Δεν είναι οι λοιμώξεις από ιούς αυτές που προκαλούν εγκεφαλική βλάβη [μελέτη]

Σύμφωνα με νέα μελέτη, ένοχη είναι η ανοσιακή απόκριση.

Οι οξείες λοιμώξεις από ιούς, ενδεχομένως δεν οδηγούν σε νευρολογικές βλάβες. Ενώ οι επιστήμονες πιστεύουν ότι ιοί όπως ο Ζίκα και η COVID-19 θα μπορούσαν να προκαλέσουν δυσάρεστη νοητική βλάβη, νέα έρευνα του McMaster University αποκάλυψε ότι ένοχος είναι η ανοσιακή απόκριση του οργανισμού.

Η Elizabeth Balint, δήλωσε ότι οι ενδείξεις της ομάδας υποδεικνύουν ότι δεν είναι ο ιός αυτός που προκαλεί τη βλάβη αλλά πληθυσμός κυττάρων Τ που είναι υπεύθυνα.

Οι ερευνητές εστίασαν στην κατανόηση της επίπτωσης του ιού Ζίκα και τα ευρήματα αποκάλυψαν την παρουσία κυττάρων Τ να στοχεύουν τον ιό προσπαθώντας να απομακρύνουν κύτταρα που μολύνθηκαν από αυτόν. Η έρευνα επίσης ανακάλυψε κάτι που προκάλεσε έκπληξη.

Συγκεκριμένη  υποομάδα κυττάρων Τ, τα κύτταρα NKG2D+CD8+ T συμπεριφέρονταν μη φυσιολογικά, επιτιθέμενα σε κύτταρα που δεν είχαν μολυνθεί από τον ιό.

Αυτά τα επιθετικά κύτταρα εντοπίστηκαν ως αιτία νευρολογικής βλάβης όχι μόνο από τον Ζίκα αλλά και από άλλες σοβαρές λοιμώξεις, όπως σηπτικό σοκ και COVID-19.

Η βλαβερή επίδραση αυτών των Τ κυττάρων συνδέεται με την παραγωγή  μεγάλων ποσοτήτων κυτοκινών. Η μεγάλη παραγωγή αυτών μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος,  οδηγώντας σε παράπλευρες απώλειες, με σοβαρές συνέπειες αν συμβεί στον εγκέφαλο.

Η ανακάλυψη ανοίγει νέες οδούς για την ανάπτυξη αγωγών για νευρολογικές παθήσεις που προκαλούνται από οξείες λοιμώξεις από ιούς.

Οι ερευνητές ήδη έχουν εντοπίσει υποσχόμενη αγωγή χρησιμοποιώντας ένα αντίσωμα που μπορεί να μπλοκάρει και να αντιμετωπίσει τη νευροτοξικότητα σε πειραματόζωα.

Το αντίσωμα βρίσκεται σε κλινικές δοκιμές για άλλες εφαρμογές σε ανθρώπους, προσφέροντας ελπίδα για μελλοντικές θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Nature Communications.

Πηγές:
Nature Communications.

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Τσιπ καρδιάς: Το νέο εργαλείο των επιστημόνων για ανάπτυξη ασφαλέστερων αντικαρκινικών θεραπειών

Η προσομοίωση μικροσκοπικών εκδοχών ανθρώπινων οργάνων στο εργαστήριο είναι ένα αναδυόμενο εργαλείο στην ιατρική έρευνα και οι ερευνητές έχουν τώρα ένα νέο μοντέλο «τσιπ καρδιάς» για να χρησιμοποιήσουν.

Η ομάδα πίσω από το τσιπ, από το Ιατρικό Κέντρο Cedars-Sinai στο Λος Άντζελες, λέει ότι θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη δοκιμή της ασφάλειας των θεραπειών για τον καρκίνο, οι οποίες έχει αποδειχθεί ότι διακινδυνεύουν καρδιακή βλάβη στους ασθενείς ενώ καταπολεμούν τα καρκινικά κύτταρα.

Ανάμεσα στις αξιοσημείωτες αναβαθμίσεις σε σχέση με προηγούμενα μοντέλα τσιπ καρδιάς είναι η ωριμότητα των κυττάρων που ανέπτυξε η ομάδα από ανθρώπινα πολυδύναμα βλαστοκύτταρα (hiPSCs) και η ικανότητά τους να χτυπούν σαν ανθρώπινη καρδιά -περίπου στους 60 παλμούς ανά λεπτό.

Τα τσιπ καρδιάς μπορούν να προβλέψουν πιθανά προβλήματα τοξικότητας

Ικανά να μετασχηματιστούν σε οποιοδήποτε τύπο κυττάρου, τα hiPSCs κατασκευάστηκαν για να γίνουν κύτταρα καρδιάς και κύτταρα αιμοφόρων αγγείων πριν τοποθετηθούν σε ένα εύκαμπτο υλικό σιλικόνης που ονομάζεται πολυδιμεθυλσιλοξάνη (PDMS).

Ένα κρίσιμο μέρος του σχεδιασμού του τσιπ καρδιάς είναι τα δύο παράλληλα κανάλια του, τα οποία επιτρέπουν στα κύτταρα της καρδιάς (καρδιομυοκύτταρα) και στα κύτταρα των αιμοφόρων αγγείων (ενδοθηλιακά κύτταρα) να διατηρούνται χωριστά όπως βρίσκονται σε ένα ανθρώπινο σώμα ενώ είναι ακόμα αρκετά κοντά για να αλληλεπιδρούν.

Προσομοιώνοντας τη ροή του αίματος και τις μηχανικές κινήσεις της καρδιάς ως απόκριση σε ορισμένες φαρμακευτικές θεραπείες, οι επιστήμονες μπορούν να προβλέψουν πιθανά προβλήματα τοξικότητας που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αρρυθμία ή θάνατο των μυϊκών κυττάρων.

