Ιογενείς λοιμώξεις: Πώς συνδέονται με το Πάρκινσον και το Αλτσχάιμερ

Σοβαρές ιογενείς λοιμώξεις, όπως η εγκεφαλίτιδα και η πνευμονία, αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης νευροεκφυλιστικών ασθενειών όπως είναι το Πάρκινσον και το Αλτσχάιμερ. Αυτό συμπέραναν Αμερικανοί επιστήμονες που εντόπισαν 22 διαφορετικές συσχετίσεις ανάμεσα σε ιογενείς λοιμώξεις και νευροεκφυλιστικές παθήσεις στη μελέτη ιατρικών αρχείων σχεδόν 450.000 ανθρώπων.

Ιογενείς λοιμώξεις και Πάρκινσον, Αλτσχάιμερ

Όσοι έλαβαν θεραπεία για έναν τύπο φλεγμονής του εγκεφάλου που ονομάζεται ιογενής εγκεφαλίτιδα είχαν 31 φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν νόσο Αλτσχάιμερ. Για κάθε 406 περιπτώσεις ιογενούς εγκεφαλίτιδας, οι 24 εμφάνισαν Αλτσχάιμερ – περίπου το 6%. Όσοι νοσηλεύτηκαν με πνευμονία μετά από γρίπη φάνηκε να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν Αλτσχάιμερ, άνοια, Πάρκινσον και αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση (ALS).

Οι εντερικές λοιμώξεις και η μηνιγγίτιδα, που συχνά προκαλούνται από ιό), καθώς και η ανεμευλογιά που προκαλείται από τον ιό της ανεμευλογιάς- έρπητα ζωστήρα (VZV), ευθύνονται για την ανάπτυξη διαφόρων νευροεκφυλιστικών ασθενειών. Επίσης, περίπου το 80% των ιών που συνδέθηκαν με εγκεφαλικές παθήσεις θεωρήθηκαν «νευροτροφικοί», δηλαδή, μπορούσαν να διασχίσουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

«Είναι εντυπωσιακό ότι σήμερα διατίθενται εμβόλια για ορισμένους από αυτούς τους ιούς, όπως η γρίπη, ο έρπητας ζωστήρας και η πνευμονία. Αν και τα εμβόλια δεν προλαμβάνουν όλες τις μολύνσεις, είναι γνωστό ότι μειώνουν σημαντικά τα ποσοστά νοσηλείας. Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν ότι ο εμβολιασμός μπορεί να μετριάσει τον κίνδυνο εμφάνισης νευροεκφυλιστικής νόσου», έγραψαν οι ερευνητές.

Πώς έγινε η έρευνα

Μελέτη του 2022 σε περισσότερους από 10 εκατομμύρια ανθρώπους συνέδεσε τον ιό Epstein-Barr με 32 φορές αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σκλήρυνσης κατά πλάκας.

«Αφού διαβάσαμε τη μελέτη, συνειδητοποιήσαμε ότι για χρόνια οι επιστήμονες αναζητούσαν συσχετίσεις μεταξύ μιας μεμονωμένης νευροεκφυλιστικής διαταραχής και ενός συγκεκριμένου ιού», δήλωσε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Μάικλ Νολς, νευρογενετιστής στο Εθνικό Ινστιτούτο Γήρανσης στις ΗΠΑ.

«Αποφασίσαμε τότε να δοκιμάσουμε μια διαφορετική προσέγγιση. Με τη χρήση ιατρικών αρχείων, μπορέσαμε να αναζητήσουμε συστηματικά και με μία κίνηση όλους τους πιθανούς συνδέσμους», εξήγησε.

Αρχικά, οι ερευνητές ανέλυσαν τα ιατρικά αρχεία περίπου 35.000 Φινλανδών με έξι διαφορετικούς τύπους νευροεκφυλιστικών ασθενειών και τα συνέκριναν με μια ομάδα ελέγχου 310.000 ατόμων που δεν είχαν διαγνωστεί ποτέ με κάποια εγκεφαλική νόσο. Από την ανάλυση αυτή προέκυψαν 45 συσχετίσεις μεταξύ της έκθεσης σε ιούς και των νευροεκφυλιστικών ασθενειών, οι οποίες περιορίστηκαν σε 22 σε μεταγενέστερη ανάλυση 100.000 ιατρικών αρχείων από τη βρετανική τράπεζα βιολογικών δεδομένων UK Biobank.

Αν και αυτή η αναδρομική μελέτη παρατήρησης δεν μπορεί να αποδείξει αιτιώδη σχέση, επιβεβαιώνει προηγούμενες έρευνες που υποδηλώνουν το ρόλο των ιών στη νόσο του Πάρκινσον και του Αλτσχάιμερ.

«Οι νευροεκφυλιστικές διαταραχές είναι μια σειρά από παθήσεις για τις οποίες υπάρχουν πολύ λίγες αποτελεσματικές θεραπείες και πολλοί παράγοντες κινδύνου», δήλωσε ο συν-συγγραφέας Άντριου Σίνγκλετον, νευρογενετιστής και ερευνητής της νόσου Αλτσχάιμερ.

«Τα αποτελέσματά μας υποστηρίζουν την υπόθεση ότι οι ιογενείς λοιμώξεις και οι σχετικές φλεγμονές στο νευρικό σύστημα μπορεί να αποτελούν κοινούς παράγοντες κινδύνου για αυτού του είδους τις διαταραχές», κατέληξε ο ερευνητής.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Neuron.

 

 

Πηγη: https://www.healthview.gr/

Τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας δεν αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου παγκρέατος

Το Ozempic, το Moujaro και όμοια φάρμακα δεν αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου του παγκρέατος, σύμφωνα με μεγάλη μελέτη. Οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1, χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2 και της παχυσαρκίας.

