Πολλοί άνθρωποι με διαβήτη παλεύουν και με την κατάθλιψη και ο συνδυασμός μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρο θάνατο, αναφέρουν ερευνητές.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία 15.000 ανθρώπων, από την Health and Nutrition Examination Survey και στοιχεία για θανάτους από το Centers for Disease Control and Prevention των ΗΠΑ.
Ανακάλυψαν ότι πάνω από το 10% των Αμερικανών ενηλίκων πάσχουν από κατάθλιψη ή διαβήτη. Γενικά, συμμετέχοντες με διαβήτη ήταν 1,7 φορές πιο πιθανό να πεθάνουν πρόωρα έναντι αυτών χωρίς διαβήτη.
Ο κίνδυνος θανάτου ήταν τουλάχιστον τετραπλάσιος για συμμετέχοντες με τις δύο παθήσεις έναντι αυτών χωρίς διαβήτη ή κατάθλιψη.
Ο Khubchandani, του New Mexico State University, δήλωσε ότι ο διαβήτης καθαυτός είναι εξουθενωτική νόσος και η συνύπαρξη με την κατάθλιψη καθιστούν χειρότερη την κατάσταση.
Για τη συννοσηρότητα θα μπορούσαν να ευθύνονται πολλοί δημογραφικοί, ψυχολογικοί και βιολογικοί μηχανισμοί.
Ορισμένα χαρακτηριστικά είναι συνήθη σε ανθρώπους με υψηλότερο κίνδυνο συνύπαρξης διαβήτη και κατάθλιψης. Σε αυτά περιλαμβάνονται το χαμηλότερο εισόδημα και εκπαίδευση, π ανθυγιεινός τρόπο ζωής και συννοσηρότητες.
Περίπου το 75% των ανθρώπων με διαβήτη λαμβάνουν αγωγή για τον έλεγχο της πάθησης στις ανεπτυγμένες χώρες.
Όμως, πάνω από το 50% των διαβητικών με συμπεριφορικά προβλήματα υγείας δεν λαμβάνουν επαρκή περίθαλψη όσον αφορά την ψυχική τους υγεία, σημείωσαν οι ερευνητές.
Η μελέτη συνιστά, οι γιατροί να ενσωματώνουν την αντιμετώπιση προβλημάτων ψυχικής υγείας στην περίθαλψη του διαβήτη.
Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο Diabetes & Metabolic Syndrome: Clinical Research & Reviews.
Πηγές:
Diabetes & Metabolic Syndrome: Clinical Research & Reviews.
Νέα δεδομένα ταράζουν τα νερά ως προς το αν υπάρχει κληρονομούμενη προδιάθεση. Τι πρέπει να γνωρίζουν οι ασθενείς, ο ρόλος του γονιδιακού ελέγχου.
Μια από τις πρώτες ερωτήσεις του ασθενή που έχει διαγνωστεί με καρκίνο είναι αν αυτός κληρονομείται. Μέχρι πρόσφατα η συνήθης απάντηση του ογκολόγου στον καρκίνο πνεύμονα ήταν αρνητική. Σε αντίθεση με άλλους τύπους καρκίνου (μαστού, ωοθηκών, παχέος εντέρου, προστάτη), αυτός έχει συνδεθεί κυρίως με περιβαλλοντικούς παράγοντες και βλαπτικές συνήθειες όπως το κάπνισμα, ενώ οι κληρονομούμενες μεταλλάξεις θεωρούνταν σπάνιες.
Νέα δεδομένα των τελευταίων λίγων ετών έρχονται να επαναπροσδιορίσουν μερικώς αυτή την επιστημονική γνώση, καθώς φαίνεται πως σε ένα ποσοστό ασθενών με καρκίνο πνεύμονα εντοπίζονται μεταλλάξεις που αυξάνουν την πιθανότητα και άλλων τύπων καρκίνου, μεταξύ των οποίων καρκίνου μαστού και ωοθηκών. Τα ευρήματα αυτά απαντούν σε ένα βαθμό στο ερώτημα γιατί ασθενούν με καρκίνο πνεύμονα νέα άτομα, μη καπνιστές, πέραν από τους προφανείς λόγους της περιβαλλοντικής μόλυνσης και της επαγγελματικής έκθεσης.
Η παθολόγος – ογκολόγος, πανεπιστημιακή υπότροφος του ΑΠΘ στην Πνευμονολογική Κλινική ΑΠΘ του νοσοκομείου “Γ.Παπανικολάου”, Έλενα Φούντζηλα (φωτογραφία), ανέλυσε τα τελευταία δεδομένα στη διάρκεια διήμερης επιστημονικής εκδήλωσης της Κλινικής με θέμα τη διαχείριση ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα στην κλινική πράξη.
Το κληρονομικό υπόβαθρο
“Τα τελευταία χρόνια, γνωρίζαμε ότι υπάρχουν σε ένα πολύ μικρό ποσοστό κληρονομούμενες μεταλλάξεις σε ασθενείς με καρκίνο πνεύμονα. Αυτές αφορούσαν δύο κυρίως γονίδια, τον EGFR και το Ρ53”, ανέφερε η κ.Φούντζηλα, προσθέτοντας πως στον ΕGFR αυτές οι μεταλλάξεις αφορούν περίπου το 0,5% με 1% των ασθενών με καρκίνο πνεύμονα. Μια συγκεκριμένη μετάλλαξη, η EGFR T790M, εμφανίζεται σε ασθενείς που έχουν λάβει κάποιον αναστολέα EGFR πρώτης – δεύτερης γενιάς.
“Ο κίνδυνος για μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα είναι πολύ αυξημένος σε αυτούς τους ανθρώπους και γι αυτό συστήνεται να τους παρακολουθούμε εντατικά, αν τους βρούμε”, επισήμανε η ογκολόγος, συμπληρώνοντας πως πρέπει να παρακολουθούνται με αξονικές και οι υγιείς συγγενείς.
Σύμφωνα με μια δημοσίευση, τα 19 από τα 29 άτομα που είχαν αυτή τη μετάλλαξη νόσησαν από μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα. Σε νέα πολύ πρόσφατη μελέτη, από τους 36 υγιείς που είχαν αυτές τις μεταλλάξεις οι 15 υποβάλλονταν σε πρόγραμμα εντατικής παρακολούθησης με αξονική τομογραφία και οι 9 διαγνώστηκαν με καρκίνο, εκ των οποίων ο ένας 28 ετών με περισσότερα από 10 οζίδια. Σε ελληνική δημοσίευση αναφέρεται η νόσηση μητέρας και του γιου της μόλις 27 ετών. Αμφότεροι ήταν μη καπνιστές και είχαν μια συγκεκριμένη μετάλλαξη στον EGFR που πιθανώς να ενοχοποιείται για την ανάπτυξη του καρκίνου.
Νέα δεδομένα που ταράζουν τα νερά
Ευρήματα νέων μελετών έρχονται να ταράξουν τα νερά, με πρώτη αυτή του 2020, που έλεγξε 58 γονίδια σχετιζόμενα γενικά με καρκίνο, σε 1000 ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα. Το 4,9% είχαν γαμετικές μεταλλάξεις σε διάφορα γονίδια, – πιο συχνά στο BRCA2, στο CHEK2 και στο ΑΤΜ -, που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνο μαστού κυρίως και κάποιων άλλων καρκίνων.
Άλλη, δημοσίευση, που πραγματικά εντυπωσίασε, εντόπισε 1.161 ασθενείς με μεταλλάξεις σε κάποιο από τα γονίδια που γνωρίζουμε ότι σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, ανάμεσα σε περίπου 7.788 ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα.
“Το ποσοστό 15% είναι μεγάλο, αντίστοιχο με αυτό στον καρκίνο ωοθηκών και στον καρκίνο προστάτη, που είναι και οι πιο συχνά κληρονομούμενοι καρκίνοι”, παρατήρησε η κ. Φούντζηλα, διευκρινίζοντας ωστόσο, πως οι συμμετέχοντες στη μελέτη ασθενείς παραπέμφθηκαν κυρίως λόγω του οικογενειακού ιστορικού, οπότε το δείγμα μπορεί να είναι εμπλουτισμένο από μεταλλάξεις λόγω του ιστορικού άλλων καρκίνων.
Πότε χτυπάει “καμπανάκι”
“Υπάρχουν περιβαλλοντικοί παράγοντες, ατομικές συνήθειες κοινές σε κάποιες οικογένειες που μπορεί να αυξάνουν τον κίνδυνο καρκίνου πνεύμονα, αλλά φαίνεται πως υπάρχουν και γενετικοί παράγοντες, οι οποίοι είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με τους άλλους παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο μη μικροκυτταρικού καρκίνου πνεύμονα”, ανέφερε συνοψίζοντας η παθολόγος – ογκολόγος, για να προσθέσει πως το οικογενειακό ιστορικό είναι πάντα ένα καμπανάκι: “Βλέπουμε ότι αν κάποιος έχει έναν συγγενή με καρκίνο πνεύμονα έχει μιάμιση φορά μεγαλύτερη πιθανότητα απ΄αυτή του γενικού πληθυσμού να νοσήσει, και αυτή η πιθανότητα είναι τριπλάσια αν πρόκειται για καπνιστή”.
“Καμπανάκι” που συστήνεται να οδηγήσει σε γενετική συμβουλευτική, χτυπάει, επίσης, όταν έχουμε:
δύο διαφορετικούς τύπους καρκίνου στο ίδιο άτομο,
καρκίνος σε πολύ μικρή ηλικία.
καρκίνος πνεύμονα σε μη καπνιστή.
πολλαπλά περιστατικά στην οικογένεια,
συγκεκριμένους τύπους καρκίνου, όπως ο τριπλά αρνητικός καρκίνος μαστού και ο επιθηλιακός καρκίνος ωοθηκών, που έχουν απόλυτη ένδειξη γονιδιακού ελέγχου.
Γονιδιακός έλεγχος
Σε συνεδρίες γενετικής συμβουλευτής, ομάδες επαγγελματικών υγείας, αποτελούμενες από ογκολόγους και κλινικούς γενετιστές, αξιολογεί ένα άτομο για την πιθανότητα να έχει μια κληρονομούμενη μετάλλαξη. Το ενημερώνει για τη δυνατότητα γονιδιακού ελέγχου, αλλά και για τι προεκτάσεις έχει ένα θετικό και ένα αρνητικό αποτέλεσμα.
