουν βρει τον ιό στο γάλα του θηλασμού, ενώ από την άλλη αυτό έχει βρεθεί να περιέχει αντισώματα κατά του κορωνοϊού», δήλωσε η Δρ. Γκιάμφι-Μπάνερμαν.

Επίσης, πρόσθεσε πως αυτά τα ευρήματα πρέπει να καθησυχάσουν τις έγκυες μητέρες με COVID-19 ότι τα βασικά μέτρα προστασίας κατά τη διάρκεια της κύησης και μετά τον τοκετό, όπως η χρήση μάσκας όταν η μητέρα κρατά το μωρό ή το θηλάζει, προστατεύουν τα νεογνά από τη λοίμωξη με κορωνοϊό.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
Πηγή: www.MedicalManage.gr

Ασθενείς που Έχουν Μολυνθεί από Κορωνοϊό Μπορεί να Εμφανίσουν «Ομίχλη» του Νου

Χιλιάδες ασθενείς που έχουν μολυνθεί από τον κορωνοϊό, ιδίως όσοι είχαν σοβαρά συμπτώματα, αλλά όχι μόνο αυτοί, διαπιστώνουν ότι -ακόμη και μετά την ανάρρωση τους- μια «θολούρα» στον εγκέφαλο τους εμποδίζει να εργαστούν κανονικά και να λειτουργήσουν στην καθημερινή ζωή τους.

Η κατάσταση αυτή, που θυμίζει ομίχλη του νου, χαρακτηρίζεται κατά περίπτωση από απώλεια μνήμης, σύγχυση, δυσκολία εστίασης της προσοχής, ζαλάδες κ.α.

«Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που παρουσιάζουν κάτι τέτοιο.

Η επίπτωση στους εργαζόμενους που έχουν επηρεαστεί, πρόκειται να είναι σημαντική», δήλωσε στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» ο νευρολόγος-λοιμωξιολόγος Δρ. Ιγκόρ Κόραλνικ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Northwestern του Σικάγο.

Μέχρι στιγμής, οι μαγνητικές τομογραφίες και άλλες διαγνωστικές εξετάσεις δεν έχουν δείξει σημαντικές βλάβες σε εγκεφαλικές περιοχές μετά από COVID-19.

Οι επιστήμονες δεν είναι ακόμη βέβαιοι τι προκαλεί αυτή την εγκεφαλική ομίχλη μετά την COVID-19, καθώς η κατάσταση ποικίλει πολύ από άνθρωπο σε άνθρωπο, χωρίς να αφήνει αλώβητους ακόμη και ανθρώπους που πέρασαν ήπια τη νόσο και δεν είχαν άλλα υποκείμενα νοσήματα.

Οι δύο πιθανότερες εξηγήσεις, σύμφωνα με τους νευρολόγους, είναι ότι η ομίχλη εμφανίζεται είτε όταν η ανοσοποιητική αντίδραση του σώματος έναντι του κορωνοϊού δεν παύει αλλά συνεχίζεται επί μακρόν, είτε όταν η φλεγμονή στα αιμοφόρα αγγεία που προκαλεί ο ιός, τελικά φθάνει και στον εγκέφαλο.

Δεν αποκλείεται να παίζουν ρόλο και μικρά εγκεφαλικά ή αυτοάνοσες αντιδράσεις, δηλαδή «αντισώματα που λανθασμένα επιτίθενται στα νευρικά κύτταρα», σύμφωνα με τη Δρ. Σιρίνα Σπάντιχ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Γιέηλ.

Διάφορα νευρολογικά συμπτώματα, όπως σύγχυση, παραλήρημα και εγκεφαλοπάθεια, εκδηλώνονται σε ασθενείς που νοσηλεύονται με COVID-19.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, οι ασθενείς αυτοί παραμένουν περισσότερο χρόνο στο νοσοκομείο και ειδικότερα σε ΜΕΘ, έχοντας υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας.

Όμως σταδιακά γίνεται αντιληπτό ότι, ακόμη και μετά το εξιτήριο από το νοσοκομείο, τα προβλήματα -ιδίως η θολούρα στο μυαλό- μπορεί να παραμείνουν για καιρό.

Μια γαλλική μελέτη βρήκε ότι, από 120 ασθενείς που νοσηλεύθηκαν λόγω κορωνοϊού, το 34% είχαν απώλεια μνήμης και το 27% προβλήματα συγκέντρωσης μετά από μήνες.

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση μιας 31χρονης ασθενούς δικηγόρου, η οποία, αρκετές εβδομάδες μετά την ανάρρωση της από την COVID-19, δεν μπορούσε καν να αναγνωρίσει το αυτοκίνητο της που ήταν παρκαρισμένο έξω από το σπίτι της.

Επιπλέον, μέσα στη σύγχυση της, έπλυνε το τηλεκοντρόλ μαζί με τα ρούχα στο πλυντήριο της και τελικά αναγκάστηκε να πάρει άδεια διαρκείας από τη δουλειά της.

Ένας άλλος 50χρονος Αμερικανός ασθενής ξέχασε τελείως οτιδήποτε σχετικά με ένα 12ήμερο ταξίδι του στο Παρίσι που είχε κάνει μόλις πριν λίγες εβδομάδες.

