Tο άτμισμα ηλεκτρονικού τσιγάρου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο Covid-19 σε νέους

Η χρήση ηλεκτρονικού τσιγάρου σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης Covid-19 στους εφήβους και στους νέους ενηλίκους, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα. Η μελέτη είναι η πρώτη που εστιάζει στη σχέση ανάμεσα στο άτμισμα και στη νόσο Covid-19 ειδικά μεταξύ των νέων στη διάρκεια της πανδημίας.

Η έρευνα, η οποία ανέλυσε στοιχεία για νέους που έκαναν τεστ για κορονοϊό στις ΗΠΑ, δείχνει ότι όσοι ήσαν ατμιστές, είχαν πέντε έως επτά φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να μολυνθούν από τον ιό, σε σχέση με όσους δεν ήσαν χρήστες ηλεκτρονικού τσιγάρου.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια Παιδιατρικής Μπόνι Χάλπερν-Φέλσερ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ της Καλιφόρνια, μελέτησαν στοιχεία για 4.351 άτομα ηλικίας 13 έως 24 ετών και έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για την υγεία των εφήβων “Journal of Adolescent Health”. Όπως είπε η Χάλπερν-Φέλσερ, «οι έφηβοι και οι νέοι ενήλικοι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι αν χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά τσιγάρα, πιθανότατα αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο Covid-19, επειδή κάνουν ζημιά στους πνεύμονες τους».
«Οι νέοι μπορεί να πιστεύουν ότι η ηλικία τούς προστατεύει από το να κολλήσουν τον κορονοϊό ή ότι δεν θα έχουν συμπτώματα της Covid-19, όμως τα στοιχεία δείχνουν πως αυτό δεν ισχύει για όσους είναι ατμιστές. Η νέα μελέτη δείχνει αρκετά καθαρά πως οι νέοι που ατμίζουν ή είναι διπλοί χρήστες -ατμιστές και καπνιστές- αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο. Η αύξηση του κινδύνου δεν είναι μικρή, αλλά μεγάλη», προσέθεσε η κύρια ερευνήτρια δρ Σιβάνι Μαθούρ Γκάιχα.
Η έρευνα βρήκε ότι όσοι νέοι παράλληλα κάπνιζαν και άτμιζαν κατά τις προηγούμενες 30 μέρες, είχαν σχεδόν πενταπλάσια πιθανότητα να εμφανίσουν συμπτώματα Covid-19 (βήχα, πυρετό, κόπωση, δύσπνοια κ.ά.) και είχαν σχεδόν τριπλάσια πιθανότητα να υποβληθούν σε τεστ για Covid-19. Μεταξύ όσων είχαν κάνει τεστ, οι ατμιστές ήταν πέντε φορές πιθανότερο να διαγνωστούν με Covid-19 από ό,τι οι μη ατμιστές. Επίσης οι χρήστες τόσο ηλεκτρονικού όσο και παραδοσιακού τσιγάρου μέσα στις προηγούμενες 30 μέρες είχαν σχεδόν επταπλάσια πιθανότητα να διαγνωστούν με Covid-19. Δεν βρέθηκε συσχέτιση ανάμεσα στη διάγνωση Covid-19 και στο κάπνισμα παραδοσιακού τσιγάρου κατά τον προηγούμενο μήνα.
Οι ερευνητές ανέφεραν ότι, μετά από αυτά τα ευρήματα, αναμένουν η αρμόδια Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) να αυστηροποιήσει περαιτέρω τους κανονισμούς για τη χρήση προϊόντων ατμίσματος που πωλούνται σε νέους. Όπως τόνισε η Χάλπενρ-Φέλσερ, «είναι ώρα να πούμε στο καθένα: αν είσαι ατμιστής, βάζεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο για Covid-19 και άλλες ασθένειες των πνευμόνων»

Πηγή: https://medlabgr.blogspot.com/

Η μείωση της «κακής» χοληστερίνης (LDL) ΔΕΝ μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο όπως πίστευαν για χρόνια

Η «κακή» χοληστερίνη (LDL) βρίσκεται εδώ και δεκαετίες στο στόχαστρο των γιατρών, οι οποίοι θεωρούν ότι η μείωσή της θα έχει άμεσο θετικό αντίκτυπο στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου και του πρόωρου θανάτου. Όμως, μία νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη έρχεται να αμφισβητήσει αυτήν την πεποίθηση, καθώς δείχνει ότι στην πράξη οι περισσότερες έως τώρα έρευνες δεν έχουν επιβεβαιώσει αυτά τα αναμενόμενα οφέλη.

Τα φάρμακα που μειώνουν τη χοληστερίνη -με πιο δημοφιλείς τις στατίνες, παγκοσμίως- συνταγογραφούνται σε πολλά εκατομμύρια ανθρώπους σε όλον τον κόσμο. Ως κατ’ εξοχήν δυνητικά ωφελούμενοι θεωρούνται όσοι έχουν κακή καρδιαγγειακή υγεία, όσοι έχουν «κακή» χοληστερίνη πάνω από 190 mg/dl, όσοι έχουν διαβήτη και όσοι έχουν κίνδυνο πάνω από 7,5% για έμφραγμα ή εγκεφαλικό μέσα στην επόμενη δεκαετία (με βάση μία σειρά από παράγοντες κινδύνου όπως η ηλικία, το οικογενειακό ιστορικό, το κάπνισμα κ.ά.).