Ειδικότερα, τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 που έπαιρναν ένα αντιδιαβητικό φάρμακο όπως η σεμαγλουτίδη δεν είχαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παγκρέατος, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Network OpenTrusted Source. Σε γενικές γραμμές, ο καρκίνος του παγκρέατος δεν αποτελούσε μεγάλη ανησυχία μεταξύ των ατόμων που λαμβάνουν αυτού του είδους τα φάρμακα, δήλωσε στο Healthline ο Δρ Mir Ali, βαριατρικός χειρουργός και ιατρικός διευθυντής του MemorialCare Surgical Weight Loss Center στο Orange Coast Medical Center στο Fountain Valley, Καλιφόρνια.

Υπενθυμίζεται ότι παλαιότερες μελέτες έχουν υποδείξει έναν πιθανό αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του παγκρέατος μεταξύ των ατόμων που λαμβάνουν αυτού του είδους τα φάρμακα. Μελέτες του 2022 και του 2023, εξέτασαν δεδομένα από το σύστημα αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών του FDA (FAERS) και έδειξαν μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της χρήσης αγωνιστών των υποδοχέων GLP-1 και του καρκίνου του παγκρέατος» δήλωσε ο Δρ. Ali . Αντίθετα, μια μετα-ανάλυση του 2019 δεν διαπίστωσε καμία σχέση μεταξύ των αγωνιστών των υποδοχέων GLP-1 και του καρκίνου του παγκρέατος. Σημειώνεται πως ορισμένες από αυτές τις μελέτες είχαν μικρές περιόδους παρακολούθησης ή παρακολούθησαν σχετικά περιορισμένο αριθμό ασθενών, επισήμαναν οι συγγραφείς της νέας μελέτης.

Η νεότερη μελέτη εξέτασε δεδομένα περισσότερων από 500.000 ασθενών με διαβήτη τύπου 2 στους οποίους είχε συνταγογραφηθεί αγωνιστής του υποδοχέα GLP-1 και παρακολούθησαν τους ανθρώπους για 6 χρόνια κατά μέσο όρο. Συγκεκριμένα, διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που έλαβαν αγωνιστή του υποδοχέα GLP-1 δεν είχαν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παγκρέατος.Η νέα μελέτη περιορίστηκε στη χρήση αυτών των φαρμάκων ως θεραπεία για τον διαβήτη τύπου 2, οπότε τα ευρήματα μπορεί να μην ισχύουν για τα άτομα που λαμβάνουν τα φάρμακα για την απώλεια βάρους.

Τα ευρήματα

Στη νέα μελέτη, οι ερευνητές εξέτασαν τα ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία από 543.595 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Τα δεδομένα προέρχονταν από τον μεγαλύτερο οργανισμό συντήρησης υγείας στο Ισραήλ και το μητρώο καρκίνου του Ισραήλ. Η μελέτη περιελάβανε περισσότερα από 33.000 άτομα που έλαβαν θεραπεία με αγωνιστή του υποδοχέα GLP-1, καθώς και εκείνους που δεν έλαβαν. Ο μέσος όρος ηλικίας των ασθενών ήταν 60 ετών, ενώ περίπου οι μισοί ήταν γυναίκες.

Επιπλέον, το 79% των ατόμων ήταν υπέρβαρο ή παχυσαρκία και πάνω από το ένα τρίτο είχε ιστορικό καπνίσματος προϊόντων καπνού. Περίπου το 3% των ατόμων είχε ιστορικό παγκρεατίτιδας. Κατά τη διάρκεια της 9ετούς περιόδου παρακολούθησης, 1.665 ασθενείς διαγνώστηκαν με καρκίνο του παγκρέατος. Οι ασθενείς αυτοί έτειναν να είναι μεγαλύτερης ηλικίας και να έχουν χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ), σε σύγκριση με εκείνους που δεν είχαν καρκίνο του παγκρέατος.

Ωστόσο, υπήρχαν παρόμοια ποσοστά καρκίνου του παγκρέατος μεταξύ των ατόμων που έπαιρναν αγωνιστή του υποδοχέα GLP-1 και εκείνων που δεν έπαιρναν, διαπίστωσαν οι ερευνητές. Οι ασθενείς που χρησιμοποιούσαν μόνο ινσουλίνη για τη θεραπεία του διαβήτη τους είχαν ελαφρώς υψηλότερο ποσοστό καρκίνου του παγκρέατος, αλλά οι ερευνητές δήλωσαν ότι αυτό ενδεχομένως οφείλεται στη μεγαλύτερη ηλικία τους και στη μεγαλύτερη διάρκεια του διαβήτη. Εκτιμάται ότι απαιτούνται πιο μακροπρόθεσμες μελέτες, ιδίως για να εξεταστεί κατά πόσον οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 μειώνουν πράγματι τον κίνδυνο καρκίνου του παγκρέατος

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Ποια η επιβάρυνση της εγκεφαλικής λειτουργικότητας μετά από λοίμωξη Covid-19

Προοπτική μελέτη έδειξε ότι η υγεία του εγκεφάλου μετά από λοίμωξη  Covid-19 διαταράσσεται, αλλά όχι περισσότερο από την υγεία του εγκεφάλου άλλων ασθενών με παρόμοια σοβαρότητα νόσου.  Στόχος των ερευνητών ήταν να αξιολογήσουν εάν οι μακροπρόθεσμες γνωστικές, νευρολογικές ή ψυχιατρικές διαταραχές  μεταξύ των ασθενών που νοσηλεύτηκαν για Covid-19 διαφέρουν από αυτές μεταξύ ασθενών που νοσηλεύτηκαν για άλλες ιατρικές καταστάσεις παρόμοιας σοβαρότητας και από υγιή άτομα.