Κοιτάζει πλέον τις φωτογραφίες από το ταξίδι εκείνο και, όπως λέει, «δεν θυμάμαι τίποτε απολύτως».

Επιπλέον, δυσκολεύεται πια στις συσκέψεις της δουλειάς του (και όχι μόνο) να βρει τις κατάλληλες λέξεις.

«Φοβάμαι πως ακούγομαι σαν ηλίθιος», όπως λέει.

Μια πολύπειρη 53χρονη νοσοκόμα, μετά την λοίμωξη COVID-19που πέρασε, ξέχασε τι πρέπει να κάνει στη δουλειά της και αναγκάζεται να ρωτά τους συναδέλφους της.

«Φεύγω από ένα δωμάτιο της κλινικής μου και δεν μπορώ να θυμηθώ τι μόλις μου είπε κάποιος ασθενής.

Νιώθω σαν να έχω άνοια.

Από όσο ξέρω, δεν έχω κάνει κάποιο λάθος.

Δεν έχω σκοτώσει κανέναν ακόμη», όπως δήλωσε φοβισμένη.

Μια έτοιμη για δημοσίευση έρευνα σε 3.930 μέλη της ομάδας Survivor Corps που ανάρρωσαν από τη νόσο COVID-19, δείχνει ότι περισσότεροι από τους μισούς έχουν δυσκολίες συγκέντρωσης και εστίασης, δήλωσε η αναπληρώτρια καθηγήτρια Νάταλι Λάμπερτ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Ιντιάνα.

Τουλάχιστον το ένα τρίτο των συμμετεχόντων δήλωσαν προβλήματα μνήμης, ζαλάδες ή σύγχυση.

«Νιώθω σχεδόν κατατονικός.

Είναι σαν να μου έχουν κάνει αναισθησία», ανέφερε ένας 60χρονος, ο οποίος βιώνει μια συνεχή εγκεφαλική ομίχλη εδώ και μήνες που ανάρρωσε.

Οι νευρολόγοι συμβουλεύουν τους ανθρώπους με «ομίχλη» διαρκείας να δουν γιατρούς και άλλων ειδικοτήτων, κυρίως καρδιολόγους.

Δεν γνωρίζουν πάντως πόσος χρόνος θα χρειαστεί να περάσει για να φύγει η νοητική θολούρα – και αν θα φύγει σε όλες τις περιπτώσεις.

 

 

 

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ
Πηγή: www.MedicalManage.gr

COVID-19: Νέα Κλινική Μελέτη Συνδυάζει τη Ρεμδεσιβίρη με Ένα «Συμπυκνωμένο» Διάλυμα Αντισωμάτων

Πρόσφατα ξεκίνησε μια κλινική μελέτη που εξετάζει την ασφάλεια, την ανοχή και την αποτελεσματικότητα μια θεραπείας για την Covid-19 που αποτελείται από τον συνδυασμό του αντι-ιϊκού φαρμάκου remdesivir με ένα «συμπυκνωμένο» διάλυμα αντισωμάτων που εξουδετερώνουν τον SARS-CoV-2.

Η μελέτη διεξάγεται σε ενήλικες ασθενείς που νοσηλεύονται με COVID-19 στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Μεξικό και 16 άλλες χώρες σε πέντε ηπείρους.

Τη μελέτη αυτή υποστηρίζει και χρηματοδοτεί το Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργίας και Λοιμωδών Νοσημάτων (NIAID), του Εθνικού Ινστιτούτων Υγείας, των ΗΠΑ.

Η μελέτη ονομάζεται ITAC (Inpatient Treatment with Anti-Coronavirus Immunoglobulin).

Οι Καθηγητές της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), Ευστάθιος Καστρίτης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ), συνοψίζουν τα μέχρι τώρα δεδομένα γι’ αυτή τη μελέτη.

Το «μείγμα» αντισωμάτων που δοκιμάζεται στη μελέτη ITAC είναι ενδοφλέβια χορηγούμενη υπερ-ανοσος ανοσοσφαιρίνη έναντι του κορωνοϊού.

Τα αντισώματα έναντι του κορωνοϊού, σε αυτό το «μείγμα», προέρχονται από το πλάσμα του αίματος που δίνεται από υγιείς ανθρώπους που έχουν αναρρώσει από την COVID-19.

Αυτά τα αντισώματα καθαρίζονται και συμπυκνώνονται έτσι ώστε η υπεράνοση ανοσοσφαρίνη έναντι του κορωνοϊού να περιέχει αρκετές φορές περισσότερα εξουδετερωτικά αντισώματα έναντι του SARS-CoV-2 από ότι συνήθως βρίσκεται στο πλάσμα ατόμων που έχουν αναρρώσει από την COVID-19.

Οι ερευνητές της ITAC υποθέτουν ότι η παροχή στους ασθενείς της υπεράνοσης ανοσοσφαιρίνης έναντι του κορωνοϊού κατά την έναρξη των συμπτωμάτων της COVID-19, πριν ακόμα ο οργανισμός προλάβει να αναπτύξει προστατευτική ανοσολογική απόκριση από μόνος του, θα μπορούσε να αυξήσει τη φυσική απόκριση των αντισωμάτων στο SARS-CoV-2, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο για πιο σοβαρή ασθένεια και θάνατο.