 Όμως, μολονότι η μείωση της LDL χοληστερίνης θεωρείται βασικό συστατικό μίας προληπτικής θεραπείας, η νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό «BMJ Evidence Based Medicine», με επικεφαλής τον δρα Ρόμπερτ ΝτιΜπροφ του Τμήματος Καρδιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Νέου Μεξικού, δεν επιβεβαίωσε κάτι τέτοιο.
 Η μελέτη αξιολόγησε συστηματικά όλες τις έως τώρα δημοσιευμένες κλινικές δοκιμές -συνολικά 35- που συγκρίνουν με εικονικό φάρμακο (πλασίμπο) τη θεραπεία με μία από τις τρεις κατηγορίες φαρμάκων κατά της χοληστερίνης (στατίνες, εζετιμίμπη, PCSK9). Διαπιστώθηκε ότι πάνω από τα τρία τέταρτα των κλινικών δοκιμών δεν είχαν θετική επίπτωση (μείωση) στον κίνδυνο καρδιαγγειακού θανάτου, ενώ σχεδόν οι μισές δεν παρουσίασαν καμία θετική επίπτωση (μείωση) στον κίνδυνο μελλοντικής καρδιαγγειακής νόσου.
 Από τις 35 κλινικές δοκιμές που εξετάστηκαν, οι 13 πέτυχαν να ρίξουν την LDL στα επιθυμητά χαμηλά επίπεδα, όμως μόνο μία μελέτη ανέφερε θετική επίπτωση (μείωση) στον κίνδυνο θανάτου. Από τις υπόλοιπες 22 κλινικές δοκιμές που δεν «έπιασαν» τον στόχο για μείωση της LDL, μόνο τέσσερις ανέφεραν μείωση στον κίνδυνο πρόωρου θανάτου.
 Επιπλέον, ο βαθμός μείωσης της «κακής» χοληστερίνης δεν φάνηκε να σχετίζεται με τα καρδιαγγειακά οφέλη, καθώς ακόμη και πολύ μικρές αλλαγές στο επίπεδο της LDL στο αίμα σχετίζονται με μεγαλύτερες μειώσεις στον κίνδυνο εμφράγματος ή θανάτου, αλλά και το αντίθετο, δηλαδή μεγάλες μειώσεις της LDL σχετίζονται με μικρή μόνο μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου.
 Συνεπώς, κατά τους ερευνητές, η εστίαση της προσοχής στην «κακή» χοληστερίνη είναι μία αναποτελεσματική στρατηγική, που αποτυγχάνει να εντοπίσει πολλούς ανθρώπους υψηλού κινδύνου, ενώ αντίθετα οδηγεί στη συνταγογράφηση φαρμάκων σε ανθρώπους χαμηλού κινδύνου, οι οποίοι στην πραγματικότητα δεν χρειάζονται θεραπεία.
 Επειδή η LDL θεωρείται ουσιώδης για την καρδιαγγειακή νόσο, «η μείωση της φαίνεται λογική», σύμφωνα με τους ερευνητές. Όμως, προσθέτουν ότι «λαμβάνοντας υπόψη πως δεκάδες τυχαιοποιημένες και ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για μείωση της χοληστερίνης LDL έχουν αποτύχει να εμφανίσουν ένα συστηματικό όφελος, θα έπρεπε να αναρωτηθούμε πλέον για την ισχύ αυτής της θεωρίας».
 Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση: https://ebm.bmj.com/content/early/2020/07/20/bmjebm-2020-111413.

Πηγή: https://medlabgr.blogspot.com/

Νέο φάρμακο που δοκιμάστηκε με επιτυχία, δίνει ελπίδα στους πάσχοντες από πολλαπλή σκλήρυνση

Πολλές ελπίδες δίνει ένα νέο φάρμακο κατά της υποτροπιάζουσας πολλαπλής σκλήρυνσης, το οποίο δοκιμάστηκε με επιτυχία κατά την τελική φάση 3 της διεθνούς πολυκεντρικής κλινικής δοκιμής με την αρχαιοελληνική ονομασία «Ασκληπιός» (ASCLEPIOS). Πρόκειται για την οφατουμουμάμπη (ofatumumab), ένα ανοσο-τροποποιητικό φάρμακο ικανό να «σιγάσει» τη φλεγμονώδη δραστηριότητα στη μεγάλη πλειονότητα των ασθενών με υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση, τη συχνότερη μορφή της νόσου, στην περίπτωση της οποίας τα συμπτώματα εμφανίζουν περιόδους έξαρσης και ύφεσης.

Η μελέτη, με επικεφαλής τον δρα Στέφεν Χάουζερ, διευθυντή του Ινστιτούτου Νευροεπιστημών Weill του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Σαν Φρανσίσκο, η οποία χρηματοδοτήθηκε από την εταιρεία Novartis, έγινε σε 946 ασθενείς σε 37 χώρες και δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό «The New England Journal of Medicine». Η κλινική δοκιμή συνέκρινε το ofatumumab με την τεριφλουνομίδη (teriflunomide), ένα ημερήσιο χάπι που συνταγογραφείται συχνά για τη συγκεκριμένη νόσο.

Διαπιστώθηκε ότι η θεραπεία με ofatumumab (κατά μέσο όρο επί ενάμισι χρόνο) μείωσε στο μισό τον βαθμό υποτροπής και περιόρισε σημαντικά τη συχνότητα των περιστατικών επιδείνωσης της κινητικότητας των ασθενών ή της εμφάνισης νέων εστιών φλεγμονής στον εγκέφαλό τους. Κατά το δεύτερο έτος της θεραπείας σχεδόν εννέα στους δέκα ασθενείς δεν έδειχναν πλέον κανένα σημάδι ενεργής νόσου.

  • Η πολλαπλή σκλήρυνση ή σκλήρυνση κατά πλάκας είναι μία αυτοάνοση πάθηση, στην οποία το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται και καταστρέφει το μονωτικό περίβλημα των νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο και στο υπόλοιπο σώμα. Οι πρώτες αποτελεσματικές θεραπείες εμφανίστηκαν πριν περίπου δύο δεκαετίες, όμως το νέο φάρμακο εμφανίζει πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, στοχεύοντας συγκεκριμένα στα κύτταρα Β του ανοσοποιητικού συστήματος, τα οποία παίζουν ρόλο-κλειδί στη νόσο. Η Novartis, ήδη, έχει ζητήσει έγκριση για την κυκλοφορία του φαρμάκου στις ΗΠΑ και διεθνώς.