“Λαμβάνουμε με λεπτομέρεια το οικογενειακό ιστορικό γιατί μπορεί να αποκαλύψει συγκεκριμένα σύνδρομα και να υποψιαστούμε συγκεκριμένα γονίδια, βλέπουμε κλινικά τον ασθενή γιατί μπορεί να έχει ένα σημείο που μπορεί να χτυπήσει καμπανάκι για κάποιο συγκεκριμένο σύνδρομο και ενημερώνουμε στη συνέχεια για τα βήματα που μπορεί να κάνει, προκειμένου να μειώσει την πιθανότητα να νοσήσει, ή να διαγνώσει έστω το καρκίνωμα σε αρχικά στάδια, με σκοπό βέβαια να βελτιώσουμε την πρόγνωσή του”, σημείωσε η κ. Φούντζηλα.
Η ίδια διευκρίνισε πως δεν υπάρχει σήμερα φαρμακευτική αγωγή που να μειώνει τον κίνδυνο σε αυτή την περίπτωση. “Αυτό όμως που μπορούμε να συμβουλέψουμε – και το κάνουμε σε όλους τους ανθρώπους με παθογόνες μεταλλάξεις – είναι ότι η διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους και κυρίως η άσκηση μειώνει την πιθανότητα να νοσήσει ένας άνθρωπος από διάφορους τύπους καρκίνου κατά 30%”, κατέληξε.
Ανακτά περίπου το 10% της ενέργειας που απαιτείται για να προκαλέσει έναν νέο καρδιακό παλμό.
Ένας πειραματικός βηματοδότης είναι σε θέση να επαναφορτίσει μερικώς τη δική του μπαταρία χρησιμοποιώντας τους καρδιακούς παλμούς για να παράγει φρέσκια ηλεκτρική ενέργεια, αναφέρουν ερευνητές.
Η συσκευή μπορεί να ανακτήσει περίπου το 10% της ενέργειας που απαιτείται για την τόνωση ενός άλλου καρδιακού παλμού, κάτι που επεκτείνει τη διάρκεια ζωής μιας τυπικής μπαταρίας βηματοδότη (6 έως 15 χρόνια) όπως δείχνουν τα αποτελέσματα.
Αυτά τα ευρήματα θα παρουσιαστούν στην ετήσια συνάντηση της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας, που θα πραγματοποιηθεί από τις 11 έως τις 13 Νοεμβρίου στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ.
“Η μηχανική και η ηλεκτρική ενέργεια συνδέονται και μπορούν να ανταλλάσσονται εμπρός και πίσω”, εξήγησε ο επικεφαλής ερευνητής, δρ. Babak Nazer, αναπληρωτής καθηγητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον στο Σιάτλ.
“Ακριβώς όπως ο υπέρηχος μετατρέπει την ηλεκτρική τάση σε πίεση ή ήχο, μπορούμε να δημιουργήσουμε παρόμοια υλικά σε εμφυτεύσιμες ιατρικές συσκευές για να μετατρέψουμε τις φυσικές πιέσεις ταλάντωσης της καρδιάς σε επιστρεφόμενη τάση για παράταση της διάρκειας ζωής της μπαταρίας”, εξήγησε ο ίδιος.
Πώς εφευρέθηκε ο ανατροφοδοτούμενης ενέργειας βηματοδότης
Γι’ αυτήν την μελέτη, οι ερευνητές κατασκεύασαν τρεις πρωτότυπους βηματοδότες που σχεδιάστηκαν για να ανακτούν μέρος της ηλεκτρικής τους ενέργειας μέσω κάθε χτύπου της καρδιάς.
Οι βηματοδότες χωρίς μόλυβδο είναι συσκευές που τοποθετούνται μέσα στη δεξιά κοιλία της καρδιάς.
Η μπαταρία δεν μπορεί να αντικατασταθεί εύκολα επειδή η συσκευή δεν μπορεί να αφαιρεθεί εύκολα από το εσωτερικό της καρδιάς. Μερικές φορές είναι απαραίτητο να εμφυτευθούν νέοι βηματοδότες μαζί με προηγούμενους που έχουν χάσει τη φόρτιση της μπαταρίας τους.
Η ομάδα τοποθέτησε τα πρωτότυπα σε έναν ειδικό προσομοιωτή καρδιακής πίεσης, ο οποίος σχεδιάστηκε για να αναπαράγει τις φυσικές πιέσεις της καρδιάς με ρυθμό 60 παλμών ανά λεπτό.
Το καλύτερο από τα τρία πρωτότυπα ανέκτησε περίπου το 10% της ενέργειας που απαιτείται για να επιταχύνει τον επόμενο χτύπο.
Λιγότερες επεμβάσεις για όσους βάζουν βηματοδότη
“Το επόμενο βήμα μας είναι να βελτιστοποιήσουμε τα υλικά και την κατασκευή για να βελτιώσουμε την αποδοτικότητα της ανάκτησης ενέργειας και στη συνέχεια να δείξουμε ότι μπορούμε να το κάνουμε με συνέπεια σε μακροπρόθεσμες μελέτες. Όταν μπορούμε να βελτιώσουμε την αποδοτικότητά μας συγκομιδής 10%, ελπίζουμε να συνεργαστούμε με μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες βηματοδοτών, για να ενσωματώσουμε τον σχεδιασμό και το περίβλημά μας σε έναν υπάρχοντα βηματοδότη χωρίς μόλυβδο.
Ελπίζουμε να παρατείνουμε περαιτέρω τη διάρκεια ζωής της μπαταρίας και να επεκτείνουμε την πρόσβαση αυτού του προϊόντος σε νεότερους ασθενείς, οι οποίοι ελπίζουμε ότι θα χρειάζονται πλέον λιγότερα εμφυτεύματα κατά τη διάρκεια της ζωής τους”, πρόσθεσε ο δρ. Nazer.
Αυτό το πείραμα “παρέχει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την ανάκτηση ενέργειας από την καρδιά για την επαναφόρτιση των μπαταριών βηματοδότη”, δήλωσε ο δρ. Kenneth Ellenbogen, καθηγητής καρδιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια.
“Αυτές οι νέες συσκευές θα μπορούσαν επίσης να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των ασθενών απαιτώντας λιγότερες επεμβάσεις καθώς είναι μικρότερες και διαρκούν περισσότερο”, δήλωσε ο δρ. Ellenbogen, ο οποίος δεν συμμετείχε στην μελέτη.
Τα αποτελέσματα της έρευνας θεωρούνται προκαταρκτικά μέχρι να δημοσιευτούν σε περιοδικό επιστημονικής επιθεώρησης.
Αποτελέσματα από την μεγαλύτερη έως σήμερα σχετική μελέτη
Υψηλά επίπεδα σωματιδιακής ρύπανσης του αέρα μπορεί να σχετίζονται με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού
Ερευνητές από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ (Εθνικό Ινστιτούτο Περιβαλλοντικών Επιστημών Υγείας – NIEHS – και Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου – NCI) διαπίστωσαν ότι η διαβίωση σε μια περιοχή με υψηλά επίπεδα ρύπανσης του αέρα από σωματίδια σχετίζεται με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού.
Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (Καθηγήτρια Προληπτικής Ιατρικής και Επιδημιολογίας), Γιάννης Ντάνασης και Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) συνοψίζουν τα ευρήματα της πρόσφατης μελέτης των White και συνεργατών στην επιστημονική επιθεώρηση Journal of the National Cancer Institute. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες μελέτες σε αυτό τον τομέα μέχρι σήμερα, όπου εξετάζεται η σχέση μεταξύ της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, και ειδικότερα των αιωρούμενων σωματιδίων, και της συχνότητας εμφάνισης του καρκίνου του μαστού.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η μεγαλύτερη αύξηση στη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού ήταν μεταξύ των γυναικών που κατά μέσο όρο είχαν υψηλότερα επίπεδα μικροσωματιδίων (PM2.5) κοντά στο σπίτι τους, σε σύγκριση με εκείνες που ζούσαν σε περιοχές με χαμηλότερα επίπεδα PM2.5. Η σωματιδιακή ύλη είναι ένα μίγμα στερεών σωματιδίων και υγρών σταγονιδίων που βρίσκονται στον αέρα. Προέρχεται από πολλές πηγές, όπως η εξάτμιση των μηχανοκίνητων οχημάτων, οι διεργασίες καύσης (π.χ., πετρέλαιο, άνθρακας), η καύση ξύλου/βλάστησης και οι βιομηχανικές εκπομπές. Η ρύπανση από τα σωματίδια που μετρήθηκε σε αυτήν τη μελέτη ήταν 2.5 microns σε διάμετρο ή μικρότερη (PM2.5), που σημαίνει ότι τα σωματίδια είναι αρκετά μικρά και μπορούν να εισπνευστούν βαθιά στους πνεύμονες.
Σύμφωνα με την επικεφαλής της συγγραφικής ομάδας, Alexandra White, παρατηρήθηκε μια αύξηση της τάξης του 8% στην επίπτωση του καρκίνου του μαστού στις περιοχές με υψηλότερη έκθεση σε PM2.5. Αν και πρόκειται για μια σχετικά μέτρια αύξηση του κινδύνου, τα ευρήματα αυτά είναι σημαντικά, δεδομένου ότι η ρύπανση του αέρα είναι πανταχού παρούσα και μας επηρεάζει όλους.
Η συγκεκριμένη μελέτη διεξήχθη χρησιμοποιώντας πληροφορίες από τη Μελέτη Διατροφής και Υγείας NIH-AARP, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 500.000 άνδρες και γυναίκες μεταξύ 1995-1996 σε έξι πολιτείες (Καλιφόρνια, Φλόριντα, Πενσυλβάνια, Νιου Τζέρσεϊ, Βόρεια Καρολίνα και Λουιζιάνα) και σε δύο μητροπολιτικές περιοχές (Ατλάντα και Ντιτρόιτ) των ΗΠΑ. Οι γυναίκες ήταν κατά μέσο όρο περίπου 62 ετών και παρακολουθήθηκαν για περίπου 20 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων εντοπίστηκαν 15.870 περιπτώσεις καρκίνου του μαστού.
Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, μπορεί να χρειαστούν πολλά χρόνια για να αναπτυχθεί ο καρκίνος του μαστού και, στο παρελθόν, τα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης έτειναν να είναι υψηλότερα. Αυτό το γεγονός που μπορεί να καταστήσει τα προηγούμενα επίπεδα έκθεσης ιδιαίτερα σημαντικά σχετικά με την ανάπτυξη του καρκίνου. Σε αντίθεση με προηγούμενες μελέτες στη βιβλιογραφία, η συγκεκριμένη μελέτη αξιολόγησε αναδρομικά και τα επίπεδα έκθεσης σε ατμοσφαιρική ρύπανση κατά τη διάρκεια των προηγούμενων 10-15 ετών πριν από την ένταξη των συμμετεχόντων στη μελέτη και την έναρξη της παρακολούθησής τους.
Επιπλέον, οι ερευνητές προχώρησαν σε υπο-αναλύσεις των δεδομένων και βρήκαν ότι τα μικροσωματίδια PM2.5 σχετίζονταν με μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς (ER+), και όχι με όγκους με αρνητικούς οιστρογονικούς υποδοχείς. Αυτό υποδεικνύει ότι τα μικροσωματίδια μπορούν να επηρεάσουν την εξέλιξη του καρκίνου του μαστού μέσω μιας υποκείμενης βιολογικής οδού ενδοκρινικής διαταραχής.
Η πολυαναμενόμενη ανακάλυψη του υποδοχέα 2 του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (human epidermal growth factor receptor 2, HER2) ως ενός εξαιρετικά ευαίσθητου θεραπευτικού στόχου αποτέλεσε ένα πολύ σημαντικό βήμα για τη θεραπεία του άκρως επιθετικού, θετικού στον υποδοχέα HER2, καρκίνου του μαστού, οδηγώντας πριν από 25 χρόνια στην έγκριση του πρώτου φαρμάκου κατά του HER2, του μονοκλωνικού αντισώματος της τραστουζουμάμπης.
Έκτοτε, η σημαντική πρόοδος που έχει επιτελεστεί μέσω των εντατικών ερευνητικών προσπαθειών και η εντυπωσιακή κλινική αποτελεσματικότητα των μονοκλωνικών αντισωμάτων, των αναστολέων της κινάσης τυροσίνης και των συζευγμάτων αντισωμάτων-φαρμάκων που στοχεύουν τον HER2, έχουν οδηγήσει στην ανάπτυξη και έγκριση καινοτόμων θεραπευτικών πλατφόρμων και ακόμα πιο στοχευμένων θεραπειών (Σχήμα 1). Ωστόσο, η ικανότητα του καρκίνου να μεταβάλλεται διαρκώς και να διαφεύγει τις υπάρχουσες θεραπείες επιβάλλει την ανάγκη για τη συνεχόμενη ανάπτυξη και εξέλιξη των αντικαρκινικών θεραπειών και την εξεύρεση νέων ευπαθειών των ανθεκτικών όγκων.
Εν εξελίξει κλινικές μελέτες διερευνούν την αποτελεσματικότητα αντισωμάτων που στοχεύουν εναλλακτικές περιοχές του HER2 ή άλλα μέλη της οικογένειας των υποδοχέων HER, με σκοπό να επιτύχουν τον πληρέστερο αποκλεισμό του HER2 και μία περαιτέρω άμβλυνση των επιπτώσεων στα κατάντη σηματοδοτικά μονοπάτια. Παράλληλα, καινοτόμα συζεύγματα αντισωμάτων-φαρμάκων φέρουν διαφορετικά φαρμακευτικά φορτία ώστε να αποφευχθεί η διασταυρούμενη αντοχή με τις διαθέσιμες θεραπείες ή νέα μόρια-συνδέτες ώστε να αντισταθμιστεί η εκτός του θεραπευτικού στόχου τοξικότητα. Επιπρόσθετα της άμεσης στόχευσης του HER2 και της αναστολής της λειτουργίας του, άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις προσπαθούν να επιστρατεύσουν τους μηχανισμούς του έμφυτου και του επίκτητου ανοσοποιητικού συστήματος κατά των αναπτυσσόμενων καρκινικών κυττάρων και αποτελούν μία πολλά υποσχόμενη προσέγγιση κατά του θετικού στον HER2 καρκίνου του μαστού.
Σχήμα 1. Το χρονοδιάγραμμα των ρυθμιστικών εγκρίσεων των φαρμακευτικών παραγόντων που στοχεύουν τον υποδοχέα HER2. Τα γράμματα στην παρένθεση υποδηλώνουν το θεραπευτικό πλαίσιο του εγκεκριμένου φαρμάκου: A, ως επικουρική θεραπεία (adjuvant setting) – M, ως θεραπεία μεταστατικού καρκίνου (metastatic setting) – Ν, ως νεοεπικουρική θεραπεία (neoadjuvant setting).
Σε αυτό το άρθρο, χρησιμοποιώντας ως βασική πηγή το πρόσφατα δημοσιευμένο άρθρο των S.M. Swain, M. Shastry και E. Hamilton στο διακριτό περιοδικό Nature Reviews Drug Discovery, συνοψίζονται οι θεραπείες νέας γενιάς κατά του θετικού στον HER2 καρκίνου του μαστού.
Μονοκλωνικά αντισώματα
Ο ετεροδιμερισμός των υποδοχέων HER2-HER3 είναι σημαντικός για την καθοδηγούμενη από τον HER2 σηματοδότηση και η διακοπή αυτού του ετεροδιμερισμού αποτελεί τον θεραπευτικό στόχο της περτουζουμάμπης. Τα θετικά αποτελέσματα από τις κλινικές μελέτες της περτουζουμάμπης στοιχειοθέτησαν τη θεραπευτική στρατηγική της στόχευσης του ΗΕR3, ο οποίος κατέχει έναν σημαντικό ρόλο στη διαμεσολαβούμενη από τον ΗΕR2 ογκογένεση.
Ο υποδοχέας HER3 είναι μοναδικός συγκριτικά με τα άλλα μέλη της οικογένειας των υποδοχέων HER, καθώς αυτός χαρακτηρίζεται από την απουσία μίας λειτουργικής περιοχής κινάσης και συνεπώς από την απουσία οποιασδήποτε καταλυτικής δραστικότητας. Ο υποδοχέας HER3 είναι ο προτιμώμενος έτερος παράγοντας διμερισμού για τον HER2, με τον διμερισμό τους να οδηγεί σε ογκογονική ενεργοποίηση του σηματοδοτικού μονοπατιού PI3K, το οποίο μεσολαβεί την αντίσταση στη στοχευμένη θεραπεία κατά του ΗΕR2. Αρκετά αντισώματα κατά του HER3 έχουν αξιολογηθεί κλινικά κατά την τελευταία δεκαετία, με τα περισσότερα εξ αυτών να στοχεύουν την εξωκυττάρια περιοχή του HER3 (πχ., οι παράγοντες seribantumab και patritumab) και κάποια άλλα φέροντας τροποποιήσεις ώστε να βελτιώσουν την αντισωματοεξαρτώμενη κυτταροτοξικότητα (antibody dependent cell-mediated cytotoxicity, ADCC) (πχ., οι παράγοντες lumretuzumab και TrasGex) ή να παγιδεύσουν τον HER3 σε μία αδρανή διαμόρφωση (elgemtumab).
Παρόλο που αυτοί οι φαρμακευτικοί παράγοντες έδειξαν υποσχόμενη δραστικότητα σε προκλινικά πειράματα, οι περισσότεροι δεν βρίσκονται πια υπό κλινική ανάπτυξη κατά του θετικού στον HER2 καρκίνου του μαστού, δεδομένου του υψηλού πήχη της απαιτούμενης αποτελεσματικότητας που έχουν θέσει οι καθιερωμένες θεραπείες κατά του ΗΕR2. Επί του παρόντος, το ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί στα καινοτόμα συζεύγματα αντισωμάτων-φαρμάκων που στοχεύουν τον HER2 ή τον HER3 και στα διειδικά αντισώματα που στοχεύουν πολλαπλούς επίτοπους του HER2 ή ταυτόχρονα επίτοπους του HER2 και του HER3, με αυτές τις θεραπείες να σχολιάζονται στις ακόλουθες ενότητες.
Συζεύγματα αντισωμάτων-φαρμάκων
Τα συζεύγματα αντισωμάτων-φαρμάκων (antibody-drug conjugates, ADCs) συνδυάζουν επιτυχώς τα αντικαρκινικά χαρακτηριστικά των κυτταροτοξικών φαρμάκων και των αντισωμάτων κατά του HER2 σε ένα φαρμακολογικό προϊόν που παρουσιάζει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από ότι τα μεμονωμένα συστατικά του αθροιστικά. Επιπρόσθετα της ικανότητας των ADCs να στοχεύουν μόνο τα καρκινικά κύτταρα που εκφράζουν τον αντιγονικό στόχο και να προκαλούν τη λύση τους, το φαρμακευτικό φορτίο των ADCs μπορεί να διαπερνά την κυτταρική μεμβράνη και να διαχέεται στο παρακείμενο καρκινικό μικροπεριβάλλον, επάγοντας σε αυτό το λεγόμενο «φαινόμενο του παρευρισκόμενου» (bystander effect). Αυτό το χαρακτηριστικό επιτρέπει τη δραστικότητα ενάντια σε όγκους με χαμηλή ή ετερογενή έκφραση των αντιγονικών στόχων, διευρύνοντας έτσι τη «δεξαμενή» των επιδεκτικών στη θεραπεία καρκινικών κυττάρων. Επιπρόσθετα, τα ADCs κατά του HER2 μπορούν να αποτρέψουν το ομοδιμερισμό των υποδοχέων HER2 και να καταστείλουν την επακόλουθη σηματοδότηση στα κατάντη του σηματοδοτικού μονοπατιού.
Δεδομένης της επιτυχίας των συζευγμάτων T-DM1 και T-DXd, σήμερα βρίσκονται υπό κλινική ανάπτυξη περισσότερα από 12 ADCs κατά του HER2, με σκοπό τη βελτίωση των θεραπευτικών δεικτών και της αποτελεσματικότητας. Τα υπό ανάπτυξη ADCs διαφέρουν από τα ήδη εγκεκριμένα συζεύγματα ως προς το κυτταροτοξικό φορτίο τους, την αναλογία φαρμάκου-αντισώματος, το μόριο-συνδέτη ή τον επίτοπο του HER2 που στοχεύεται. Μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον έχει στραφεί στην ανάπτυξη των μορίων-συνδετών που φέρουν σε σύζευξη το αντίσωμα με τον φαρμακευτικό παράγοντα. Τα ADCs που αναπτύσσονται κλινικά επί του παρόντος παρουσιάζονται αναλυτικά στον Πίνακα 1.