«Η πλατφόρμα των τσιπ καρδιάς που έχουμε αναπτύξει επιτρέπει τον έλεγχο δυνητικά καρδιοτοξικών χημειοθεραπευτικών παραγόντων σε πολλαπλούς τύπους καρδιαγγειακών κυττάρων σε ένα φυσιολογικά σχετικό μοντέλο», γράφουν οι ερευνητές.

Στόχος η ανάπτυξη ασφαλέστερων φαρμάκων

Το τσιπ καρδιάς παρέμεινε λειτουργικό για αρκετές εβδομάδες, προσφέροντας την ευκαιρία για μακροπρόθεσμες έρευνες για το πώς τα φάρμακα και άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν την καρδιά.

Εκτός από το να βοηθά στην ανάπτυξη ασφαλέστερων φαρμάκων, το τσιπ καρδιάς θα μπορεί επίσης να διδάσκει στους επιστήμονες περισσότερα για τις περιπλοκές των καρδιακών παθήσεων -όπως το πώς αρχίζουν και εξελίσσονται και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει μια σταθερή ροή βελτιώσεων στον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται και παράγονται αυτά τα τσιπ, παρέχοντας εξαιρετικά ακριβείς προσομοιώσεις για το πώς αντιδρούν μέρη του ανθρώπινου σώματος στις μικρότερες κλίμακες.

«Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι τα τσιπ καρδιάς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο τοξικότητας φαρμάκων και μπορεί να αποκαλύψουν πιθανές ειδικές τοξικότητες κυτταρικού τύπου ως απόκριση σε καρδιοτοξικές ενώσεις», καταλήγουν οι ερευνητές.

 

 

Πηγη: https://www.oloygeia.gr/

Γιατί οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν Αλτσχάιμερ; Μελέτη αποκαλύπτει τι άλλαξε και εμείς παθαίνουμε

Μπορεί να πιστεύετε ότι η άνοια που σχετίζεται με την ηλικία, δηλαδή η νόσος Αλτσχάιμερ, ήταν μαζί μας από παλιά, με την ασθένεια να εκτείνεται πίσω, μέχρι τον αρχαίο κόσμο.

Αλλά μια νέα ανάλυση κλασικών ελληνικών και ρωμαϊκών ιατρικών κειμένων υποδηλώνει ότι η σοβαρή απώλεια μνήμης -που εμφανίζεται σε επιδημικά επίπεδα σήμερα- ήταν εξαιρετικά σπάνια πριν από 2.000 έως 2.500 χρόνια, την εποχή του Αριστοτέλη, του Γαληνού και του Πλίνιου του Πρεσβύτερου.

Η έρευνα του USC, που δημοσιεύτηκε στο Journal of Alzheimer’s Disease, ενισχύει την ιδέα ότι η νόσος Αλτσχάιμερ και οι σχετικές άνοιες είναι ασθένειες του σύγχρονου περιβάλλοντος και του τρόπου ζωής, με την καθιστική συμπεριφορά και την έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση να ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό.

«Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πολύ λίγες αναφορές για κάτι που θα έμοιαζε με ήπια γνωστική εξασθένηση», είπε ο πρώτος συγγραφέας Caleb Finch της μελέτης, καθηγητής στη Σχολή Γεροντολογίας Leonard Davis του Πανεπιστημίου USC. «Όταν φτάσαμε στους Ρωμαίους, ανακαλύψαμε τουλάχιστον τέσσερις δηλώσεις που υποδηλώνουν σπάνιες περιπτώσεις προχωρημένης άνοιας -δεν μπορούμε να πούμε αν είναι Αλτσχάιμερ. Πάντως, υπήρξε μια εξέλιξη από τους αρχαίους Έλληνες στους Ρωμαίους».

Οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώριζαν ότι η γήρανση συνήθως έφερνε προβλήματα μνήμης που θα αναγνωρίζαμε ως ήπια γνωστική εξασθένηση, αλλά τίποτα δεν πλησιάζει σε σημαντική απώλεια μνήμης, ομιλίας και λογικής όπως αυτή προκαλείται από το Αλτσχάιμερ και άλλους τύπους άνοιας.

Ο Δρ. Finch και ο επίσης συγγραφέας Stanley Burstein, ιστορικός στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια εξέτασαν ένα σημαντικό μέρος της αρχαίας ιατρικής γραφής του Ιπποκράτη και των οπαδών του. Το κείμενο καταγράφει παθήσεις των ηλικιωμένων, όπως κώφωση, ζάλη και πεπτικές διαταραχές -αλλά δεν κάνει καμία αναφορά στην απώλεια μνήμης.

Ο μόλυβδος στην αρχαία Ρώμη προκάλεσε Αλτσχάιμερ και «έριξε» τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Αιώνες αργότερα, στην αρχαία Ρώμη, εμφανίζονται μερικές αναφορές. Ο Δρ. Galen παρατηρεί ότι στην ηλικία των 80 ετών, ορισμένοι ηλικιωμένοι αρχίζουν να δυσκολεύονται να μάθουν νέα πράγματα. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος σημειώνει ότι ο ρήτορας Valerius Messalla Corvinus ξέχασε το όνομά του. Ο Κικέρων παρατήρησε με σύνεση ότι «η ανοησία των ηλικιωμένων… είναι χαρακτηριστικό των ανεύθυνων ηλικιωμένων, αλλά όχι όλων των ηλικιωμένων».

Ο Δρ. Finch εικάζει ότι καθώς οι ρωμαϊκές πόλεις γίνονταν πιο πυκνές, η ρύπανση αυξανόταν, αυξάνοντας τα κρούσματα γνωστικής παρακμής. Επιπλέον, οι Ρωμαίοι αριστοκράτες χρησιμοποιούσαν μαγειρικά σκεύη από μόλυβδο, σωλήνες νερού από μόλυβδο και πρόσθεταν ακόμη και οξικό μόλυβδο στο κρασί τους για να το γλυκάνουν -δηλητηριάζοντας άθελά τους την ισχυρή νευροτοξίνη.