Το πρώτο φάρμακο που στόχευσε στα κύτταρα Β ήταν το ocrelizumab (εμπορική ονομασία Ocrevus) της εταιρείας Genentech, το οποίο το 2017 εγκρίθηκε για την πρωτοπαθή προϊούσα πολλαπλή σκλήρυνση, μία λιγότερο συχνή μορφή της νόσου, στην οποία υπάρχει σταδιακή επιδείνωση χωρίς διαλείψεις (περίπου το 10% των ασθενών έχουν αυτήν τη μορφή της νόσου). Το ocrelizumab, που μειώνει κατά περίπου 25% την επιδείνωση της κινητικότητας των ασθενών, χορηγείται με ένεση κάθε έξι μήνες, ενώ το ofatumumab μπορεί να ληφθεί ενέσιμα μία φορά τον μήνα από τους ίδιους τους ασθενείς.

Και τα δύο ανωτέρω φάρμακα αποτελούν αντισώματα, όμως στοχεύουν σε διαφορετικά σημεία του ίδιου μορίου (CD20) που υπάρχει στα κύτταρα Β, προκειμένου να αδρανοποιήσουν τα τελευταία. Το ofatumumab είναι πλήρως ανθρώπινο αντίσωμα, ενώ το ocrelizumab προέρχεται εν μέρει από ποντίκια.

«Και οι δύο αυτές θεραπείες κατά των κυττάρων Β είναι εντυπωσιακά αποτελεσματικές για την υποτροπιάζουσα πολλαπλή σκλήρυνση και παρέχουν καλές επιλογές για τους ασθενείς. Οποιαδήποτε από τις δύο είναι κατάλληλη ως πρώτης γραμμής θεραπεία για τους περισσότερους ασθενείς», δήλωσε ο Χάουζερ.

«Μολονότι δεν υπάρχει ακόμη θεραπεία, πριν μία γενιά οι ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση -τυπικά- γίνονταν εξαρτημένοι από το μπαστούνι τους ή την πατερίτσα μέσα σε 15 έως 20 χρόνια, όμως τώρα πια συχνά αποφεύγουν τα σοβαρά προβλήματα κινητικότητας. Η βελτίωση στη θεραπεία της πολλαπλής σκλήρυνσης, ιδίως χάρη στα φάρμακα που στοχεύουν ειδικά στα κύτταρα Β, συνιστά μία από τις μεγαλύτερες ιστορίες επιτυχίας στην ιατρική», πρόσθεσε.

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση: https://www.nejm.org/doi/full/10.1056/NEJMoa1917246

Πηγή: ΑΠΕ ΜΠΕ

 

Πηγή: https://healthmag.gr/

Ποιο είναι το «αποτύπωμα» του νέου κοροναϊού στον πλακούντα

Η επίδραση του νέου κορoνοϊού (SARS-COV-2) στην εγκυμοσύνη και η πιθανότητα κάθετης μετάδοσης από τη μητέρα στο μωρό, κατά τη διάρκεια της κύησης ή κατά τον τοκετό, αποτελεί αντικείμενο συνεχούς μελέτης και έρευνας για την ιατρική κοινότητα. Η καθηγήτρια Παθολογικής Ανατομικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Επιστημονική Υπεύθυνη Μονάδας Περιγεννητικής Παθολογοανατομίας, Αναστασία Κωνσταντινίδου συνοψίζει τα μέχρι τώρα δεδομένα.

«Ο ιός παραμένει «νέος», γι’ αυτό και συνεχίζουμε να τον μελετούμε και να τον μαθαίνουμε. Υπάρχουν πράγματι ενδείξεις ότι η ενδομήτρια μετάδοση του κορονοϊού από την έγκυο μητέρα στο έμβρυο είναι εφικτή διά μέσου του πλακούντα, αλλά αυτό φαίνεται να συμβαίνει σε πολύ μικρό ποσοστό κυήσεων, και, αντίθετα με τη γρίπη, η λοίμωξη από νέο κορονοϊό (νόσος Covid-19) δεν φαίνεται να προκαλεί σοβαρές επιπλοκές στην έκβαση της εγκυμοσύνης, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα», αναφέρει η κ. Κωνσταντινίδου.

Μοριακό τεστ και στον πλακούντα

Η κ. Κωνσταντινίδου, σημειώνει ότι σε μικρό αριθμό Covid-19 κυήσεων έχει ελεγχθεί ο πλακούντας για την παρουσία του ιού, μετά από κατάλληλη και αξιόπιστη δειγματοληψία. Σε μεμονωμένα περιστατικά ανιχνεύτηκε στον πλακούντα το γονιδίωμα του ιού, ή αναγνωρίστηκε ο κορονοϊός στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. Ως εκ τούτου, για τη διερεύνηση της ενδομήτριας μετάδοσης του ιού είναι σημαντικό να γίνεται το μοριακό τεστ και στον πλακούντα, μετά από κατάλληλη ιστοληψία μέσα από την εμβρυϊκή επιφάνεια του οργάνου. Η ιστοπαθολογία του πλακούντα σε Covid-19 κυήσεις έχει περιγραφεί σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων: 36 συνολικά πλακούντες σε δύο δημοσιευμένες σειρές από τις ΗΠΑ, και μεμονωμένα περιστατικά από την Ευρώπη.