Συντμήσεις: CBR, clinical benefit rate – DCR, disease control rate – DXd, deruxtecan – HR, hazard ratio – MMAE, monomethyl auristatin E – MTD, maximum tolerated dose – ORR, overall response rate – PFS, progression-free survival – TPC, treatment of physician’s choice – vs, versus.
Αναστολείς της κινάσης τυροσίνης
Η στόχευση της ενδοκυτταρικής περιοχής κινάσης του HER2 μέσω μικρομοριακών αναστολέων εξακολουθεί να διερευνάται με τους επόμενης γενιάς αναστολείς της κινάσης τυροσίνης (tyrosine kinase inhibitors).
Αυτοί οι φαρμακευτικοί παράγοντες αποτελούν ελκυστικά θεραπευτικά μόρια χάρη στη μοναδική τους ικανότητα να διαπερνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και τον φραγμό μεταξύ του αίματος και του όγκου, αν και κάποια από αυτά θέτουν προκλήσεις εξαιτίας της αδιάκριτης δραστικότητας τους και των παρενεργειών που σχετίζονται με την αναστολή του υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (epidermal growth factor receptor, EGFR), πιο συγκεκριμένα του εξανθήματος και της διάρροιας.
Υπό κλινική διερεύνηση καινοτόμοι αναστολείς της κινάσης τυροσίνης φαίνεται να ξεπερνούν αυτά τα ζητήματα, όπως ο παράγοντας DZD1516, ο οποίος ήταν καλά ανεκτός και δεν σχετίστηκε με την εμφάνιση διάρροιας σε κλινική μελέτη φάσης Ι, και ο παράγοντας BDTX-189, o οποίος έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να μην επιδρά στον φυσικού τύπου υποδοχέα EGFR και να μειωθεί η τοξικότητα.
Γενικώς, φαίνεται ότι το ενδιαφέρον των ερευνητικών προσπαθειών έχει μετατοπιστεί από τους όγκους που είναι θετικοί στον HER2 στους συμπαγείς όγκους που φέρουν σημειακές μεταλλάξεις ή αλλοιώσεις στο γονίδιο HER2, δεδομένου ότι αυτές οι γονιδιακές ανωμαλίες εμφανίζονται στο 1-2% των καρκίνων του μαστού και μέχρι 5-10% στους άλλους καρκίνους (πχ., στομάχου και ουροδόχου κύστης). Επιλεγμένες θεραπείες νέων αναστολέων της κινάσης τυροσίνης που βρίσκονται υπό κλινική ανάπτυξη παρατίθενται στον Πίνακα 2.
Πίνακας 2. Επιλεγμένες, υπό κλινική ανάπτυξη θεραπείες αναστολέων της κινάσης τυροσίνης στοχευμένων κατά του HER2.
Διειδικά αντισώματα
Οι εξελίξεις στη βιολογική έρευνα και τη μηχανική των αντισωμάτων οδήγησαν στην ανάπτυξη των διειδικών αντισωμάτων τα οποία περιέχουν δύο διαφορετικές περιοχές πρόσδεσης που στοχεύουν είτε δύο διαφορετικά αντιγόνα ή δύο διαφορετικούς επίτοπους του ίδιου αντιγόνου. Τα διειδικά αντισώματα επιτρέπουν σημαντική ετερογένεια ως προς τη δραστικότητά τους, καθώς μπορούν να στοχεύουν ένα αντιγόνο με τη μία περιοχή πρόσδεσης και με την άλλη έναν ανοσολογικό στόχο που θα μπορούσε να επιφέρει ένα συνεργιστικό αποτέλεσμα. Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα διειδικών αντισωμάτων που βρίσκονται επί του παρόντος σε κλινική ανάπτυξη είναι τα ακόλουθα:
Zanidatamab (ZW25), το οποίο είναι ένα εξανθρωπισμένο αντίσωμα IgG1 που στοχεύει την εξωκυττάρια περιοχή ECD IV και την εξωκυττάρια περιοχή διμερισμού ECD ΙΙ του HER2, τις ίδιες περιοχές που στοχεύουν δηλαδή η τραστουζουμάμπη και η περτουζουμάμπη, αντίστοιχα. Σε αντίθεση με την τραστουζουμάμπη, η οποία μπορεί να προσδέσει μόνο έναν υποδοχέα HER2, το διειδικό αντίσωμα zanidatamab προάγει την ομαδοποίηση των υποδοχέων HER2, καθώς κάθε υποδοχέας μπορεί να στοχευτεί από δύο αντισώματα. Ως εκ τούτου, η θεραπεία με zanidatamab οδηγεί σε ενισχυμένη εσωτερίκευση και μειορύθμιση του ΗER2 και σε ισχυρή κυτταροτοξικότητα. Υπό εξέλιξη βρίσκονται κλινικές δοκιμές του zanidatamab σε συνδυασμό με παλμποσικλίμπη και φουλβεστράντη (δοκιμή NCT04224272) και με ALX148 (δοκιμή NCT05027139).
Zenocutuzumab (MCLA-128), το οποίο είναι ένα εξανθρωπισμένο αντίσωμα IgG1 που δρα μέσω δύο ανεξάρτητων μηχανισμών, αναστέλλοντας από τη μία τη σηματοδότηση HER2-HER3 και εξαλείφοντας τα καρκινικά κύτταρα μέσω κυτταροτοξικής δράσης (κυτταροτοξικότητα εξαρτώμενη από τα αντισώματα). Το zenocutuzumab δρα μέσω ενός μηχανισμού «πρόσδεσης και αναστολής», κατά τον οποίο το ένα άκρο του αντισώματος προσδένει την περιοχή Ι του HER2, οδηγώντας στη βέλτιστη χωροθέτηση του άλλου άκρου έτσι ώστε να αναστέλλεται ο διμερισμός με τον HER3 και η επακόλουθη σηματοδότηση. Ήδη μία κλινική μελέτη έδειξε κλινικό όφελος με τη χρήση του zenocutuzumab σε συνδυασμό με τραστουζουμάμπη και βινορελμπίνη σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού θετικό σε HER2, οι οποίοι είχαν παρουσιάσει εξέλιξη της νόσου ενόσω λάμβαναν θεραπεία κατά του HER2.
KN026, το οποίο είναι ένα αντίσωμα που στοχεύει δύο διαφορετικούς επίτοπους στον ΗΕR2 (περιοχές ΙΙ και IV), οδηγώντας σε διπλό αποκλεισμό του σήματος ΗΕR2, υποθετικώς μέσω της προαγωγής της συσσωμάτωσης του HER2 στην κυτταρική επιφάνεια και της ακόλουθης ενδοκυττάρωσής του. Μία κλινική δοκιμή φάσης Ι του ΚΝ026 σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού θετικό σε HER2 που είχαν ήδη λάβει βαριά θεραπεία, έδειξε ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης της τάξης του 28% και διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου των 6,8 μηνών. Ερευνητικά αποτελέσματα στον τομέα της μεταγραφικής ιατρικής πρότειναν ότι ασθενείς με ταυτόχρονη ενισχυμένη έκφραση των γονιδίων CDK12 και HER2 αποκρίνονται καλύτερα στη θεραπεία με KN026 συγκριτικά με ασθενείς που δεν παρουσίαζαν ταυτόχρονη ενίσχυση των CDK12 και HER2. Βάσει αυτών των αποτελεσμάτων, επιπρόσθετες κλινικές δοκιμές του KN026 σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού θετικό σε HER2 είναι υπό εξέλιξη ή σχεδιασμό (κλινικές δοκιμές NCT04521179, NCT04881929 και NCT04778982).
Στοχευμένοι πρωτεϊνικοί αποικοδομητές
Η στοχευμένη πρωτεϊνική αποικοδόμηση διερευνάται ως μία εναλλακτική στρατηγική κατά του καρκίνου, κατά την οποία το ενδογενές σύστημα πρωτεϊνικής αποικοδόμησης επιστρατεύεται για θεραπευτικούς σκοπούς. Πρόσφατα έχουν αναπτυχθεί κάποια καινοτόμα θεραπευτικά χιμαιρικά μόρια που επάγουν επιλεκτικά πρωτεόλυση, τα PROTACs (proteolysis-targeting chimeras). Αυτά είναι έτερο-διλειτουργικά μόρια αποτελούμενα από δύο συνδέτες ενωμένους με έναν σύνδεσμο: ο ένας συνδέτης προσδένεται στην πρωτεΐνη-στόχο και ο δεύτερος συνδέτης προσδένεται σε μια Ε3 λιγάση ουβικιτίνης, επάγοντας έτσι την ουβικιτίνωση της πρωτεΐνης-στόχου και την αποικοδόμηση της από το σύστημα ουβικιτίνης-πρωτεασώματος.
Αν και τα πρώτα PROTACs (ARV-471 και ARV-110) επέδειξαν κλινική αποτελεσματικότητα, η δράση τους δεν ήταν ιστικά εξειδικευμένη. Στην προσπάθεια να υπερκεραστεί αυτή η απουσία ιστο-ειδικότητας, αναπτύχθηκε ένα σύζευγμα αντισώματος-PROTAC που στοχεύει εξειδικευμένα τα κύτταρα που εκφράζουν τον ΗΕR2, το σύζευγμα τραστουζουμάμπης-BRD4. Μελέτες σε κύτταρα έδειξαν ότι το σύζευγμα τραστουζουμάμπης-BRD4 στοχεύει επιλεκτικά την πρωτεΐνη BRD4 μόνο σε κυτταρικές σειρές που υπερεκφράζουν τον HER2 κι όχι σε αυτές που δεν τον εκφράζουν.
Μία αναδυόμενη τεχνολογία στοχεύει στην επιλεκτική αποικοδόμηση των κυττάρων που υπερεκφράζουν τον HER2 μέσω της σύζευξης στοχευμένων πρωτεϊνικών αποικοδομητών με ένα εξειδικευμένο αντίσωμα για τον HER2, μέσω δηλαδή ενός συζεύγματος αντισώματος-αποικοδομητή (antibody neodegrader conjugate). Η σύζευξη του πρωτεϊνικού αποικοδομητή με το αντίσωμα που στοχεύει τον HER2 κατευθύνει τον αποικοδομητή εξειδικευμένα στο κυτοσόλιο (ενδοκυτταρικό υγρό) των κυττάρων-στόχων. Ένα τέτοιο σύζευγμα είναι το ORM-5029, το οποίο έχει σχεδιαστεί ώστε να αποικοδομεί την πρωτεΐνη GSPT1 μέσω του πρωτεϊνικού αποικοδομητή SMol006 επιλεκτικά μόνο στα κύτταρα που εκφράζουν τον HER2, τα οποία στοχεύονται μέσω του αντισώματος της περτουζουμάμπης. Το ORM-5029 πρόσφατα (έτος 2022) δείχθηκε να έχει δραστικότητα σε κυτταρικές σειρές (in vitro) και σε ζωντανούς οργανισμούς (in vivo) συγκρίσιμη με άλλους αποικοδομητές GSPT1 και εγκεκριμένα συζεύγματα αντισωμάτων-φαρμάκων.
Αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού συστήματος
Οι αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού συστήματος (immune checkpoint inhibitors, ICIs) έχουν μετασχηματίσει το θεραπευτικό πεδίο των συμπαγών όγκων (πχ., μελάνωμα, καρκίνος πνεύμονα) μέσω της επιστράτευσης του ανοσοποιητικού συστήματος κατά των καρκινικών κυττάρων, οδηγώντας σε ανθεκτικές υποχωρήσεις των όγκων και παρατεταμένη επιβίωση. Ωστόσο, η θεραπευτική αποτελεσματικότητα αυτών των παραγόντων είναι περιορισμένη κατά του καρκίνου του μαστού συγκριτικά με άλλους ιστολογικούς τύπους καρκίνου.
Γενικά, δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού που να έχουν δείξει κλινικό όφελος με τους ICIs εκτός από τον τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού που είναι θετικός στον PDL1. Δυστυχώς, η αποτελεσματικότητα των ICIs στον θετικό στον HER2 καρκίνο του μαστού είναι μέτρια παρά τα υψηλά επίπεδα της έκφρασης του PDL1. Συνδυασμοί ICIs με θεραπευτικούς παράγοντες που στοχεύουν τον HER2 έχουν επιδείξει αντικαρκινική δραστικότητα σε προκαταρκτικό επίπεδο μελετών φάσης I, όπως ο συνδυασμός του T-DXd με την πεμπρολιζουμάμπη (κλινική δοκιμή NCT04042701). Μία άλλη τρέχουσα μελέτη φάσης ΙΙΙ εξετάζει την αποτελεσματικότητα του θεραπευτικού συνδυασμού του παράγοντα T-DM1 με ατεζολιζουμάμπη ή εικονικό φάρμακο σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο θετικό στον PDL1 και στον HER2 που έχουν ήδη λάβει προηγούμενη θεραπεία με τραστουζουμάμπη και ταξάνη (δοκιμή NCT04740918).
Η υποβόσκουσα περιπλοκότητα των αλληλεπιδράσεων του καρκίνου με το ανοσοποιητικό σύστημα αποτελεί πιθανά περιοριστικό παράγοντα της αποτελεσματικότητας της στόχευσης ενός μεμονωμένου σημείου ελέγχου του ανοσοποιητικού συστήματος. Ως εκ τούτου, συνδυαστικές θεραπείες που ταυτόχρονα παρεμποδίζουν πολλαπλά σημεία ελέγχου ή θεραπείες που επάγουν μακρά ανοσολογική μνήμη μπορεί να αποδειχτούν περισσότερο αποτελεσματικές και να αντιμετωπίσουν την ανάπτυξη αντίστασης στη θεραπεία.
Διειδικά μόρια που εμπλέκουν τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος
Η φτωχή δραστικότητα της ανοσοθεραπείας κατά του καρκίνου του μαστού αποδίδεται στην ανοσοκατασταλτικότητα του καρκινικού μικροπεριβάλλοντος κατόπιν χημειοθεραπείας, κάτι που οφείλεται πιθανά στην απώλεια των μορίων MHC (major histocompatibility complex) τάξης Ι στους μεταστατικούς όγκους, οδηγώντας σε μειωμένη ή καθυστερημένη ανάκαμψη του κλωνικού ρεπερτορίου των Τ-λεμφοκυττάρων που στοχεύουν τα ειδικά για τον καρκίνο του μαστού αντιγόνα. Νέες μορφές διειδικών αντισωμάτων μπορούν να ξεπεράσουν αυτό το εμπόδιο μέσω της ταυτόχρονης πρόσδεσης ενός ειδικού για τον όγκο αντιγόνου και ενός κυττάρου του ανοσοποιητικού συστήματος, προκαλώντας έτσι τον θάνατο του καρκινικού κυττάρου. O υποδοχέας HER2 είναι ένας κοινός καρκινικός αντιγονικός στόχος αυτών των καινοτόμων μορφών διειδικών αντισωμάτων.
Μία κατηγορία νέων διειδικών αντισωμάτων, τα BiTEs (bispecific T cell engagers) ανακατευθύνουν τα Τ λεμφοκύτταρα κατά των καρκινικών κυττάρων που εκφράζουν τον HER2, χρησιμοποιώντας ένα διειδικό αντίσωμα που στοχεύει τους υποδοχείς CD3 και HER2 (Σχήμα 2). Το πλεονέκτημα της προσέγγισης με τα BiTEs έγκειται στο γεγονός ότι η ενεργοποίηση των Τ λεμφοκυττάρων είναι ανεξάρτητη της αντιγονικής ειδικότητας και ένα μεγάλο κλάσμα των Τ λεμφοκυττάρων ενεργοποιείται κατά των καρκινικών κυττάρων. Καινοτομίες στην ανάπτυξη των BiTEs οδήγησαν στην τεχνολογία ‘knobs-in-hole’, η οποία περιλαμβάνει την αντικατάσταση ενός μικρότερου αμινοξέος από ένα μεγαλύτερο (T336Y) στην αμινοτελική περιοχή (-CH3) της μιας αλυσίδας του αντισώματος ώστε να διαμορφωθεί μία διάταξη «προεξοχής» (knob), και ταυτόχρονα την αντικατάσταση ενός μεγαλύτερου αμινοξέος από ένα μικρότερο στην άλλη αλυσίδα του αντισώματος (Y407T) ώστε να διαμορφωθεί μία διάταξη «εσοχής» (hole).
Σχήμα 2. Δομή (α) και μηχανισμός δράσης (β) ενός διειδικού αντισώματος BiTE κατά των HER2-CD3. Αρχικά, το διειδικό αντίσωμα προσδένεται στον υποδοχέα HER2 σε ένα καρκινικό κύτταρο και στον υποδοχέα CD3 σε ένα Τ λεμφοκύτταρο, και στη συνέχεια, η ενεργοποίηση του Τ λεμφοκυττάρου επάγει την απελευθέρωση κυτταροκινών (TNF και IFN-γ), προκαλώντας τελικά τη λύση του καρκινικού κυττάρου.
Αυτή η τεχνολογία επιτρέπει τον ετεροδιμερισμό των περιοχών Fc και έχει ως αποτέλεσμα ένα διειδικό αντίσωμα που είναι πιο σταθερό, με καλύτερη φαρμακοκινητική και που μπορεί να παρασκευαστεί σε υψηλή ποιότητα και με μεγάλη αναπαραγωγιμότητα. Παραδείγματα τέτοιων μορίων BiTEs που βρίσκονται υπό κλινική ανάπτυξη είναι οι παράγοντες M-802 (δοκιμή NCT04501770, Πίνακας 3) και runimotamab (BTRC4017A, δοκιμή NCT03448042).
Συνθετικά σώματα τοξινών
Τα συνθετικά σώματα τοξινών (engineered toxin bodies) είναι καινοτόμες ανοσοτοξίνες που συνδυάζουν την ειδικότητα των αντισωμάτων με τον ισχυρό μηχανισμό της κυτταρικής καταστροφής των βακτηριακών τοξινών. Ένα παράδειγμα τέτοιου θεραπευτικού παράγοντα είναι το μόριο MT-5111 (Πίνακας 3), το οποίο αποτελείται από μία ανοσοτοξίνη που έχει συντηχθεί σε ένα αντίσωμα κατά του HER2. Το MT-5111 έχει καινοτόμο μηχανισμό δράσης που επάγει τον άμεσο κυτταρικό θάνατο μέσω ενζυματικής και μόνιμης καταστροφής των ευκαρυωτικών ριβοσωμάτων, κατά αυτόν τον τρόπο υπερκεράζοντας δυνητικά τους μηχανισμούς αντίστασης στη θεραπεία με αναστολείς της κινάσης τυροσίνης, συζεύγματα αντισωμάτων-φαρμάκων και άλλα θεραπευτικά μόρια που εμπεριέχουν αντισώματα. Επιπρόσθετα, το MT-5111 προσδένεται σε έναν επίτοπο του υποδοχέα HER2 που είναι χαρακτηριστικός για το MT-5111 και διαφορετικός από αυτούς της τραστουζουμάμπης και της περτουζουμάμπης, επιτρέποντας έτσι τον συνδυασμό με άλλους θεραπευτικούς παράγοντες που στοχεύουν τον HER2. Προκαταρκτικά δεδομένα από μία κλινική δοκιμή φάσης Ι του ΜΤ-5111 σε ασθενείς με συμπαγείς όγκους που εκφράζουν τον HER2 έδειξαν σταθερή νόσο ως την καλύτερη ανταπόκριση και καμία δοσοπεριοριστική τοξικότητα, ενώ όλες οι δόσεις του φαρμάκου ήταν ανεκτές. Μία επέκταση της συγκεκριμένης κλινικής δοκιμής σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού βρίσκεται υπό εξέλιξη.
Θεραπείες με κύτταρα που φέρουν χιμαιρικό υποδοχέα αντιγόνου
Οι χιμαιρικοί υποδοχείς αντιγόνων (chimeric antigen receptors, CARs) είναι συνθετικά μόρια που συνδυάζουν την ειδικότητα των αντισωμάτων με τη σηματοδότηση των Τ λεμφοκυττάρων, αντιπροσωπεύοντας μία νέα βασική κατηγορία κυτταρικών ανοσοθεραπειών. Παρόλο που οι εγκεκριμένες από τον FDA (American Food and Drug Administration) θεραπείες με Τ λεμφοκύτταρα που φέρουν CARs (CAR-T) είναι διαθέσιμες για αιματολογικές κακοήθειες, η εφαρμογή τους σε συμπαγείς όγκους έχει αποτραπεί από την ανάγκη για ενεργή διακίνηση και διείσδυση των Τ λεμφοκυττάρων στο καρκινικό μικροπεριβάλλον. Ως εκ τούτου, εναλλακτικά κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος όπως τα ανθρώπινα μακροφάγα (M), έχουν γενετικά κατασκευαστεί ώστε να φέρουν CARs (CAR-M) με σκοπό να ανακατευθυνθεί η φαγοκυτταρική τους δραστηριότητα κατά των συμπαγών όγκων.