Μερικοί αρχαίοι συγγραφείς αναγνώρισαν την τοξικότητα του υλικού που περιέχει μόλυβδο, αλλά μικρή πρόοδος σημειώθηκε στην αντιμετώπιση του προβλήματος μέχρι τον 20ο αιώνα. Μερικοί μελετητές κατηγορούν τη δηλητηρίαση από μόλυβδο για την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο μοναδικός σύγχρονος λαός που δεν έχει Αλτσχάιμερ

Για αυτή την εργασία, ο Δρ. Finch δεν σκέφτηκε μόνο τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή τους Έλληνες. Ελλείψει δημογραφικών δεδομένων για την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, ο επιστήμονας στράφηκε σε ένα εκπληκτικό μοντέλο για την αρχαία γήρανση: τους σημερινούς Tsimane Amerindians, έναν αυτόχθονα λαό του Αμαζονίου της Βολιβίας.

Οι Tsimane —όπως οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι— έχουν έναν προβιομηχανικό τρόπο ζωής που είναι πολύ δραστήριος σωματικά  και έχουν εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά άνοιας.

Μια διεθνής ομάδα γνωστικών ερευνητών με επικεφαλής τη Margaret Gatz, καθηγήτρια ψυχολογίας, γεροντολογίας και προληπτικής ιατρικής στο USC Leonard Davis School, διαπίστωσε ότι μεταξύ των ηλικιωμένων Tsimane, μόνο περίπου το 1% πάσχει από άνοια. Αντίθετα, το 11% των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω που ζουν στις ΗΠΑ έχουν άνοια, σύμφωνα με την Ένωση Αλτσχάιμερ.

«Τα δεδομένα των Tsimane, τα οποία είναι αρκετά βαθιά, είναι πολύτιμα. Αυτός είναι ο καλύτερα τεκμηριωμένος μεγάλος πληθυσμός ηλικιωμένων που έχουν ελάχιστη άνοια. Και όλα αυτά δείχνουν ότι το περιβάλλον είναι ένας τεράστιος καθοριστικός παράγοντας στον κίνδυνο άνοιας. Μας δίνουν ένα πρότυπο για να κάνουμε αυτές τις ερωτήσεις», καταλήγει ο Δρ. Finch.

 

 

Πηγη: https://www.oloygeia.gr/

Καρκίνος: Ποιες οι πιθανότητες ανάπτυξης μετά τη διακοπή του καπνίσματος

Τα ευρήματα νέας, μεγάλης μελέτης για διάφορες μορφές καρκίνου. Ο ρόλος της ηλικίας κατά τη διακοπή.

Η διακοπή του καπνίσματος σε οποιαδήποτε ηλικία συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου αναπτύξεως καρκίνου, σύμφωνα με νέα, μεγάλη μελέτη, που έδειξε ότι ο κίνδυνος μειώνεται περισσότερο κατά την πρώτη 10ετία από το τελευταίο τσιγάρο.

Οι πιθανότητες αναπτύξεως της νόσου μειώνονται στο μισό όταν περάσουν 15 χρόνια από τη διακοπή. Περισσότερο και ταχύτερα, δε, μειώνονται οι πιθανότητες καρκίνου του πνεύμονα, ιδίως ότι η διακοπή του καπνίσματος γίνει πριν την ηλικία των 50 ετών.

Το κάπνισμα προκαλεί πολλές μορφές καρκίνου και η διακοπή του έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο αναπτύξεως ορισμένων εξ αυτών, όπως:

  • Του πνεύμονα
  • Του οισοφάγου
  • Του λάρυγγα

Στην παρούσα μελέτη, όμως, οι επιστήμονες θέλησαν να εξακριβώσουν αν και πόσο επηρεάζει η διακοπή τις πιθανότητες να εκδηλωθούν άλλες μορφές καρκίνου:

  • Του ήπατος
  • Του στομάχου
  • Του παχέος εντέρου

Η νέα μελέτη

Τα ευρήματά τους δημοσιεύονται στην ιατρική επιθεώρηση JAMA Network Open.  Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 2,97 εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 30 ετών και άνω, από την Κορέα. Όλοι τους ήταν ασφαλισμένοι στην εθνική υπηρεσία ασφάλισης της χώρας. Μετά το 2002, εξ άλλου, είχαν κάνει τουλάχιστον δύο φορές ιατρικές εξετάσεις.

Το 58% των συμμετεχόντων ήταν άνδρες, μέσης ηλικίας 43 ετών. Ένας στους τέσσερις ήταν καπνιστής καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης. Ένας στους 10 το έκοψε και το ξανάρχισε, ενώ ένας στους 20 κάπνιζε σποραδικά.

Αντίστοιχα, οι γυναίκες είχαν μέση ηλικία 48 ετών. Καπνίστριες, όμως, ήταν λίγες  – λιγότερο από το 2% του συνόλου.

Συνολικώς, περισσότεροι από 422.000 εθελοντές κάπνιζαν καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου παρακολουθήσεως και περισσότεροι από 195.000 το έκοψαν και το ξανάρχισαν.

Στη διάρκεια 13 ετών παρακολούθησης, καταγράφηκαν 196.829 κρούσματα καρκίνου. Η οριστική διακοπή του καπνίσματος συσχετίστηκε κατά μέσον όρο με μείωση κατά:

  • 17% των πιθανοτήτων αναπτύξεως οποιασδήποτε μορφής καρκίνου
  • 42% του κινδύνου καρκίνου του πνεύμονα
  • 27% του καρκίνου του ήπατος
  • 14% του καρκίνου του στομάχου
  • 20% του καρκίνου του παχέος εντέρου

Διαφοροποιήσεις

Οι μειώσεις αυτές παρουσίαζαν διαφορά αναλόγως με τα χρόνια διακοπής. Έτσι μετά από 15 χρόνια διακοπής ο κίνδυνος να αναπτυχθεί καρκίνος ήταν κατά 50% χαμηλότερος απ’ ό,τι εκείνος που διέτρεχαν οι εθελοντές που συνέχισαν να καπνίζουν.