Η ελληνική σειρά περιλαμβάνει μέχρι στιγμής 6 πλακούντες. Τα περισσότερα από τα παραπάνω δημοσιευμένα περιστατικά και όλα τα περιστατικά της ελληνικής σειράς περιλαμβάνουν πλακούντες του τρίτου τριμήνου της κύησης. Τα ιστολογικά ευρήματα αφορούν περισσότερο τη μητρική αγγειακή κυκλοφορία του πλακούντα. Εκδηλώνονται κυρίως σαν ήπια ή μέτρια διαταραχή της μητρικής αιμάτωσηςτάση για θρόμβωση στους χώρους του πλακούντα όπου κυκλοφορεί το μητρικό αίμα, και μητρική αρτηριοπάθεια του φθαρτού (δηλ. αλλοιώσεις στο τοίχωμα των μητρικών αγγείων παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται στην προεκλαμψία και στην κεντρική αποκόλληση του πλακούντα). Παρατηρήθηκε επίσης τάση για θρόμβωση στα εμβρυϊκά αγγεία του πλακούντα, αλλά το εύρημα αυτό δεν είχε σημαντική διαφορά με την ομάδα των πλακούντων μαρτύρων από γυναίκες αρνητικές για Covid-19.

Mητρική φλεγμονή με μακροφάγα και μονοκύτταρα παρατηρήθηκε σε 5 περιπτώσεις, σε 2 από αυτές τα νεογνά ήταν θετικά για τον ιό. Είναι σημαντικό ότι όλα τα νεογνά στις παραπάνω περιπτώσεις, ακόμα και όσα είχαν θετικό τεστ, είτε ήταν ασυμπτωματικά είτε είχαν ήπια κλινικά συμπτώματα, αλλά πολύ καλή εξέλιξη. Σε μεμονωμένα δημοσιευμένα περιστατικά με επιπλοκές της Covid-19 εγκυμοσύνης, όπως περιπτώσεις αποβολής ή ενδομητρίου εμβρυϊκού θανάτου στο Β΄ τρίμηνο της κύησης, καθώς και σε μία πρόσφατα δημοσιευμένη περίπτωση νεογνού με ιαιμία και θετικό τεστ, που παρουσίασε νευρολογικές επιπλοκές, η ιστολογική εξέταση του πλακούντα έδειξε επί πλέον σοβαρή μητρική και εμβρυϊκή φλεγμονή.

Τα ιστολογικά ευρήματα του πλακούντα σε Covid-19 κυήσεις παρουσιάζουν συσχέτιση με την μέχρι τώρα γνωστή παθοφυσιολογία του ιού, δεν είναι όμως παθογνωμονικά για τη συγκεκριμένη λοίμωξη και παρατηρούνται σε πλήθος άλλων παθολογικών καταστάσεων. Ως εκ τούτου δεν είναι σαφές αν η Covid-19 λοίμωξη είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τις ιστοπαθολογικές αλλοιώσεις του πλακούντα, αν απλώς συνυπάρχει, ή αν συντελεί συνεργικά μαζί με άλλη υποκείμενη παθολογική κατάσταση.

Απαραίτητη η πρόληψη

Παρ’ όλο που οι επιπλοκές της εγκυμοσύνης από τη νόσο Covid-19 είναι σπάνιες, η πρόληψη είναι απαραίτητη, και οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να τηρούν τα προληπτικά μέτρα και τις προφυλάξεις σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες, υπογραμμίζει η κ. Κωνσταντινίδου.

Προκειμένου να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την πιθανή διαπλακουντιακή δράση του νέου κορονοϊού είναι απαραίτητο να συνεχισθεί η καταγραφή των ευρημάτων σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό περιπτώσεων, με παράλληλο έλεγχο ισόποσων πλακούντων-μαρτύρων από γυναίκες που δεν έχουν μολυνθεί με τον ιό, και με παράλληλη παρακολούθηση και λεπτομερή συσχέτιση με τα κλινικοεργαστηριακά δεδομένα για τις μητέρες και τα νεογνά.

«Στην Μονάδα Περιγεννητικής Παθολογοανατομίας του ΕΚΠΑ, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Παθολογοανατομικής Eταιρείας (European Society of Pathology), συντονίζουμε τη δημιουργία βάσης ευρωπαϊκών δεδομένων για την καταγραφή και επεξεργασία των παθολογοανατομικών ευρημάτων σε έμβρυα και πλακούντες κυήσεων Covid-19. Παράλληλα, σε συνεργασία με την Β΄ Πανεπιστημιακή Παιδιατρική Κλινική και το νοσοκομείο Αττικόν, συνεχίζεται η διεξαγωγή έρευνας σε πλακούντες μητέρων διαγνωσμένων με Covid-19 στην Ελλάδα».

Πηγή: ΑΠΕ ΜΠΕ

 

Πηγή: https://healthmag.gr/

Καρκίνος του μαστού: Επιστήμονες ανέπτυξαν ένα νέο, γρήγορο, φθηνό και 100% ακριβές τεστ

Επιστήμονες από τη Νότια Κορέα και τις ΗΠΑ ανέπτυξαν ένα νέο, γρήγορο, φθηνό και 100% ακριβές τεστ για τον καρκίνο του μαστού. Το αυτοματοποιημένο τεστ με την ονομασία CytoPAN βγάζει αυθημερόν και επί τόπου αποτελέσματα, μερικές φορές μάλιστα σε λιγότερο από μία ώρα, ενώ κάθε «κιτ» του τεστ κοστίζει μόνο πέντε δολάρια, περίπου το ένα πέμπτο του κόστους των πιο συχνά χρησιμοποιούμενων σήμερα διαγνωστικών τεστ.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τους Ραλφ Γουαισλέντερ και Χιουνγκσούν Ιμ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και του Γενικού Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό «Science Translational Medicine», δοκίμασαν με επιτυχία το τεστ σε 68 ασθενείς με καρκίνο του μαστού στη Ν.Κορέα.

