Ποια η επίδραση της λοίμωξης covid-19 στην υπογονιμότητα των ανδρών

Η  λοίμωξη covid-19 επηρεάζει τη γονιμότητα, αφού μειώνει τον αριθμό των σπερματοζωαρίων και την ποιότητά τους. Το 50% των ανδρών περίπου είχαν 57% χαμηλότερο συνολικό αριθμό σπερματοζωαρίων απ’ ότι πριν νοσήσουν σε μελέτη που διεξήγαγαν Ισπανοί ερευνητές.

Οι νοσούντες επιπλέον καθυστερούσαν  στη δημιουργία νέου σπέρματος (για την οποία απαιτούνται 78 ημέρες) θα επανέφερε την ποιότητα και τη συγκέντρωση σπέρματος, αυτό δεν συνέβη. Γι’ αυτό απαιτούνται μεγαλύτερες και μακροπρόθεσμες μελέτες για να διαπιστωθεί αφενός εάν οι αρνητικές επιπτώσεις της λοίμωξης μπορούν να έχουν  μόνιμο χαρακτήρα και εάν αυτή επηρεάζει τη γονιμότητα και αφετέρου να βρεθεί ο μηχανισμός που ο SARS-CoV-2 επηρεάζει τους όρχεις και το σπέρμα. Τα στοιχεία παρουσιάστηκαν στο 39ο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας (ESHRE).

Η μελέτη

Σε αυτήν συμμετείχαν 45 άνδρες, μέσης ηλικίας 31 ετών, που παρακολουθούνταν από έξι κλινικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Όλοι είχαν επιβεβαιωμένα περάσει ήπιας μορφής COVID-19  και οι κλινικές διέθεταν δεδομένα από την ανάλυση δειγμάτων σπέρματος που είχαν ληφθεί πριν από τη μόλυνση των ανδρών. Ένα άλλο δείγμα σπέρματος ελήφθη μεταξύ 17 και 516 ημερών μετά από τη μόλυνση. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δειγμάτων πριν και μετά από την COVID-19 ήταν κατά μέσο όρο 238 ημέρες.

Οι ερευνητές ανέλυσαν όλα τα δείγματα που ελήφθησαν έως και 100 ημέρες μετά από τη λοίμωξη και στη συνέχεια ανέλυσαν ένα υποσύνολο δειγμάτων που ελήφθησαν μετά από 100 και πλέον ημέρες.

Πορίσματα

  • Μείωση στον όγκο και στη συγκέντρωση του σπέρματος, στον αριθμό των σπερματοζωαρίων, στη συνολική κινητικότητά τους, καθώς και στον αριθμό των ζωντανών σπερματοζωαρίων.
  • Κινητικότητα και ο συνολικός αριθμός σπερματοζωαρίων επηρεάστηκαν περισσότερο.
  • Το 50% των ανδρών περίπου είχαν 57% χαμηλότερο συνολικό αριθμό σπερματοζωαρίων απ’ ότι πριν νοσήσουν.

«Η έρευνα υπογραμμίζει τη σημασία της μακροχρόνιας παρακολούθησης των ασθενών μετά από μια λοίμωξη COVID-19, ακόμη και αν πρόκειται για ήπια. Και πέραν αυτής όμως οι άνδρες που διαπιστώνουν ότι οι προσπάθειές τους να αποκτήσουν παιδί δεν ευοδώνονται μετά από εύλογο χρονικό διάστημα, πρέπει να απευθύνονται στον ουρολόγο τους ώστε να διενεργηθούν εξετάσεις» εξηγεί ο  χειρουργός Ανδρολόγος Ουρολόγος δρ Αναστάσιος Λιβάνιος.

Εξετάσεις

Το Σπερμοδιάγραμμα είναι η ανάλυση σπέρματος με την οποία  αξιολογούνται η συγκέντρωση (αριθμός),η κινητικότητα  και η μορφολογία (σχήμα) των σπερματοζωαρίων, σύμφωνα με τον ειδικό.  Από τα αποτελέσματα μπορεί να διαπιστωθούν τυχόν διαταραχές, στις οποίες περιλαμβάνονται η αζωοσπερμία, η ολιγοσπερμία, η ασθενοσπερμία και η τερατοσπερμία, καθεμία από τις οποίες μπορεί να ευθύνεται για την υπογονιμότητα του άνδρα. «Το εργαστήριο όπου γίνεται η ανάλυση, εξετάζει επίσης το σπέρμα και για λοιμώξεις» σημειώνει ο κ. Λιβάνιος.

Πρόσθετες  εξετάσεις, είναι αιματολογικές, υπερηχογράφημα όσχεου, διορθικό υπερηχογράφημα, ανάλυση ούρων μετά την εκσπερμάτιση, βιοψία όρχεων και άλλες πιο εξειδικευμένες.

«Ανάλογα με την αιτία της υπογονιμότητας συστήνονται τρόποι  και θεραπείες που μπορούν αυξήσουν τα ποσοστά γονιμότητας. Μεταξύ αυτών η λήψη αντιβίωσης εάν η υπογονιμότητα προκαλείται από κάποια λοίμωξη, η ορμονοθεραπεία, η αντιμετώπιση προβλημάτων σεξουαλικής επαφής (π.χ. στυτική δυσλειτουργία) και η χειρουργική επέμβαση. Όταν το πρόβλημα οφείλεται σε προβλήματα χαμηλού αριθμού σπερματοζωαρίων ή χαμηλής κινητικότητας, η μέθοδος ICSI μπορεί να χαρίσει τον πολυπόθητο απόγονο»,  διευκρινίζει ο δρ Λιβάνιος.

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Ανησυχία μετά από μελέτη για τη συσχέτιση της COVID-19 τις πρώτες εβδομάδες κύησης με συγγενείς ανωμαλίες του εμβρύου

Εύλογη ανησυχία προκαλεί μία νέα μελέτη που συσχετίζει την COVID-19 κατά τις πρώτες εβδομάδες κύησης με συγγενείς ανωμαλίες του εμβρύου.

Πριν λίγες εβδομάδες στο πολύ έγκριτο διεθνές περιοδικό NEJM (New England Journal of Medicine) δημοσιεύθηκε ερευνητική μελέτη λόγω της αύξησης του αριθμού των περιπτώσεων εμβρυϊκής αναστροφής οργάνων που διαγνώστηκαν μέσω υπερηχογραφήματος στην Κίνα, αρκετούς μήνες μετά την άρση των μέτρων σχετικά με την COVID.

Η αναστροφή οργάνων (situs inversus), συμπεριλαμβανομένης της ολικής αναστροφής οργάνων (situs inversus totalis- δεξιοκαρδία), και του μερικού situs inversus (με λεβοκαρδία), είναι μια σπάνια συγγενής κατάσταση στην οποία η σπλαχνική οργάνωση αναστρέφεται σε σύγκριση με την φυσιολογική ανάπτυξη οργάνων.

Η Παθολόγος, Καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Βιολόγος Παναγιώτα Ζαχαράκη, αναφέρουν ότι προσδιορίστηκε η συχνότητα εμφάνισης αναστροφής οργάνων από τον Ιανουάριο του 2014 έως τον Ιούλιο του 2023 χρησιμοποιώντας κλινικά δεδομένα από δύο μαιευτικά κέντρα σε διαφορετικές περιοχές της Κίνας.

