Αντιγριπικό εμβόλιο στην εγκυμοσύνη: Για ποιες επιπλοκές μειώνει τον κίνδυνο

Ο αντιγριπικός εμβολιασμός της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μειώνει τον κίνδυνο ασθένειας στα βρέφη.

Ειδικότερα, το αντιγριπικό εμβόλιο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης συσχετίστηκε με μειωμένες πιθανότητες επισκέψεων στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών ή νοσηλειών λόγω γρίπης για βρέφη ηλικίας κάτω των 6 μηνών.

«Τα βρέφη ηλικίας κάτω των 6 μηνών διατρέχουν υψηλό κίνδυνο επιπλοκών που σχετίζονται με τη γρίπη, αλλά δεν είναι επιλέξιμα για εμβολιασμό, δεδομένης της απουσίας εγκεκριμένων αντιγριπικών εμβολίων γι’ αυτή την ηλικιακή ομάδα», σύμφωνα με τη Leila C. Sahni από το τμήμα παιδιατρικής του Baylor College of Medicine και του Texas Children’s Hospital και τους συνεργάτες της.

«Ο εμβολιασμός της μητέρας κατά της γρίπης είναι ασφαλής, δημιουργεί ανοσία και μπορεί να αποτρέψει την εργαστηριακά επιβεβαιωμένη γρίπη και τις επιπλοκές της τόσο στις μητέρες όσο και στα βρέφη. Οι ανοσολογικές αποκρίσεις της μητέρας στο εμβόλιο της γρίπης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι συγκρίσιμες με εκείνες των μη εγκύων ενηλίκων και η μεταφορά των αντισωμάτων κατά της γρίπης, είτε φυσικά αποκτηθέντων είτε προκαλούμενων από το εμβόλιο, από τη μητέρα στο έμβρυο, είναι εξαιρετικά αποτελεσματική».

Οι ερευνητές μελέτησαν 3.764 βρέφη κάτω των 6 μηνών που εξετάστηκαν στα επείγοντα ή νοσηλεύτηκαν για οξεία αναπνευστική νόσο στο πλαίσιο του Νέου Δικτύου Επιτήρησης Εμβολίων από τις περιόδους γρίπης 2016-2017 έως 2019-2020. Είχαν επίσης πρόσβαση σε συστήματα εμβολιασμού και ιατρικά αρχεία και ζήτησαν από τους γονείς να αναφέρουν την κατάσταση εμβολιασμού της μητέρας.

Από τα 3.541 βρέφη που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου και τα 223 με γρίπη, το 53% γεννήθηκαν από μητέρες που είχαν εμβολιαστεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ο εμβολιασμός της μητέρας ήταν 34% αποτελεσματικός συνολικά, 39% αποτελεσματικός έναντι των νοσηλειών που σχετίζονται με τη γρίπη και 19% αποτελεσματικός έναντι των επισκέψεων στα επείγοντα.

Οι συγγραφείς σημείωσαν επίσης ότι μεταξύ των βρεφών ηλικίας κάτω των 3 μηνών, η αποτελεσματικότητα ήταν 53%. Η αποτελεσματικότητα ήταν 52% μεταξύ των βρεφών με μητέρες που εμβολιάστηκαν κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου και 17% μεταξύ εκείνων με μητέρες που εμβολιάστηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου ή του δεύτερου τριμήνου.

«Παρά τα καλά τεκμηριωμένα οφέλη του μητρικού εμβολιασμού κατά της γρίπης τόσο για τις μητέρες όσο και για τα βρέφη, το αντιγριπικό εμβόλιο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δεν βρίσκεται στα βέλτιστα επίπεδα. Παρότι απαιτούνται συνεχείς προσπάθειες για τον προσδιορισμό του βέλτιστου χρόνου, οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να συνεχίσουν να προσφέρουν το αντιγριπικό εμβόλιο σε οποιαδήποτε φάση της εγκυμοσύνης, για την προστασία τόσο της εγκύου όσο και του βρέφους».

«Πρόκειται για μια τεράστια ευκαιρία για τη βελτίωση της εμβολιαστικής κάλυψης και την προστασία της υγείας όλων των εγκύων και τα νεογέννητων», δεδομένου ότι μόνο οι μισές έγκυες κάνουν το εμβόλιο.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση JAMA Pediatrics.

 

Πηγη: https://www.onmed.gr/

Το ένζυμο που προλαμβάνει τις νευροεκφυλιστικές ασθένειες

Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα εντόπισαν έναν χαμένο κρίκο που μπορεί να βοηθήσει στην προστασία του εγκεφάλου από τη γήρανση.

H Hui-Chen Lu, καθηγήτρια και διευθύντρια του Κέντρου Βιομοριακής Επιστήμης Linda και Jack Gill του Πανεπιστημίου και οι συνεργάτες της, διαπίστωσαν ότι η νικοτιναμιδική νουκλεοτιδική αδενυλοτρανσφεράση 2, ή NMNAT2, παρέχει ενέργεια στους άξονες ανεξάρτητα από τα μιτοχόνδρια.

Αυτό το κάνει μέσω της ενίσχυσης της γλυκόλυσης, μιας διαδικασίας κατά την οποία η γλυκόζη διασπάται για την παραγωγή ενέργειας.

Με τον τρόπο αυτό παρέχει στους νευροάξονες αρκετή ενέργεια για να μεταφέρουν τα νευρικά ερεθίσματα στον εγκέφαλο και σε άλλα μέρη του σώματος, διατηρώντας τους υγιείς και λειτουργικούς.

Το ένζυμο μπορεί να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στην αποτροπή νευροεκφυλιστικών παθήσεων όπως η ALS (πλάγια αμυοτροφική σκλήρυνση ή νόσος του κινητικού νευρώνα), το Αλτσχάιμερ, το Πάρκινσον και η νόσος του Χάντινγκτον, καθώς οι άνθρωποι γερνούν.

Οι νευροάξονες ή άξονες ή νευρικές ίνες, είναι οι μακριές και λεπτές ίνες που συνδέουν τα νευρικά κύτταρα και τους επιτρέπουν να επικοινωνούν μεταξύ τους, άγοντας ηλεκτρικές ώσεις. Έχουν διάμετρο ένα μικρόμετρο – πολλές φορές λεπτότερη από μια ανθρώπινη τρίχα – γεγονός που τους καθιστά ευάλωτους και επιρρεπείς στην καταστροφή από φλεγμονές, τραύματα, μειωμένη ροή αίματος στον εγκέφαλο και λοιμώξεις. Η βλάβη των αξόνων είναι συχνά το πρώτο σημάδι νευροεκφυλιστικής νόσου, αλλά η προστασία τους μπορεί να καθυστερήσει τη νευροεκφυλιστική διαδικασία.