  • Η νέα διαγνωστική πλατφόρμα, που χρησιμοποιεί την τεχνική της κυτταρομετρίας εικόνας, αναλύει για κακοήθεια λίγα μεμονωμένα κύτταρα του μαστού που έχουν ληφθεί με μια πολύ λεπτή βελόνα (αρκούν μόνο 50 κύτταρα ανά δείγμα), χωρίς να απαιτείται βιοψία ιστού μέσω επεμβατικής διαδικασίας. Η νέα τεχνολογία, εκτός από την κατά 100% ανίχνευση των καρκίνων, ανιχνεύει δύο βασικούς κλινικούς βιοδείκτες του καρκίνου του μαστού (τους ER/PR και HER2) με ακρίβεια 93% και 96% αντίστοιχα.
Το CytoPAN, σύμφωνα με τους επιστήμονες που το δημιούργησαν, θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου οι ασθενείς είναι συχνά φτωχοί και υποχρεωμένοι να περιμένουν για πολύ καιρό (ακόμη και μερικούς μήνες)έως ότου λάβουν μια διάγνωση σε τεστ που έκαναν, πράγμα που επηρεάζει αρνητικά την πρόγνωση της νόσου. Εφόσον όμως η αξία του τεστ επιβεβαιωθεί σε μεγαλύτερες μελέτες, οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει και θα επεκταθούν σε περισσότερες χώρες, τότε θα χρησιμοποιηθεί σε όλο τον κόσμο -και στις ανεπτυγμένες χώρες- ως μια εναλλακτική λύση σε σχέση με τα υπάρχοντα πιο ακριβά και επεμβατικά τεστ.

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση: https://stm.sciencemag.org/content/12/555/eaaz9746

 

 

Πηγή: https://healthmag.gr/

Κορωνοϊός: Τι έδειξε η μελέτη για την καρδιά και τους νέους, που ανέφερε ο Σ. Τσιόδρας

Ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας, κατά τη χθεσινή έκτακτη ενημέρωσή του με τον υφυπουργό Νίκο Χαρδαλιά, αναφέρθηκε σε γερμανική μελέτη που κατέδειξε επίμονα καρδιολογικά προβλήματα σε νέους οι οποίοι νόσησαν από τον νέο κορωνοϊό.

Η μελέτη έδειξε ότι ο κορωνοϊός Covid-19 προκαλεί σε πολλούς ασθενείς φλεγμονή και δομικές βλάβες στην καρδιά, που επιμένουν για μήνες μετά την αρχική λοίμωξη. Το σοβαρότερο, όμως, είναι πως αυτές οι επιπλοκές παρατηρούνται ακόμα και σε νέους και υγιείς ανθρώπους, οι οποίοι είχαν ήπια λοίμωξη και δεν χρειάσθηκαν νοσηλεία στο νοσοκομείο.

Η σχετική ανακοίνωση έγινε από τους επιστήμονες στην ιατρική επιθεώρηση JAMA Cardiology. Αφορά 100 ασθενείς, ηλικίας 45 έως 53 ετών, οι οποίοι νίκησαν τη λοίμωξη που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός. Περίπου ο ένας στους τρεις είχαν νοσηλευτεί σε νοσοκομείο, ενώ οι υπόλοιποι ανάρρωσαν στο σπίτι.

Δύο έως τρεις μήνες μετά την αρχική διάγνωση, οι γιατροί υπέβαλλαν τους ασθενείς σε σειρά καρδιολογικών εξετάσεων. Η μαγνητική τομογραφία (MRI) έδειξε ότι οι τρεις στους τέσσερις είχαν ενδείξεις προβλημάτων στην καρδιά, όπως η φλεγμονή του καρδιακού μυός (μυοκαρδίτιδα). Πολλοί ασθενείς είχαν επίσης ανιχνεύσιμα επίπεδα μιας πρωτεΐνης στο αίμα που αυξάνεται σε περίπτωση καρδιακής βλάβης (π.χ. μετά από έμφραγμα).

Η πρωτεΐνη αυτή λέγεται τροπονίνη. Υπάρχει στα κύτταρα της καρδιάς και απελευθερώνεται στο αίμα όταν υφίσταται βλάβες ο καρδιακός μυς.

Κίνδυνος για καρδιακή ανεπάρκεια…

Τα ευρήματα αυτά ανησύχησαν τους ερευνητές. Όπως επισημαίνουν στο άρθρο τους οι καρδιολογικές επιπλοκές του κορωνοϊού που βρήκαν ήταν απρόσμενα συχνές. Απαιτείται λοιπόν επείγουσα επιβεβαίωση σε μεγαλύτερες μελέτες, λένε.

Ένας άλλος λόγος για τον οποίο ανησυχούν είναι ότι δεν γνωρίζουν πόσο μπορεί να διαρκέσουν οι βλάβες στην καρδιά των ασθενών. Είναι γνωστό, λ.χ., πως οι ήπιες περιπτώσεις μυοκαρδίτιδας σταδιακά υποχωρούν. Ωστόσο οι πιο σοβαρές, μπορεί να ανοίξουν το δρόμο στην καρδιακή ανεπάρκεια. Η ανεπάρκεια αυτή εκδηλώνεται όταν ο καρδιακός μυς δεν μπορεί να εξωθήσει αρκετό αίμα, ώστε να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού.

«Μας εξέπληξε η συχνότητα των καρδιολογικών ανωμαλιών που εντοπίσαμε. Μας εξέπληξε επίσης το γεγονός ότι ήσαν τόσο σοβαρές επί εβδομάδες μετά την ανάρρωση από τη νόσο Covid-19», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια Dr Valentina Puntmann, από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Goethe της Φραγκφούρτης.

«Αν και ακόμα δεν έχουμε άμεσα επιστημονικά δεδομένα για τις μακροπρόθεσμες εκβάσεις των ασθενών, είναι πολύ πιθανό σε λίγα χρόνια να δούμε δραματική αύξηση στην επίπτωση της καρδιακής ανεπάρκειας», εκτίμησε.

…ακόμα και στις ήπιες περιπτώσεις

Η λοίμωξη που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός αρχικά θεωρήθηκε ως μία κοινή λοίμωξη του αναπνευστικού. Στους μήνες που μεσολάβησαν, ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα συνειδητοποίησε ότι ο κορωνοϊός αυτός δεν μοιάζει με κανέναν άλλο. Μεταξύ άλλων, προσβάλλει πολλά όργανα και ιστούς του οργανισμού, από το δέρμα έως το πεπτικό. Οι πιο απειλητικές όμως είναι οι επιπλοκές που προκαλεί σε εγκέφαλο και καρδιά.