Ο Διευθυντής του NIAID Anthony S. Fauci, είπε ότι η δοκιμή ITAC θα εξετάσει εάν η προσθήκη της υπεράνοσης ανοσοσφαιρίνης έναντι του κορωνοϊού σε ένα σχήμα που περιέχει το αντι-ιικο remdesivir μπορεί να δώσει στο ανοσοποιητικό σύστημα μια απαραίτητη ώθηση για την καταστολή του SARS-CoV-2 νωρίς κατά τη διάρκεια της ασθένειας.

Επικεφαλής της δοκιμής ITAC είναι ο Mark Polizzotto, MD, Ph.D., επικεφαλής του Προγράμματος Θεραπευτικών και Εμβολιαστικών Ερευνών στο Ινστιτούτο Kirby στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας, στο Σίδνεϊ.

Τέσσερις εταιρείες συνεργάζονται για την παροχή υπεράνοσης ανοσοσφαιρίνης έναντι του κορωνοϊού για τη διεξαγωγή της κλινικής δοκιμής:

Η Emergent BioSolutions από το Μερυλαντ των ΗΠΑ, η Grifols S.A. από τη Βαρκελώνη της Ισπανίας, η CSL Behring of King of Prussia από την Πενσυλβάνια των ΗΠΑ, και η Takeda Pharmaceuticals από το Τόκιο της Ιαπωνίας.

Το αντι-ιϊκό φάρμακο Remdesivir χορηγείται προς το παρόν για τη θεραπεία ορισμένων νοσηλευόμενων ασθενών με COVID-19, με βάση την ανάλυση των διαθέσιμων δεδομένων από τη μελέτη ACTT που υποστηρίζεται από το NIAID.

Η ACTT διαπίστωσε ότι ασθενείς με COVID-19 που χρειάζονταν νοσηλεία και που έλαβαν remdesivir χρειάστηκαν στατιστικά σημαντικό μικρότερο χρόνο έως την ανάρρωση, σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο.

Το Remdesivir είναι ένα ερευνητικό αντι-ιϊκό ευρέος φάσματος που ανακαλύφθηκε και αναπτύχθηκε από την εταιρεία Gilead Sciences, Inc.

Η μελέτη ITAC θα εντάξει 500 νοσηλευόμενους ενήλικες ηλικίας 18 ετών και άνω που θα παρέχουν τη συγκατάθεσή τους μετά από ενημέρωση, που εμφανίζουν συμπτώματα COVID-19 για λιγότερο από 12 ημέρες και δεν βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση (π.χ δεν θα είναι διασωληνωμένοι ή σε σοκ).

Η ένταξη των αρρώστων θα γίνει σε 58 κέντρα στην Αφρική, την Ασία, την Ευρώπη, τη Βόρεια και τη Νότια Αμερική.

Οι συμμετέχοντες στη μελέτη θα τυχαιοποιηθούν να λάβουν εγχύσεις είτε υπεράνοσης ανοσοσφαιρίνης έναντι του κορωνοϊού μαζί με remdesivir είτε εικονικό φάρμακο (placebo) και remdesivir.

Ούτε οι συμμετέχοντες ούτε η ομάδα μελέτης θα γνωρίζουν ποιος λαμβάνει ποιο θεραπευτικό σχήμα.

Το υπεράνοση ανοσοσφαιρίνη χορηγείται ως εφάπαξ έγχυση 400 mg ανά κιλό σωματικού βάρους.

Οι εγχύσεις Remdesivir θα χορηγηθούν ως δόση φόρτισης 200 mg, ακολουθούμενη από ενδοφλέβια δόση συντήρησης 100 mg μία φορά την ημέρα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας έως και 10 ημέρες συνολικά.

Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης ITAC είναι να συγκρίνει την κλινική κατάσταση των συμμετεχόντων στην ομάδα συνδυασμένης θεραπείας με τους συμμετέχοντες στην ομάδα που θα λάβει μόνο remdesivir την 7η ημέρα από την έναρξη της θεραπείας.

Η εκτίμηση της κλινικής κατάστασης θα βασίζεται σε μια βαθμονομημένη κλίμακα επτά σημείων που καταγράφουν το πλήρες φάσμα της σοβαρότητας της νόσου που βιώνουν οι νοσηλευμένοι ασθενείς με COVID-19.

Οι συμμετέχοντες στη μελέτη ITAC θα παρακολουθούνται για 28 ημέρες.

Η κύρια ανάλυση θα ολοκληρωθεί αφού όλοι οι συμμετέχοντες ολοκληρώσουν 28 ημέρες παρακολούθησης.

Μια ανεξάρτητη ομάδα παρακολούθησης των δεδομένων και της ασφάλειας (DSMB) θα επανεξετάσει τα προσωρινά δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας για να εξασφαλίσει την ασφάλεια των ασθενών, καθώς και την ακεραιότητα της μελέτης.

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη δοκιμή ITAC είναι διαθέσιμες στο ClinicalTrials.gov με το αναγνωριστικό μελέτης NCT04546581.