Μία μεμονωμένη έγχυση με CAR-Ms ήταν ικανή να μειώσει το μέγεθος των όγκων και να επιμηκύνει τη συνολική επιβίωση σε μοντέλα ποντικών με συμπαγείς όγκους. Επιπρόσθετα, η θεραπεία με CAR-M ενίσχυσε την αντικαρκινική ανταπόκριση μέσω της μετατροπής παρευρισκόμενων ανοσοκατασταλτικών μακροφάγων Μ2 σε προφλεγμονώδη μακροφάγα Μ1, της αύξησης των αντιγονοπαρουσιαστικών κυττάρων και του επαναπρογραμματισμού του καρκινικού μικροπεριβάλλοντος μέσω της ενεργοποίησης ανώριμων δενδριτικών κυττάρων και της στρατολόγησης ενεργοποιημένων κυτταροτοξικών (CD8+) Τ λεμφοκυττάρων στους όγκους.
Ένας άλλος παράγοντας, ο CT-0508, είναι ένα κυτταρικό προϊόν που αποτελείται από αυτόλογα μακροφάγα που έχουν προέλθει από μονοκύτταρα του περιφερικού αίματος ασθενών, τα οποία έχουν μετασχηματιστεί γενετικά με φορέα αδενοϊού που περιέχει ένα CAR-M κατά του HER2 «κλειδωμένο» σε φαινότυπο προφλεγμονώδους μακροφάγου Μ1. Αυτός ο θεραπευτικός παράγοντας διερευνάται υπό του παρόντος σε μία κλινική δοκιμή φάσης Ι σε ασθενείς με συμπαγείς όγκους που υπερεκφράζουν τον HER2, με τα πρώτα δεδομένα να καταδεικνύουν καλή ανεκτικότητα των ασθενών στο φάρμακο. Μέσω αναλύσεων συσχέτισης παρατηρήθηκαν ενδείξεις ευρέως επαναπρογραμματισμού του αντικαρκινικού περιβάλλοντος, όπως επίσης επέκτασης και ενεργοποίησης των Τ λεμφοκυττάρων εντός των όγκων.
Οι θεραπείες με φυσικά φονικά (natural killer, NK) κύτταρα που φέρουν CAR (CAR-NK) είναι ανώτερες συγκριτικά με αυτές με CAR-T, καθώς αφενός φαίνεται να είναι ασφαλέστερες και δεν επάγουν το σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών (cytokine release syndrome), αφετέρου εμπλέκουν περισσότερους μηχανισμούς κυτταροτοξικότητας κατά των καρκινικών κυττάρων. Επιπλέον, επιτρέπουν τη σύνθεση της θεραπείας δίχως την ανάγκη λήψης και χρήσης αυτόλογων κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος από ασθενείς, καθώς μπορούν να παραχθούν από κύτταρα περιφερικού αίματος, από πηγές βλαστικών κυττάρων ή κυτταρικές σειρές NK-92. Στις θεραπείες CAR-NK, οι φερόμενοι υποδοχείς αναγνωρίζουν αντιγόνα που σχετίζονται με τον όγκο, και έτσι η δράση των φυσικών φονικών κυττάρων ανακατευθύνεται κατά συγκεκριμένων όγκων. O θεραπευτικός παράγοντας CAT-179 αποτελεί μία υπό ανάπτυξη θεραπεία με CAR-NK, φέροντας έναν χιμαιρικό υποδοχέα κατά του HER2, μία κυτταροκίνη IL-15 που επιτρέπει την ενισχυμένη και παρατεταμένη δραστηριότητα των φυσικών φονικών κυττάρων και έναν μοριακό διακόπτη του καρκινικού μικροπεριβάλλοντος που εξουδετερώνει την ανοσοκατασταλτική σηματοδότηση μέσω του TGFβ στο καρκινικό μικροπεριβάλλον.
Αντικαρκινικά εμβόλια κατά του HER2
Τα αντικαρκινικά εμβόλια έχουν σχεδιαστεί για να ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε να ανιχνεύει και να καταστρέφει τα καρκινικά κύτταρα μέσω της διέγερσης της απόκρισης των CD8+ και CD4+ Τ λεμφοκυττάρων κατά συγκεκριμένων καρκινικών αντιγόνων. Αρκετές τεχνολογικές πλατφόρμες έχουν χρησιμοποιηθεί για την ανάπτυξη αντικαρκινικών εμβολίων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών κατά του HER2. Αυτές οι τεχνολογίες ποικίλλουν από εμβόλια απλών πεπτιδίων έως τα πιο περίπλοκα εμβόλια αυτόλογων ή αλλογενών κυττάρων και συνοψίζονται στον Πίνακα 4. Γενικά, τα εμβόλια κατά του καρκίνου βάσει της τεχνολογίας τους διακρίνονται στα ακόλουθα:
Εμβόλια πεπτιδίων, τα οποία χρησιμοποιούν πεπτίδια μερικών αμινοξέων και αποτελούν την πιο κοινώς χρησιμοποιούμενη τεχνολογία, όντας οικονομικότερα και έχοντας πιο εύκολη παραγωγή και χορήγηση και λιγότερες παρενέργειες συγκριτικά με τις άλλες εμβολιαστικές τεχνολογίες.
Εμβόλια πρωτεϊνών, τα οποία περιέχουν επίτοπους αντιγόνων ιστοσυμβατότητας HLΑ ταυτόχρονα τάξης Ι και τάξης ΙΙ και έτσι δεν υπόκεινται στους περιορισμούς του συστήματος MHC. Τα εμβόλια πρωτεϊνών ενεργοποιούν σε μεγαλύτερο βαθμό τα Τ λεμφοκύτταρα, οδηγώντας σε βελτιωμένη ανοσολογική απόκριση.
Κυτταρικά εμβόλια, τα οποία διακρίνονται σε αυτόλογα και αλλογενή, προερχόμενα αντίστοιχα από καρκινικά κύτταρα ασθενών και καρκινικές κυτταρικές σειρές. Τα εμβόλια αλλογενών κυττάρων προσφέρουν μία εναλλακτική επιλογή, καθώς μπορούν να ληφθούν από καθιερωμένες καρκινικές κυτταρικές σειρές που εκφράζουν συγκεκριμένα καρκινικά αντιγόνα.
Εμβόλια δενδριτικών κυττάρων, τα οποία επιτρέπουν την επεξεργασία των αντιγόνων από το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών, επάγοντας ανοσολογικές αποκρίσεις έναντι πολλαπλών επίτοπων.
Εμβόλια ανασυνδυασμένου DNA ή ιικών φορέων, τα οποία αποτελούν μία εύκολη και πρακτική εμβολιαστική προσέγγιση δεδομένης της απλότητας, ασφάλειας και οικονομικότητάς τους. (Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις τεχνολογίες των εμβολίων κατά του καρκίνου, μπορείτε να ανατρέξετε στο άρθρο «Νεότερες εξελίξεις: θεραπευτικά εμβόλια κατά του καρκίνου» του τεύχους Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 2022)
Ένα βασικό στοιχείο που επηρεάζει την αποτελεσματικότητα των εμβολίων κατά του καρκίνου είναι το περιβάλλον της θεραπείας και τα επιμέρους χαρακτηριστικά του. Είναι ευρέως αποδεκτό ότι το φορτίο της ασθένειας και το ανοσοκατασταλτικό καρκινικό μικροπεριβάλλον στη μεταστατική νόσο μπορούν να περιορίσουν τη δραστικότητα των Τ λεμφοκυττάρων. Τα εμβόλια κατά του καρκίνου μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικά σε περιβάλλον ασθένειας χαμηλού φορτίου, όπως στον πρώιμο καρκίνο του μαστού μετεγχειρητικά και στο προκακοήθες μη διηθητικό (in situ) πορογενές καρκίνωμα. Συνδυασμοί των αντικαρκινικών εμβολίων με ICIs, χημειοθεραπεία και/ή στοχευμένους θεραπευτικούς παράγοντες ενδέχεται να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα των αντικαρκινικών εμβολίων στο νεοεπικουρικό θεραπευτικό περιβάλλον και πιθανώς να διευκολύνουν την υπερκέραση του κατασταλτικού καρκινικού μικροπεριβάλλοντος στην προχωρημένη νόσο.
Μελλοντικές κατευθύνσεις της έρευνας κατά του καρκίνου του μαστού
Το αξιοσημείωτο ταξίδι της ανακάλυψης του υποδοχέα HER2 ως ογκογονιδίου, βιοδείκτη και θεραπευτικού στόχου για τη θεραπεία του επιθετικού καρκίνου του μαστού έχει οδηγήσει σε μία πρωτοφανή βελτίωση της επιβίωσης των ασθενών. Αυτή η επιτυχία οφείλεται στην εξαιρετική ανταπόκριση του υποδοχέα HER2 στη στοχευμένη θεραπεία, η οποία διατηρείται ακόμη και μετά από πολλαπλές γραμμές θεραπείας. Το τεράστιο ενδιαφέρον στην περαιτέρω ανακάλυψη και ανάπτυξη φαρμακευτικών παραγόντων για τους θετικούς στον HER2 καρκίνους του μαστού αντικατοπτρίζεται από τον πολύ μεγάλο αριθμό κλινικών δοκιμών που βρίσκονται σε εξέλιξη (1.922 σχετικές κλινικές δοκιμές ήταν εγγεγραμμένες στον ιστότοπο ‘ClinicalTrials.gov’ κατά τη δημοσίευση της πρωτότυπης πηγής [Νοέμβριος 2022] και 1.547 κατά τη συγγραφή του παρόντος άρθρου [Αύγουστος 2023]).