Ειδικά όσον αφορά τον καρκίνο του πνεύμονα, η διακοπή του καπνίσματος ήταν κυριολεκτικά σωτήρια. Οι πιθανότητες αναπτύξεώς του άρχισαν να μειώνονται 3 χρόνια νωρίτερα απ’ ό,τι στις άλλες μορφές καρκίνου. Επιπλέον, η μείωση του κινδύνου διέφερε αναλόγως με την ηλικία. Έτσι η διακοπή:

  • Πριν την ηλικία των 50 ετών σχετίσθηκε με μείωση κατά 57% του κινδύνου
  • Στα 50 έτη ή αργότερα σχετίσθηκε με μείωση κατά 39% του κινδύνου

Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι «ανεξαρτήτως της ηλικίας που έχει κάποιος όταν κόβει το κάπνισμα, μειώνεται σημαντικά ο κίνδυνος που διατρέχει να αναπτύξει καρκίνο», δήλωσε η επιβλέπουσα ερευνήτρια Dr. Jin-Kyoung Oh, αναπληρώτρια καθηγήτρια Επιδημιολογίας στη Σχολή Επιστήμης του Καρκίνου & Πολιτικής της Νότιας Κορέας.

«Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για τον καρκίνο του πνεύμονα, αφού ακόμα και μετά τα 50 ο κίνδυνος μειώνεται σχεδόν 40% με την διακοπή. Επομένως, μη σκεφτείτε ποτέ ότι είναι πολύ αργά για να κόψετε το κάπνισμα», πρόσθεσε.

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Διαβήτης τύπου 2: Θεραπεία μέσω απώλειας βάρους – Νέα έρευνα

Μια νέα μελέτη διαπιστώνει ότι πολύ λίγοι ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με διαβήτη τύπου 2 είναι σε θέση να επιτύχουν φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης μέσω της απώλειας βάρους.

Κλινικές δοκιμές υποδεικνύουν ότι τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 μπορούν να ελέγξουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα τους χωρίς φάρμακα, εάν χάσουν βάρος και το διατηρήσουν. Ωστόσο, είναι άγνωστο πόσοι ασθενείς μπορούν να επιτύχουν την μείωση της γλυκόζης μόνο μέσω της απώλειας βάρους υπό πραγματικές συνθήκες.

Στη νέα μελέτη που διεξήχθη, με επικεφαλής τον Andrea Luk του Κινεζικού Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ, εξετάστηκαν 37.326 άτομα στο Χονγκ Κονγκ που είχαν πρόσφατα διαγνωστεί με διαβήτη τύπου 2 για να δουν εάν οι ασθενείς θα μπορούσαν να ελέγξουν την ασθένεια μέσω της απώλειας βάρους.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι μόνο το 6% των ανθρώπων πέτυχε ύφεση του διαβήτη αποκλειστικά μέσω της απώλειας βάρους περίπου οκτώ χρόνια μετά τη διάγνωση. Για τα άτομα που πέτυχαν αρχικά ύφεση, τα 2/3, είχαν αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα κατά τρία χρόνια μετά τη διάγνωση.

Αυτά τα ποσοστά είναι σημαντικά χαμηλότερα από τις κλινικές δοκιμές, όπου σημειώθηκε ύφεση σε έως και 73% των ασθενών ένα χρόνο μετά τη διάγνωση. Τα άτομα με τη μεγαλύτερη απώλεια βάρους τον πρώτο χρόνο είχαν περισσότερες πιθανότητες να υποστούν ύφεση.

Η μελέτη δείχνει ότι ο έλεγχος του διαβήτη τύπου 2 μέσω της παρατεταμένης απώλειας βάρους είναι δυνατός σε πραγματικές συνθήκες, αλλά λίγοι ασθενείς θα επιτύχουν φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα μόνο μέσω της διαχείρισης βάρους, ειδικά μακροπρόθεσμα.

Ένας λόγος για την ασυμφωνία με τις κλινικές δοκιμές είναι ότι οι συμμετέχοντες στη δοκιμή λαμβάνουν εντατικές παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, συμπεριλαμβανομένης της ολιστικής υποστήριξης για διατροφικές αλλαγές, σωματική άσκηση και ψυχική υγεία.

Οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν πρώιμες παρεμβάσεις διαχείρισης βάρους ως τρόπο να αυξήσουν τις πιθανότητες να επιτύχουν παρατεταμένη ύφεση.

Επιπλέον, τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι οι πρώιμες παρεμβάσεις διαχείρισης βάρους αυξάνουν τις πιθανότητες παρατεταμένης ύφεσης και ότι οι συνεχείς αλλαγές στον τρόπο ζωής είναι πιθανό να είναι πρωταρχικής σημασίας.

Ο Andrea Luk επισημαίνει: «Μεγαλύτερη απώλεια βάρους κατά τον πρώτο χρόνο της διάγνωσης του διαβήτη συνδέθηκε με αυξημένη πιθανότητα επίτευξης ύφεσης του διαβήτη. Ωστόσο, η συχνότητα ύφεσης του διαβήτη ήταν χαμηλή αφού μόνο το 6% των ατόμων πέτυχαν ύφεση σε διάστημα οκτώ ετών και οι μισοί από αυτούς με αρχική ύφεση επανήλθαν στην υπεργλυκαιμία μέσα σε τρία χρόνια. Έτσι, υποδεικνύεται η κακή βιωσιμότητα της ύφεσης του διαβήτη σε πραγματικό περιβάλλον».