Έως πρότινος, οι επιπλοκές αυτές αναφέρονταν σε βαριά αρρώστους ανθρώπους, που νοσηλεύονταν στα νοσοκομεία. Ωστόσο στην παρούσα μελέτη, οι 67 από τους 100 ασθενείς ΔΕΝ είχαν νοσηλευθεί σε νοσοκομείο. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν ήπια έως μέτρια συμπτώματα. Γι’ αυτό τον λόγο είχαν περάσει όλη την περίοδο της ανάρρωσης στο σπίτι τους.

Μολονότι, εξ άλλου, μερικοί από αυτούς είχαν υποκείμενα νοσήματα (π.χ. υπέρταση, διαβήτη, άσθμα), οι  περισσότεροι ήσαν υγιείς.

Κορωνοϊός vs γρίπης

Η νέα έρευνα έδειξε ακόμα πως 2-3 μήνες μετά την αρχική διάγνωση, περίπου ο ένας στους τρεις ασθενείς είχε ακόμα συμπτώματα. Τα συχνότερα ήταν δύσπνοια και γενικευμένη κόπωση.

Μερικοί (λίγοι) ασθενείς είχαν «φτερουγίσματα» της καρδιάς και πόνο στο στήθος κατά την έναρξη της νόσου τους. Κανένας όμως δεν είχε σκεφτεί έκτοτε ότι έχει κάποιο πρόβλημα με την καρδιά του, διότι δεν είχαν πια ύποπτα συμπτώματα.

Παρ’ όλα αυτά, το 78% είχαν ενδείξεις προβλήματος στην καρδιά. Το 60% είχαν ενδείξεις μυοκαρδίτιδας. Άλλοι είχαν ενδείξεις περικαρδίτιδας, δηλαδή φλεγμονής στον ιστό που περιβάλλει την καρδιά (λέγεται περικάρδιο).

Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν και άλλοι ιοί του αναπνευστικού που μπορεί να προκαλέσουν μυοκαρδίτιδα. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται οι ιοί της γρίπης και οι αδενοϊοί. Ωστόσο, η μυοκαρδίτιδα από αυτούς τους ιούς είναι λιγότερο συχνή. Παρατηρείται σε λιγότερο από το 10% των περιπτώσεων, σύμφωνα με μελέτη που είχε δημοσιευτεί το 2012 στην ιατρική επιθεώρηση  Influenza Research and Treatment.

Εν κατακλείδι

Τα ευρήματα της νέας μελέτης οδήγησαν τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι η εκδήλωση προβλημάτων στην καρδιά μετά τη λοίμωξη που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός:

  • Δεν σχετίζεται με τη σοβαρότητα της νόσου Covid-19
  • Δεν σχετίζεται με την υποκείμενη κατάσταση της υγείας τους

Και αυτό διότι «άτομα με σχετική απουσία προϋπαρχουσών  καρδιαγγειακών παθήσεων και ανάρρωση κυρίως στο σπίτι, είχαν συχνή καρδιολογική, φλεγμονώδη εμπλοκή», σημειώνουν στο άρθρο τους.

Τι σημαίνουν όλ’ αυτά σε απλά ελληνικά; Ότι ακόμα και νέοι, υγιείς άνθρωποι, που αρρωσταίνουν λίγο από τον κορωνοϊόμπορεί να υποστούν βλάβες στην καρδιά τους. Και επειδή κανείς μας δεν μπορεί να ξέρει αν θα του συμβεί κάτι τέτοιο ή όχι, πρέπει όλοι να προσέχουμε, τονίζουν οι ειδικοί.

 

Πηγή: https://www.iatropedia.gr/

Άνοια: Πτωτική τάση σε Ευρώπη και ΗΠΑ, ανοδική σε Ασία και Λ. Αμερική

Ο κίνδυνος άνοιας εμφανίζει διαχρονικά σταθερή πτωτική τάση κατά τα τελευταία 25 χρόνια στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, αν και σε άλλα μέρη του κόσμου όπως η Ασία και η Ν. Αμερική η τάση είναι ανοδική, σύμφωνα με μια νέα επιστημονική μελέτη.

Παρά την έλλειψη αποτελεσματικής θεραπείας, η επιδημία της άνοιας φαίνεται να υποχωρεί σε αρκετές ανεπτυγμένες χώρες, σύμφωνα με την απρόσμενα αισιόδοξη εικόνα της νέας έρευνας, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη για ασταμάτητο «τσουνάμι» περιστατικών Αλτσχάιμερ και άλλων μορφών άνοιας.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, με επικεφαλής τον καθηγητή Άλμπερτ Χόφμαν, πρόεδρο του Τμήματος Επιδημιολογίας της Σχολής Δημόσιας Υγείας, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Neurology» της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, σύμφωνα με τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», αξιολόγησαν στοιχεία από επτά μεγάλες έρευνες, που αφορούσαν συνολικά 49.202 άτομα άνω των 65 ετών, σε βάθος τουλάχιστον 15ετίας (οι 4.253 ή 8.6% εμφάνισαν άνοια σε αυτό το διάστημα).

Η νέα μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος ενός ανθρώπου να εμφανίσει άνοια μειώνεται με ρυθμό 13% ανά δεκαετία. Έτσι, είναι σήμερα 13% μικρότερος από ό,τι ήταν το 2010, ενώ ο κίνδυνος εμφάνισης Αλτσχάιμερ μειώνεται με ρυθμό 16% ανά δεκαετία. Το 1995 ένας 75χρονος είχε περίπου 25% πιθανότητα να πάθει άνοια στη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής του, ενώ σήμερα η πιθανότητα έχει μειωθεί στο 18%.