Κατά τους πρώτους 7 μήνες του 2023, η συχνότητα εμφάνισης του situs inversus (που διαγνώστηκε με υπερηχογράφημα ρουτίνας σε ηλικία κύησης περίπου 20 έως 24 εβδομάδων) σε αυτά τα κέντρα ήταν τέσσερις φορές υψηλότερη από τη μέση ετήσια επίπτωση από το 2014 έως το 2022 (Η επίπτωση κορυφώθηκε τον Απρίλιο του 2023 και παρέμεινε αυξημένη μέχρι τον Ιούνιο του 2023).

Συνολικά, εντοπίστηκαν 56 περιπτώσεις αναστροφής οργάνων από τον Ιανουάριο του 2023 έως τον Ιούλιο του 2023 (52 περιπτώσεις αναστροφής οργάνων και 4 περιπτώσεις μερικής αναστροφής οργάνων).

Η αύξηση ακολούθησε την έκρηξη των λοιμώξεων από τον SARS-CoV-2 με σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο που σημειώθηκε μετά τη διακοπή των μέτρων. Αυτό το κύμα, το οποίο τελικά εκτιμήθηκε ότι επηρεάζει περίπου το 82% του πληθυσμού στην Κίνα, ξεκίνησε στις αρχές Δεκεμβρίου 2022, κορυφώθηκε γύρω στις 20 Δεκεμβρίου 2022 και τελείωσε στις αρχές Φεβρουαρίου 2023. Αν και δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με την αιτιότητα, οι παρατηρήσεις μας προτείνουν πιθανή σχέση μεταξύ της λοίμωξης SARS-CoV-2 και της εμβρυϊκής αναστροφής οργάνων που απαιτεί περαιτέρω μελέτη.

Η εμβρυϊκή αναστροφή οργάνων έχει συνδεθεί με αλλαγές που συμβαίνουν κατά τις πρώτες εβδομάδες της κύησης. Αν και το θέμα της μετάδοσης του SARS-CoV-2 στο έμβρυο είναι ακόμη προϊόν επιστημονικής διχογνωμίας, η εμβρυϊκή λοίμωξη νωρίς στην κύηση θα μπορούσε υποθετικά να οδηγήσει τις σπλαχνικές αλλαγές.

Εναλλακτικά, οι μητρικές φλεγμονώδεις αποκρίσεις μπορεί να επηρεάσουν έμμεσα τη λειτουργία των αναπτυξιακών ρυθμιστών και να αποτρέψουν τη σωστή σπλαχνική πλευροποίηση. Απαιτείται περαιτέρω ανάλυση για να επαληθευτεί ότι γενετικές ανωμαλίες σε γονίδια που μπορεί να μην είχαν ανιχνευθεί κατά τον προγεννητικό γενετικό έλεγχο δεν συνέβαλαν στη συχνότητα αυτών των περιπτώσεων, και για την αξιολόγηση της πιθανής συμβολής περιβαλλοντικών παραγόντων.

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι διαγνώσεις situs inversus παραμένουν εξαιρετικά σπάνιες παρά την αύξηση της επίπτωσης στα κέντρα αυτά που αναλύθηκαν μετά την έκρηξη του SARS-CoV-2.

 

 

Πηγη: https://healthstories.gr

Το ασβέστιο θα μπορούσε να είναι το «κλειδί» για τη θεραπεία του καρκίνου – Επιστήμονες δημιουργούν ένα ισχυρό αντικαρκινικό φάρμακο

Άλλο ένα καλό νέο από τους επιστήμονες που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στη «μάχη» κατά του καρκίνου. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Ewha Womens, στη Σεούλ της Νότιας Κορέας, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ισχυρή χημική σύνθεση που μπορεί να «εξολοθρεύσει» τα καρκινικά κύτταρα, όπως αποκαλύπτουν τα ευρήματα του περιοδικού «Angewandte Chemie».

Οι επιστήμονες δημιούργησαν ένα νέο φάρμακο κατά του καρκίνου, ελέγχοντας τα επίπεδα ασβεστίου στα κύτταρα, δηλαδή το «κλειδί» για μια «αντικαρκινική» φόρμουλα. Συνήθως, τα πολλά ιόντα ασβεστίου είναι επιβλαβή και μπορούν να προκαλέσουν «ασφυξία» σε στοιχεία της υγιούς κυτταρικής σύνθεσης, όπως τα μιτοχόνδρια.

Έτσι, λοιπόν, οι επιστήμονες βρήκαν έναν τρόπο να χρησιμοποιήσουν αυτή την επιβλαβή υπερβολική εισροή για να αποκρούσουν και να καταστρέψουν τα καρκινικά κύτταρα στο σώμα μέσω αυτού που αποκαλούν «καταιγίδα ασβεστίου».

πΗΓΗ: https://www.msn.com

Μπορεί να μεταδοθεί η νόσος Αλτσχάιμερ; Μελέτη έδειξε ότι εξαπλώθηκε από ενέσεις που έγιναν σε παιδιά- Σοκαριστικά νέα στοιχεία

Μεγάλη ανησυχία έχουν προκαλέσει επιστημονικές μελέτες που εγείρουν ερωτηματικά σχετικά με το εάν η νόσος Αλτσχαίμερ μπορεί να μεταδοθεί. Ανάμεσα σε αυτές είναι μια μελέτη σε παιδιά που είχαν πάρει αυξητική ορμόνη.

Η πρακτική της ένεσης σε παιδιά με αυξητική ορμόνη που εξάγεται από τους εγκεφάλους νεκρών ανθρώπων έχει εγκαταλειφθεί εδώ και πολύ καιρό -με βάσιμα επιχειρήματα.

Περίπου 200 παιδιά που υποβλήθηκαν σε αυτή τη διαδικασία μεταξύ 1959 και 1985 για τη θεραπεία του χαμηλού τους αναστήματος εμφάνισαν τη νόσο Creutzfeldt-Jakob δεκαετίες αργότερα -μια θανατηφόρα, εκφυλιστική κατάσταση του εγκεφάλου που προκαλείται από μια κακώς σχηματισμένη πρωτεΐνη γνωστή ως πράιον.

Τώρα, μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature Medicine προσέφερε περισσότερες αποδείξεις ότι αυτές οι ενέσεις μπορεί επίσης να έχουν προκαλέσει τη νόσο Αλτσχάιμερ. Τέτοιες μεταδόσεις της νόσου Αλτσχάιμερ από άτομο σε άτομο θα ήταν εξαιρετικά σπάνιες καθώς απαιτούν άμεση επαφή με εγκεφαλικό υγρό.

Ωστόσο, τα όργανα που χρησιμοποιούνται στη νευροχειρουργική θα πρέπει να απολυμαίνονται για να αποφευχθεί η μεταφορά των πρωτεϊνών της νόσου Αλτσχάιμερ μεταξύ ασθενών, λένε οι ερευνητές. Οι τυπικές τεχνικές απολύμανσης όπως το βράσιμο, το στέγνωμα ή η διαβροχή σε φορμαλδεΰδη δεν αφαιρούν τις πρωτεΐνες πράιον.