Τα  δεδομένα που δημοσιεύθηκαν στο διεθνές περιοδικό JAMA παρουσιάζουν περιληπτικά η καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Βιολόγος Παναγιώτα Ζαχαράκη και ο ιατρός Γιάννης Ντάνασης. Ειδικότερα, η προοπτική μελέτη διεξήχθη σε δυο ακαδημαϊκά νοσοκομεία στην Κοπεγχάγη της Δανίας. Η ομάδα μελέτης περιελάβανε ασθενείς με COVID-19 που νοσηλεύτηκαν μεταξύ 1ης Μαρτίου 2020 και 31ης Μαρτίου 2021. Οι  ομάδες ελέγχου αποτελούνταν από ασθενείς που νοσηλεύτηκαν για πνευμονία, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή ασθένεια που απαιτούσε εντατική θεραπεία (εξαιρουμένων των περιπτώσεων COVID-19) μεταξύ 1ης Μαρτίου 2020, και στις 30 Ιουνίου 2021, και υγιή άτομα με αντιστοιχία ηλικίας και φύλου. Η περίοδος παρακολούθησης ήταν 18 μήνες. Οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν μεταξύ 1ης Νοεμβρίου 2021 και 28ης Φεβρουαρίου 2023.

Πρωταρχικός στόχος ήταν η αξιολόγηση της συνολικής γνωστικής λειτουργίας, που πραγματοποιήθηκε από μία ευρέως κοινή διαγνωστική κλίμακα μεταξύ των ψυχιάτρων (Screen for Cognitive Impairment in Psychiatry – SCIP) καθώς και από ένα παρόμοιας φύσης διαγνωστικό τεστ (Montreal Cognitive Assessment – MoCA). Τα δευτερεύοντα αποτελέσματα αφορούσαν την εκτελεστική λειτουργία, το άγχος, τα καταθλιπτικά συμπτώματα καθώς και τα νευρολογικά ελλείμματα.

Ο πληθυσμός ήταν 345 συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένων 120 ασθενών με COVID-19 (μέση ηλικία 60,8 έτη, 70 άνδρες), 125 νοσηλευόμενων ατόμων στην ομάδα έλέγχου (μέση ηλικία 66 έτη, 73 άνδρες) και 100 υγιών ατόμων (μέση ηλικία 62,9 έτη, 46 άνδρες).

Συμπεράσματα

Οι ασθενείς με Covid-19 βρίσκονταν σε χειρότερη γνωστική κατάσταση από τα υγιή άτομα στην ομάδα ελέγχου (εκτιμώμενη μέση βαθμολογία SCIP, 59,0 έναντι 68,8 · εκτιμώμενη μέση βαθμολογία MoCA, 26,5 έναντι 28,2) αλλά όχι από τους νοσηλευόμενους στην ομάδα ελέγχου (μέση βαθμολογία SCIP, 61,6· μέση βαθμολογία MoCA, 27,2). Ακόμη, είχαν χειρότερες επιδόσεις από τα υγιή άτομα σε όλες τις άλλες ψυχιατρικές και νευρολογικές αξιολογήσεις. Ωστόσο, εκτός από την εκτελεστική δυσλειτουργία, η υγεία του εγκεφάλου των ασθενών με Covid-19 δεν ήταν περισσότερο διαταραγμένη συγκριτικά με τους νοσηλευόμενους ασθενείς στην ομάδα ελέγχου. Αυτά τα αποτελέσματα παρέμειναν σταθερά σε μεγάλου εύρους ευαισθησίας αξιολογήσεις.

Συνεπώς, η υγεία του εγκεφάλου μετά την Covid-19 κλονίζεται,  όμως  όχι περισσότερο από την υγεία του εγκεφάλου ασθενών από ομάδες  με παρόμοια σοβαρότητα νόσου. Οι μακροχρόνιες συσχετίσεις με την υγεία του εγκεφάλου μπορεί να μην είναι συγκεκριμένες για την εν λόγω  λοίμωξη, αλλά σχετίζονται με τη συνολική σοβαρότητα της νόσου και τη νοσηλεία.

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Σακχαρώδης διαβήτης και καρδιά

Η αρχική προσέγγιση και αντιμετώπιση της διαβητικής καρδιοπάθειας πρέπει πάντα να περιλαμβάνει οδηγίες για δίαιτα-απώλεια βάρους και άσκηση.

Η διαβητική καρδιοπάθεια είναι από τα σημαντικότερα υγειονομικά προβλήματα στις δυτικού τύπου κοινωνίες. Κατά το τελευταίο ήμισυ του προηγούμενου αιώνα παρατηρήθηκε δραματική αύξηση του επιπολασμού της παχυσαρκίας, της ινσουλινοαντίστασης και του έκδηλου διαβήτη, που οδήγησε σε αύξηση της στεφανιαίας νόσου και της καρδιακής ανεπάρκειας.

«Το ποσοστό των διαβητικών ασθενών που καταλήγουν από καρδιαγγειακά συμβάματα ξεπερνά το 70%. Οι διαβητικοί άντρες εμφανίζουν κατά 3 φορές μεγαλύτερη θνησιμότητα από καρδιαγγειακή νόσο έναντι των μη διαβητικών, ενώ το ποσοστό για τις γυναίκες είναι ακόμη μεγαλύτερο.

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι, λοιπόν, μία μεταβολική κατάσταση, που ισοδυναμεί με ένα σύνολο πρώιμων καρδιαγγειακών επιπλοκών με κοινό παρονομαστή τη χρόνια υπεργλυκαιμία. Δεν είναι μόνο, όμως, η αυξημένη γλυκόζη αίματος το πρόβλημα. Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 είναι μία χρόνια νόσος που προξενεί υπερινσουλιναιμία και ινσουλινοαντοχή, που συχνά παραμένει αδιάγνωστη για αρκετά χρόνια μέχρι την εμφάνιση των επιπλοκών της», αναφέρει ο κ. Ηλίας Μ. Τσούγκος Καρδιολόγος MD, PhD, Διευθυντής ΣΤ’ Καρδιολογικής Κλινικής, ΥΓΕΙΑ, Επιστημονικός Συνεργάτης Διαγνωστικών Κέντρων HealthSpot.