Πηγή: www.MedicalManage.gr

Δύο νέα, μη αναμενόμενα, «όπλα» στη μάχη κατά των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων

Δείτε πώς θα μπορούσε η νανοτεχνολογία να επιτρέψει σε αιθέρια έλαια με βάση το δενδρολίβανο και το τζίντζερ να συμβάλλουν στην καταπολέμηση ενός από τα πλέον πολυανθεκτικά στα αντιβιοτικά βακτήρια που αποτελεί βασική αιτία θανάτου από ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις

Νανοσωματίδια χιτοζάνης που αναπτύχθηκαν με βάση αιθέρια έλαια δενδρολίβανου και τζίντζερ παρουσίασαν υψηλή αντιμικροβιακή δράση έναντι του εξαιρετικά επικίνδυνου παθογόνου Klebsiella pneumoniae (κλεμπσιέλλα της πνευμονίας), βάσει έρευνας που υπογράφεται από την Δρ. Rania Abozahra και τους συναδέλφους της στο Τμήμα Μικροβιολογίας και Ανοσολογίας του Πανεπιστημίου Νταμανχούρ της Αιγύπτου, και δημοσιεύεται στο The Open Microbiology Journal.

To βακτήριο Klebsiella pneumoniae (κλεμπσιέλλα της πνευμονίας) αποτελεί έναν εκ των κύριων παραγόντων έξαρσης ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων και θανάτου των ασθενών, ιδίως όσων προσβάλλονται από παθογόνα που παρουσιάζουν ανθεκτικότητα στο αντιβιοτικό με βάση τη δραστική ουσία κολιστίνη.

Πολλά αιθέρια έλαια φυτών διαθέτουν αντιμικροβιακή δράση και έχουν μπει στο «μικροσκόπιο» των ερευνητών ως φυσικές πηγές καταπολέμησης πολυανθεκτικών στα αντιβιοτικά μικροβίων, με την πρόσφατη πρόοδο που καταγράφεται στην επιστήμη της νανοτεχνολογίας να ανοίγει συναρπαστικούς ορίζοντες ως προς την αντιμετώπιση πολλών λοιμώξεων.

Η νέα έρευνα ήλθε να εξετάσει την πιθανή επίδραση σε μικρόβια και βιοφίλμ (βιομεβράνες) σωματιδίων νανομεγέθους με βάση αιθέρια έλαια δενδρολίβανου και τζίντζερ σε κλινικά δείγματα ανθεκτικών στην κολιστίνη στελεχών του παθογόνου κλεμπσιέλλα της πνευμονίας.

Η απομόνωση και η ταυτοποίηση 30 δειγμάτων Klebsiella pneumoniae από ασθενείς ακολουθήθηκε από έλεγχο ευαισθησίας στα αντιβιοτικά και ανίχνευση του βιοφίλμ του γονιδίου mrkD.

Η μέτρηση της επιδραστικότητας των αιθέριων ελαίων και των νανοσωματιδίων χιτοζάνης που αναπτύχθηκαν πραγματοποιήθηκε με προσδιορισμό της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης.

Ακολούθησε έλεγχος αναστολής βιοφίλμ και ποσοτικός μοριακός έλεγχος σε πραγματικό χρόνο για την έκφραση του γονιδίου mrkD στην παρουσία των συνθέσεων ελαίων και νανοσωματιδίων συγκριτικά με κλινικά δείγματα στα οποία δεν υπήρξε παρέμβαση.

Βάσει των ευρημάτων, οι ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις των ελαίων δενδρολίβανου και τζίντζερ καθορίστηκαν σε 1250 μg/ml, νανο-δομημένου λιπιδικού φορέα – δενδρολίβανο και νανο-δομημένου λιπιδικού φορέα – τζίντζερ σε 625 μg/ml, και νανοσωματιδίων χιτοζάνης με έλαια δενδρολίβανου και τζίντζερ σε 156 μg/ml.

Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν επίσης, σύμφωνα με τους υπογράφοντες, πλήρη (100%) αναστολή της έκφρασης του γονιδίου mrkD συγκριτικά με κλινικό δείγμα από Klebsiella pneumoniae που δεν είχε δεχθεί θεραπεία.

 

 

 

Πηγή: https://ygeiamou.gr/

Παχυσαρκία εγκέφαλος: Μελέτη εντοπίζει δυσλειτουργίες

Εντυπωσιακά μοτίβα σταδιακής μείωσης της ροής του αίματος βρέθηκαν σε όλες σχεδόν τις περιοχές του εγκεφάλου σε κατηγορίες λιποβαρών, φυσιολογικού βάρους, υπέρβαρων, παχύσαρκων και νοσηρής παχυσαρκίας.

Παχυσαρκία εγκέφαλος: Σε μία από τις μεγαλύτερες μελέτες που συνδέουν την παχυσαρκία με τη δυσλειτουργία του εγκεφάλου, οι επιστήμονες ανέλυσαν πάνω από 35.000 λειτουργικές νευροαπεικονιστικές σαρώσεις χρησιμοποιώντας ηλεκτρονική τομογραφία εκπομπών μονών φωτονίων σε σχεδόν 17.000 άτομα, για τη μέτρηση της ροής του αίματος και της εγκεφαλικής δραστηριότητας.

Η χαμηλή εγκεφαλική ροή αίματος είναι η Νο 1 πρόβλεψη, μέσω της απεικόνισης εγκεφάλου, ότι ένα άτομο θα αναπτύξει νόσο Αλτσχάιμερ. “Αυτή η μελέτη δείχνει ότι το υπερβολικό βάρος επηρεάζει σοβαρά τη δραστηριότητα του εγκεφάλου και αυξάνει τον κίνδυνο για νόσο Αλτσχάιμερ, καθώς και πολλές άλλες ψυχιατρικές και γνωστικές καταστάσεις”, εξήγησε ο Daniel G. Amen, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.