Οι ενέσεις αυξητικές ορμόνης μπορεί να έχουν προκαλέσει μετάδοση της άνοιας

Ο νευρολόγος John Collinge από το Institute of Prion Diseases του University College του Λονδίνου και οι συνεργάτες του υποπτεύονται εδώ και αρκετό καιρό ότι οι ενέσεις αυξητικής ορμόνης που προέρχεται από την υπόφυση πτωμάτων μπορεί να έχουν μεταδώσει άνοια.

Παρακολουθούσαν τις παραπομπές στην Εθνική Κλινική Prion του Ηνωμένου Βασιλείου για να δουν εάν εμφανίζονται σημάδια γνωστικής εξασθένησης σε άτομα που έκαναν αυτές τις ενέσεις αλλά δεν πέθαναν από τη νόσο Creutzfeldt-Jakob.

Η ομάδα αναφέρει ότι πέντε στα οκτώ άτομα που έλαβαν αυτές τις πλέον απαγορευμένες ενέσεις ως παιδιά ανέπτυξαν συμπτώματα που συνάδουν με τη νόσο Αλτσχάιμερ στα 30, 40 και 50 τους. Από τα υπόλοιπα τρία άτομα στη μελέτη, το ένα είχε ήπια γνωστική εξασθένηση, το ένα είχε γνωστικά συμπτώματα και το άλλο ήταν ασυμπτωματικό.

Ο αναδρομικός χαρακτήρας της μελέτης ήταν τέτοιος που ο καθένας υποβλήθηκε σε διαφορετική σειρά δοκιμών. Ωστόσο, υπήρχαν ενδείξεις βιοδεικτών του Αλτσχάιμερ και ατροφίας του εγκεφάλου σε όλη την κοόρτη που υποδηλώνουν τη νόσο.

Η παρουσία πρώιμης άνοιας σε αυτά τα άτομα δεν μπορούσε εύκολα να εξηγηθεί από άλλους παράγοντες, όπως η διανοητική αναπηρία της παιδικής ηλικίας, η κρανιακή ακτινοθεραπεία, οι υποκείμενες ιατρικές παθήσεις ή η ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης, σκέφτηκαν οι συγγραφείς.

Παρουσία της πρωτεΐνης που προκαλεί το Αλτσχάιμερ στις ενέσεις ορμονών

Τα αποτελέσματα βασίζονται σε μια προηγούμενη μελέτη που έδειξε ότι τα αρχειακά δείγματα αυτών των ενέσεων ορμονών περιείχαν β-αμυλοειδές -την πρωτεΐνη που πιστεύεται ότι είναι ο αιτιολογικός παράγοντας πίσω από τη νόσο Αλτσχάιμερ.

Σε μια μελέτη αυτοψίας, άτομα που είχαν λάβει αυτές τις ενέσεις και στη συνέχεια πέθαναν από τη νόσο Creutzfeldt-Jakob, βρέθηκαν να έχουν εναποθέσεις β-αμυλοειδούς στον εγκέφαλό τους.

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι προκαλεί τη νόσο Αλτσχάιμερ. Αυτό το σύνολο της έρευνας είναι ριζοσπαστικό καθώς υποδηλώνει ότι η νόσος Αλτσχάιμερ μοιάζει με πράιον, με σπόρους εκφυλισμένων πρωτεϊνών που προκαλούν μια αλυσιδωτή αντίδραση σε όλο τον εγκέφαλο.

Αυτό θα τοποθετούσε τη νόσο Αλτσχάιμερ στην ίδια κατηγορία με άλλες ασθένειες πράιον, όπως η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (Νόσος των τρελών αγελάδων) και το kuru, μια ασθένεια του εγκεφάλου που σχετιζόταν με την τελετουργική κατανάλωση αποθανόντων στην Παπούα Νέα Γουινέα, μια πρακτική που σταμάτησε στα τέλη της δεκαετίας του 1950.

«Ο βαθμός στον οποίο οι μηχανισμοί που μοιάζουν με πράιον εμπλέκονται στην παθογένεση του Αλτσχάιμερ μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στις θεραπευτικές στρατηγικές», γράφουν καταληκτικά οι ερευνητές.

 

 

Πηγη: https://www.oloygeia.gr/

Μεταγγίσεις: Ερευνητές εντοπίζουν νέο βιοδείκτη στην ποιότητα της αιμοδοσίας

«Μελέτες όπως αυτή είναι κρίσιμες για τη διασφάλιση ενός βιώσιμου μέλλοντος στην ιατρική των μεταγγίσεων, προσδιορίζοντας βιοδείκτες που υποδεικνύουν ποιο αίμα θα ήταν πιο αποτελεσματικό, καθώς η σπανιότητα εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα για εκατομμύρια ασθενείς που βασίζονται στις μεταγγίσεις.

Μεταγγίσεις: Μια συλλογική ομάδα ερευνητών, με επικεφαλής τον καθηγητή της Ιατρικής Πανεπιστημιούπολης του Πανεπιστημίου του Κολοράντο Anschutz, Angelo D’Alessandro, εντόπισε την κυνουρενίνη ως έναν κρίσιμο νέο βιοδείκτη στην ποιότητα των αποθηκευμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων (RBCs), ένα κρίσιμο βήμα στην ανάπτυξη πιο εξατομικευμένων μεταγγίσεων. Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύονται στο περιοδικό Blood. Η μετάγγιση ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι μια από τις πιο κοινές ενδονοσοκομειακές ιατρικές διαδικασίες, δεύτερη μετά τον εμβολιασμό. Η παροχή αίματος εξαρτάται από αλτρουιστές αιμοδότες και τα δωρεάν RBC αποθηκεύονται σε τράπεζες αίματος για έως και 42 ημέρες μέχρι τη μετάγγιση.