«Παραδόξως, πολλές μελέτες και μετα-αναλύσεις έχουν αποτύχει να αποδείξουν βελτίωση του καρδιαγγειακού κινδύνου με εντατικοποίηση του γλυκαιμικού ελέγχου. Παράδειγμα αποτελούν οι μελέτες ADVANCE και ACCORD, που προκάλεσαν προβληματισμό δείχνοντας ότι στους ασθενείς υψηλού κινδύνου ο αυστηρός στόχος, όσον αφορά τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c), μπορεί να αυξήσει τη θνησιμότητα λόγω αυξημένης επίπτωσης σοβαρών υπογλυκαιμιών χωρίς τη βελτίωση της μακροαγγειοπάθειας.

Άρα δεν έχει μόνο σημασία ο γλυκαιμικός έλεγχος (που οι περισσότεροι ασθενείς πιστεύουν) όσον αφορά τη μακροαγγειοπάθεια και την μικροαγγειοπάθεια αλλά θα πρέπει να επικεντρωθούμε περισσότερο στην αντιμετώπιση όλων των υπολοίπων παραγόντων κινδύνου. Δηλαδή εντατική ρύθμιση του σακχάρου παράλληλα με την  εντατική ρύθμιση της αρτηριακής υπέρτασης, των επιπέδων χοληστερίνης του αίματος καθώς και διακοπή του καπνίσματος», προσθέτει.

Τελευταία φάνηκε ότι πολύ σημαντικό ρόλο στην επιβίωση των ασθενών παίζει μια συγκεκριμένη ομάδα αντιδιαβητικών φαρμάκων ανεξάρτητα από την καλή ρύθμιση της γλυκόζης αίματος. «Τα πρώτα αντιδιαβητικά φάρμακα λοιπόν  που μειώνουν την καρδιαγγειακή θνητότητα σε διαβητικούς τύπου 2, αλλά και σε μη διαβητικούς ασθενείς που παρουσιάζουν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, είναι η εμπαγλιφλοζίνη και η νταπαγλιφλοζίνη. Αυτή η κατηγορία φαρμάκων δρα αναστέλλοντας τη δράση της πρωτεΐνης SGLT-2 στα νεφρά προκαλώντας έτσι την αποβολή σακχάρου από το αίμα στα ούρα. Στις μελέτες των συγκεκριμένων φαρμάκων μειώθηκε κατά περίπου 30% η ολική θνητότητα και κατά 35% η καρδιαγγειακή θνητότητα», επισημαίνει.

Τα αποτελέσματα θεωρούνται επαναστατικά, γιατί δείχνουν ότι πέρα από τη μείωση του σακχάρου και της Hb A1c, έχει σημασία και  το φάρμακο που τα μειώνει.

«Συμπερασματικά, η αρχική προσέγγιση και αντιμετώπιση της διαβητικής καρδιοπάθειας πρέπει πάντα να περιλαμβάνει οδηγίες για δίαιτα-απώλεια βάρους και άσκηση. Η διακοπή του καπνίσματος είναι απαραίτητη. Όσον αφορά τη φαρμακευτική παρέμβαση και λαμβάνοντας υπόψη την προοδευτική φύση της νόσου και την αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα της πρόωρης εντατικής θεραπείας, οι τρέχουσες στρατηγικές θεραπείας σήμερα επαναξιολογούνται.

Συνολικά, το είδος της θεραπείας και η συνολική πολυπαραγοντική αντιμετώπιση των ασθενών θα πρέπει να εξατομικεύεται και να εκτιμώνται τα οφέλη σε σχέση με τις παρενέργειες αυτής», καταλήγει ο κ. Τσούγκος.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Φλεγμονή που συνδέεται με τη διατροφή αυξάνει τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου [μελέτη]

Σημαντικό εύρημα ήταν η θετική, μη γραμμική σχέση μεταξύ υψηλότερου DII και αυξημένου κινδύνου για εγκεφαλικό.

Σε πρόσφατη έρευνα στο BMC Public Health, επιστήμονες εξέτασαν τη σχέση μεταξύ διατροφικού δείκτη φλεγμονής DII και εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου σε δείγμα πληθυσμού στις ΗΠΑ, με στοιχεία του National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES) 1999–2018.

Η έρευνα περιέλαβε δείγμα 44.019 ανθρώπων, μέσης ηλικίας 45,83 ετών. Η εμφάνιση εγκεφαλικών ήταν 3,38%, και το μέσο σκορ DII 1,39.

Συλλέχτηκαν στοιχεία για τη διατροφή που έδειχναν την κατανάλωση τροφίμων και ποτών 24 ώρες πριν τη συνέντευξη.

Ο δείκτης  DII υπολογίστηκε με βάση 26 από 45 παραμέτρους διατροφής- καθεμία με συγκεκριμένο σκορ που επηρεαζόταν από τις επιδράσεις του στους κύριους φλεγμονώδεις δείκτες.

Το σύστημα σκορ εντοπίζει διατροφή με προφλεγμονώδη, αντιφλεγμονώδη ή ουδέτερη δυνατότητα.

Συλλέχτηκαν και άλλοι παράγοντες που είναι γνωστό πως επηρεάζουν τον κίνδυνο εγκεφαλικού, όπως δημογραφικά στοιχεία, αποτελέσματά κλινικών και εργαστηριακών εξετάσεων, κάπνισμα και αλκοόλ.

Καταγράφηκαν επίσης μετρήσεις όπως για την πίεση, γλυκόζη, χοληστερόλη και νεφρική λειτουργία.