 

 

Πηγη: https://www.healthstat.gr/

Νέα πρωτοποριακή θεραπεία κατά του καρκίνου δοκιμάζεται για πρώτη φόρα σε ασθενείς

Μια νέα επαναστατική θεραπεία για τον καρκίνο – με τη χρήση mRNA – χορηγήθηκε για πρώτη φορά σε ασθενείς του νοσοκομείου Hammersmith στο δυτικό Λονδίνο.

Η δοκιμή έχει ως στόχο να αξιολογηθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της θεραπείας κατά του μελανώματος, του καρκίνου του πνεύμονα και άλλων συμπαγών όγκων.

Η νέα θεραπεία χρησιμοποιεί γενετικό υλικό γνωστό ως αγγελιοφόρο RNA – ή mRNA – και λειτουργεί εισάγοντας κοινούς δείκτες από όγκους στο ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς. Με τον τρόπο αυτό το βοηθά να αναγνωρίσει και να καταπολεμήσει τα καρκινικά κύτταρα που εκφράζουν αυτούς τους δείκτες.

«Οι νέες ανοσοθεραπείες του καρκίνου με βάση το mRNA εκπαιδεύουν το ανοσοποιητικό σύστημα του ίδιου του ασθενούς ώστε να καταπολεμά τον καρκίνο του», δήλωσε ο Δρ. Ντέιβιντ Πινάτο από το Imperial College του Λονδίνου.

Ο Πινάτο δήλωσε ότι η έρευνα αυτή βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, ενώ τόνισε πως θα μπορούσαν να περάσουν χρόνια προτού γίνει διαθέσιμη σε ασθενείς. Η νέα αυτή δοκιμή, ωστόσο, θέτει τις βάσεις που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη λιγότερο τοξικών και μεγάλυτες ακρίβειας νέων αντικαρκινικών θεραπειών.

«Τις χρειαζόμαστε απεγνωσμένα για να αντιστρέψουμε την κατάσταση κατά του καρκίνου», πρόσθεσε.

Σημειώνεται πως μια σειρά από εμβόλια κατά του καρκίνου έχουν εισέλθει πρόσφατα σε κλινικές δοκιμές σε όλο τον κόσμο.

Αυτά χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: εξατομικευμένες ανοσοθεραπείες για τον καρκίνο, οι οποίες βασίζονται στην εξαγωγή του γενετικού υλικού του ίδιου του ασθενούς από τον όγκο του- και θεραπευτικές ανοσοθεραπείες για τον καρκίνο, όπως η θεραπεία mRNA που πρόσφατα ξεκίνησε στο Λονδίνο, οι οποίες είναι «έτοιμες» και προσαρμοσμένες σε έναν συγκεκριμένο τύπο καρκίνου.

Ο πρωταρχικός στόχος της νέας δοκιμής – γνωστής ως Mobilize – είναι να προσδιορίσει εάν ο συγκεκριμένος τύπος θεραπείας mRNA είναι ασφαλής και ανεκτός από ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα ή του δέρματος και μπορεί να συρρικνώσει τους όγκους. Πρόκειται να χορηγηθεί μόνη της, αλλά και σε συνδυασμό με το υπάρχον αντικαρκινικό φάρμακο πεμπρολιζουμάμπη.

 

Πηγη: https://www.dnews.gr/

Η ήπια μόλυνση Covid-19 καθιστά πιο πιθανή την αϋπνία, ειδικά σε άτομα με άγχος ή κατάθλιψη.

Έρευνα σε άτομα που είχαν διαγνωστεί με Covid-19 αλλά δεν είχαν νοσηλευτεί ποτέ σε νοσοκομείο διαπίστωσε ότι το 76% εμφάνισε αϋπνία, με όσους ήταν αγχώδεις ή καταθλιπτικοί να είναι πιο ευάλωτοι.

Η σύνδεση της αϋπνίας με ασθενείς που νοσηλεύθηκαν με Covid-19 είναι ήδη γνωστή, αλλά μια ομάδα επιστημόνων διερεύνησε το αν οι ήπιες λοιμώξεις θα μπορούσαν επίσης να επηρεάσουν την ποιότητα του ύπνου.

Στη μελέτη που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Frontiers in Public Health», μελετήθηκαν δεδομένα για 1.056 άτομα ηλικίας άνω των 18 ετών στο Βιετνάμ, που είχαν διαγνωστεί με Covid-19, αλλά δεν είχαν νοσηλευτεί τους τελευταίους έξι μήνες και δεν ανέφεραν ιστορικό αϋπνίας ή ψυχιατρικών παθήσεων.

Το 76% των συμμετεχόντων ανέφεραν ότι αντιμετώπιζαν αϋπνία και το 22,8% από αυτούς ότι είχαν σοβαρή αϋπνία. Οι μισοί από τους συμμετέχοντες δήλωσαν ότι ξυπνούσαν συχνότερα τη νύχτα, ενώ το ένα τρίτο ότι δυσκολεύονταν να κοιμηθούν, κοιμούνταν χειρότερα και κοιμούνταν για λιγότερο χρόνο. Η σοβαρότητα της αρχικής λοίμωξης δεν φάνηκε να συσχετίζεται με τη σοβαρότητα της αϋπνίας που βίωσαν. Αν και οι ασυμπτωματικοί ασθενείς με Covid-19 σημείωσαν χαμηλότερη βαθμολογία στον δείκτη αϋπνίας, η διαφορά δεν ήταν στατιστικά σημαντική.

Δύο ομάδες ατόμων είχαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα ποσοστά αϋπνίας, σε σχέση με τους υπόλοιπους: τα άτομα που είχαν κάποια προϋπάρχουσα χρόνια πάθηση και όσα αντιμετώπιζαν καταθλιπτικά ή αγχώδη συμπτώματα.