Ο καθορισμός και ο χαρακτηρισμός των κριτηρίων για την κατάλληλη αποθήκευση ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι ένα ανεξερεύνητο συστατικό της ιατρικής για τη μετάγγιση και η ποιότητα των αποθηκευμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι κρίσιμη για μια επιτυχημένη μετάγγιση. Ο χρόνος είναι ένας παράγοντας, καθώς η αποτελεσματικότητα των ερυθρών αιμοσφαιρίων μειώνεται όσο περισσότερο αποθηκεύονται. Στη μελέτη τους, οι ερευνητές διερεύνησαν πώς διάφοροι βιοδείκτες, όπως η ηλικία του δότη, το φύλο και ο ΔΜΣ, κάνουν τη διαφορά στην αποθήκευση του αίματος. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι το αίμα με υψηλά επίπεδα κυνουρενίνης, ενός μεταβολίτη που παίζει κρίσιμο ρόλο στην ανοσολογική απόκριση που βρίσκεται κυρίως σε συμμετέχοντες με υψηλό ΔΜΣ, σε άνδρες δότες και σε μεγαλύτερες γυναίκες δότριες, είναι δείκτης ευθραυστότητας, ο οποίος επηρεάζει την ευαισθησία των κυττάρων σε ρήξη. Το αίμα με υψηλότερα επίπεδα κυνουρενίνης είναι πιο πιθανό να διασπαστεί γρηγορότερα. Κατά την ταξινόμηση των μονάδων αίματος με βάση τα επίπεδα αυτού του νέου βιοδείκτη, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η ποιότητα του αίματος εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του δότη εξίσου ή περισσότερο από τον χρόνο που αποθηκεύτηκε στην τράπεζα αίματος. «Η μετάγγιση αίματος είναι ο ακρογωνιαίος λίθος των σύγχρονων ιατρικών πρακτικών, με περισσότερες από 100 εκατομμύρια μονάδες που χρησιμοποιούνται ετησίως σε συνθήκες που εξαρτώνται από τη ζωή και σώζουν ζωές», λέει ο D’Alessandro. “Η έρευνά μας υπογραμμίζει τις δυνατότητες της εξατομικευμένης ιατρικής μετάγγισης. Εστιάζοντας στην κυνουρενίνη ως δείκτη, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα και να προβλέψουμε την ποιότητα του αποθηκευμένου αίματος, προσαρμόζοντας τις πρακτικές μετάγγισης στις ατομικές ανάγκες των ασθενών.” Ο Δρ Kirk Hansen από το CU Trauma Research Center πρόσθεσε: «Η μετάγγιση αίματος είναι μια βασική σωτήρια παρέμβαση για εκατομμύρια στρατιωτικούς και ασθενείς με τραύματα στις ΗΠΑ κάθε χρόνο». Αυτή η μελέτη χρησιμοποίησε μια κοινή βιοτράπεζα και βάση δεδομένων από τη Μελέτη Επιδημιολογίας Αποδεκτών και Αξιολόγησης Δοτών (REDS-III), μια ολοκληρωμένη πρωτοβουλία πολλαπλών τοποθεσιών που στοχεύει στη βελτίωση της διαδικασίας μετάγγισης αίματος.

Οι ερευνητές μπόρεσαν να αναλύσουν κυτταρικά δεδομένα από μια ποικιλία περισσότερων από 13.000 δωρητών, σχεδόν 700 από τους οποίους κλήθηκαν για δεύτερη δωρεά. Παρέχοντας πρόσθετη υποστήριξη, οι ερευνητές αξιοποίησαν έναν πληθυσμό με περισσότερα από 500 διαφορετικά στελέχη ποντικών, το καθένα με μοναδική γενετική και βιολογία. Αυτή η προσέγγιση επέτρεψε στους ερευνητές να κατανοήσουν ευρύτερα πώς οι μεταβολικές αλλαγές συμβάλλουν στη μακροζωία του αίματος. “Για πρώτη φορά, συνδέουμε τα επίπεδα της κυνουρενίνης και τα γενετικά χαρακτηριστικά που τα ρυθμίζουν με τα αποτελέσματα σε σχεδόν 5.000 λήπτες μετάγγισης, μια αξιοσημείωτη σύνδεση που υπογραμμίζει τον αντίκτυπο των ειδικών χαρακτηριστικών του δότη στην αποτελεσματικότητα της μετάγγισης” λέει ο Travis Nemkov. “Μελέτες όπως αυτή είναι κρίσιμες για τη διασφάλιση ενός βιώσιμου μέλλοντος στην ιατρική των μεταγγίσεων, προσδιορίζοντας βιοδείκτες που υποδεικνύουν ποιο αίμα θα ήταν πιο αποτελεσματικό, καθώς η σπανιότητα εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα για εκατομμύρια ασθενείς που βασίζονται στις μεταγγίσεις. “Είναι ενδιαφέρον ότι τώρα παρατηρούμε συγκρίσιμες υπογραφές σε περιπτώσεις ακραίου φυσιολογικού στρες, όπως το τρέξιμο στον υπερμαραθώνιο, που προκαλεί παρόμοιες βλάβες στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Η δημιουργία αυτών των συνδέσεων απεικονίζει μια άλλη χρησιμότητα στη μελέτη του πληθυσμού των αιμοδοτών και ανυπομονούμε για τη μελλοντική μας εργασία σε αυτόν τον χώρο.”

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Σύνδρομο χρόνιας κόπωσης – Πιο συχνό από τις προηγούμενες μελέτες

Η χρόνια κόπωση χαρακτηρίζεται από τουλάχιστον έξι μήνες έντονης εξάντλησης που δεν βοηθείται από την ανάπαυση στο κρεβάτι.

Οι υγειονομικοί αξιωματούχοι δημοσίευσαν σήμερα την πρώτη αντιπροσωπευτική εκτίμηση σε εθνικό επίπεδο για το πόσοι ενήλικες στις ΗΠΑ έχουν σύνδρομο χρόνιας κόπωσης: 3,3 εκατομμύρια. Ο αριθμός των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων είναι μεγαλύτερος από ό,τι έχουν υποδείξει προηγούμενες μελέτες για το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης και πιθανότατα ενισχύεται από ορισμένους από τους ασθενείς με μακροχρόνια COVID. Η πάθηση ξεκάθαρα “δεν είναι μια σπάνια ασθένεια”, δήλωσε η Δρ. Elizabeth Unger του CDC, μια από τις συν-συγγραφείς της έκθεσης.

Η χρόνια κόπωση χαρακτηρίζεται από τουλάχιστον έξι μήνες έντονης εξάντλησης που δεν βοηθείται από την ανάπαυση στο κρεβάτι. Οι ασθενείς αναφέρουν επίσης πόνο, εγκεφαλική ομίχλη και άλλα συμπτώματα που μπορεί να επιδεινωθούν μετά από άσκηση, εργασία ή άλλη δραστηριότητα. Δεν υπάρχει θεραπεία, ούτε εξέταση αίματος ή σάρωση για να καταστεί δυνατή η γρήγορη διάγνωση. Οι γιατροί δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν την αιτία, αν και η έρευνα δείχνει ότι πρόκειται για παρατεταμένη υπερβολική αντίδραση του οργανισμού σε μια μόλυνση ή άλλο τράνταγμα στο ανοσοποιητικό σύστημα.

Η πάθηση έγινε γνωστή σχεδόν πριν από 40 χρόνια, όταν αναφέρθηκαν συστάδες κρουσμάτων στο Incline Village της Νεβάδα και στο Lyndonville της Νέας Υόρκης. Μερικοί γιατροί το απέρριψαν ως ψυχοσωματικό. Ορισμένοι γιατροί εξακολουθούν να υποστηρίζουν αυτή τη γνώμη, λένε ειδικοί και ασθενείς. Οι γιατροί «με αποκαλούσαν υποχόνδριο και είπαν ότι ήταν απλώς άγχος και κατάθλιψη», είπε η Hannah Powell, μια 26χρονη γυναίκα από τη Γιούτα που δεν είχε διαγνωστεί για πέντε χρόνια.