Οι άξονες μεταφέρουν γρήγορα τις πληροφορίες σε όλο το σώμα, μια διαδικασία διάνυσης μεγάλων αποστάσεων σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα που απαιτεί σημαντικά ποσά ενέργειας. Ωστόσο, τα μιτοχόνδρια, ευρέως γνωστά ως η κυτταρική μονάδα παραγωγής ενέργειας, βρίσκονται σε σχετικά αραιή πυκνότητα στους άξονες.

Το NMNAT2 είναι ένας ζωτικός προμηθευτής δινουκλεοτιδίου αδενίδης νικοτιναμιδίου (NAD) στον εγκέφαλο. Το NAD έχει μελετηθεί εντατικά για τις αναγεννητικές του ιδιότητες και συχνά αναφέρεται ως η «πηγή της νεότητας».

«Αυτό το νέο εύρημα αναδεικνύει τη σημασία της ενδογενούς γλυκόλυσης των νευρώνων στην υποστήριξη μεταφοράς στους νευροάξονες, που είναι απαραίτητη για τη δημιουργία και τη διατήρηση των νευρωνικών κυκλωμάτων», δήλωσε η Lu.

«Με αυτές τις πληροφορίες, το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι ο σχεδιασμός φαρμάκων που στοχεύουν τη NMNAT2 για την ενίσχυση της έκφρασης ή της δραστηριότητάς της σε προσυμπτωματικά στάδια νευροεκφυλισμού».

Η Lu έχει μελετήσει εκτενώς τη NMNAT2, δημοσιεύοντας έρευνα το 2017, η οποία διαπίστωσε ότι η καφεΐνη, μαζί με άλλες 23 ενώσεις, μπορεί να αυξήσει την παραγωγή της από τον οργανισμό. Το 2016 δημοσίευσε μελέτη που διαπίστωσε ότι τα άτομα με υψηλότερα επίπεδα NMNAT2 είχαν μεγαλύτερη αντίσταση στη γνωστική έκπτωση καθώς γερνούσαν.

Τα νέα ευρήματα δημοσιεύονται στην επιθεώρηση Molecular Neurodegeneration.

 

 

Πηγη: https://www.onmed.gr/

Πάθαιναν Αλτσχάιμερ οι αρχαίοι Έλληνες; Τι έδειξε έρευνα

Μπορεί να πιστεύετε ότι η άνοια που σχετίζεται με την ηλικία υπήρχε ανέκαθεν, ακόμα και χιλιάδες χρόνια πριν.

Αλλά μια νέα ανάλυση κλασικών ελληνικών και ρωμαϊκών ιατρικών κειμένων υποδηλώνει ότι η σοβαρή απώλεια μνήμης -που εμφανίζεται σε επιδημικά επίπεδα σήμερα- ήταν εξαιρετικά σπάνια πριν από 2.000 έως 2.500 χρόνια, την εποχή του Αριστοτέλη και του Γαληνού.

Η σχετική έρευνα από το πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας (USC), που δημοσιεύτηκε στο Journal of Alzheimer’s Disease, ενισχύει την ιδέα ότι η νόσος Αλτσχάιμερ και οι σχετικές άνοιες είναι ασθένειες του σύγχρονου περιβάλλοντος και του τρόπου ζωής, με την καθιστική ζωή και την έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση να ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό.

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ελάχιστες –αλλά τις βρήκαμε– αναφορές για κάτι που θα έμοιαζε με αυτό που σήμερα ξέρουμε ως ήπια γνωστική εξασθένηση. Όταν αναλύσαμε και ρωμαϊκά κείμενα ανακαλύψαμε τουλάχιστον τέσσερις αναφορές που υποδηλώνουν σπάνιες περιπτώσεις προχωρημένης άνοιας, αλλά δεν μπορούμε να πούμε αν είναι Αλτσχάιμερ. Οπότε, φαίνεται πως υπήρξε μια εξέλιξη από τους αρχαίους Έλληνες στους Ρωμαίους”, είπε ο επικεφαλής συγγραφέας της έρευνας, Caleb Finch, καθηγητής πανεπιστημίου στην Σχολή Γεροντολογίας Leonard Davis του USC.

Οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώριζαν ότι η γήρανση συνήθως έφερνε προβλήματα μνήμης που θα τα αναγνωρίζαμε σήμερα ως ήπια γνωστική εξασθένηση. Αλλά δεν υπάρχει καμία ένδειξη σε εκείνους του χρόνους για κάτι που να πλησιάζει σε σημαντική απώλεια μνήμης, ομιλίας και λογικής, όπως ξέρουμε πλέον ότι προκαλεί το Αλτσχάιμερ και άλλοι τύποι άνοιας.

Ο καθηγητής Finch και ο συν-συγγραφέας της μελέτης, Stanley Burstein, ιστορικός στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Λος Άντζελες, εξέτασαν ένα σημαντικό μέρος της αρχαίας ιατρικής γραφής του Ιπποκράτη και των μαθητών του. Το κείμενο καταγράφει παθήσεις των ηλικιωμένων, όπως κώφωση, ζάλη και πεπτικές διαταραχές, αλλά δεν κάνει καμία αναφορά στην απώλεια μνήμης.

Αιώνες αργότερα στην αρχαία Ρώμη, εμφανίζονται οι πρώτες σχετικές αναφορές. Ο Γαληνός παρατηρεί ότι στην ηλικία των 80, ορισμένοι ηλικιωμένοι αρχίζουν να δυσκολεύονται να μάθουν νέα πράγματα. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος σημειώνει ότι ο γερουσιαστής και διάσημος ρήτορας Valerius Messalla Corvinus ξέχασε το όνομά του. Ο Κικέρων παρατήρησε με σύνεση ότι “η ανοησία των ηλικιωμένων είναι χαρακτηριστικό των ανεύθυνων ηλικιωμένων, αλλά όχι όλων των ηλικιωμένων”.