Ασθενείς με εγκεφαλικό συνήθως ήταν ηλικιωμένοι, κυρίως γυναίκες και πιο συχνά έγχρωμοι με χαμηλότερη εκπαίδευση. Ηταν επίσης πιο πιθανό να είναι καπνιστές, να μην πίνουν αλκοόλ και να είναι διαβητικοί, υπερτασικοί, με υψηλά τριγλυκερίδια και χοληστερόλη. Είχαν σημαντικά υψηλότερο σκορ DII (1,99 έναντι 1,37).

Στην αξιολόγηση των διατροφικών συστατικών, ασθενείς με εγκεφαλικό επεισόδιο, γενικά είχαν χαμηλότερη πρόσληψη  των περισσότερων ουσιών εκτός από βιταμίνη Ε και καφεΐνη.

Περαιτέρω ανάλυση σε τεταρτημόρια DII αποκάλυψε ξεχωριστά καρδιομεταβολικά προφίλ στους συμμετέχοντες.

Σημαντικό εύρημα ήταν η θετική, μη γραμμική σχέση μεταξύ υψηλότερου DII και αυξημένου κινδύνου για εγκεφαλικό.

Αυτή ήταν σταθερή σε διάφορες υποομάδες, ανεξάρτητα από φύλο, ΔΜΣ, κάπνισμα, ηλικία, φυλή, αλκοόλ, διαβήτη και υπέρταση.

Στους άντρες, ο κίνδυνος αύξανε απότομα με DII άνω του 2, ενώ στις γυναίκες ο συσχετισμός ήταν γραμμικός.

Η ανάλυση στόχευε να εντοπίσει διατροφικούς παράγοντες που συνδέονταν με το εγκεφαλικό, όπως διατροφικές ίνες, χοληστερόλη, υδατάνθρακες, πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, σίδηρο και αλκοόλ.

Μοντέλο πρόβλεψης κινδύνου που ενσωμάτωνε αυτούς τους διατροφικούς παράγοντες και δημογραφικά δεδομένα έδειχναν προγνωστική αξία για εγκεφαλικό με AUC 79,8%.

Η προσέγγιση υπογραμμίζει τη δυνατότητα διατροφικής τροποποίησης στην πρόληψη του εγκεφαλικού και των στρατηγικών ελέγχου.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Νέο αντιβιοτικό κατά ανθεκτικών βακτηρίων-Ελπίδες για την αντιμετώπιση νοσοκομειακών λοιμώξεων

Επιστήμονες ανακοίνωσαν ότι ένα  νέο αντιβιοτικό  μπορεί να σκοτώσει βακτήρια ανθεκτικά στα φάρμακα. Ο δρόμος ανοίγει για να δημιουργηθεί ενδεχομένως μια νέα κατηγορία αντιβιοτικών για την αντιμετώπιση θανατηφόρων νοσοκομειακών λοιμώξεων.

Ήδη το Zosurabalpin έχει κατατροπώσει στελέχη πνευμονίας και σηψαιμίας σε ποντίκια, δημιουργώντας ελπίδες για δοκιμές σε ανθρώπους. Πρόκειται για μια εντελώς νέα κατηγορία αντιβιοτικών που φέρεται να σκοτώνει ένα από τα τρία βακτήρια που θεωρούνται ότι αποτελούν τη μεγαλύτερη απειλή για την ανθρώπινη υγεία λόγω της εκτεταμένης ανθεκτικότητάς τους στα φάρμακα, σύμφωνα με όσα αναφέρει το theguardian.com.

Πηγή: Δημοσίευση “A novel antibiotic class targeting the lipopolysaccharide transporter” στο Nature

Σε καλό δρόμο

Συγκεκριμένα, το  Zosurabalpin  κατάφερε να εξοντώσει τα εξαιρετικά ανθεκτικά στα φάρμακα στελέχη του ανθεκτικού στις καρβαπενέμες Acinetobacter baumannii (Crab). Άξιο λόγου είναι πως το Crab θεωρείται ως κρίσιμο παθογόνο προτεραιότητας 1 από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, μαζί με δύο άλλες μορφές βακτηρίων ανθεκτικών στα φάρμακα – Pseudomonas aeruginosa και Enterobacteriaceae.

Πηγή: Δημοσίευση “A novel antibiotic class targeting the lipopolysaccharide transporter” στο Nature

«Αυτή η χημική κατηγορία αντιπροσωπεύει ένα πολλά υποσχόμενο θεραπευτικό παράδειγμα για ασθενείς με διεισδυτικές λοιμώξεις που οφείλονται σε CRAB, για τους οποίους οι τρέχουσες θεραπευτικές επιλογές είναι ανεπαρκείς, και επιπλέον προσδιορίζει την LptB2FGC ως προσβάσιμο στόχο για την ανάπτυξη αντιμικροβιακών φαρμάκων» αναφέρεται στο nature.

Πηγή: Δημοσίευση “A novel antibiotic class targeting the lipopolysaccharide transporter” στο Nature

Επί του θέματος ο Δρ Άντριου Έντουαρντς, ανώτερος λέκτορας μοριακής μικροβιολογίας στο Imperial College του Λονδίνου, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα,  υποστήριξε ότι το εν λόγω μικρόβιο είναι αιτία μόλυνσης στα νοσοκομεία, ιδιαίτερα ασθενών με αναπνευστήρα. Είναι ανθεκτικό σε πολλά διαφορετικά αντιβιοτικά. Έως τώρα, σύμφωνα με όσα ο επιστήμονας εξήγησε ότι  η ανάπτυξη νέων θεραπειών κατά αυτού του βακτηρίου ήταν εξαιρετικά δύσκολη, «επειδή είναι πολύ επιδέξιο στο να εμποδίζει τα αντιβιοτικά να περάσουν την εξωτερική κυτταρική του στιβάδα».