Εντυπωσιακά μοτίβα σταδιακής μείωσης της ροής του αίματος βρέθηκαν σε όλες σχεδόν τις περιοχές του εγκεφάλου σε κατηγορίες λιποβαρών, φυσιολογικού βάρους, υπέρβαρων, παχύσαρκων και νοσηρής παχυσαρκίας. Αυτά σημειώθηκαν ενώ οι συμμετέχοντες ήταν σε κατάσταση ηρεμίας καθώς και κατά την εκτέλεση μιας εργασίας συγκέντρωσης. Αρκετές περιοχές του εγκεφάλου που είναι ευάλωτες στη νόσο Αλτσχάιμερ, όπως οι κροταφικοί και βρεγματικοί λοβοί και ο ιππόκαμπος, βρέθηκαν να έχουν μειωμένη ροή αίματος ανάλογα με το σωματικό βάρος: λιγότερο σε όσους έχουν κανονικό βάρος και περισσότερο σε όσους είναι παχύσαρκοι.

Ο Amen και οι συνεργάτες του παρέχουν πειστικά στοιχεία ότι η παχυσαρκία μεταβάλλει την παροχή αίματος στον εγκέφαλο, συρρικνώνει τον εγκέφαλο και προωθεί τη νόσο Αλτσχάιμερ. Αυτό δείχνει ότι ο εγκέφαλος ανταποκρίνεται στις σωματικές καταστάσεις.

Λαμβάνοντας υπόψη τα τελευταία στατιστικά στοιχεία που δείχνουν ότι το 72% των Αμερικανών είναι υπέρβαροι από τους οποίους το 42% είναι παχύσαρκοι, αυτό είναι ανησυχητικό νέο για την ψυχική και γνωστική υγεία της Αμερικής, είπαν οι συγγραφείς.

Ο Amen ανέφερε: “Ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα που έχουμε μάθει στα 30 χρόνια διεξαγωγής μελετών απεικόνισης του εγκεφάλου είναι ότι οι εγκέφαλοι μπορούν να βελτιωθούν όταν βρίσκονται σε ένα θεραπευτικό περιβάλλον, όταν υιοθετούμε υγιεινές συνήθειες καταναλώνοντας λίγες θερμίδες, ακολουθούμε σωστή διατροφή και ασκούμαστε τακτικά”.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Μπορεί ο κοροναϊός να μολύνει τα μάτια;

Η Covid-19 είναι πρωτίστως, αλλά όχι αποκλειστικά, μία λοίμωξη των πνευμόνων. Μία νέα επιστημονική μελέτη επιβεβαιώνει τις υποψίες των γιατρών ότι ο κοροναϊός SARS-CoV-2 μπορεί να μολύνει και τα μάτια, όπως δείχνει η περίπτωση 64χρονης ασθενούς από την Κίνα.

Η ασθενής εμφάνισε ξαφνικά σοβαρό οξύ γλαύκωμα στα μάτια της, μόλις είχε αναρρώσει από την Covid-19 και είχε βγει από το νοσοκομείο. Αναγκάστηκε να εισαχθεί ξανά στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί της προχώρησαν σε  χειρουργική επέμβαση για να ρίξουν την πίεση στα μάτια. Στο πλαίσιο της επέμβασης, πήραν δείγματα των ιστών, αποκαλύπτοντας τελικά ότι ο κοροναϊός είχε μολύνει τους ιστούς του ματιού της.

Οι ερευνητές του Γενικού Νοσοκομείου της Γουχάν, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό περιοδικό οφθαλμολογίας «JAMA Ophthalmology», ανέφεραν ότι «ο ιός, πέρα από το αναπνευστικό σύστημα, μπορεί να μολύνει τους οφθαλμικούς ιστούς». Άλλωστε, ο λόγος που οι γιατροί συχνά φορούν και ειδικά γυαλιά, εκτός από προσωπίδες, είναι για πρόσθετη προστασία των ματιών τους.

Στην περίπτωση της Κινέζας ασθενούς δεν είναι δυνατό οι επιστήμονες να είναι βέβαιοι ότι αυτή κόλλησε τον κοροναϊό μέσω των ματιών της, κάτι -πάντως- πιθανό που μπορεί να συνέβη είτε μέσω απευθείας διείσδυσης μολυσμένων σωματιδίων του αέρα είτε αγγίζοντας μία μολυσμένη επιφάνεια και μετά τα μάτια της.

«Είναι πολύ πρόωρο να γνωρίζουμε τι σημαίνει για την υγεία των ματιών, το ότι έχουμε αυτόν τον ιό να αιωρείται στον αέρα γύρω από τα μάτια», δήλωσε η οφθαλμίατρος δρ Γκρέις Ρίχτερ του Οφθαλμολογικού Ινστιτούτου Ρόσκι του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες. Μέχρι στιγμής, όπως είπε, έχουν διαγνωστεί περιορισμένα προβλήματα στα μάτια των ασθενών με Covid-19, συνήθως ένα μικρό ποσοστό που αναπτύσσουν επιπεφυκίτιδα.