Ο καθηγητής Finch εικάζει ότι καθώς οι ρωμαϊκές πόλεις γίνονταν πιο πυκνοκατοικημένες, αυξήθηκε η ρύπανση και -μαζί της- τα κρούσματα γνωστικής παρακμής. Επιπλέον, οι Ρωμαίοι αριστοκράτες χρησιμοποιούσαν μαγειρικά σκεύη και σωλήνες νερού από μόλυβδο, ενώ πρόσθεταν ακόμη και οξικό μόλυβδο στο κρασί τους για να το γλυκάνουν, δηλητηριάζοντας άθελά τους αυτήν την ισχυρή νευροτοξίνη.

Μερικοί αρχαίοι συγγραφείς αναγνώρισαν την τοξικότητα του υλικού που περιέχει μόλυβδο, αλλά μικρή πρόοδος σημειώθηκε στην αντιμετώπιση του προβλήματος μέχρι τον 20ο αιώνα. Μερικοί μελετητές κατηγορούν τη δηλητηρίαση από μόλυβδο για την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας!

Για την εν λόγω έρευνα, ο καθηγητής Finch δεν έμεινε μόνο στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ή στους αρχαίους Έλληνες. Ελλείψει δημογραφικών δεδομένων για την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, στράφηκε σε ένα εκπληκτικό μοντέλο για την αρχαία γήρανση: τους σημερινούς Tsimane Amerindians, έναν αυτόχθονα λαό του Αμαζονίου της Βολιβίας.

Οι Tsimane (όπως οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι) έχουν έναν προβιομηχανικό τρόπο ζωής που είναι πολύ σωματικά δραστήριος και έχουν εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά άνοιας. Μια διεθνής ομάδα γνωστικών ερευνητών με επικεφαλής την Margaret Gatz, καθηγήτρια ψυχολογίας, γεροντολογίας και προληπτικής ιατρικής στο USC, διαπίστωσε ότι μεταξύ των ηλικιωμένων ατόμων Tsimane, μόνο περίπου το 1% πάσχει από άνοια. Αντίθετα, το 11% των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω που ζουν στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει άνοια, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία.

“Τα δεδομένα των Tsimane, τα οποία είναι αρκετά βαθιά, μας είναι πολύτιμα. Είναι ο καλύτερα τεκμηριωμένος μεγάλος πληθυσμός ηλικιωμένων με ελάχιστη άνοια. Όλα αυτά δείχνουν ότι το περιβάλλον είναι ένας τεράστιος καθοριστικός παράγοντας για τον κίνδυνο άνοιας, είπε ο καθηγητής Finch.

Πηγή: medicalxpress.com

 

Πηγη: https://www.onmed.gr/

Αλτσχάιμερ: Επιστήμονες ανακάλυψαν νέο πιθανό τρόπο επαναφοράς της μνήμης στους ασθενείς

Τι έδειξαν μελέτες σε ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ και πειράματα στο εργαστήριο.

Έναν νέο τρόπο για την αναστροφή των προβλημάτων μνήμης που προκαλεί η νόσος Αλτσχάιμερ και άλλες άνοιες, πιστεύουν ότι ανακάλυψαν επιστήμονες από τις ΗΠΑ. Το κλειδί, λένε, είναι μία πρωτεΐνη στην οποία ο εγκέφαλός τους έχει ανεπάρκεια.

Η πρωτεΐνη αυτή ονομάζεται KIBRA και φυσιολογικά ανευρίσκεται στους νεφρούς και τον εγκέφαλο. Στον τελευταίο, εντοπίζεται κυρίως στις συνάψεις, δηλαδή στα σημεία «ένωσης» των νευρικών κυττάρων, που επιτρέπουν στις αναμνήσεις μας να σχηματίζονται και να ανακαλούνται.

Μελέτες έχουν δείξει ότι η πρωτεΐνη αυτή είναι απαραίτητη για την δημιουργία των αναμνήσεων. Ωστόσο οι ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ έχουν ανεπάρκεια της KIBRA στον εγκέφαλό τους.

Οι επιστήμονες από το αμερικανικό Ίδρυμα Έρευνας της Γηράνσεως Buck (Buck Institute) θέλησαν να εξακριβώσουν με ποιον ακριβώς τρόπο επηρεάζουν τις συνάψεις τα ανεπαρκή επίπεδα της KIBRA. Η ελπίδα τους ήταν ότι έτσι θα έβρισκαν τρόπο για να επιδιορθώσουν τις συνάψεις και έτσι τη μνήμη των ασθενών.

Έτσι, μέτρησαν κατ’ αρχάς τα επίπεδα της πρωτεΐνης KIBRA στο υγρό που περιβάλλει τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό (εγκεφαλονωτιαίο υγρό). Όπως διαπίστωσαν, τα επίπεδα της πρωτεΐνης στο υγρό αυτό αυξάνονται κατ’ αναλογίαν με τη σοβαρότητα της άνοιας. Ταυτοχρόνως, όμως, μειώνονται στον εγκέφαλο.

Η μελέτη έδειξε επίσης ότι τα επίπεδα της KIBRA επηρεάζονταν από εκείνα της παθολογικής πρωτεΐνης ταυ (tau). Οι ελαττωματικές μορφές αυτής της δεύτερης πρωτεΐνης είναι γενεσιουργός αιτία της νόσου Αλτσχάιμερ.

Και πειράματα στο εργαστήριο

Οι ερευνητές του Buck Institute δημοσιεύουν τα ευρήματά τους στην ιατρική επιθεώρηση Journal of Clinical Investigation. Όπως εξηγούν, συνέχισαν την έρευνά τους στο εργαστήριο. Δημιούργησαν μία λειτουργική μορφή της πρωτεΐνης KIBRA και την χορήγησαν σε ομάδα ποντικιών.

Τα ποντίκια έπασχαν από μία ασθένεια που μιμείται τη νόσο Αλτσχάιμερ. Η χορήγηση της πρωτεΐνης μπορούσε να αντιστρέφει την διαταραχή της μνήμης που τους προκαλούσε η άνοια. Και αυτό, διότι η πρωτεΐνη ενίσχυε τους μηχανισμούς που καθιστούν πιο ανθεκτικές τις συνάψεις.

Η έρευνα έδειξε ακόμα ότι η χορήγηση της πρωτεΐνης δεν μείωσε τα επίπεδα της tau. Επομένως είναι πιθανό να βελτιώνει τη μνήμη, παρότι παραμένει στον εγκέφαλο η τοξική πρωτεΐνη που την καταστέλλει, λένε οι ερευνητές.