Οι επιστήμονες εντόπισαν επίσης ότι το ποσοστό αϋπνίας που αναφέρουν οι ασθενείς δεν είναι μόνο πολύ υψηλότερο από το ποσοστό του γενικού πληθυσμού, αλλά και υψηλότερο από αυτό που αναφέρεται για τους ασθενείς που νοσηλεύθηκαν με Covid-19. Αυτό θα μπορούσε να οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι επικεντρώθηκαν σε ασθενείς που ανάρρωσαν πρόσφατα και οι οποίοι ενδέχεται να έχουν παρατεταμένα συμπτώματα. Οι ασθενείς που ανάρρωσαν πρόσφατα μπορεί, επίσης, να είναι πιο στρεσαρισμένοι και ευαίσθητοι στις αλλαγές της σωματικής τους υγείας, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνονται τον ύπνο τους ως χειρότερο.

 

 

Πηγη: https://healthmag.gr/

H ανάλυση του γονιδιώματος των ασθενών με καρκίνο παρέχει περισσότερες χρήσιμες πληροφορίες από τον συνήθη έλεγχο

Η συναξιολόγηση των αποτελεσμάτων μοριακών αναλύσεων του όγκου κάθε ασθενούς μαζί με τα κλινικά και ιστοπαθολογικά του δεδομένα αποτελεί σημαντικό βήμα για την εφαρμογή της ιατρικής ακριβείας στην Ογκολογία. Για τα περισσότερα νεοπλάσματα η κλινικά ενδεδειγμένη μοριακή ανάλυση αυτή τη στιγμή περιλαμβάνει έναν περιορισμένο αριθμό γονιδίων βάσει των οποίων λαμβάνονται και οι θεραπευτικές αποφάσεις. Το είδος της ανάλυσης που πραγματοποιείται καθορίζεται κάθε φορά από το υπό εξέταση νεόπλασμα και δεν υπάρχει κάποια καθιερωμένη μέθοδος που να εφαρμόζεται για όλους τους καρκίνους.

Όπως όμως αναφέρουν oι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Μιχάλης Λιόντος (Επίκουρος Καθηγητής Ογκολογίας), Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (Παθολόγος Καθηγήτρια Προληπτικής Ιατρικής και Επιδημιολογίας) και Θάνος Δημόπουλος (τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ, Καθηγητής Ογκολογίας-Αιματολογίας και Διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής) πρόσφατη δημοσίευση στο έγκριτο περιοδικό Nature Medicine δείχνει ότι η ανάλυση του συνόλου του γονιδιώματος του όγκου (Whole Genome Sequence-WGS) μπορεί να προσφέρει πολύ περισσότερες κλινικά σημαντικές πληροφορίες που θα υποστηρίξουν τις θεραπευτικές αποφάσεις για τους ασθενείς με καρκίνο. Η μελέτη αφορούσε περίπου 13800 όγκους από αντίστοιχο αριθμό ασθενών με καρκίνο που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα 100.000 Genomes Project που πραγματοποιείται στο Ηνωμένο Βασίλειο με σκοπό να αξιολογήσει τη χρησιμότητα της πλήρους ανάλυσης του γονιδιώματος στη λήψη κλινικών αποφάσεων σε ασθενείς με καρκίνο αλλά και σπάνια νοσήματα. Στη μελέτη αυτή εντάχθηκαν ασθενείς με διάφορες νεοπλασίες, κυρίως όμως αναλύθηκαν ασθενείς με καρκίνο μαστού, κολοορθικό καρκίνο, σαρκώματα και καρκίνο νεφρού. Είναι φανερό και αναφέρεται και από τους ερευνητές ότι συχνοί όγκοι όπως ο καρκίνος του πνεύμονα και ο καρκίνος του παγκρέατος υποεκπροσωπούνται σε αυτή την ανάλυση. Αυτό οφείλεται στην κακή ποιότητα των δειγμάτων που λαμβάνονται από ασθενείς με αυτά τα νεοπλάσματα με συνέπεια η ποσότητα του αλλά και η ποιότητα του DNA που απομονώνεται να είναι ανεπαρκής για τα καθιερωμένα πρότυπα των σύγχρονων μοριακών αναλύσεων.

Το πλεονέκτημα της ανάλυσης του συνόλου του γονιδιώματος είναι ότι προσφέρει πληροφορίες τόσο από μεταλλάξεις σε συγκεκριμένες θέσεις γονιδιών, όσο και από μεγάλες αναδιατάξεις του γονδιώματός μας, ενώ μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για το γενικό φορτίο μεταλλάξεων του όγκου αλλά και την παρουσία γενωμικής αστάθειας, πληροφορίες που τα τελευταία χρόνια έχουν σημαντικό ρόλο στην λήψη κλινικών αποφάσεων για τη χρήση ανοσοθεραπείας ή θεραπείας με αναστολείς  PARP αντίστοιχα.

Η ανάλυση κατέδειξε ότι πάνω από τις μισές περιπτώσεις γλοιβλαστωμάτων αλλά και χαμηλής κακοήθειας γλοιωμάτων καθώς και οι όγκοι του δέρματος και της κεφαλής και τραχήλου έχουν μεταλλάξεις ή αναδιατάξεις του DNA που μπορεί να έχουν κλινική σημασία. Δυστυχώς για τους όγκους του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος δεν υπάρχουν επί του παρόντος φαρμακευτικές ουσίες που να στοχεύουν αυτές τις αλλαγές. Οι πληροφορίες όμως που συλλέγονται από τέτοιου είδους αναλύσεις μπορούν να παρέχουν το υπόβαθρο για την ανάπτυξη νέας γενιάς φαρμάκων που θα βοηθήσουν του ασθενείς με αυτά τα πολύ δύσκολα θεραπεύσιμα νεοπλάσματα.