Η νέα έκθεση του CDC βασίζεται σε μια έρευνα 57.000 ενηλίκων των ΗΠΑ το 2021 και το 2022. Οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν εάν ένας γιατρός ή άλλος επαγγελματίας υγείας τους είχε πει ποτέ ότι είχαν μυαλγική εγκεφαλομυελίτιδα ή σύνδρομο χρόνιας κόπωσης και αν το έχουν ακόμη. Περίπου το 1,3% είπε ναι και στις δύο ερωτήσεις. Αυτό μεταφράστηκε σε περίπου 3,3 εκατομμύρια ενήλικες στις ΗΠΑ, ανέφεραν αξιωματούχοι του CDC.

Μεταξύ των άλλων ευρημάτων:

Το σύνδρομο ήταν πιο συχνό στις γυναίκες παρά στους άνδρες και στους λευκούς σε σύγκριση με ορισμένες άλλες φυλετικές και εθνοτικές ομάδες. Αυτά τα ευρήματα συνάδουν με παλαιότερες, μικρότερες μελέτες. Ωστόσο, τα ευρήματα έρχονται σε αντίθεση με τις μακροχρόνιες αντιλήψεις ότι το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης είναι μια ασθένεια των πλουσίων λευκών γυναικών.

Υπήρχε μικρότερο χάσμα μεταξύ γυναικών και ανδρών από ό,τι πρότειναν κάποιες προηγούμενες μελέτες και δεν υπήρχε σχεδόν καμία διαφορά μεταξύ λευκών και μαύρων ανθρώπων. Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι ένα μεγαλύτερο ποσοστό των φτωχών ανθρώπων δήλωσε ότι το είχε από ότι οι εύποροι άνθρωποι.

Αυτές οι λανθασμένες αντιλήψεις μπορεί να προέρχονται από το γεγονός ότι οι ασθενείς που διαγιγνώσκονται και υποβάλλονται σε θεραπεία «παραδοσιακά τείνουν να έχουν λίγο περισσότερη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και ίσως είναι λίγο πιο πιστευτοί όταν λένε ότι είναι κουρασμένοι και συνεχίζουν να είναι κουρασμένοι και δεν μπορούν πήγαινε στη δουλειά», είπε ο Δρ Brayden Yellman, ειδικός στο Bateman Horne Center στο Salt Lake City της Γιούτα.

Η έκθεση βασίστηκε στις μνήμες των ασθενών, χωρίς να επαληθεύει τις διαγνώσεις τους μέσω ιατρικών αρχείων. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποια υπερμέτρηση, αλλά οι ειδικοί πιστεύουν ότι μόνο ένα κλάσμα των ατόμων με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης διαγιγνώσκεται, είπε ο Δρ Daniel Clauw, διευθυντής του Κέντρου Έρευνας Χρόνιου Πόνου και Κόπωσης του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν.

“Δεν γίνεται ποτέ, στις ΗΠΑ, μια κλινικά δημοφιλής διάγνωση για να δοθεί επειδή δεν υπάρχουν φάρμακα εγκεκριμένα για αυτήν. Δεν υπάρχουν κατευθυντήριες γραμμές θεραπείας για αυτό”, είπε ο Clauw. Ο απολογισμός πιθανότατα περιλαμβάνει ορισμένους ασθενείς με μακροχρόνια COVID που υπέφεραν από παρατεταμένη εξάντληση, δήλωσαν αξιωματούχοι του CDC.

Η long COVID-19 ορίζεται ευρέως ως χρόνια προβλήματα υγείας εβδομάδες, μήνες ή χρόνια μετά από μια οξεία λοίμωξη COVID-19. Τα συμπτώματα ποικίλλουν, αλλά ένα υποσύνολο ασθενών έχουν τα ίδια προβλήματα που παρατηρούνται σε άτομα με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης. «Πιστεύουμε ότι είναι η ίδια ασθένεια», είπε ο Yellman. Ωστόσο, η μακρά COVID είναι ευρύτερα αποδεκτός από τους γιατρούς και διαγιγνώσκεται πολύ πιο γρήγορα, είπε.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Μακρά Covid: Ευρήματα νέας μελέτης οδηγούν στην ανάπτυξη διαγνωστικών εξετάσεων και στοχευμένων θεραπειών

Μόλις αναπτυχθεί το τεστ, ή μετά από στενή παρακολούθηση των ασθενών με μακρά Covid, οι φαρμακευτικές εταιρείες θα μπορούσαν να ξεκινήσουν κλινικές δοκιμές πιθανών θεραπειών, δήλωσε ο Μπόιμαν. Τέλος, υπάρχουν ήδη φάρμακα που ρυθμίζουν και αναστέλλουν το σύστημα του συμπληρώματος για πολύ σπάνιες ανοσολογικές ασθένειες που επηρεάζουν τα νεφρά, τους μυς ή το νευρικό σύστημα και θα μπορούσαν να δοκιμαστούν σε ασθενείς με μακρά Covid, κατέληξε ο ερευνητής.
Μακρά Covid: Ερευνητές διαπίστωσαν ότι ένα σημαντικό τμήμα του ανοσοποιητικού συστήματος των ασθενών παραμένει σε εγρήγορση για μήνες μετά από μια οξεία λοίμωξη. Περίπου το 10%-20% των ασθενών με Covid-19 εμφανίζουν παρατεταμένα συμπτώματα τα οποία συχνά είναι εξουθενωτικά και μπορεί διαρκέσουν έως και μήνες. Τα συνήθη συμπτώματα περιλαμβάνουν μυϊκή αδυναμία, κόπωση και εγκεφαλική ομίχλη. Η βλάβη των ιστών, η επίμονη φλεγμονή, η παραγωγή αυτοαντισωμάτων και η επανενεργοποίηση της λανθάνουσας δεξαμενής του ιού είναι ορισμένοι παράγοντες που θεωρείται ότι προκαλούν τη μακρά Covid. Ωστόσο, η έλλειψη γνώσης σχετικά με τους ακριβείς μηχανισμούς που διέπουν την πάθηση έχει καθυστερήσει την ανάπτυξη διαγνωστικών εργαλείων και στοχευμένων θεραπειών.

 

Τώρα, μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Science» εντόπισε μια επίμονη αλλαγή σε ορισμένες πρωτεΐνες του αίματος σε ασθενείς με μακρά Covid, η οποία δείχνει ότι ένα σημαντικό τμήμα του ανοσοποιητικού τους συστήματος παραμένει σε εγρήγορση για μήνες μετά από μια οξεία λοίμωξη. Τα ευρήματα θα μπορούσαν να εξηγήσουν τα εξουθενωτικά συμπτώματα της μακράς Covid και να ανοίξουν τον δρόμο για την ανάπτυξη διαγνωστικών εξετάσεων και στοχευμένων θεραπειών, λένε οι ερευνητές. Η ερευνητική ομάδα παρακολούθησε 113 ασθενείς με Covid-19 για διάστημα έως και ενός έτους μετά την αρχική μόλυνση, μαζί με 39 υγιή άτομα. Έξι μήνες μετά, 40 ασθενείς είχαν εμφανίσει συμπτώματα μακράς Covid. Οι επαναλαμβανόμενες δειγματοληψίες αίματος έδειξαν σημαντικές διαφορές στο αίμα τους. Μια ομάδα πρωτεϊνών έδειχνε ότι ένα τμήμα του ανοσοποιητικού συστήματος που ονομάζεται «σύστημα συμπληρώματος» παρέμενε σε εγρήγορση πολύ καιρό μετά την αρχική λοίμωξη. «Όταν έχετε μια ιογενή ή βακτηριακή λοίμωξη, το σύστημα συμπληρώματος ενεργοποιείται και συνδέεται με αυτούς τους ιούς και τα βακτήρια και στη συνέχεια τα εξοντώνει», εξήγησε ο Δρ. Ονούρ Μπόιμαν, καθηγητής ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης στην Ελβετία και ένας από τους ερευνητές της μελέτης. Το σύστημα στη συνέχεια επιστρέφει στην φυσιολογική του κατάσταση. Αν όμως παραμείνει σε εγρήγορση μετά την εξάλειψη των ιών και των βακτηρίων, αρχίζει να βλάπτει τα υγιή κύτταρα, είπε ο ερευνητής. «Αυτά μπορεί να είναι ενδοθηλιακά κύτταρα που επενδύουν τα εσωτερικά στρώματα των αιμοφόρων αγγείων, ή τα κύτταρα του ίδιου του αίματος ή κύτταρα σε διάφορα όργανα, όπως ο εγκέφαλος ή οι πνεύμονες», συνέχισε. Το αποτέλεσμα είναι η βλάβη των ιστών και οι θρόμβοι στο αίμα.