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr

AI: Μπορεί να προβλέψει το ποσοστό επιβίωσης από την «πιο θανατηφόρα μορφή» καρκίνου του εγκεφάλου

Η Τεχνητή Νοημοσύνη εκπαιδεύτηκε με ένα σύνολο δεδομένων από 10.000 μαγνητικές τομογραφίες διαφορετικών τύπων καρκίνου

Το ποσοστό επιβίωσης των ασθενών που πάσχουν από τον πιο θανατηφόρο τύπο καρκίνου μπορεί να προβλέψει η Τεχνητή Νοημοσύνη σύμφωνα με επιστήμονες.

Ερευνητές στο King’s College του Λονδίνου εκπαίδευσαν ένα μοντέλο AI για να καθορίσουν εάν οι άνθρωποι που διαγνώστηκαν με γλοιοβλάστωμα θα ζούσαν για τουλάχιστον οκτώ μήνες μετά την ακτινοθεραπεία, επιτρέποντας στους γιατρούς να εξετάσουν άλλες θεραπείες αν η ακτινοθεραπεία δεν επαρκούσε.

Ο μέσος χρόνος επιβίωσης από γλοιοβλάστωμα είναι 12 έως 18 μήνες – μόνο το 25% των ασθενών επιβιώνει περισσότερο από ένα χρόνο και μόλις το 5% των ασθενών επιβιώνει περισσότερο από πέντε χρόνια.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη εκπαιδεύτηκε με ένα σύνολο δεδομένων από 10.000 μαγνητικές τομογραφίες διαφορετικών τύπων καρκίνου.

Το βρετανικό Εθνικό Ίδρυμα Έρευνας για τον Καρκίνο – το οποίο χρηματοδοτεί την έρευνα για τους καρκίνους – σημειώνει ότι τα γλοιοβλαστώματα είναι η «πιο θανατηφόρα μορφή καρκίνου του εγκεφάλου». Αναπτύσσεται όταν τα κύτταρα που υποστηρίζουν τα νεύρα στον εγκέφαλο αρχίζουν να διαιρούνται ανεξέλεγκτα. Τα ταχέως αναπτυσσόμενα κύτταρα εισβάλλουν στον κοντινό εγκεφαλικό ιστό, καθιστώντας δύσκολη την αφαίρεσή τους, αλλά γενικά δεν εξαπλώνονται σε άλλες περιοχές του σώματος.

 

 

Πηγη: https://www.skai.gr/

Κορονοϊός στην εγκυμοσύνη: Ποιες είναι οι πιθανές συνέπειες στο έμβρυο

Ο Κορονοϊός στη διάρκεια της εγκυμοσύνης βρέθηκε στο μικροσκόπιο των ερευνητών.

Πρόσφατα στο έγκριτο διεθνές περιοδικό NEJM (New England Journal of Medicine) δημοσιεύθηκε ερευνητική μελέτη λόγω της αύξησης του αριθμού των περιπτώσεων εμβρυϊκής αναστροφής οργάνων που διαγνώστηκαν μέσω υπερηχογραφήματος στην Κίνα, αρκετούς μήνες μετά την άρση των μέτρων σχετικά με την COVID.

Η αναστροφή οργάνων (situs inversus), συμπεριλαμβανομένης της ολικής αναστροφής οργάνων (situs inversus totalis- δεξιοκαρδία), και του μερικού situs inversus (με λεβοκαρδία), είναι μια σπάνια συγγενής κατάσταση στην οποία η σπλαχνική οργάνωση αναστρέφεται σε σύγκριση με την φυσιολογική ανάπτυξη οργάνων.

Η Παθολόγος, Καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Βιολόγος Παναγιώτα Ζαχαράκη, αναφέρουν ότι προσδιορίστηκε η συχνότητα εμφάνισης αναστροφής οργάνων από τον Ιανουάριο του 2014 έως τον Ιούλιο του 2023 χρησιμοποιώντας κλινικά δεδομένα από δύο μαιευτικά κέντρα σε διαφορετικές περιοχές της Κίνας.

Κατά τους πρώτους 7 μήνες του 2023, η συχνότητα εμφάνισης του situs inversus (που διαγνώστηκε με υπερηχογράφημα ρουτίνας σε ηλικία κύησης περίπου 20 έως 24 εβδομάδων) σε αυτά τα κέντρα ήταν τέσσερις φορές υψηλότερη από τη μέση ετήσια επίπτωση από το 2014 έως το 2022 (Η επίπτωση κορυφώθηκε τον Απρίλιο του 2023 και παρέμεινε αυξημένη μέχρι τον Ιούνιο του 2023).

Κορονοϊός στην εγκυμοσύνη: Τα αποτελέσματα της έρευνας

Συνολικά, εντοπίστηκαν 56 περιπτώσεις αναστροφής οργάνων από τον Ιανουάριο του 2023 έως τον Ιούλιο του 2023 (52 περιπτώσεις αναστροφής οργάνων και 4 περιπτώσεις μερικής αναστροφής οργάνων).

Η αύξηση ακολούθησε την έκρηξη των λοιμώξεων από τον SARS-CoV-2 με σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο που σημειώθηκε μετά τη διακοπή των μέτρων. Αυτό το κύμα, το οποίο τελικά εκτιμήθηκε ότι επηρεάζει περίπου το 82% του πληθυσμού στην Κίνα, ξεκίνησε στις αρχές Δεκεμβρίου 2022, κορυφώθηκε γύρω στις 20 Δεκεμβρίου 2022 και τελείωσε στις αρχές Φεβρουαρίου 2023. Αν και δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με την αιτιότητα, οι παρατηρήσεις μας προτείνουν πιθανή σχέση μεταξύ της λοίμωξης SARS-CoV-2 και της εμβρυϊκής αναστροφής οργάνων που απαιτεί περαιτέρω μελέτη.

Η εμβρυϊκή αναστροφή οργάνων έχει συνδεθεί με αλλαγές που συμβαίνουν κατά τις πρώτες εβδομάδες της κύησης. Αν και το θέμα της μετάδοσης του SARS-CoV-2 στο έμβρυο είναι ακόμη προϊόν επιστημονικής διχογνωμίας, η εμβρυϊκή λοίμωξη νωρίς στην κύηση θα μπορούσε υποθετικά να οδηγήσει τις σπλαχνικές αλλαγές.

Εναλλακτικά, οι μητρικές φλεγμονώδεις αποκρίσεις μπορεί να επηρεάσουν έμμεσα τη λειτουργία των αναπτυξιακών ρυθμιστών και να αποτρέψουν τη σωστή σπλαχνική πλευροποίηση. Απαιτείται περαιτέρω ανάλυση για να επαληθευτεί ότι γενετικές ανωμαλίες σε γονίδια που μπορεί να μην είχαν ανιχνευθεί κατά τον προγεννητικό γενετικό έλεγχο δεν συνέβαλαν στη συχνότητα αυτών των περιπτώσεων, και για την αξιολόγηση της πιθανής συμβολής περιβαλλοντικών παραγόντων.