Επιπλέον πληροφορίες συλλέγονται και από την ανάλυση αναδιατάξεων του DNA που πραγματοποιείται κατά το WGS. Ήδη για κάποιες γενετικές αναδιατάξεις υπάρχουν στοχεύουσες θεραπείες (πχ NTRK, ROS1, ALK, RET κα) και αυτές διαπιστώθηκαν μέσω της ανάλυσης. Βρέθηκαν όμως και συγκεκριμένες αναδιατάξεις που ήταν χαρακτηριστικές συγκεκριμένων νεοπλασμάτων όπως συνέβη για τους ασθενείς με μεσεγχυματογενές χονδροσάρκωμα και πλέον η αναδιάταξη αυτή μπορεί να χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της νόσου όταν υπάρχει διαφοροδιαγνωστικό πρόβλημα.

Είναι ενδιαφέρον να τονιστεί ότι η ανάλυση όλου του γονιδιώματος παρέχει και σημαντικές πληροφορίες για το συνολικό φορτίο των μεταλλάξεων του όγκου αλλά και την παρουσία γενωμικής αστάθειας. Γνωρίζουμε ότι το φορτίο των μεταλλάξεων χρησιμοποιείται στην κλινική πράξη για να ληφθούν θεραπευτικές αποφάσεις για τη χορήγηση ανοσοθεραπείας. Η παρούσα έρευνα όμως καταδεικνύει και την προγνωστική σημασία αυτής της πληροφορίας και θέτει το ζήτημα της καλύτερης αξιολόγησης αυτού του βιοδείκτη για τη χορήγηση ανοσοθεραπείας καθώς σε επίπεδο πληθυσμού δεν φάνηκε να υπάρχει διαφορά στην επιβίωση μεταξύ των ασθενών που είχαν υψηλό φορτίο μεταλλάξεων και όσων είχαν χαμηλό. Αντίστοιχα, η μελέτη διαπίστωσε παρουσία γενωμικής αστάθειας σε υψηλό ποσοστό ασθενών (40%) με υψηλής κακοήθειας ορώδες καρκίνωμα ωοθηκών όπως αναμενόταν. Τέτοια όμως γενετικά χαρακτηριστικά αναδείχθηκαν και σε μικρό ποσοστό ασθενών με άλλα νεοπλάσματα που πιθανώς θα είχαν όφελος από τη χρήση των αναστολέων PAPR που χρησιμοποιούνται αυτή τη στιγμή στον καρκίνο ωοθηκών.

Τέλος, θα πρέπει να τονιστεί ότι η συγκεκριμένη ανάλυση περιελάμβανε παράλληλα με την ανάλυση του γονιδιώματος του όγκου και την εξέταση του αντίστοιχου DNA φυσιολογικών κυττάρων του ασθενούς (συνήθως πρόκειται για περιφερικό αίμα). Αυτό το είδος της ανάλυσης επέτρεψε την αναγνώριση γαμετικών μεταλλάξεων που συμβάλλουν στην κληρονομική προδιάθεση του καρκίνου. Το νεόπλασμα με το υψηλότερο ποσοστό κληρονομικής προδιάθεσης ήταν ο καρκίνος ωοθηκών με 13% των ασθενών να έχουν γαμετικές μεταλλάξεις κυρίως στα γονίδια BRCA1/2. Αντίστοιχα αποτελέσματα υπήρχαν για ασθενείς με κολοορθικό καρκίνο ή καρκίνο ενδομητρίου που φέρουν κληρονομούμενες μεταλλάξεις στα γονίδια του μηχανισμού MMR.

Εν κατακλείδι, τα παρόντα αποτελέσματα αποδεικνύουν ότι η ανάλυση όλου του γονιδιώματος των ασθενών με καρκίνο μπορεί να παρέχει περισσότερες κλινικά χρήσιμες πληροφορίες από τον συνήθη έλεγχο των ασθενών και μάλιστα στο πλαίσιο μιας και μόνο εξέτασης. Η συζήτηση των αποτελεσμάτων αυτής της εξέτασης σε Ογκολογικά Συμβούλια των μοριακών χαρακτηριστικών του όγκου μπορεί να προσφέρει σημαντικές κλινικές κατευθύνσεις στην αντιμετώπιση των ασθενών με καρκίνο και να λάβουν αυτοί οι ασθενείς θεραπείες που μπορεί επί του παρόντος να μην είναι εγκεκριμένες για τον τύπο του νεοπλάσματός τους, αλλά αναμένεται να τους βοηθήσουν με βάση τα μοριακά χαρακτηριστικά που προέκυψαν από την ανάλυση. Βέβαια, η πραγματοποίηση τέτοιων αναλύσεων χρειάζεται σημαντικό επίπεδο οργάνωσης ώστε να περάσει στην κλινική πράξη. Πρέπει να εξασφαλίζεται η ποιότητα των δειγμάτων για να είναι πληροφοριακό το αποτέλεσμα και βέβαια ο χρόνος που θα χρειάζεται για να επιστρέψει το αποτέλεσμα στον κλινικό γιατρό να είναι τέτοιος που θα υποβοηθά την λήψη αποφάσεων. Σίγουρα όμως, τα δεδομένα αυτά αποτελούν ένα σημαντικό βήμα για τον καθορισμό του θεραπευτικού μονοπατιού του ασθενούς που θα περιλαμβάνει και τις πληροφορίες από την ανάλυση του γονιδιώματος του όγκου του.

 

 

Πηγη: https://healthmag.gr/

Έρευνα συσχετίζει το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών με τα προβλήματα μνήμης

Οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών μπορεί να έχουν περισσότερες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν προβλήματα μνήμης στη μέση ηλικία, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό τεύχος του ιατρικού περιοδικού της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας «Neurology».

Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι μια ορμονική διαταραχή που ορίζεται από ακανόνιστη έμμηνο ρύση και αυξημένα επίπεδα ανδρογόνου. Άλλα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν υπερβολική τριχοφυΐα, ακμή, υπογονιμότητα και κακή μεταβολική υγεία. Ωστόσο, δεν είναι γνωστή η επίδρασή του στις λειτουργίες του εγκεφάλου.