Η δρ Σονάλ Τούλι, εκπρόσωπος της Αμερικανικής Ακαδημίας Οφθαλμολογίας και επικεφαλής του Τμήματος Οφθαλμολογίας του Κολλεγίου Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Φλόριντα, χαρακτήρισε «ενδιαφέρουσα» την περίπτωση της Κινέζας ασθενούς, αλλά, όπως σημείωσε, μένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο ο κορονοϊός, όταν βρίσκεται στα μάτια, είναι πραγματικά μολυσματικός και επικίνδυνος για την υγεία.

Πηγή: ΑΠΕ ΜΠΕ

 

 

Πηγή: https://healthmag.gr/

Κοροναϊός: Τεστ τον ανιχνεύει σε μόλις 5 λεπτά, χάρη στη γονιδιακή τεχνική CRISPR που πήρε Νόμπελ Χημείας

Επιστήμονες χρησιμοποίησαν την ισχυρή τεχνική τροποποίησης του γονιδιώματος CRISPR για να δημιουργήσουν ένα τεστ-εξπρές, το οποίο μπορεί να ανιχνεύσει τον κορονοϊό SARS-CoV-2 σε μόλις πέντε λεπτά. Επικεφαλής των ερευνητών είναι Τζένιφερ Ντούντνα, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Μπέρκλεϊ, η οποία πήρε -μαζί με τη Γαλλίδα Εμανουέλ Σαρπεντιέ– το φετινό Νόμπελ Χημείας για την ανακάλυψη της μεθόδου CRISPR πριν μερικά χρόνια.

Emmanuelle Charpentier (left) and Jennifer Doudna (right) won this year’s chemistry Nobel for the development of a powerful way to change DNA. (LEFT TO RIGHT): © PETER RIGAUD C/O SHOTVIEW ARTISTS; DEANNE FITZMAURICE
Emmanuelle Charpentier (left) and Jennifer Doudna (right) won this year’s chemistry Nobel for the development of a powerful way to change DNA. (LEFT TO RIGHT): © PETER RIGAUD C/O SHOTVIEW ARTISTS; DEANNE FITZMAURICE

Τι είναι το CRISPR

Tο CRISPR (Clustered Regularly Interspaced Short Palindromic Repeat) είναι μία επαναστατική τεχνική ακριβούς κατάτμησης και τροποποίησης του DNA, είτε αυτό ανήκει σε άνθρωπο ή ζώο, είτε σε βακτήριο, που ανακαλύφθηκε όταν ερευνητές μελετούσαν το ανοσοποιητικό σύστημα κάποιων βακτηρίων. Το όνομα αυτό αναφέρεται στη μοναδική οργάνωση μικρών και επαναλαμβανόμενων αλληλουχιών του DNA που βρίσκονται μέσα στο γενετικό σύστημα των βακτηρίων και αποτελούν μέρος του ανοσοποιητικού τους συστήματος.

Όταν ένας ιός προσβάλει το βακτηριακό κύτταρο, το ανοσοποιητικό CRISPR σύστημα του βακτηρίου αιχμαλωτίζει ένα τμήμα του DNA του ιού και το ενσωματώνει μέσα στο δικό του DNA. Με τον τρόπο αυτό το ανοσοποιητικό σύστημα του βακτηρίου αναγνωρίζει τον ιό από τον οποίο προήλθε και εξουδετερώνει την επίθεση καταστρέφοντας το γονιδίωμα του ιού που είναι απαραίτητο για την αναπαραγωγή του.

Το πιο γρήγορο διαγνωστικό τεστ CRISPR

Το νέο τεστ δεν χρειάζεται ακριβή εργαστηριακή υποδομή και μπορεί να γίνει σε ιατρεία, σχολεία και γραφεία, εμφανίζοντας τα αποτελέσματα με τη βοήθεια μιας εφαρμογής κινητού τηλεφώνου. Είναι το πιο γρήγορο διαγνωστικό τεστ CRISPR που έχει αναπτυχθεί μέχρι σήμερα (το έως τώρα ταχύτερο ήθελε περίπου μία ώρα). Συγκριτικά, τα συνήθη μοριακά τεστ PCR χρειάζονται γύρω στις 24 ώρες.

Τα τεστ CRISPR ανιχνεύουν μια γενετική αλληλουχία RNA -μήκους περίπου 20 βάσεων– που είναι μοναδική για τον SARS-CoV-2. Το νέο βελτιωμένο τεστ CRISPR, σύμφωνα με το «Science», μπορεί να ανιχνεύσει έως 100 σωματίδια του κορονοϊού σε ένα μικρολίτρο διαλύματος (τα συμβατικά τεστ σε ακριβά εργαστηριακά μηχανήματα «πιάνουν» έως και ένα μόνο σωματίδιο ανά μικρολίτρο).

Το τεστ εμφανίζει, εκτός από τη μεγάλη ταχύτητα, μεγάλη ακρίβεια στα αποτελέσματά του, ενώ παράλληλα -κάτι σημαντικό- κάνει και εκτίμηση για το ιικό φορτίο του ατόμου από όπου λαμβάνεται το δείγμα.

Οι ερευνητές, που έκαναν τη σχετική προδημοσίευση στο medRxiv, ήδη εργάζονται για την τυποποίηση του τεστ και την εμπορική κυκλοφορία του.