Αρκετά σηματοδοτικά μονοπάτια έχουν ήδη στοχευθεί με επιτυχία, ενώ υπάρχουν αρκετοί μηχανισμοί αντίστασης που μπορούν να διερευνηθούν για τη θεραπεία του θετικού στον HER2 μεταστατικού καρκίνου του μαστού. Τα πεδία έρευνας είναι πολλά και συναρπαστικά, με ένα παράδειγμα να αποτελεί η αξιοποίηση του μικροβιώματος και η συνεχιζόμενη προσπάθεια διερεύνησης του ρόλου του εντέρου στην ανοσοθεραπεία. Επιπρόσθετα, έχουν ανακαλυφθεί αρκετά εργαλεία που ενισχύουν την ανακάλυψη φαρμάκων, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η γενετική τεχνική CRISPR-Cas9, η αλληλούχιση του DNA ή/και mRNA ενός μόνο κυττάρου, η τρανσκριπτομική και πρωτεομική χωρικότητα και η θεραποδιαγνωστική, με αυτή τη λίστα να διευρύνεται διαρκώς. Πρόσφατες φαρμακευτικές συνθέσεις όπως τα συζεύγματα αντισωμάτων-φαρμάκων και τα διειδικά αντισώματα/μόρια θα συνεχίσουν να βελτιώνουν την ικανότητα της ασφαλούς στόχευσης των θετικών στον HER2 καρκινικών κυττάρων ενώ θα περιορίζονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες των ασθενών. Χτίζοντας πάνω στα προηγούμενα επιτεύγματα στον τομέα της στοχευμένης κατά του HER2 θεραπείας, η διερεύνηση αυτών των νέων τεχνικών και μεθόδων αναμένεται να οδηγήσει τελικά σε συνεχείς προόδους του θεραπευτικού πεδίου κατά του καρκίνου του μαστού.
Αφορά περισσότερο τις γυναίκες άνω των 45 με ακανόνιστη αιμοραγία. Το 90% των χειρουργικών διαγνωστικών διαδικασιών καθίσταται περιττό.
Στο μέλλον, η διάγνωση του καρκίνου της μήτρας θα είναι όλο και περισσότερο δυνατή χωρίς χειρουργική επέμβαση. Μια νέα μελέτη επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητα του λεγόμενου τεστ “WID-qEC”, το οποίο αναπτύχθηκε υπό την ηγεσία του ερευνητή από το Τιρόλο, Martin Widschwendter.
Σύμφωνα με τη μελέτη, το 90% των χειρουργικών διαγνωστικών διαδικασιών, όπως οι υστεροσκοπήσεις και οι απόξεση τραχήλου της μήτρας, θα μπορούσαν να αποφευχθούν σε γυναίκες με μη φυσιολογική κολπική αιμορραγία κατά τη διάρκεια ή μετά την εμμηνόπαυση.
Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε σήμερα στο περιοδικό “The Lancet Oncology”, εξέτασε 400 γυναίκες ηλικίας 45 ετών και άνω που επισκέφθηκαν μια εξειδικευμένη κλινική στο Λονδίνο λόγω μη φυσιολογικής αιμορραγίας, σύμπτωμα καρκίνου της μήτρας.
Μια σειρά από απεικονιστικές διαδικασίες (κυρίως υπέρηχοι) χρησιμοποιήθηκαν ως τυπικές διαδικασίες και, εάν κρινόταν απαραίτητο, πραγματοποιήθηκε διαγνωστική χειρουργική επέμβαση, όπως υστεροσκόπηση και απόξεση, σύμφωνα με την κλινική του Tυρόλο. Ο ίδιος αριθμός περιπτώσεων καρκίνου (91%) εντοπίστηκε σωστά τόσο με την τυπική διαδικασία όσο και με τη νέα εξέταση, η οποία περιλαμβάνει τη λήψη επιχρίσματος.
Σε σύγκριση με την τυπική διαδικασία (υπερηχογράφημα), ωστόσο, το τεστ εξοικονόμησε το 90% των χειρουργικών διαγνωστικών διαδικασιών.
Αυτό απλοποιεί σημαντικά τη διαγνωστική διαδικασία. “Το τεστ WID-qEC μειώνει σημαντικά τον αριθμό των γυναικών που χρειάζονται χειρουργική εξέταση και βοηθά στον εντοπισμό εκείνων που χρειάζονται περισσότερο μια γρήγορη ιστολογική εκτίμηση και στη συνέχεια μια γρήγορη και αντίστοιχα λιγότερο επιβαρυμένη θεραπεία”, δήλωσε ο Widschwendter, επικεφαλής του ερευνητικού ινστιτούτου EUTOPS στο Πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ.
Ο καρκίνος της μήτρας (που προέρχεται από το βλεννογόνο της μήτρας) είναι ο τέταρτος πιο συχνός καρκίνος στις γυναίκες, υπερδιπλάσιος από τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, και ο αριθμός των περιπτώσεων αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς, ενημέρωσε η κλινική του Τυρόλο.
Ωστόσο, εάν διαγνωστεί έγκαιρα, ο καρκίνος της μήτρας είναι εύκολα αντιμετωπίσιμος και οι πιθανότητες ανάρρωσης είναι υψηλές. Ωστόσο, ακόμη και μικρές καθυστερήσεις στη διάγνωση θα μείωναν σημαντικά το ποσοστό επιβίωσης.
Το πειραματικό εμφύτευμα τοποθετήθηκε πριν από 2 χρόνια σε έναν ασθενή με καθημερινές, πολλαπλές πτώσεις.
Ένας άνδρας με προχωρημένη νόσο Πάρκινσον κατόρθωσε να περπατήσει ξανά, χάρη σε ένα ειδικό εμφύτευμα που τοποθετήθηκε στη σπονδυλική στήλη του για να διεγείρει τα νεύρα των ποδιών του.
Ο 63χρονος Marc Gauthier, από το Μπορντώ της Γαλλίας, είναι ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο στον οποίο τοποθετήθηκε η συσκευή.
Όπως δήλωσε στους δημοσιογράφους, η συσκευή που έδωσε δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Πλέον μπορεί να βαδίζει πολλά χιλιόμετρα, ενώ πριν την τοποθέτησή της έμενε κλεισμένος στο σπίτι και είχε καθημερινά αρκετές πτώσεις.
Οι γιατροί του περιγράφουν την εξέλιξη αυτή στην ιατρική επιθεώρηση Nature Medicine. Όπως εξηγούν, πολλοί ασθενείς με προχωρημένη νόσο Πάρκινσον παρουσιάζουν πτώσεις, οι οποίες συχνά οφείλονται στο freezing.
Με τον όρο αυτό περιγράφεται η αιφνίδια, αθέλητη διακοπή της κίνησης την ώρα που ο ασθενής βαδίζει, με συνέπεια να χάνει την ισορροπία του και να πέφτει.
Πριν από την τοποθέτησή της, το να κάνει ο κ. Gauthier μερικά βήματα χωρίς να πέσει, αποτελούσε αληθινό άθλο. Τώρα, όμως, μόλις την ενεργοποιήσει, η βάδισή του μοιάζει σχεδόν φυσιολογική.
«Το να μπω έστω στο ασανσέρ ήταν ακατόρθωτο. Τώρα όμως δεν έχω πρόβλημα. Ανάβω τον διεγέρτη μου το πρωί και τον σβήνω το βράδυ. Αυτό μου επιτρέπει να βαδίζω καλύτερα και να είμαι σταθεροποιημένος», είπε. «Τώρα πια δεν φοβάμαι να κατέβω τις σκάλες. Κάθε Κυριακή πάω βόλτα, διασχίζοντας χωρίς διακοπή σχεδόν 6 χιλιόμετρα. Είναι εκπληκτικό».
Ο κ. Gauthier πρόσθεσε πως νιώθει ένα ελαφρύ «μυρμήγκιασμα» όσο η συσκευή είναι ενεργοποιημένη, αλλά δεν τον ενοχλεί.
Στην οσφυϊκή μοίρα
Ο νέος ερευνητικός (πειραματικός) διεγέρτης για ασθενείς με προχωρημένο νόσο Πάρκινσον τοποθετείται στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Είναι μία μικρή συσκευή που στέλνει ηλεκτρικά μηνύματα στους μυς των ποδιών.
Τον έλεγχο των κινήσεών του εξακολουθεί να έχει ο ασθενής. Απλώς η συσκευή συμβάλλει στο να υπάρχει μια συνεχόμενη, ομαλή κίνηση, κατά τη βούλησή του.
Ο διεγέρτης συνδέεται με μια μικροσκοπική γεννήτρια με δική της παροχή ρεύματος, που εμφυτεύεται υποδορίως (κάτω από το δέρμα) στην κοιλιά του ασθενούς.
Μετά την εμφύτευση, ο κ. Gauthier υπεβλήθη επί εβδομάδες σε πρόγραμμα αποκατάστασης, κατά το οποίο έφερε αισθητήρες στα πόδια και στα παπούτσια του. Οι αισθητήρες έστελναν πληροφορίες στον διεγέρτη για να ρυθμιστεί με βάση τις δικές του κινήσεις.
Η τεχνολογία για τους ασθενείς με Πάρκινσον είναι παρόμοια με αυτήν που δοκιμάζεται εδώ και χρόνια σε ασθενείς με παραπληγία από τραύμα στο νωτιαίο μυελό, εξήγησε η Dr. Jocelyne Bloch, καθηγήτρια Νευροχειρουργικής στο Πανεπιστήμιο της Λωζάνης.
«Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο η στοχευμένη διέγερση του νωτιαίου μυελού μπορεί να διορθώσει κινητικές νόσους, όπως η Πάρκινσον», πρόσθεσε.
Διέγερση του εγκεφάλου
Η όλη έρευνα αποτελεί συνεργασία του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Τεχνολογίας (EPFL) με τα πανεπιστήμια της Λωζάνης και του Μπορντώ. Επόμενο βήμα είναι να δοκιμαστεί ο διεγέρτης και σε άλλους ασθενείς με νόσο Πάρκινσον.
«Προς το παρόν τον έχουμε τοποθετήσει μόνο σε αυτόν τον ασθενή. Επομένως δεν γνωρίζουμε εάν θα υπάρχει ανάλογη ανταπόκριση σε όλους τους πάσχοντες», είπε ο Dr. Grégoire Courtine, καθηγητής Ιατρικής στο EPFL, ειδικός στην επιδιόρθωση του νωτιαίου μυελού.
Οι επιστήμονες ετοιμάζονται να δοκιμάσουν τη συσκευή σε ακόμα έξι πάσχοντες από νόσο Πάρκινσον. Την έρευνά τους χρηματοδοτεί το Ίδρυμα Michael J Fox.
Στους ασθενείς με νόσο Πάρκινσον συχνά τοποθετείται διεγέρτης στον εγκέφαλο, για να βελτιώσει τα συμπτώματά τους. Ωστόσο ο κ. Gauthier δεν ήταν κατάλληλος υποψήφιος γι’ αυτή τη θεραπεία.