Αν αυτή η θετική τάση συνεχιστεί, η μελέτη εκτιμά ότι σε μερικά χρόνια θα υπάρχουν 15 εκατομμύρια λιγότεροι άνθρωποι με άνοια στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ σε σχέση με σήμερα. Οι ερευνητές διευκρίνισαν ότι όντως στην εποχή μας υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι με άνοια από κάθε άλλη φορά, αλλά αυτό οφείλεται στο ότι αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των ηλικιωμένων στον πληθυσμό. Από την άλλη όμως, η πιθανότητα του μέσου ηλικιωμένου να πάθει άνοια, φαίνεται να μειώνεται συνεχώς.

Ο δρ Χόφμαν ανέφερε εξάλλου ότι, αντίθετα με την άποψη πως οι γυναίκες είναι πιθανότερο να πάθουν άνοια από ό,τι οι άνδρες, η νέα μελέτη βρήκε ότι και τα δύο φύλα έχουν την ίδια πιθανότητα. Η σύγχυση έχει προκληθεί επειδή απλώς υπάρχουν περισσότερες ηλικιωμένες γυναίκες από ό,τι άνδρες, καθώς αυτές ζουν περισσότερα χρόνια. Έτσι, ενώ πράγματι υπάρχει μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών με άνοια από ό,τι ανδρών, η πιθανότητα άνοιας δεν διαφέρει στα δύο φύλα.

Δεν υπάρχει ακόμη σαφής εξήγηση γιατί τα ποσοστά άνοιας εμφανίζουν ανοδική τάση σε χώρες όπως η Ιαπωνία και η Κίνα. Από την άλλη, η μείωση σε Ευρώπη και ΗΠΑ αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στον καλύτερο έλεγχο των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου, ιδίως της υπέρτασης και της υψηλής χοληστερίνης. Επίσης θετικό ρόλο πιθανώς παίζει το καλύτερο μορφωτικό επίπεδο, που προστατεύει τον εγκέφαλο περισσότερο.

(ΑΠΕ-ΜΠΕ)

 

Πηγή: https://www.onmed.gr/

Το τεχνητό μπλε φως των ηλεκτρονικών συσκευών αυξάνει τον κίνδυνο για καρκίνο του εντέρου

Η συχνή έκθεση στο τεχνητό μπλε φως που εκπέμπουν οι ηλεκτρονικές συσκευές (κινητά τηλέφωνα, φορητοί υπολογιστές, ταμπλέτες κ.α.), καθώς και οι νέες λάμπες φωτισμού των δρόμων, σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του εντέρου. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας ισπανικής επιστημονικής έρευνας, με επικεφαλής έναν Έλληνα ερευνητή της διασποράς.

Προηγούμενες μελέτες έχουν συσχετίσει το μπλε φως από τις λάμπες LED και τις ηλεκτρονικές συσκευές, με διαταραχές του ύπνου, παχυσαρκία και αυξημένη πιθανότητα διαφόρων καρκίνων (όπως προστάτη και μαστού), ιδίως στους ανθρώπους που εργάζονται τα βράδια και εκτίθενται περισσότερο στο τεχνητό φως.

Στη νέα έρευνα, οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρ Μανώλη Κογεβίνα του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Υγείας της Βαρκελώνης, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό επιδημιολογίας «Epidemiology», ανέλυσαν στοιχεία για περίπου 2.000 ανθρώπους, από τους οποίους οι 660 είχαν διαγνωσμένο καρκίνο του εντέρου. Από την έρευνα σκοπίμως εξαιρέθηκαν όσοι έκαναν συχνά νυκτερινές βάρδιες.

Διαπιστώθηκε ότι οι άνθρωποι με την μεγαλύτερη έκθεση στο μπλε φως είχαν κατά μέσο όρο 60% μεγαλύτερο κίνδυνο εκδήλωσης του συγκεκριμένου καρκίνου, σε σχέση με όσους είχαν εκτεθεί λιγότερο. Ο καρκίνος του εντέρου είναι ο τρίτος συχνότερος παγκοσμίως, μετά από εκείνους των πνευμόνων και του μαστού.

«Η νυκτερινή έκθεση στο φως, ιδίως στο μπλε φάσμα του, μπορεί να μειώσει την παραγωγή και την έκκριση της μελατονίνης, ανάλογα με την ένταση και το μήκος κύματος του φωτός. Υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία για τις επιπτώσεις του φωτός αυτού στα οικοσυστήματα και στην ανθρώπινη υγεία, αν και η σχετική έρευνα βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα, συνεπώς χρειάζεται περισσότερη μελέτη», δήλωσε ο Μ. Κογεβίνας.

Ο Έλληνας επιστήμονας είναι απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με διδακτορικό στην επιδημιολογία από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου το 1989. Έχει, μεταξύ άλλων, διατελέσει καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας της Ελλάδας, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Εκπαιδευτικού Προγράμματος στην Επιδημιολογία (ΕΕΡΕ) και πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Περιβαλλοντικής Επιδημιολογίας (ISEE).

Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση: https://journals.lww.com/epidem/Abstract/2020/09000/Association_Between_Outdoor_Light_at_night.17.aspx

Πηγή: ΑΠΕ ΜΠΕ

 

 

Πηγή: https://healthmag.gr/

Σε τι βαθμό προστατεύουν τα αντισώματα από τον κοροναϊό;

Νέα έρευνα για τον κοροναϊό υποστηρίζει πως απολύτως υγιείς άνθρωποι, οι οποίοι δεν έχουν εκτεθεί στην Covid-19, εμφανίζουν αντισώματα ικανά να αντιμετωπίσουν τον ιό. Η έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς και υγιείς εθελοντές στη Γερμανία και τη Βρετανία και δημοσιεύτηκε την Τετάρτη 29 Ιουλίου στο επιστημονικό περιοδικό Nature, ανακάλυψε πως 35% των υγιών εθελοντών εμφάνισαν κύτταρα (T Cells) στο αίμα τους, που αντιδρούσαν στον κοροναϊό. Τα κύτταρα αυτά αποτελούν μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος στον ανθρώπινο οργανισμό και συμβάλουν στην προστασία του από μολύνσεις. Το γεγονός πως αλληλεπιδρούν με τον κοροναϊό, υποδηλώνει πως οι εν λόγω άνθρωποι πέρασαν παρόμοια μόλυνση στο παρελθόν.