Στην παρούσα μελέτη συμμετείχαν 907 γυναίκες, ηλικίας 18-30 ετών κατά την έναρξή της. Παρακολουθήθηκαν για 30 χρόνια και έπειτα συμπλήρωσαν τεστ για τη μέτρηση της μνήμης, των λεκτικών ικανοτήτων, της ταχύτητας επεξεργασίας και της προσοχής. Κατά την περίοδο του τεστ, 66 συμμετέχουσες είχαν σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

Όπως διαπιστώθηκε, οι συμμετέχουσες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είχαν χαμηλότερες βαθμολογίες στα τεστ που έγιναν για τη μνήμη, την προσοχή και τις λεκτικές ικανότητες, σε σύγκριση με τις συμμετέχουσες χωρίς την πάθηση.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, μια μικρότερη ομάδα 291 γυναικών έκανε απεικονιστικούς ελέγχους του εγκεφάλου. Οι ερευνητές εντόπισαν ότι οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είχαν χαμηλότερη ακεραιότητα της λευκής ουσίας του εγκεφάλου, γεγονός που μπορεί να υποδεικνύει πρώιμες ενδείξεις γήρανσης του εγκεφάλου.

Οι επιστήμονες διευκρινίζουν, ωστόσο, ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών προκαλεί γνωστική έκπτωση, αλλά δείχνει μόνο μια συσχέτιση.

 

 

Πηγη: https://healthmag.gr/

Tixagevimab-Cilgavimab ως ανοσοπροφύλαξη Covid-19 σε ασθενείς με αιματολογικό καρκίνο

Η προφυλακτική χορήγηση tixagevimab-cilgavimab μπορεί να μειώσει την επίπτωση και τη σοβαρότητα της Covid-19 και μπορεί να αποτελέσει συμπληρωματικό εργαλείο για την ενίσχυση του εμβολιασμού σε ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες. Πρόκειται για πλήρως ανθρώπινα μονοκλωνικά αντισώματα που εξουδετερώνουν τον SARS-CoV-2 και προέρχονται από Β κύτταρα ασθενών που ανάρρωσαν από τον SARS-CoV-2.

Οι ασθενείς που πάσχουν από αιματολογικές κακοήθειες διατρέχουν υψηλό κίνδυνο Covid-19 λόγω της χαμηλότερης ανταπόκρισης στον εμβολιασμό κατά του SARS-CoV-2. Η ενεργός θεραπεία αναγνωρίζεται ως ο κύριος παράγοντας κινδύνου για μειωμένη ανοσογονικότητα από τον εμβολιασμό.

Τα Tixagevimab και Cilgavimab  είναι συνδυασμός μονοκλωνικών αντισωμάτων (Evusheld) που έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί ασφαλή και αποτελεσματική επιλογή για την ανοσοπροφύλαξη από Covid-19 σε ενήλικες που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο ανεπαρκούς ανοσο-απόκρισης στο εμβόλιο έναντι του SARS-CoV-2.  Τα αποτελέσματα της πρόσφατης  μελέτης των Marco Salvini και συνεργατών δημοσιεύτηκαν στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση The Lancet Oncology. Τα στοιχεία παρουσιάζουν περιληπτικά οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (Παθολόγος Καθηγήτρια Προληπτικής Ιατρικής και Επιδημιολογίας), Γιάννης Ντάνασης και Θάνος Δημόπουλος (τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ, Καθηγητής Ογκολογίας-Αιματολογίας και Διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής).

Η ένταξη των ασθενών στη μελέτη πραγματοποιήθηκε στην Ιταλία μεταξύ της 1ης Ιουνίου και της 1ης Σεπτεμβρίου 2022. Στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο οι παραλλαγές Omicron ήταν διαδεδομένες στην κοινότητα. Κάθε ασθενής παρακολουθήθηκε για 6 μήνες. Συνολικά, 204 ασθενείς συμμετείχαν στη μελέτη: 130 (64%) έλαβαν τον συνδυασμό tixagevimab-cilgavimab στην εγκεκριμένη δόση από την Ευρωπαϊκή Ένωση (150/150 mg), ενώ 74 (36%) δεν έλαβαν τα μονοκλωνικά αντισώματα, λόγω άρνησης ή λογιστικών ζητημάτων (ομάδα ελέγχου). Δεν αναφέρθηκαν σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες από τη χορήγηση του συνδυασμού των μονοκλωνικών αντισωμάτων.

Πορίσματα:

Τη στιγμή της ανάλυσης των δεδομένων (1 Μαρτίου 2023), το ποσοστό των λοιμώξεων Covid-19 παρά τον προηγούμενο εμβολιασμό έναντι του SARS-CoV-2 ήταν 28 από 130 (21%) μεταξύ των ασθενών που έλαβαν tixagevimab-cilgavimab έναντι 28 από 74 (38%) στην ομάδα ελέγχου (διαφορά στατιστικά σημαντική). Η επίπτωση της Covid-19 ήταν 13,8 ανά 10.000 ανθρωποημέρες στην ομάδα που έλαβε tixagevimab-cilgavimab έναντι 28,0 ανά 10.000 ανθρωποημέρες στην ομάδα ελέγχου (αναλογία κινδύνου 0,47, διαφορά στατιστικά σημαντική). Η χορήγηση του συνδυασμού tixagevimab-cilgavimab συσχετίστηκε επίσης με σημαντική μείωση της επίπτωσης σοβαρής ή/και κρίσιμης COVID-19 (1,4 έναντι 4,0 ανά 10.000 ανθρωποημέρες, αντίστοιχα). Η ανάγκη για νοσηλεία ήταν επίσης σημαντικά χαμηλότερη στους ασθενείς που έλαβαν προληπτικά tixagevimab-cilgavimab (1,3 έναντι 4,0 ανά 10.000 ανθρωποημέρες, αντίστοιχα).

 

Πηγη: https://virus.com.gr/