Ωστόσο κανένας διεγέρτης δεν οδηγεί στην ίαση. Η νόσος Πάρκινσον είναι μία προοδευτικά εξελισσόμενη ασθένεια, που επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου, λένε οι ειδικοί.
Το φάρμακο θα χορηγείται ως προφυλακτική θεραπεία σε γυναίκες με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού.
Ένα φάρμακο που μειώνει κατά το ήμισυ τις πιθανότητες αναπτύξεως καρκίνου του μαστού μπορούν πλέον να λάβουν προληπτικά χιλιάδες γυναίκες στην Αγγλία.
Το φάρμακο λέγεται αναστροζόλη και είναι παλαιό και δοκιμασμένο. Χορηγείται εδώ και πολλά χρόνια για τη θεραπεία της νόσου. Ωστόσο στη Βρετανία και ορισμένες άλλες χώρες έχει λάβει έγκριση και για προληπτική χορήγηση.
Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι μπορεί να μειώσει την συχνότητα του καρκίνου του μαστού κατά σχεδόν 50% στις μετεμμηνοπαυσικές γυναίκες μέτριου ή υψηλού κινδύνου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν, λ.χ., όσες έχουν ισχυρό οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού.
Υπολογίζεται ότι 289.000 γυναίκες στην Αγγλία διατρέχουν μέτριο ή υψηλό κίνδυνο να εκδηλώσουν τη νόσο.
Την προφυλακτική χορήγηση αναστροζόλης στις γυναίκες υψηλού κινδύνου για καρκίνο του μαστού είχε εισηγηθεί από το 2017 η αρμόδια βρετανική υπηρεσία, το NICE. Ωστόσο τώρα εγκρίθηκε γι’ αυτή την ένδειξη από την Ρυθμιστική Αρχή Φαρμάκων & Προϊόντων Φροντίδας Υγείας (MHRA).
Ο καρκίνος του μαστού είναι η πιο συχνή κακοήθης νόσος των γυναικών στην Αγγλία. Υπολογίζεται ότι ετησίως διαγιγνώσκονται 47.000 περιστατικά, αναφέρει το BBC.
Το φάρμακο θα χορηγείται με μορφή δισκίου. Δρα δεσμεύοντας ένα ένζυμο, που λέγεται αρωματάση, για να μειώσει την παραγωγή οιστρογόνων. Σχεδόν οι έξι στους δέκα καρκινικοί όγκοι του μαστού είναι ορμονοεξαρτώμενοι, δηλαδή «τρέφονται» από τις ορμόνες. Πολλοί από αυτούς τροφοδοτούνται από τα οιστρογόνα.
Οι γυναίκες που συμμετείχαν στη μελέτη την λάμβαναν για πέντε χρόνια. Οι ερευνητές συνέχισαν να τις παρακολουθούν και ανέφεραν τα δεδομένα μετά το κλείσιμο της πρώτης δεκαετίας. Ωστόσο η παρακολούθηση συνεχίζεται, διότι οι επιστήμονες θέλουν να εξακριβώσουν εάν υπάρχει όφελος και στην μείωση της θνησιμότητας από καρκίνο του μαστού.
Σύμφωνα με το MHRA, το φάρμακο θα λαμβάνεται από τις γυναίκες μέτριου ή υψηλού κινδύνου μία φορά την ημέρα, επί 5 χρόνια.
Η προφυλακτική χορήγηση αναστροζόλης στις γυναίκες αυξημένου κινδύνου συνιστάται και στις ΗΠΑ. Η σχετική σύσταση αφορά γυναίκες 35 ετών και άνω. Οι γυναίκες αυτές πρέπει να έχουν χαμηλό κίνδυνο παρενεργειών. Άλλα φάρμακα που συνιστώνται προληπτικά για τον καρκίνο του μαστού είναι:
Η ταμοξιφαίνη
Η ραλοξιφαίνη
Άλλοι αναστολείς της αρωματάσης όπως η αναστροζόλη.
Ορισμένα από αυτά τα φάρμακα είναι εγκεκριμένα και στη χώρα μας για προληπτική χορήγηση.
«Η μαστογραφία προσυμπτωματικού ελέγχου είναι η Νο. 1 άμυνά μας για την ανίχνευση και αντιμετώπιση των καρκίνων του μαστού στα πιο πρώιμα, πιο θεραπεύσιμα στάδια, αλλά είναι επίσης πολύ σημαντικό για τους ανθρώπους να είναι εξοικειωμένοι με την εμφάνιση και την αίσθηση του δικού τους ιστού του μαστού, έτσι ώστε μερικές φορές οι ανεπαίσθητες αλλαγές να μπορούν να αξιολογηθούν γρήγορα για να μας δώσουν την καλύτερη ευκαιρία στην έγκαιρη ανίχνευση»
Καρκίνος του Μαστού: Λιγότερες από τις μισές γυναίκες αναγνωρίζουν άλλα συμπτώματα εκτός από ένα εξόγκωμα στο στήθος ως πιθανή ένδειξη καρκίνου του μαστού, σύμφωνα με τα αποτελέσματα έρευνας που ανατέθηκε από το Ολοκληρωμένο Κέντρο Καρκίνου του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο The Ohio State University Comprehensive Cancer Center: The James Η έρευνα διεξήχθη διαδικτυακά (974 συμμετέχοντες) και μέσω τηλεφώνου (30 συμμετέχοντες) από τις 22 έως τις 24 Σεπτεμβρίου 2023. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το ένα τρίτο των γυναικών δηλώνουν σύγχυση σχετικά με τις συστάσεις για προληπτικούς ελέγχους καρκίνου του μαστού, ιδιαίτερα εκείνες κάτω των 30 ετών ( 44%).
Επιπλέον, μόλις το 31% των συμμετεχόντων αναγνώρισε μια αναδιπλωμένη, ανεστραμμένη ή προς τα κάτω θηλή ως σύμπτωμα καρκίνου του μαστού και μόλις το 39% αναγνώρισε το συρρίκνωση του μαστού ως σύμπτωμα. Ομοίως, λιγότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες γνώριζαν την απώλεια ότι το αίσθημα του στήθους (41%) και το τρύπημα/πάχυνση του δέρματος του μαστού (45%) θα μπορούσαν να είναι συμπτώματα. Μόλις οι μισοί αναγνώρισαν την έκκριση από τη θηλή (51%) ως ανησυχία που αξίζει ιατρικής φροντίδας. «Η μαστογραφία προσυμπτωματικού ελέγχου είναι η Νο. 1 άμυνά μας για την ανίχνευση και αντιμετώπιση των καρκίνων του μαστού στα πιο πρώιμα, πιο θεραπεύσιμα στάδια, αλλά είναι επίσης πολύ σημαντικό για τους ανθρώπους να είναι εξοικειωμένοι με την εμφάνιση και την αίσθηση του δικού τους ιστού του μαστού, έτσι ώστε μερικές φορές οι ανεπαίσθητες αλλαγές να μπορούν να αξιολογηθούν γρήγορα για να μας δώσουν την καλύτερη ευκαιρία στην έγκαιρη ανίχνευση», δήλωσε σε δήλωση η Ashley Pariser, M.D., διευθύντρια υπηρεσιών επιβίωσης από καρκίνο του μαστού στο OSUCCC-James.
Ένα καινοτόμο πιλοτικό πρόγραμμα με τίτλο: Εκπαιδεύοντας τους Εκπαιδευτές / Τrain the Trainers θα πραγματοποιηθεί στο Μέτσοβο στις 8 & 9 Δεκεμβρίου 2023. Το πρόγραμμα θα επικεντρωθεί στη Διδασκαλία στο Κλινικό Περιβάλλον (Teaching in the Clinical Setting). Η διοργάνωση αποτελεί πρωτοβουλία της Ένωσης των Ευρωπαίων Ειδικών Καρδιολόγων (Union of European Medical Specialists, UEMS / Section in Cardiology, Brussels), σε συνεργασία με το Royal College of Physicians (London) με την ενεργό υποστήριξη και οργανωτική βοήθεια της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας και της Καρδιολογικής Εταιρείας Βορείου Ελλάδας.
Είναι γνωστό, ότι αμφότεροι, η UEMS αλλά και η Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην ποιότητα και την διαδικασία εκπαίδευσης καθώς και στην πιστοποίηση των εκπαιδευόμενων.
Εκ μέρους της Οργανωτικής Επιτροπής,
Λάμπρος Μιχάλης Πρόεδρος UEMS Section in Cardiology
Ιωάννης Ζαρίφης Πρόεδρος ΚΕΒΕ
Γιώργος Κοχιαδάκης Πρόεδρος ΕΚΕ
Program at a glance December 8th 2023, 12:00 – 19.00
> Being a supervisor
> Different supervisor roles
> Qualities and skills of a supervisor
> Knowing the curriculum
> Supervision and assessment
> Conducting effective appraisals
> Conducting effective appraisals
> Setting objectives
> Supporting and challenging
> Appraisal in action
By the end of day 1, participants should be able to:
> identify the roles, skills and qualities of an effective educational supervisor > recognise the role of the curriculum and e-portfolio in trainee development > describe an effective feedback model > consider how to help trainees set and work towards clear objectives > use evidence to challenge and help to close a gap in trainee performance.
December 9th 2023, 10:00 – 18.00
> Applying an effective feedback model
> Appraisal scenarios
> Supporting a trainee that requires additional support
> Trainees requiring additional support – taking action and problem solving
>Differential attainment
> Role of ARCP and supervisor’s report
> Educational Supervisor accreditation
By the end of day 2, participants should be able to:
> apply an effective feedback model > recognise early warning signs of a trainee that requires additional support > identify what early steps to take and whom to contact about concerns > describe the roles and responsibilities of relevant supporting bodies > understand differential attainment and what supervisors can do to protect trainees > identify the role of the ARCP and supervisor’s report in trainee development. > summarise the requirements for the educational supervisor accreditation assignment
Εκπαιδευτές
REBECCA SELMAN
Joint Head of Education, Royal College of Physicians, London, UK
MARK WESTWOOD
Honorary Clinical Professor and Consultant Cardiologist, Centre for Cardiovascular Imaging, William Harvey Research Institute, Queen Mary University of London, London, UK
CHRIS PLUMMER
Consultant Cardiologist and Chief Clinical Information Officer, The Newcastle upon Tyne Hospitals NHS Foundation Trust, UK
European Examination in Core Cardiology, Board Chair, Union of European Medical Specialists Cardiology Section, Vice President for Training