Πώς όμως είναι δυνατό κάποιος να μην έχει προσβληθεί από τον κοροναϊό, αλλά να διαθέτει αντισώματα που αλληλεπιδρούν μαζί του; Σύμφωνα με την εξήγηση των επιστημόνων, όπως δημοσιεύεται και σε σχετικό άρθρο του αμερικανικού CNN, εκείνοι θα πρέπει να «απέκτησαν τα αντισώματα σε παρελθούσες μολύνσεις με «ενδημικούς» κοροναϊούς». Ωστόσο, το αντίσωμα αυτό, από παρόμοιο ιό, φαίνεται πως έχει την ικανότητα να αντιδρά στον νέο κοροναϊό, υπάρχουν δηλαδή κάποιου είδους αντισώματα. Αυτή η διαδικασία, ονομάζεται στη λοιμωξιολογία «διασταυρούμενη αντιδραστικότητα».

Σε τι βαθμό προστατεύουν τα αντισώματα αυτά από τον κοροναϊό

Το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει από την έρευνα αυτή είναι σε πιο βαθμό τα αντισώματα αυτά σε υγιείς ανθρώπους επηρεάζουν την εξέλιξη της ασθένειας Covid-19 στον ανθρώπινο οργανισμό.

«Νομίζω το μεγάλο ερώτημα είναι να περάσουμε από το γεγονός πως έχουμε αυτά τα αντισώματα στην κατανόηση του ρόλου τους» σημειώνει ειδικός του πανεπιστημίου του Χόπκινς μιλώντας στο CNN.

Είναι γνωστό πως ο κοροναϊός μεταδίδεται λιγότερα μεταξύ παιδιών και νέων ανθρώπων, ενώ συχνά έχει πιο ήπια συμπτώματα σε νεότερες ηλικίες. Ωστόσο, σε προειδοποίησή του ο ΠΟΥ, επανέλαβε σήμερα πως οι νεαροί δεν είναι άτρωτοι απέναντι στον κοροναϊό. Είναι πιθανό πάντως, με βάση τα ευρήματα αυτά, η ύπαρξη αντισωμάτων να οφείλεται στο γεγονός πως οι νεότεροι άνθρωποι που κινούνται περισσότερο, φέρουν τέτοια κύτταρα διασταυρούμενης αντιδραστικότητας από παρελθούσες μολύνσεις.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Η υγρή βιοψία ανιχνεύει καρκινικούς όγκους με μια απλή εξέταση αίματος

Μια απλή εξέταση αίματος μπορεί να ανιχνεύσει έως και πέντε διαφορετικούς τύπους καρκίνου έως και τέσσερα χρόνια πριν την εμφάνιση των αρχικών συμπτωμάτων, υποστηρίζουν ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της California στο San Diego, μέσω του εντοπισμού όγκων. Η «υγρή βιοψία» όπως την αποκαλούν, επιτρέπει την ανάλυση δειγμάτων αίματος με στόχο τον εντοπισμό μικροσκοπικών θραυσμάτων DNA που απελευθερώνονται από όγκους στο στομάχι, τον οισοφάγο, το έντερο, τον πνεύμονα και το ήπαρ.

Εντοπισμός ή πρόβλεψη;

Οι επιστήμονες πίσω από την μελέτη δήλωσαν ότι η εξέταση δεν είναι πιθανό να προβλέψει τον καρκίνο, μπορεί όμως να εντοπίζει όγκους που δεν έχουν ακόμα εκδηλωθεί με συμπτώματα. Οι «υγρές βιοψίες» αναμένονται να φέρουν θετικές αλλαγές στην διάγνωση του καρκίνου, καθώς οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι έχουν την δυνατότητα να εντοπίζουν αργά αναπτυσσόμενους όγκους νωρίτερα, γεγονός που σηματοδοτεί την συντομότερη αντιμετώπισή τους δίχως την χρήση επεμβατικών μεθόδων. Οι τρέχουσες τεχνικές περιλαμβάνουν δοκιμές απεικόνισης ή συμβατικές βιοψίες, κατά τις οποίες εξετάζεται μέρος που αφαιρείται χειρουργικά.
Στο επίκεντρο οι «υγρές βιοψίες»
Οι «υγρές βιοψίες» βρίσκονται στο επίκεντρο των ερευνητικών ομάδων σε ολόκληρο τον κόσμο, με τους ερευνητές να προειδοποιούν ότι είναι πολύ νωρίς για να πούμε ότι το πρωτοποριακό τεστ λειτουργεί πραγματικά και ότι θα χρειαστούν μεγαλύτερες δοκιμές σε χιλιάδες ασθενείς για να επιβεβαιώσουν τα αρχικά επιστημονικά ευρήματα. Το νέο τεστ «σκανάρει» το DNA του πλάσματος του αίματος, αναζητώντας μοναδικά «αποτυπώματα» που παράγονται από όγκους. Ο καθηγητής  Kun Zhang, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης με έδρα το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Σαν Ντιέγκο, δήλωσε: «Ο απώτερος σκοπός είναι η ένταξη αυτού του τεστ στις ετήσιες ιατρικές εξετάσεις. Ωστόσο, κρίνεται σημαντικό αφού ολοκληρωθούν οι απαραίτητες δοκιμές με επιτυχία να δοθεί προτεραιότητα σε άτομα με υψηλότερο κίνδυνο, βάσει του οικογενειακού ιστορικού, της ηλικίας ή και άλλων γνωστών παραγόντων κινδύνου» καταλήγει.

Πηγή:https://medlabgr.blogspot.com/