Επιστημονική πρόοδος

Υπενθυμίζεται πως οι ανθεκτικές λοιμώξεις στα αντιβιοτικά απειλούν για την ανθρώπινη υγεία, ιδιαίτερα εκείνες που προκαλούνται από μια μεγάλη ομάδα βακτηρίων γνωστών ως αρνητικά κατά Gram βακτήρια, τα οποία προστατεύονται από ένα εξωτερικό κέλυφος που περιέχει μια ουσία που ονομάζεται λιποπολυσακχαρίτης (LPS). «Ο LPS επιτρέπει στα βακτήρια να ζουν σε σκληρά περιβάλλοντα και τους επιτρέπει επίσης να αποφεύγουν την επίθεση από το ανοσοποιητικό μας σύστημα», εξηγεί ο Δρ Michael Lobritz, παγκόσμιος επικεφαλής των λοιμωδών νοσημάτων της Roche Pharma Research and Early Development στη Βασιλεία της Ελβετίας, η οποία ανέπτυξε το νέο φάρμακο. Αξιοσημείωτο είναι πως δεν έχει εγκριθεί κανένα νέο αντιβιοτικό για αρνητικά κατά Gram βακτήρια εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια.

Πηγή: Δημοσίευση “A novel antibiotic class targeting the lipopolysaccharide transporter” στο Nature

Μέσω μιας σειράς πειραμάτων  ο καθηγητής Daniel Kahne του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ στο Κέιμπριτζ των ΗΠΑ και οι συνεργάτες του έδειξαν ότι το φάρμακο εμπόδιζε τη μεταφορά του LPS στην εξωτερική μεμβράνη του βακτηρίου, σκοτώνοντάς το. Ακόμη, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το Zosurabalpin μείωσε σημαντικά τα επίπεδα των βακτηρίων σε ποντίκια με πνευμονία και απέτρεψε τον θάνατο εκείνων που έπασχαν από σήψη που σχετιζόταν με τον Κάβουρα.Ο κ.Lobritz  συμπλήρωσε πως «είναι η πρώτη φορά που βρίσκουμε κάτι που λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο, οπότε είναι μοναδικό ως προς τη χημική του σύσταση και τον μηχανισμό δράσης του».

Πηγή: Δημοσίευση “A novel antibiotic class targeting the lipopolysaccharide transporter” στο Nature

Ωστόσο, μέχρι τη τελική χορήγησή του θα μεσολαβήσει χρόνος για τις μελέτες και θα πρέπει να  γίνουν κοστοβόρες δαπάνες  για την παραγωγή του ώστε να καταλήξει το νέο φάρμακο σε χώρες που αντέχουν τις δαπάνες, όπως επεσήμανε η επιστημονική διευθύντρια της Global Antibiotic Research and Development Partnership, καθηγήτρια Laura Piddock στο BBC.

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Long Covid: «Βρέθηκε» η αιτία της συνεχούς κόπωσης

Ολλανδική μελέτη εντοπίζει μεταβολική δυσλειτουργία των μυών.

H συνεχής κόπωση που νιώθουν οι ασθενείς της μακράς Covid δεν είναι ψυχολογικό αλλά βιολογικό φαινόμενο που συνδέεται με τους μυς, υποδεικνύει μελέτη στην Ολλανδία, ένα νέο υποψήφιο κομμάτι στο παζλ μιας μυστηριώδους πάθησης της εποχής μας.

«Βλέπουμε σαφείς αλλαγές στους μυς αυτών των ασθενών» λέει η Μισέλ βαν Φουγκτ του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, μέλος της ομάδας που υπογράφει τη δημοσίευση στο Nature Communications.

«H φυσική άσκηση μπορεί να μην κάνει πάντα καλό»

Στη μελέτη συμμετείχαν 25 ασθενείς long Covid και 21 υγιείς εθελοντές, οι οποίοι κλήθηκαν να κάνουν στατικό ποδήλατο για 15 λεπτά. Υποβλήθηκαν επίσης σε εξετάσεις του αίματος και των μυών μια εβδομάδα πριν από τη δοκιμασία με το ποδήλατο και μία μέρα μετά.

Σε πολλούς ασθενείς η ικανότητα σωματικής άσκησης δεν βρέθηκε να περιορίζεται από τη λειτουργία των πνευμόνων ή της καρδιάς αλλά από το αίσθημα κόπωσης.

Μια μέρα μετά την άσκηση, όλοι οι ασθενείς long Covid είχαν εμφανίσει ένα μυστηριώδες φαινόμενο που χαρακτηρίζει την πάθηση και έχει ονομαστεί PEM (post-exertional malaise) ή κακουχία μετά την καταπόνηση,

Πρόκειται μια σοβαρή επιδείνωση του αισθήματος κόπωσης και αδυναμίας που εκδηλώνεται πέρα από ένα όριο σωματικής, νοητικής ή συναισθηματικής προσπάθειας, ένα όριο που διαφέρει από ασθενή σε ασθενή.

Η νέα ανάλυση υποδεικνύει ότι το PEM συνδέεται με μεταβολικές ανωμαλίες των μυών.

Μιτοχόνδρια

«Εντοπίσαμε διάφορες ανωμαλίες στον μυϊκό ιστό των ασθενών» αναφέρει σε δελτίο Τύπου ο Ρομπ Βουρστ του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ.

«Σε κυτταρικό επίπεδο, διαπιστώσαμε ότι τα μιτοχόνδρια των μυών, γνωστά και ως ενεργειακά εργοστάσια των κυττάρων, λειτουργούν λιγότερο καλά και παράγουν λιγότερη ενέργεια».

Τα μιτοχόνδρια είναι τα διαμερίσματα του κυττάρου στα οποία παράγεται χημική ενέργεια από την καύση των τροφών με τη βοήθεια του οξυγόνου. Και λόγω των υψηλών ενεργειακών απαιτήσεών τους, οι μύες περιέχουν μεγάλες ποσότητες μιτοχονδρίων.