Με πληροφορίες από ΑΠΕ ΜΠΕ

 

 

Πηγή: https://healthmag.gr/

Τεχνητός πνεύμονας κορωνοϊός: Πώς προκαλούνται θρόμβοι στο αίμα

Ο τεχνητός πνεύμονας βοηθά τους ερευνητές να διερευνήσουν πώς το COVID-19 προκαλεί θρόμβους στο αίμα.

Τεχνητός πνεύμονας κορωνοϊός: Οι επιστήμονες στο EPFL χρησιμοποιούν τεχνολογία για να κατανοήσουν καλύτερα πώς ο κορωνοϊός προκαλεί θρόμβους αίματος σε ορισμένους ασθενείς. Έχουν αναπτύξει ένα απλοποιημένο μοντέλο πνεύμονα που τους επιτρέπει να παρατηρήσουν, για πρώτη φορά, πώς ο ιός επιτίθεται στα κύτταρα που ευθυγραμμίζουν τα αιμοφόρα αγγεία.

Η νόσος COVID-19 προκαλεί μερικές φορές θρόμβους αίματος, αν και η ακριβής συχνότητα παραμένει μυστήριο. Μια πρόσφατη μελέτη δείχνει ότι περίπου το 10% των νοσηλευόμενων ασθενών εμφανίζουν αυτήν την επιπλοκή. Οι γιατροί εξακολουθούν να μην είναι σίγουροι γιατί ο ιός προκαλεί αυτήν την αντίδραση – στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, οι θρόμβοι αίματος μπορεί να οδηγήσουν σε εγκεφαλικό επεισόδιο.

Για να αποκτήσουν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με αυτό το φαινόμενο, οι επιστήμονες του EPFL έχουν αναπτύξει ένα μικρορευστό τσιπ που διαμορφώνει τον ανθρώπινο πνεύμονα και επαναλαμβάνει μέρος της δομής του για να μελετήσει μολύνσεις COVID-19.  Το τσιπ μπορεί να συγκρατήσει τα επιθηλιακά κύτταρα των πνευμόνων, τα κύτταρα των αιμοφόρων αγγείων και τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, και επιτρέπει στους επιστήμονες να παρακολουθούν άμεσα πώς ο SARS-CoV-2 επιτίθεται σε ανθρώπινα κύτταρα και ενεργοποιεί το σχηματισμό θρόμβων αίματος.

Υποψιάζονται δύο μηχανισμούς που λειτουργούν. Ο ένας είναι η υπερβολική παραγωγή κυτοκινών, οι οποίες είναι πρωτεΐνες που παίζουν ρόλο στην σηματοδότηση ανοσοκυττάρων. Ο κορονωϊός μπορεί να προκαλέσει τις «καταιγίδες κυτοκίνης», οι οποίες έχουν συζητηθεί πολύ. Αυτές οι δυσανάλογες αντιδράσεις του ανοσοποιητικού συστήματος μπορούν να βλάψουν τα αιμοφόρα αγγεία και να προκαλέσουν σχηματισμό θρόμβων αίματος και είναι δυνητικά θανατηφόρες. Ο άλλος πιθανός μηχανισμός είναι η βλάβη στην εσωτερική επένδυση των αιμοφόρων αγγείων – ή στο ενδοθήλιο – στους πνεύμονες. Οι πνεύμονες έχουν πολλούς αυτού του είδους ιστούς και όταν είναι κατεστραμμένοι, το αίμα μπορεί να πήξει εύκολα και να σχηματίσει θρόμβους.

Έτσι, ποιος μηχανισμός είναι ο πιθανός ένοχος; Για να μάθουν, οι γιατροί πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν πώς εξελίσσεται η λοίμωξη στους πνεύμονες κάθε ώρα. Αυτό είναι σχεδόν αδύνατο σε ζωντανούς ασθενείς και ούτε πολύ εφικτό σε εργαστηριακές καλλιέργειες, καθώς οι καλλιέργειες συνήθως περιέχουν μόνο ένα είδος κυττάρου και δεν παρέχουν αρκετά ρεαλιστική αναπαράσταση ολόκληρου του πνευμονικού συστήματος.

Οι επιστήμονες στο εργαστήριο του καθηγητή John McKinney έχουν λάβει την υποστήριξη από την Ομάδα Εργασίας EPFL COVID-19. Με επικεφαλής τον Δρ. Vivek Thacker, ένα postdoc στο εργαστήριο, έχουν πλέον μια συσκευή πνευμονικού-τσιπ και την έχουν προσαρμόσει για να μοντελοποιήσουν τα μεμονωμένα βήματα σε μιας επίθεσης SARS-CoV-2 στους πνεύμονες. Η συσκευή περιέχει μικρορευστό κανάλια που τροφοδοτούν θρεπτικά συστατικά σε κύτταρα του τσιπ, τα οποία είναι διατεταγμένα να αναδημιουργούν ένα τμήμα των πνευμόνων. Πιο συγκεκριμένα, το τσιπ περιέχει ένα στρώμα επιθηλιακών κυττάρων, ή τα κύτταρα που καλύπτουν τους πνεύμονες, μαζί με ένα στρώμα ενδοθηλιακών κυττάρων, ή τα κύτταρα που καλύπτουν τα αιμοφόρα αγγεία. Τα δύο στρώματα διαχωρίζονται με μεμβράνη.