Προηγούμενες μελέτες είχαν εντοπίσει διάφορους παράγοντες που συμβάλλουν στη μακρά Covid, όπως η αυξημένη πήξη του αίματος και η βλάβη των ιστών, η οποία μαζί με τους θρόμβους αίματος μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένα συμπτώματα, συμπεριλαμβανομένης της μειωμένης ικανότητας άσκησης. Κατά τη διάρκεια της άσκησης, η καρδιά αντλεί περισσότερο αίμα και «ταρακουνάει» τα ενδοθηλιακά κύτταρα μέσα στα αιμοφόρα αγγεία, τα οποία βρίσκονται παντού στο σώμα, δήλωσε ο ερευνητής. «Στους υγιείς ανθρώπους, τα φυσιολογικά ενδοθηλιακά κύτταρα μπορούν να δεχτούν αυτές τις αλλαγές, αλλά τα φλεγμονώδη ενδοθηλιακά κύτταρα στους ασθενείς με μακρά Covid δεν μπορούν», εξήγησε. Η Ακίκο Ιβασάκι, καθηγήτρια ανοσοβιολογίας και μοριακής, κυτταρικής και αναπτυξιακής βιολογίας στην Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου Γιέλ, η οποία δεν συμμετείχε στη νέα μελέτη, σημείωσε ότι οι θρόμβοι μπορούν να μειώσουν το επίπεδο του οξυγόνου και των θρεπτικών ουσιών που παρέχονται στα διάφορα όργανα. «Εάν ο εγκέφαλός σας, για παράδειγμα, δεν λαμβάνει αρκετό οξυγόνο, προφανώς θα υπάρξουν πολλά προβλήματα με τη μνήμη, την εγκεφαλική ομίχλη και την κόπωση», είπε.

 

Ανοίγει ο δρόμος για την ανάπτυξη διαγνωστικών εξετάσεων και στοχευμένων θεραπειών;

Άλλες μελέτες έχουν επίσης εντοπίσει πιθανούς μηχανισμούς. Σε μια μελέτη, που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο στο περιοδικό «Cell», οι ερευνητές υπέθεσαν ότι τα υπολείμματα του ιού που παραμένουν στο έντερο των ασθενών με μακρά Covid προκαλούν μείωση της σεροτονίνης. Τα χαμηλότερα επίπεδα σεροτονίνης, είπαν, θα μπορούσαν να εξηγήσουν ορισμένα νευρολογικά και γνωστικά συμπτώματα. Μια άλλη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nature» τον Σεπτέμβριο, διαπίστωσε ότι οι ασθενείς με μακρά Covid είχαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα κορτιζόλης από άλλους ασθενείς με Covid. Η κορτιζόλη είναι μια ορμόνη που κρατά τους ανθρώπους σε εγρήγορση. Οι ερευνητές συμφωνούν ότι η νέα έρευνα δείχνει τον δρόμο προς την ανάπτυξη διαγνωστικών εξετάσεων και θεραπειών, εστιάζοντας στις πρωτεΐνες του συστήματος συμπληρώματος. Ωστόσο, ο Μπόιμαν και οι συνάδελφοί του χρησιμοποίησαν πρωτοποριακές, περίπλοκες μεθόδους για την ανίχνευση των διαφορών σε αυτές τις πρωτεΐνες που δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε ένα τυπικό διαγνωστικό εργαστήριο. «Χρειαζόμαστε εταιρείες που δραστηριοποιούνται ήδη στον τομέα της διάγνωσης και διαθέτουν επαρκές ανθρώπινο δυναμικό και οικονομική δύναμη για να αναπτύξουν ένα απλουστευμένο τεστ», είπε. Μόλις αναπτυχθεί το τεστ, ή μετά από στενή παρακολούθηση των ασθενών με μακρά Covid, οι φαρμακευτικές εταιρείες θα μπορούσαν να ξεκινήσουν κλινικές δοκιμές πιθανών θεραπειών, δήλωσε ο Μπόιμαν. Τέλος, υπάρχουν ήδη φάρμακα που ρυθμίζουν και αναστέλλουν το σύστημα του συμπληρώματος για πολύ σπάνιες ανοσολογικές ασθένειες που επηρεάζουν τα νεφρά, τους μυς ή το νευρικό σύστημα και θα μπορούσαν να δοκιμαστούν σε ασθενείς με μακρά Covid, κατέληξε ο ερευνητής.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

«Αλλάξτε την ονομασία των διαφόρων μορφών καρκίνου, πεθαίνουν άνθρωποι», ζητούν ογκολόγοι

Η ονομασία με βάση το όργανο όπου αρχίζει ο καρκίνος μειώνει τα ποσοστά επιβίωσης, προειδοποιούν οι ειδικοί.

Να αλλάξει η ονομασία των μεταστατικών καρκίνων ζητούν πέντε κορυφαίοι επιστήμονες από τη Γαλλία, τονίζοντας πως ο καθορισμός με βάση το όργανο του σώματος από το οποίο προέρχονται, αποτελεί τροχοπέδη στη θεραπεία των ασθενών.

Σε άρθρο τους που δημοσιεύεται στην επιστημονική επιθεώρηση Nature, οι επιστήμονες τονίζουν πως η ισχύουσα τακτική στερεί από τους ασθενείς την πρόσβαση σε φάρμακα που μπορούν να τους βοηθήσουν.

Όπως εξηγούν, εδώ και έναν αιώνα δύο κύριες μέθοδοι αντιμετώπισης του καρκίνου (χειρουργική, ακτινοθεραπεία) εστίαζαν στο σημείο του σώματος όπου αναπτυσσόταν ο όγκος. Έτσι έγινε συνήθεια να ονομάζεται ο καρκίνος, ακόμα και ο μεταστατικός, με βάση το όργανο από το οποίο προέρχεται.