«Η αιτία της κόπωσης είναι στην πραγματικότητα βιολογική. Ο εγκέφαλος χρειάζεται ενέργεια για να σκεφτεί. Οι μύες χρειάζονται ενέργεια για να κινηθούν. Η ανακάλυψη σημαίνει ότι μπορούμε τώρα να αναζητήσουμε μια κατάλληλη θεραπεία» σχολιάζει ο δρ Βουρστ.

Στη μελέτη τους πάντως οι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι μια μελέτη παρατήρησης δεν μπορεί να αποδείξει αιτιακές σχέσεις –με άλλα λόγια, δεν αρκεί για να αποδείξει ότι οι μιτοχονδριακές ανωμαλίες είναι πράγματι αιτία του προβλήματος, και όχι δευτερεύον φαινόμενο ή ακόμα και αποτέλεσμα μιας βαθύτερης αιτίας.

Για την long Covid εξάλλου έχουν προταθεί κι άλλες εξηγήσεις, αν και η νέα μελέτη δεν εντόπισε ενδείξεις που θα υποστήριζαν κάποια από αυτές. Για παράδειγμα δεν βρέθηκαν ίχνη του ίδιο του κοροναϊού στους μύες, ούτε ενδείξεις μειωμένης οξυγόνωσης λόγω βλαβών στα τριχοειδή αγγεία.

Άσκηση με μέτρο

Παρόλο που η μελέτη είναι απίθανο να λύνει οριστικά το μυστήριο της μακράς Covid, τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η φυσική άσκηση «μπορεί να μην κάνει πάντα καλό στους ασθενείς long Covid».

«Συνιστούμε σε αυτούς τους ασθενείς να σέβονται τα σωματικά τους όρια και να μην τα υπερβαίνουν» λέει ο Μπρεντ Άπελμαν του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ.

«Στόχος είναι η ήπια άσκηση που δεν οδηγεί σε επιδείνωση των ενοχλήσεων. Το περπάτημα ή ένα ηλεκτρικό ποδήλατο είναι καλές λύσεις για τη διατήρηση της φυσικής κατάστασης. Έχετε υπόψη ότι κάθε ασθενής έχει διαφορετικά όρια».

«Επειδή τα συμπτώματα μπορεί να επιδεινωθούν μετά την καταπόνηση, ορισμένες κλασσικές μέθοδοι αποκατάστασης και φυσιοθεραπείας μπορεί να είναι αντιπαραγωγικές για την ανάρρωση αυτών των ασθενών».

 

 

Πηγη: https://www.in.gr/

Συνδυασμός αντικαρκινικών φαρμάκων για τον καρκίνο του ενδομητρίου

Πέτυχε τον κύριο στόχο σε δοκιμή τελικού σταδίου

Η GSK ανακοίνωσε ότι ο συνδυασμός των αντικαρκινικών φαρμάκων Zejula και Jemperli, όταν χρησιμοποιήθηκε ως θεραπεία συντήρησης μετά από Jemperli συν χημειοθεραπεία, πέτυχε τον κύριο στόχο μιας δοκιμής τελικού σταδίου για τη θεραπεία ενός συγκεκριμένου τύπου καρκίνου του ενδομητρίου. Τα αποτελέσματα από τη δοκιμή έδειξαν ότι το Jemperli συν χημειοθεραπεία ακολουθούμενη από Jemperli και Zejula βελτίωσε την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου, σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία μόνο τόσο στο συνολικό πληθυσμό των ασθενών όσο και σε έναν υποπληθυσμό ασθενών με ορισμένους τύπους όγκων. Η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου αναφέρεται στο πόσο καιρό ζει ένας ασθενής χωρίς να επιδεινωθεί η ασθένεια μετά τη θεραπεία. Η βρετανική εταιρεία είπε ότι η δοκιμή πέτυχε τον πρωταρχικό στόχο με ένα «στατιστικά και κλινικά σημαντικό» όφελος που παρατηρήθηκε στους συμμετέχοντες ασθενείς. Η GSK, η οποία επιδιώκει να «ξαναχτίσει» το ογκολογικό της τμήμα τα τελευταία χρόνια, ενισχύθηκε με την έγκριση του Jemperli στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο για τη θεραπεία συγκεκριμένων υποτύπων προχωρημένου ή υποτροπιάζοντος καρκίνου του ενδομητρίου σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία. Το Zejula είναι το σημαντικότερο αντικαρκινικό φάρμακο της εταιρείας από άποψη εσόδων το 2022, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 77% των πωλήσεών της, ύψους 602 εκατομμυρίων λιρών (763,8 εκατομμύρια δολάρια) από ογκολογικό της τμήμα.

 

 

Πηγη: https://healthdaily.gr/

Nέα προσέγγιση στην αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας από πειραματικό φάρμακο

Ενεργοποιεί πρωτεΐνες που παίζουν ρόλο στην ψύχωση

Για πρώτη φορά σε διάστημα επτά δεκαετιών, ένας νέος τύπος αντιψυχωσικού φαρμάκου για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας βρίσκεται κοντά στην κυκλοφορία του στην αγορά, δήλωσαν οι ερευνητές μιας επιτυχημένης κλινικής δοκιμής.

Το πειραματικό φάρμακο, KarXT από την Karuna Therapeutics, ενεργοποιεί πρωτεΐνες που ονομάζονται μουσκαρινικοί υποδοχείς στο κεντρικό νευρικό σύστημα, οι οποίοι πρόσφατα αποδείχθηκε ότι παίζουν ρόλο στην ψύχωση. Όλα τα υπάρχοντα αντιψυχωσικά φάρμακα δρουν αναστέλλοντας τις πρωτεΐνες που ονομάζονται υποδοχείς ντοπαμίνης. Η δοκιμή που περιγράφεται λεπτομερώς στο The Lancet περιελάμβανε 252 νοσηλευόμενους ασθενείς με σχιζοφρένεια που έλαβαν είτε KarXT είτε εικονικό φάρμακο για πέντε εβδομάδες. Μέχρι το τέλος της μελέτης, οι ασθενείς που έλαβαν το νέο φάρμακο είχαν «στατιστικά και κλινικά σημαντικές» μειώσεις σε όλα τα μέτρα έκβασης, χωρίς πολλές από τις ανεπιθύμητες ενέργειες που συνήθως συνδέονται με τις τρέχουσες αντιψυχωσικές θεραπείες, όπως υπνηλία, αύξηση βάρους και ακούσια κίνηση.