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι διαγνώσεις situs inversus παραμένουν εξαιρετικά σπάνιες παρά την αύξηση της επίπτωσης στα κέντρα αυτά που αναλύθηκαν μετά την έκρηξη του SARS-CoV-2.

 

 

Πηγη: https://www.healthreport.gr

Πρωτεΐνες της ανοσίας και πήξης μπορούν να βοηθήσουν στην αποκάλυψη της μακράς COVID

Δεν υπάρχει αιματολογικός τρόπος μέχρι σήμερα για να διαγνωστεί το σύνδρομο του μακροχρόνιου COVID-19 (long COVID). Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2024 στο διεθνές έγκριτο περιοδικό Science, η ομάδα συνέκρινε δείγματα αίματος από άτομα που βρέθηκαν θετικά στον COVID-19 με αυτά από υγιείς ενήλικες και βρήκε αξιοσημείωτες διαφορές στη σύνθεση των πρωτεϊνών σε άτομα με long COVID, σε αυτούς που ανάρρωσαν και σε αυτούς που δεν μολύνθηκαν ποτέ.

Οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα υπολογιστικό μοντέλο που προβλέπει πόσο πιθανό είναι ένα άτομο να αναπτύξει long COVID, με βάση μια ανάλυση περισσότερων από 6.500 πρωτεϊνών που βρέθηκαν στο αίμα.

Η Παθολόγος, Καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Βιολόγος Παναγιώτα Ζαχαράκη,  αναφέρουν ότι η ανάλυση δείχνει ότι οι πρωτεΐνες που εμπλέκονται στις ανοσολογικές αποκρίσεις, την πήξη του αίματος και τη φλεγμονή θα μπορούσαν να είναι βασικοί βιοδείκτες για τη διάγνωση και την παρακολούθηση του long COVID, η οποία επηρεάζει περίπου 65 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Το σύνδρομο αυτό συνδέεται με περισσότερα από 200 συμπτώματα, συμπεριλαμβανομένης της εγκεφαλικής θόλωσης, της καταβολής, του στηθαγχικού πόνου και της δύσπνοιας, τα οποία μπορεί να επιμείνουν για μήνες ή χρόνια μετά τη μόλυνση από SARS-CoV-2.

Η μελέτη αυτή περιελάμβανε 39 υγιείς ενήλικες που δεν είχαν βγει ποτέ θετικοί στον COVID-19 και 113 άτομα που είχαν βγει θετικοί, εκ των οποίων 40 είχαν long COVID. Από αυτούς, οι 22 είχαν ακόμη συμπτώματα 12 μήνες μετά το πρώτο θετικό τεστ. Οι ερευνητές ανέλυσαν 6.596 πρωτεΐνες σε 268 δείγματα αίματος, τα οποία συλλέχθηκαν από τους συμμετέχοντες μία φορά κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης και έξι μήνες μετά. Βρήκαν αρκετές διαφορές στο αίμα των ατόμων με μακροχρόνια COVID σε σύγκριση με εκείνων που δεν είχαν, συμπεριλαμβανομένης των διαφορετικών επιπέδων στις πρωτεΐνες που εμπλέκονται στην πήξη του αίματος και τη φλεγμονή.

Σε σύγκριση με υγιείς συμμετέχοντες και εκείνους που είχαν αναρρώσει πλήρως από τον COVID-19, τα άτομα με μακροχρόνια COVID είχαν χαμηλότερα επίπεδα μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται αντιθρομβίνη III, η οποία βοηθά στην πρόληψη θρόμβων αίματος και υψηλότερα επίπεδα των πρωτεϊνών θρομβοσπονδίνη-1 και του παράγοντα von Willebrand, πρωτείνες που  σχετίζονται με το σχηματισμό θρόμβων.

Όταν εξέτασαν τα κύτταρα του αίματος από ένα υποσύνολο συμμετεχόντων, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η έκφραση μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται CD41 στα λευκά αιμοσφαίρια ήταν χαμηλότερη σε υγιείς ανθρώπους και υψηλότερη σε άτομα που είχαν 12 μήνες μακρά COVID. Οι ερευνητές βρήκαν επίσης αυξημένη ενεργοποίηση του συστήματος του συμπληρώματος – μέρος της ανοσολογικής απόκρισης του σώματος που συνήθως βοηθά στην καταπολέμηση των λοιμώξεων – σε άτομα με μακρά COVID, τόσο κατά την αρχική μόλυνση όσο και έξι μήνες αργότερα. Τα άτομα με εξάμηνη μακρά COVID είχαν μειωμένα επίπεδα ορισμένων πρωτεϊνών που εμπλέκονται στο σύστημα του συμπληρώματος και αυξημένα επίπεδα άλλων, σε σύγκριση με πλήρως αναρρωμένους ή υγιείς συμμετέχοντες.

Όπως αναφέρεται στη μελέτη, η συννοσηρότητα και το διαφορετικό γενετικό προφίλ επηρεάζουν τους ανθρώπους, και η ετερογένεια του συνδρόμου αυτού πιθανώς σημαίνει ότι χρειάζεται μεγαλύτερη έρευνα στο θέμα αυτό. Δεν είναι ένας ενιαίος μηχανισμός που περιλαμβάνει όλα τα συμπτώματα. Χρειαζόμαστε περισσότερες αντίστοιχες μελέτες, ώστε να τροφοδοτηθεί περαιτέρω η έρευνα σχετικά με τις αποτελεσματικές θεραπευτικές αντιμετωπίσεις του μακροχρονίου COVID-19.
Πηγη: https://eportal.gr

Η μικροχλωρίδα του εντέρου επηρεάζει τη σοβαρότητα ιογενούς λοίμωξης του αναπνευστικού

Η σύνθεση της μικροχλωρίδας που βρίσκεται στο έντερο επηρεάζει το πόσο ευαίσθητα είναι τα ποντίκια σε λοιμώξεις από ιούς του αναπνευστικού και τη σοβαρότητα αυτών των λοιμώξεων, σύμφωνα με ερευνητές από το Κέντρο Μεταφραστικής Αντιιικής Έρευνας στο Ινστιτούτο Βιοϊατρικών Επιστημών, στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια.

Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Cell Host & Microbe, αναφέρουν ότι τα κατακερματισμένα νηματώδη βακτήρια ένα βακτηριακό είδος που βρίσκεται στα έντερα, προστάτευαν τα ποντίκια από τη μόλυνση από τον ιό της γρίπης, είτε αυτά τα βακτήρια αποκτήθηκαν φυσικά είτε χορηγήθηκαν.

Αυτή η προστασία έναντι της μόλυνσης ισχύει επίσης για τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV) και το σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο κορωνοϊού 2 (SARS-CoV-2), τον ιό που προκαλεί την COVID-19. Για να διατηρηθεί η προστασία, η μελέτη σημείωσε ότι τα κατακερματισμένα νηματοειδή βακτήρια χρειάζονταν τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος στους πνεύμονες που ονομάζονται βασικά εγκατεστημένα κυψελιδικά μακροφάγα.

Οι ερευνητές εξέτασαν ποντίκια με διακριτές διαφορές μικροβιώματος και ποντίκια που διέφεραν μόνο ως προς την παρουσία ή την απουσία κατακερματισμένων νηματωδών βακτηρίων. Οι τίτλοι του ιού στον πνεύμονα μετρήθηκαν αρκετές ημέρες μετά τη μόλυνση και διέφεραν σημαντικά ανάλογα με τη φύση του μικροβιώματος των διαφόρων ζωικών ομάδων.

«Αυτά τα ευρήματα αποκαλύπτουν περίπλοκες αλληλεπιδράσεις που συνδέουν μηχανιστικά την εντερική μικροχλωρίδα με τη λειτουργικότητα των κυψελιδικών μακροφάγων και τη σοβαρότητα της λοίμωξης από ιούς του αναπνευστικού», δήλωσε ο Andrew Gewirtz, συν-ανώτερος συγγραφέας της μελέτης.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι σε ποντίκια που δεν είχαν κατακερματισμένα νηματοειδή βακτήρια, τα βασικά κυψελιδικά μακροφάγα εξαντλήθηκαν γρήγορα καθώς προχωρούσε η λοίμωξη από τον αναπνευστικό ιό. Ωστόσο, σε ποντίκια αποικισμένα από τμηματικά νηματοειδή βακτήρια, τα βασικά κυψελιδικά μακροφάγα τροποποιήθηκαν για να αντισταθούν στην εξάντληση της μόλυνσης από τον ιό της γρίπης και στη φλεγμονώδη σηματοδότηση. Και απενεργοποίησαν τον ιό της γρίπης, σε μεγάλο βαθμό ενεργοποιώντας ένα συστατικό του ανοσοποιητικού συστήματος που αναφέρεται ως σύστημα συμπληρώματος (complement system).

«Βρίσκουμε αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η παρουσία ενός κοινού βακτηριακού είδους, ανάμεσα στα χιλιάδες διαφορετικά μικροβιακά είδη που κατοικούν στο έντερο του ποντικιού, είχε τόσο ισχυρές επιπτώσεις σε μοντέλα λοίμωξης από ιούς του αναπνευστικού και ότι τέτοιες επιπτώσεις οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στον επαναπρογραμματισμό των βασικών κυψελιδικών μακροφάγων», δήλωσε ο Richard Plemper, συγγραφέας της μελέτης. «Εάν ισχύουν για ανθρώπινες λοιμώξεις, αυτά τα ευρήματα θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη μελλοντική εκτίμηση του κινδύνου ενός ασθενούς για σοβαρή ασθένεια. Θεωρούμε πολύ απίθανο τα κατακερματισμένα νηματοειδή βακτήρια να είναι το μόνο μικρόβιο του εντέρου που μπορεί να επηρεάσει τον φαινότυπο των κυψελιδικών μακροφάγων και, κατά συνέπεια, την τάση για μόλυνση από ιό του αναπνευστικού».
Πηγη: https://eportal.gr/

Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών αυξάνει τα προβλήματα μνήμης

Τι έδειξε νέα μελέτη σε μεσήλικες γυναίκες οι οποίες έπασχαν από το σύνδρομο. Τι λένε οι ερευνητές.

Οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών μπορεί να έχουν περισσότερες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν προβλήματα μνήμης και σκέψης στη μέση ηλικία, αναφέρουν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Σαν Φρανσίσκο (UCSF).

Παρακολουθώντας επί τρεις δεκαετίες περισσότερες από 900 γυναίκες, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως όσες έπασχαν από το σύνδρομο είχαν χειρότερες επιδόσεις σε τρία από τα πέντε τεστ νοητικών δεξιοτήτων στα οποία υποβλήθηκαν.

Η νόσος των πολυκυστικών ωοθηκών είναι μία συχνή ενδοκρινική διαταραχή. Αν και η ονομασία της υποδηλώνει την ύπαρξη κύστεων στις ωοθήκες, δεν τις έχουν όλες οι γυναίκες. Και αυτό, διότι για να διαγνωστεί πρέπει να πληρούνται ορισμένα από τα λεγόμενα κριτήρια του Rotterdam.

Τα κριτήρια αυτά είναι τρία. Για να διαγνωστεί μία γυναίκα με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών πρέπει να πληροί τουλάχιστον τα δύο. Επομένως, μπορεί να μην έχει κύστεις στις ωοθήκες της, δεδομένου ότι τα τρία κριτήρια είναι:

  1. Ασταθής εμμηνόρροια ή/και
  2. Υπερπαραγωγή ανδρογόνων (είναι οι ορμόνες του ανδρικού φύλου) ή/και
  3. Πολλαπλές κύστεις στις ωοθήκες.

Η νόσος προκαλεί πολλαπλά συμπτώματα στις ασθενείς, στα οποία συμπεριλαμβάνονται:

  • Αυξημένη τριχοφυΐα στο πρόσωπο και άλλα σημεία του σώματος
  • Παχυσαρκία
  • Ακμή των ενηλίκων
  • Υπογονιμότητα
  • Φτωχή μεταβολική υγεία

Η νέα μελέτη

«Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών προσβάλλει μία στις δέκα γυναίκες», αναφέρει η επικεφαλής ερευνήτρια Dr. Heather G. Huddleston, καθηγήτρια Αναπαραγωγικής Ενδοκρινολογίας στο UCSF. «Έχει σχετισθεί με μεταβολικές νόσους όπως η παχυσαρκία και ο διαβήτης τύπου 2. Λίγα όμως είναι γνωστά για τις επιδράσεις του στην υγεία του εγκεφάλου».