Αφού οι επιστήμονες εισήγαγαν το SARS-CoV-2 στη συσκευή τους, ο ιός επιτέθηκε αρχικά στο εξωτερικό στρώμα των επιθηλιακών κυττάρων, όπως σε μια φυσική λοίμωξη. Σε συνεργασία με την Dr. Jessica Sordet Dessimoz και την ομάδα της στο Histology Core Facility, διαπίστωσαν ότι μέσα σε μια μέρα ο ιός είχε φτάσει στο εσωτερικό στρώμα των ενδοθηλιακών κυττάρων και προκάλεσε σημαντική ζημιά τις επόμενες ημέρες.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Καιτονομία ογκολογικά φάρμακα: Ο βασικός ρόλος των καρκινικών κυττάρων

Νανο-φορέας στόχευσης καρκίνου θα μπορούσε τελικά να προσαρμοστεί ώστε να ταιριάζει στις δομές microRNA άλλων ασθενειών όπως ο διαβήτης και η ηπατίτιδα.

Καινοτομία ογκολογικά φάρμακα: Τα καρκινικά κύτταρα θα μπορούσαν να διαδραματίσουν βασικό ρόλο στη χορήγηση φαρμάκων καταπολέμησης του όγκου, χάρη σε ένα νέο σύστημα μεταφοράς DNA που κρατά το θεραπευτικό του ωφέλιμο φορτίο κλειδωμένο μέχρι να έρθει σε επαφή με νοσούντα κύτταρα.

Επιστήμονες στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου (TUM) και το KTH Royal Institute of Technology στη Στοκχόλμη της Σουηδίας, λένε ότι έχουν αναπτύξει ένα συνθετικό σύστημα μεταφοράς DNA για στοχευμένη διανομή καρκινικών φαρμάκων. Με επικεφαλής τους Tli’s Oliver Lieleg, Ph.D. και Thomas Crouzier του Royal Institute, Ph.D., η ομάδα δημιούργησε έναν νανο-φορέα χρησιμοποιώντας βλεννίνη, γλυκερόλη και συνθετικό DNA, το οποίο περιτυλίγει φάρμακα κατά του καρκίνου σε ένα ασφαλές πακέτο που μπορεί να ξεκλειδωθεί μόνο από μια συγκεκριμένη αλληλουχία RNA μοναδική για ασθενείς κυττάρων, είπε η ομάδα.

Η ομάδα δοκίμασε επιτυχώς το σύστημα παράδοσής της σε μοντέλα όγκων σε κυτταρικές καλλιέργειες, δημοσιεύοντας την έρευνά τους στο περιοδικό ACS Nano. Το έργο  βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο, αλλά εν αναμονή περαιτέρω εργαστηριακών εξετάσεων σε σύνθετα μοντέλα όγκων, ο νανο-φορέας θα μπορούσε να βελτιώσει τις θεραπείες για τον καρκίνο πιο ακριβείς από την ακτινοβολία ή τη χημειοθεραπεία, που επηρεάζουν τα υγιή κύτταρα καθώς και τους όγκους.

Το σύστημα της ομάδας χρησιμοποιεί βλεννίνες – πρωτεΐνες που βρίσκονται στις βλεννώδεις μεμβράνες του στόματος, του στομάχου και των εντέρων – για να εγκλεισθεί το φάρμακο για τον καρκίνο. Η βλεννίνη συνδέεται μαζί με κλώνους συνθετικού DNA, ενισχυμένες με την προσθήκη γλυκερίνης, η οποία σταθεροποιεί τα σωματίδια βλεννίνης. Η γλυκερόλη βοηθά επίσης τα σωματίδια βλεννίνης να αναδιπλώνονται γύρω από το ζεύγος φαρμάκου, πρόσθεσε η ομάδα.

Μόλις τα νήματα DNA συνδέονται μεταξύ τους, σταθεροποιούνται και “κλειδώνουν” το ωφέλιμο φορτίο του καρκίνου, παραμένοντας σφραγισμένα μέχρι να συναντήσουν το σωστό “κλειδί” – στην περίπτωση αυτή, ένα συγκεκριμένο σωματίδιο microRNA μοναδικό για τον καρκίνο. Αυτό θα επιτρέψει στο σύστημα παράδοσης να αναπτύξει φάρμακα σε όγκους χωρίς να επηρεάσει τα υγιή κύτταρα γύρω τους, ελαχιστοποιώντας τις παρενέργειες, ελπίζει η ομάδα, αν και θα χρειαστεί να διεξαγάγει επιπλέον προκλινικές μελέτες και μελέτες σε ζώα για να δοκιμάσει την πλατφόρμα της σε ανθρώπους.

Και ενώ η ομάδα ξεκίνησε να δημιουργεί ένα σύστημα παράδοσης για καρκινικά φάρμακα που δεν θα βλάψουν τα υγιή κύτταρα, ο νανο-φορέας τους θα μπορούσε τελικά να προσαρμοστεί ώστε να ταιριάζει στις δομές microRNA άλλων ασθενειών όπως ο διαβήτης και η ηπατίτιδα, ανέφεραν οι ερευνητές.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/