Το KarXT περιέχει έναν συνδυασμό δύο φαρμάκων: την xanomeline και τρόσπιο. Η Karuna το δοκιμάζει επί του παρόντος σε μακροχρόνιες μελέτες σε μη νοσηλευόμενους ασθενείς. Με περίπου έναν στους τρεις ασθενείς να είναι ανθεκτικός στη θεραπεία με τα διαθέσιμα επί του παρόντος αντιψυχωσικά φάρμακα που επιπλέον έχουν όλα παρενέργειες, «υπάρχει σαφώς μεγάλη ανάγκη για πιο αποτελεσματικά και ασφαλέστερα φάρμακα», σχολιάζουν οι ερευνητές. Η Karuna έχει υποβάλει αίτηση για έγκριση του KarXT στον FDA των ΗΠΑ και η απόφαση αναμένεται τον Σεπτέμβριο του 2024.

 

 

Πηγη:https://healthdaily.gr

Πρωτοποριακή μελέτη αποκαλύπτει 15 παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο πρώιμης εμφάνισης άνοιας

Νέα μελέτη αποκαλύπτει τους 15 παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο πρώιμης έναρξης άνοιας, μεταξύ αυτών η εξασθένηση της ακοής, οι καρδιακές παθήσεις, η κοινωνική απομόνωση και η χαμηλότερη κοινωνικοοικονομική κατάσταση.

Τα ευρήματα της συγκεκριμένης μελέτης υποδηλώνουν ότι η στόχευση των παραγόντων υγείας και του τρόπου ζωής θα μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης της πάθησης. Επιπλέον, η μελέτη αντικρούει την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση πως η πρώιμη άνοια οφείλεται μόνο σε γενετικούς παράγοντες.

Οι ερευνητές εντόπισαν ένα ευρύ φάσμα παραγόντων κινδύνου για την πάθηση, η οποία χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση συμπτωμάτων άνοιας πριν από την ηλικία των 65 ετών, με τον καθηγητή Ντέιβιντ Λουέλεν του Πανεπιστημίου του Έξετερ στη Βρετανία, να τονίζει τη σημασία των ευρημάτων, λέγοντας τα εξής: «Υπάρχουν ακόμη πολλά να μάθουμε στη συνεχιζόμενη αποστολή μας να προλάβουμε, να εντοπίσουμε και να θεραπεύσουμε την άνοια σε όλες τις μορφές της με πιο στοχευμένο τρόπο. Για πρώτη φορά διαπιστώνουμε ότι μπορούμε να αναλάβουμε δράση για να μειώσουμε τον κίνδυνο αυτής της εξουθενωτικής πάθησης, μέσω της στόχευσης μιας σειράς διαφορετικών παραγόντων».

Από την πλευρά του ο Δρ. Στίβι Χέντρικς, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Μάαστριχτ στην Ολλανδία, εξήγησε πως «η πρώιμη έναρξη άνοιας έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις επειδή οι άνθρωποι που πάσχουν από αυτή συνήθως εξακολουθούν να δουλεύουν και να έχουν μια πολυάσχολη ζωή», δήλωσε .

Οι ερευνητές των πανεπιστημίων του Έξετερ και του Μάαστριχτ μελέτησαν τα δεδομένα υγείας περισσότερων από 350.000 ατόμων ηλικίας κάτω των 65 ετών που συμμετείχαν στη μελέτη της UK Biobank στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η ομάδα ανέλυσε ένα ευρύ φάσμα παραγόντων κινδύνου, από γενετικές προδιαθέσεις, έως τον τρόπο ζωής και τις περιβαλλοντικές επιδράσεις. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η χαμηλότερη εκπαίδευση, τα γονίδια και οι παράγοντες του τρόπου ζωής, όπως η διαταραχή χρήσης αλκοόλ, επίσης αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο πρώιμης έναρξης άνοιας.

«Η έρευνά μας ανοίγει νέους δρόμους, καθώς εντοπίζει ότι ο κίνδυνος πρώιμης έναρξης άνοιας μπορεί να μειωθεί. Πιστεύουμε ότι αυτό θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια νέα εποχή στις παρεμβάσεις για τη μείωση των νέων περιπτώσεων αυτής της πάθησης», δήλωσε χαρακτηριστικά η Δρ. Τζάνις Ράνσον, ανώτερη ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Έξετερ.

«Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια αυξανόμενη συναίνεση ότι η άνοια συνδέεται με 12 συγκεκριμένους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, η αρτηριακή πίεση και η απώλεια ακοής», δήλωσε η Δρ. Λία Μουρσαλίν, επικεφαλής της κλινικής έρευνας στο Alzheimer’s Research UK το οποίο συγχρηματοδότησε τη μελέτη.

«Είναι πλέον αποδεκτό ότι έως και τέσσερις στις 10 περιπτώσεις άνοιας παγκοσμίως συνδέονται με αυτούς τους παράγοντες. Αυτή η πρωτοποριακή μελέτη ρίχνει σημαντικό και αναγκαίο φως στους παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τον κίνδυνο πρώιμης έναρξης άνοιας. Αυτό αρχίζει να καλύπτει ένα σημαντικό κενό στις γνώσεις μας. Θα είναι σημαντικό να βασιστούμε σε αυτά τα ευρήματα σε ευρύτερες μελέτες», πρόσθεσε.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Jama Neurology».

 

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/