Το κενό αυτό θέλησε να καλύψει η νέα μελέτη. Τα ευρήματά της δημοσιεύονται στην ιατρική επιθεώρηση Neurology. Οι ερευνητές ενέταξαν στη μελέτη 907 εθελόντριες, οι 66 εκ των οποίων (το 7,1%) είχαν το σύνδρομο.

Η μελέτη άρχισε την περίοδο 1985-1986, όταν οι γυναίκες είχαν ηλικία 18-30 ετών. Τρεις δεκαετίες αργότερα, όταν πια ήταν 48-60 ετών, οι επιστήμονες τους ζήτησαν να υποβληθούν σε τεστ αξιολόγησης των νοητικών δεξιοτήτων τους. Μερικές έκαναν επίσης μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου.

Τα ευρήματα

Οι ερευνητές διαπίστωσαν πως σε σύγκριση με τις συνομήλικές τους χωρίς το σύνδρομο, όσες έπασχαν από αυτό είχαν χαμηλότερες επιδόσεις στα τεστ:

  • Μνήμης
  • Προσοχής
  • Γλωσσικών δεξιοτήτων

Είχαν επίσης μειωμένη κλασματική ανισοτροπία της λευκής ουσίας του εγκεφάλου τους. Η κλασματική ανισοτροπία δείχνει πόσο ομοιόμορφα κατανεμημένο είναι το νερό κατά μήκος των νευρικών κυττάρων. Η κατανομή αυτή είναι δείκτης της δομικής υγείας της λευκής ουσίας του εγκεφάλου.

Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι το σύνδρομο σχετίζεται με μειωμένη μνήμη και ικανότητα σκέψης στη μέση ηλικία, καθώς και με αδιόρατες αλλοιώσεις στον εγκέφαλο. Οι αλλοιώσεις αυτές μπορεί να έχουν αντίκτυπο στην καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής, δήλωσε η Dr. Huddleston.

Επειδή, όμως, η μελέτη ήταν μικρή, τα α ευρήματά της πρέπει να επαληθευτούν σε μεγαλύτερες για να θεωρηθούν οριστικά.

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

CoViD, βιταμίνη D, συνήθειες ζωής – Η σχέση τους με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα [μελέτη]

Τι αναφέρει ομάδα Ελλήνων επιστημόνων σε πρόσφατη δημοσίευση. Ποιοι παράγοντες ευνoούν την εκδήλωση της νόσου.

Στη σχέση παθογόνων, όπως ο κορωνοϊός και συνηθειών, όπως το κάπνισμα και η διατροφή, με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, διερεύνησαν Έλληνες επιστήμονες.

Η σχετική μελέτη δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Mediterranean Journal of Rheumatology. Υπογράφεται από τη ρευματολόγο Αλίκη Βενετσανοπούλου, τον γενικό γιατρό Γιάννη Αλαμάνο, την καθηγήτρια Παθολογίας Παρασκευή Βούλγαρη και τον καθηγητή Ρευματολογίας Αλέξανδρο Δρόσο, από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και το Ινστιτούτο Επιδημιολογίας, Προληπτικής Ιατρικής της Κέρκυρας.

Όπως αναφέρει η συνταντική ομάδα, η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια διαδεδομένη χρόνια φλεγμονώδης νόσος. Προσβάλλει κυρίως γυναίκες, με αναλογία γυναικών προς άντρες 3 προς 1, είναι αυτοάνοση και επηρεάζει περίπου το 0,5% έως 1% του ενήλικού πληθυσμού.

Η ανασκόπησή τους αποβλέπει στην αναζήτηση των γενετικών παραγόντων και τρόπου ζωής που σχετίζονται με τη νόσο.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η ρευματοειδής αρθρίτιδα έχει πολυπαραγοντική αιτιολογία και μπορεί να θεωρηθεί το τελικό αποτέλεσμα μιας αλληλεπίδρασης μεταξύ επιγενετικών διεργασιών και περιβαλλοντικών παραγόντων, που δρουν σε άτομα με γενετική προδιάθεση.

Στον ορό ασθενών, έχουν εντοπιστεί αρκετά αυτοαντισώματα, συμπεριλαμβανομένων του ρευματοειδούς παράγοντα. Ο ρόλος των αυτοαντισωμάτων είναι κρίσιμος, καθώς μπορεί να σχηματίσουν ανοσοσυμπλέγματα στην άρθρωση που συμβάλλουν στις φλεγμονώδεις διεργασίες που οδηγούν σε βλάβη του αρθρικού χόνδρου.

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα παρουσιάζει ένα ισχυρό γενετικό υπόβαθρο. Μελέτες έχουν αποκαλύψει ότι η κληρονομικότητα της νόσου, ανεξάρτητα από περιβαλλοντικούς παράγοντες, φθάνει σχεδόν στο 60% σε περιπτώσεις ασθενών με αντισώματα κατά της κιτρουλινωμένης πρωτεΐνης.

Γυναίκες

Μελέτες δείχνουν ότι οι γυναίκες έχουν περίπου δύο έως τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν αντισώματα κατά της κιτρουλινωμένης πρωτεΐνης από τους άνδρες. Έχουν, επίσης, μια πιο επιθετική πορεία της νόσου με μεγαλύτερη δραστηριότητα και αναπηρία.

Η βελτίωση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και η σαφής αύξηση του επιπολασμού της ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε γυναίκες κατά την εμμηνόπαυση, οδήγησαν στην υπόθεση ότι οι ορμονικοί παράγοντες παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη της νόσου.

Αν και τα δημοσιευμένα δεδομένα είναι αντικρουόμενα, η μείωση των επιπέδων οιστρογόνων και προγεστερόνης μετά τον τοκετό και την εμμηνόπαυση φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο και τη σοβαρότητα της νόσου.

Από την άλλη, ο θηλασμός σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ρευματοειδούς αρθρίτιδας, ανεξάρτητα από τη διάρκειά του.

Μειωμένος κίνδυνος έχει βρεθεί σε γυναίκες που λάμβαναν αντισυλληπτικά, ενώ η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης σχετίζεται με μικρή, αλλά σημαντική αύξηση του κινδύνου.

Περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η κλιματική αλλαγή, η ρύπανση και τα μικρόβια, μπορούν να οδηγήσουν σε χρόνιες ασθένειες, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα.