Ωστόσο ο καρκίνος αντιμετωπίζεται ολοένα περισσότερο με ειδικά φάρμακα που στοχεύουν συγκεκριμένους μοριακούς μηχανισμούς. Οι μηχανισμοί αυτοί δεν υπάρχουν σε μία μορφή καρκίνου, αλλά σε πολλές. Επειδή, όμως, η ισχύουσα ονομασία αναφέρεται σε όργανα και όχι στους μηχανισμούς αυτούς, κάθε φάρμακο πρέπει να μελετάται σε κάθε όργανο ξεχωριστά πριν αρχίσει να χρησιμοποιείται.

Αυτό δημιουργεί τεράστια χρονική καθυστέρηση και ο χρόνος είναι κάτι που λειτουργεί εις βάρος των ασθενών.

Το άρθρο υπογράφουν οι δρες  Fabrice André,  Elie Rassy, Aurélien Marabelle, Stefan Michiels και Benjamin Besse από το Νοσηλευτικό Κέντρο Έρευνας του Καρκίνου Gustave Roussy και το γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας & Ιατρικής Έρευνας (INSERM).

Το παράδειγμα του nivolumab

Σε αυτό παραθέτουν το παράδειγμα του φαρμάκου nivolumab (νιβολουμάμπη). Το φάρμακο είναι μία ανοσοθεραπεία, δηλαδή μία μέθοδος που «αφυπνίζει» το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς για να καταπολεμήσει τον καρκίνο.

Όπως εξηγούν οι επιστήμονες, πριν από 10 και πλέον χρόνια μία μελέτη στις ΗΠΑ έδειξε ότι το nivolumab μπορεί να βοηθήσει μερικούς ασθενείς με καρκίνο. Σε εκείνη τη μελέτη είχαν συμμετάσχει πάσχοντες από διάφορες μορφές της νόσου, με βάση την ισχύουσα ονομασία. Ήταν από μελάνωμα έως καρκίνος του νεφρού.

Σε έναν στους πέντε ασθενείς το nivolumab μείωσε τους όγκους κατά περισσότερο από 30%. Στους υπόλοιπους όχι. Γιατί; Διότι στοχεύει έναν υποδοχέα που λέγεται PD1. Ο υποδοχέας αυτός φυσιολογικά συνδέεται με την πρωτεΐνη PD-L1. Η πρωτεΐνη αυτή βοηθεί τα καρκινικά κύτταρα να διαφεύγουν από τις επιθέσεις του ανοσοποιητικού.

Το φάρμακο, λοιπόν, βοήθησε σημαντικά μόνο τους ασθενείς με καρκίνους που είχαν υψηλά επίπεδα της PD-L1.

Το επόμενο λογικό βήμα θα ήταν να δοκιμαστεί το nivolumab (και τα άλλα φάρμακα της ίδιας κατηγορίας) σε ασθενείς με μεταστατικούς όγκους θετικούς στην PD-L1, ανεξάρτητα από το όργανο από το οποίο θα προέρχονταν. Αυτό όμως δεν το επέτρεψε η ισχύουσα ονομασία στην Ογκολογία, που αναφέρεται σε μεταστατικό καρκίνο του πνεύμονα, του μαστού, του νεφρού κ.λπ. Αντ’ αυτού έπρεπε να δοκιμαστεί το φάρμακο σε πάσχοντες από μεταστατικούς καρκίνους κάθε οργάνου ξεχωριστά.

Επί μία δεκαετία, λοιπόν, εκατομμύρια ασθενείς με όγκους που εκφράζουν υψηλά επίπεδα της PD-L1 δεν υποβλήθηκαν στη συγκεκριμένη ανοσοθεραπεία. Περιμένουν να γίνουν πρώτα οι μελέτες για τον δικό τους όγκο. Η αναμονή αυτή έφτασε τα 7-10 χρόνια για τις ασθενείς με ορισμένους γυναικολογικούς καρκίνους ή με καρκίνο του μαστού.

Έως το 90% των θανάτων

Το ίδιο έγινε και με τις κλινικές μελέτες με άλλα σημαντικά φάρμακα της τελευταίας 10ετίας, όπως οι αναστολείς του PARP. Τα φάρμακα αυτά σκοτώνουν τα καρκινικά κύτταρα που φέρουν μεταλλαγμένα γονίδια BRCA1 και BRCA2. Τα γονίδια αυτά είναι πιο γνωστά για τον καρκίνο του μαστού. Ωστόσο υπάρχουν σε πολλαπλά «είδη καρκίνου», όπως είναι η ισχύουσα ονομασία. Επακόλουθο; Χάνονται ζωές μέχρι να ολοκληρωθούν οι μελέτες, τονίζουν οι ειδικοί.

Οι μεταστάσεις ευθύνονται για το 67-90% των θανάτων από καρκίνο, προειδοποιούν. Σχεδόν πάντοτε αντιμετωπίζονται συστηματικά, δηλαδή με φάρμακα που εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίματος.

Για να βελτιωθεί άμεσα η θεραπεία των πασχόντων από αυτές, πρέπει επειγόντως να αλλάξει η ονομασία των όγκων. Αντί να προσδιορίζονται από το όργανο προέλευσης, πρέπει να προσδιορίζονται με βάση τους μοριακούς μηχανισμούς. Αυτό απαιτεί «ριζικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένη, διεξάγεται και διδάσκεται η Ιατρική Ογκολογία», γράφουν οι επιστήμονες.

«Η ταξινόμηση των καρκίνων αναλόγως με τα μοριακά χαρακτηριστικά τους θα επιταχύνει την πρόσβαση εκατομμυρίων ασθενών σε αποτελεσματικές θεραπείες», τονίζουν. «Αποτελεί επίσης το πρώτο βήμα προς την Ογκολογία Ακριβείας και την βαθύτερη βιολογική κατανόηση του τρόπου δράσης του καρκίνου».

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Πώς εξηγείται η long CoViD – Με πόσα συμπτώματα εκδηλώνεται [μελέτη]

Οι πρωτεΐνες που εμπλέκονται στην ανοσία, την πήξη και τη φλεγμονή, θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αποκάλυψη της πολυπλοκότητας της μακροχρόνιας νόσησης.

 

Δεν υπάρχει αιματολογικός τρόπος μέχρι σήμερα για να διαγνωστεί το σύνδρομο του μακροχρόνιου COVID-19 (long COVID). Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2024 στο διεθνές έγκριτο περιοδικό Science, η ομάδα συνέκρινε δείγματα αίματος από άτομα που βρέθηκαν θετικά στον COVID-19 με αυτά από υγιείς ενήλικες και βρήκε αξιοσημείωτες διαφορές στη σύνθεση των πρωτεϊνών σε άτομα με long COVID, σε αυτούς που ανάρρωσαν και σε αυτούς που δεν μολύνθηκαν ποτέ.

Οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα υπολογιστικό μοντέλο που προβλέπει πόσο πιθανό είναι ένα άτομο να αναπτύξει long COVID, με βάση μια ανάλυση περισσότερων από 6.500 πρωτεϊνών που βρέθηκαν στο αίμα.