Οι κακές επιλογές τρόπου ζωής, όπως το κάπνισμα και η κακή διατροφή μπορούν επίσης να συμβάλουν σε χρόνιες ασθένειες. Ο υποκείμενος μηχανισμός αυτής της επίδρασης είναι ελάχιστα κατανοητός και απαιτείται περισσότερη έρευνα για την ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών πρόληψης και την προώθηση πιο υγιεινών τρόπων ζωής.

Μολυσματικοί παράγοντες

Διαφορετικά παθογόνα μπορεί να προκαλέσουν αυτοανοσία. Οι μελέτες για ρευματοειδή αρθρίτιδα μετά από έκθεση σε ιό είναι λίγες και δεν είναι καλής ποιότητας.

Προηγούμενη λοίμωξη από παρβοϊό και ηπατίτιδα C σχετίζονται με την εμφάνιση της νόσου, ενώ οι λοιμώξεις από κυτταρομεγαλοϊό και τον ιό της ηπατίτιδας Β δεν σχετίζονται.

Η μόλυνση με τον ιό Epstein-Barr έχει αναφερθεί ότι συμβάλλει στην παθογένεση, αλλά πρόσφατη μετα-ανάλυση δεν έδειξε ότι η προηγούμενη λοίμωξη προδιαθέτει την ανάπτυξη ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Ο ιός Chikungunya σχετίζεται με επίμονη φλεγμονώδη αρθρίτιδα με κλινικά χαρακτηριστικά αρθρίτιδας παρόμοια με εκείνα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Σχετικά με την CoVID, τα δεδομένα είναι περιορισμένα. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ρευματοειδούς αρθρίτιδας μετά από λοίμωξη, αλλά δεν είναι βέβαιο εάν συνδέονται με τον κορωνοϊό ή είναι τυχαίες. Υπάρχουν, ωστόσο, ενδείξεις ότι ο SARS-CoV-2 μπορεί να διαταράξει την ανοσολογική ανοχή.

Μελέτες σε ανθρώπους και ζώα έχουν οδηγήσει στην εκτίμηση πως μικροβιώματα, όπως το Aggregatibacter actinomycetemcomitans, το Porphyromonas gingivalis (P. gingivalis), το Proteus mirabilis και το μυκόπλασμα συμβάλλουν στην αιτιοπαθογένεση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Μεταξύ αυτών, το P. gingivalis πιστεύεται ότι είναι ένας σημαντικός μολυσματικός παράγοντας σε άτομα με περιοδοντική νόσο, η οποία έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Ρύπανση

Η περιβαλλοντική ατμοσφαιρική ρύπανση προέρχεται κυρίως από τη χρήση και την παραγωγή ενέργειας. Οι ρύποι με τα πιο ουσιαστικά στοιχεία για ανησυχίες για τη δημόσια υγεία περιλαμβάνουν τα σωματίδια, το όζον, το μονοξείδιο του άνθρακα, το διοξείδιο του αζώτου, το διοξείδιο του θείου και τον μόλυβδο.

Οι συνέπειες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στον άνθρωπο εξαρτώνται από τον τύπο του ρύπου, τη διάρκεια και το επίπεδο έκθεσης, τις σωρευτικές επιπτώσεις σε περίπτωση πολλαπλών ρύπων και τα ζητήματα υγείας κάθε ατόμου.

Η παθοφυσιολογία που συνδέει την περιβαλλοντική ατμοσφαιρική ρύπανση και την ανάπτυξη αυτοάνοσων ασθενειών εμπλέκει τον πνεύμονα ως όργανο έναρξης αυτοανοσίας.

Η διαβίωση σε περιοχές με ατμοσφαιρική ρύπανση έχει συσχετιστεί με υψηλότερη πιθανότητα εμφάνισης ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Κάπνισμα

Το κάπνισμα είναι ένα από τα σημαντικότερα θέματα για ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, καθώς έχει σημαντική επίδραση στις ανοσολογικές αποκρίσεις.

Αυξάνει το οξειδωτικό στρες του σώματος, παρεμβαίνει στην απόπτωση, προκαλεί προφλεγμονώδεις διεργασίες, κιτρουλίωση και επιγενετικές αλλαγές, όπως η μεθυλίωση του DNA.

Ενεργοί και πρώην καπνιστές διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο, ενώ μεγαλύτερη είναι η απειλή για καπνιστές με γενετικό υπόβαθρο.

Η διακοπή του καπνίσματος θα μπορούσε να καθυστερήσει ή να αποτρέψει τη νόσο.

Αλκοόλ

Η χαμηλή έως μέτρια κατανάλωση αλκοόλ σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Μια μετα-ανάλυση που βασίζεται σε οκτώ προοπτικές μελέτες έδειξε ότι ο αντίκτυπος της κατανάλωσης αλκοόλ μπορεί να ακολουθεί μια καμπύλη, ανάλογα με την ποσότητα αλκοόλ που καταναλώνεται.

Έχει αναφερθεί, επίσης, συνέργεια μεταξύ αλκοόλ και καπνίσματος.

Βιταμίνη D

Η βιταμίνη D, ως λιποδιαλυτή βιταμίνη και προ-ορμόνη στεροειδούς, πιστεύεται ότι έχει ανοσοτροποποιητική δράση.

Μελέτη έχει δείξει ότι η πρόσληψη βιταμίνης D έχει αντιστρόφως συσχετιστεί με τον κίνδυνο ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Συμπληρώματα βιταμίνης D για πέντε χρόνια, με ή χωρίς ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν τη συχνότητα εμφάνισης μιας αυτοάνοσης νόσου, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης κατά 40% της συχνότητας εμφάνισης ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Ορισμένες μελέτες δείχνουν, επίσης, αρνητική συσχέτιση μεταξύ της βιταμίνης D ορού και της δραστηριότητας της νόσου.

Διατροφή

Η σωστή διατροφή, γενικά, έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζει έντονα τα αυτοάνοσα νοσήματα και έχει προστατευτική επίδραση στην ανάπτυξη και την κλινική έκφραση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Από την άλλη πλευρά, η υψηλή κατανάλωση νατρίου και κόκκινου κρέατος, που είναι πιο τυπικά στη δυτική διατροφή, έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο φλεγμονώδους πολυαρθρίτιδας ή ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Η δυτικού τύπου δίαιτα σχετίζεται, επίσης, με αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας, που ορίζεται ως η μη φυσιολογική συσσώρευση λίπους στο ανθρώπινο σώμα και θεωρείται σημαντικός συνολικός κίνδυνος για την υγεία και πιθανός κίνδυνος για ρευματοειδή αρθρίτιδα.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/