Η παθολόγος, καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η βιολόγος Παναγιώτα Ζαχαράκη,  αναφέρουν ότι η ανάλυση δείχνει ότι οι πρωτεΐνες που εμπλέκονται στις ανοσολογικές αποκρίσεις, την πήξη του αίματος και τη φλεγμονή θα μπορούσαν να είναι βασικοί βιοδείκτες για τη διάγνωση και την παρακολούθηση του long COVID, η οποία επηρεάζει περίπου 65 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως.

Το σύνδρομο αυτό συνδέεται με περισσότερα από 200 συμπτώματα, συμπεριλαμβανομένης της εγκεφαλικής θόλωσης, της καταβολής, του στηθαγχικού πόνου και της δύσπνοιας, τα οποία μπορεί να επιμείνουν για μήνες ή χρόνια μετά τη μόλυνση από SARS-CoV-2.

Η μελέτη αυτή περιελάμβανε 39 υγιείς ενήλικες που δεν είχαν βγει ποτέ θετικοί στον COVID-19 και 113 άτομα που είχαν βγει θετικοί, εκ των οποίων 40 είχαν long COVID. Από αυτούς, οι 22 είχαν ακόμη συμπτώματα 12 μήνες μετά το πρώτο θετικό τεστ. Οι ερευνητές ανέλυσαν 6.596 πρωτεΐνες σε 268 δείγματα αίματος, τα οποία συλλέχθηκαν από τους συμμετέχοντες μία φορά κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης και έξι μήνες μετά.

Βρήκαν αρκετές διαφορές στο αίμα των ατόμων με μακροχρόνια COVID σε σύγκριση με εκείνων που δεν είχαν, συμπεριλαμβανομένης των διαφορετικών επιπέδων στις πρωτεΐνες που εμπλέκονται στην πήξη του αίματος και τη φλεγμονή. Σε σύγκριση με υγιείς συμμετέχοντες και εκείνους που είχαν αναρρώσει πλήρως από τον COVID-19, τα άτομα με μακροχρόνια COVID είχαν χαμηλότερα επίπεδα μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται αντιθρομβίνη III, η οποία βοηθά στην πρόληψη θρόμβων αίματος και υψηλότερα επίπεδα των πρωτεϊνών θρομβοσπονδίνη-1 και του παράγοντα von Willebrand, πρωτείνες που  σχετίζονται με το σχηματισμό θρόμβων.

Όταν εξέτασαν τα κύτταρα του αίματος από ένα υποσύνολο συμμετεχόντων, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η έκφραση μιας πρωτεΐνης που ονομάζεται CD41 στα λευκά αιμοσφαίρια ήταν χαμηλότερη σε υγιείς ανθρώπους και υψηλότερη σε άτομα που είχαν 12 μήνες μακρά COVID.

Οι ερευνητές βρήκαν επίσης αυξημένη ενεργοποίηση του συστήματος του συμπληρώματος – μέρος της ανοσολογικής απόκρισης του σώματος που συνήθως βοηθά στην καταπολέμηση των λοιμώξεων – σε άτομα με μακρά COVID, τόσο κατά την αρχική μόλυνση όσο και έξι μήνες αργότερα. Τα άτομα με εξάμηνη μακρά COVID είχαν μειωμένα επίπεδα ορισμένων πρωτεϊνών που εμπλέκονται στο σύστημα του συμπληρώματος και αυξημένα επίπεδα άλλων, σε σύγκριση με πλήρως αναρρωμένους ή υγιείς συμμετέχοντες.

Όπως αναφέρεται στη μελέτη, η συννοσηρότητα και το διαφορετικό γενετικό προφίλ επηρεάζουν τους ανθρώπους, και η ετερογένεια του συνδρόμου αυτού πιθανώς σημαίνει ότι χρειάζεται μεγαλύτερη έρευνα στο θέμα αυτό.

Δεν είναι ένας ενιαίος μηχανισμός που περιλαμβάνει όλα τα συμπτώματα. Χρειαζόμαστε περισσότερες αντίστοιχες μελέτες, ώστε να τροφοδοτηθεί περαιτέρω η έρευνα σχετικά με τις αποτελεσματικές θεραπευτικές αντιμετωπίσεις του μακροχρονίου COVID-19.

Πηγές:
ΕΚΠΑ

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Κύτταρα από τον πλακούντα στη μάχη κατά της υπέρτασης [μελέτη]

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι τα κύτταρα που συλλέχτηκαν από το Hudson Institute από πλακούντες που δωρίστηκαν από μητέρες μετά από καισαρική, μείωσαν τη φλεγμονή και εμπόδισαν τη νοητική βλάβη.

Επιστήμονες του La Trobe University και του Hudson Institute έδειξαν ότι κύτταρα από τον πλακούντα θα μπορούσαν να έχουν θεραπευτικά οφέλη σε ασθενείς που πάσχουν από υπέρταση.

Η έρευνα, με επικεφαλής τον Dr. Michael De Silva, που δημοσιεύτηκε στο Scientific Reports, είναι εξέλιξη πρόσφατων ερευνών του La Trobe, στη χρήση κυττάρων πλακούντα για ανάρρωση από εγκεφαλικό επεισόδιο και πέρασε από δοκιμές ασφάλειας σε ανθρώπους.

Στην επόμενη φάση, η θεραπεία θα αξιολογηθεί για την αποτελεσματικότητά της στη μείωση της εγκεφαλικής βλάβης που προκαλείται από το εγκεφαλικό επεισόδιο.

Σε μοντέλα, τα κύτταρα αν εγχυθούν εντός ημέρας μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο στοχεύουν την περιοχή του εγκεφάλου που έχει επηρεαστεί και μειώνουν τη φλεγμονή και τον θάνατο των νευρώνων.

Οι ερευνητές σκέφτηκαν οτι θα μπορούσαν να εξετάσουν αν προκύπτει  παρόμοια προστασία όσον αφορά τη μείωση της βλάβης που προκαλεί η υπέρταση στον οργανισμό και διαπίστωσαν ότι η αγωγή μείωσε τη φλεγμονή στα αιμοφόρα αγγεία.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι τα κύτταρα που συλλέχτηκαν από το Hudson Institute από πλακούντες που δωρίστηκαν από μητέρες μετά από καισαρική, μείωσαν τη φλεγμονή και εμπόδισαν τη νοητική βλάβη.

Ο Dr. De Silva δήλωσε ότι αν και ένα φάρμακο μπορεί να μειώσει την υπέρταση, αυτά τα κύτταρα θα μπορούσαν να στοχεύσουν τη φλεγμονή στις αρτηρίες λόγω υπέρτασης και επομένως να μειώσουν τους σχετικούς κινδύνους καρδιαγγειακής νόσου και νοητικής βλάβης.

Αν και η έρευνα είναι στα αρχικά της στάδια και η εργασία της ομάδας θα συνεχιστεί στο πώς αυτή η γνώση θα ωφελήσει ασθενείς με υπέρταση, ο ερευνητής δήλωσε ικανοποιημένος που διαπιστώνει  ότι αυτή η έρευνα θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε νέα μορφή θεραπείας που θα μειώνει τη βλάβη στα αγγεία και τον εγκέφαλο σε περίπτωση αυξημένης πίεσης.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/