Γεγονός η πρώτη κλινική μελέτη φάσης Ι από το ΑΠΘ στο νοσοκομείο “Παπαγεωργίου”

Διεξήχθη σε 12 υγιείς εθελοντές, που επιλέχθηκαν ανάμεσα σε 44 υποψήφιους, στην Μονάδα Κλινικών Ερευνών της Ιατρικής του ΑΠΘ. Τι ανακοίνωσε ο καθηγητής Γ. Παπαζήσης.

Την πρώτη της κλινική μελέτη φάσης Ι σε υγιείς εθελοντές ολοκλήρωσε με επιτυχία η Μονάδα Κλινικών Ερευνών του Τμήματος Ιατρικής του ΑΠΘ, που λειτουργεί στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου.

“Είμαστε πολύ χαρούμενοι να ανακοινώσουμε το πρώτο μας παραδοτέο, το πρώτο μας αποτέλεσμα”, ανέφερε ο επιστημονικός υπεύθυνος της Μονάδας, καθηγητής Φαρμακολογίας στο ΑΠΘ, Γιώργος Παπαζήσης, μιλώντας στη διάρκεια του 2ου Aristotle Medical Forum.

Διευκρινίζοντας πως δεν μπορεί στην παρούσα φάση να αναφέρει ποιο ήταν το φαρμακευτικό προϊόν, έκανε γνωστό πως πρόκειται για Μελέτη Φάσης Ι, που διεξήχθη σε 12 υγιείς εθελοντές, με σπόνσορα μια εταιρία από την Αυστραλία. “Έγιναν όλες οι διαδικασίες και λήφθηκαν τα δείγματα για να ακολουθήσουν οι φαρμακοκινητικές μετρήσεις”, σημείωσε, προσθέτοντας πως αναμένονται οι επόμενες μελέτες που θα ακολουθήσουν, μεταξύ αυτών και μια που αφορά εμβόλιο.

Από την πλευρά του, ο ομότιμος καθηγητής, Αστέριος Καραγιάννης, εκτελεστικός διευθυντής Ειδικής Μονάδας Βιοϊατρικής Έρευνας και Εκπαίδευσης (ΕΜΒΙΕ), επεσήμανε πως η κλινική μελέτη ολοκληρώθηκε τελείως ομαλά, χωρίς κάποιος από τους συμμετέχοντες να παρουσιάσει παρενέργειες. Μάλιστα, ανέφερε πως υπήρξε προσφορά συνολικά 44 ατόμων – υγιών εθελοντών που ενδιαφέρθηκαν για τις 12 θέσεις. Ως προς τα επόμενα βήματα, όπως είπε ο κ. Καραγιάννης, η Μονάδα βρίσκεται σε συζητήσεις με φαρμακευτικές εταιρείες από το εξωτερικό, μεταξύ άλλων από τις ΗΠΑ και τη Χιλή.

Μονάδα Κλινικών Ερευνών

Η Μονάδα, που εγκαινιάστηκε τον περασμένο Δεκέμβριο αποτελεί μια από τις τέσσερις που συμπεριλαμβάνονται στην Ειδική Μονάδα  Βιοϊατρικής Έρευνας και Εκπαίδευσης (ΕΜΒΙΕ).

Εδρεύει στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου της Θεσσαλονίκης και όπως είπε ο κ.Παπαζήσης είναι μοναδική που έχει πιστοποίηση να διενεργήσει μελέτες Φάσης Ι. Περιλαμβάνει:

  • 18 κρεβάτια διαθέσιμα αποκλειστικά για τις κλινικές μελέτες. «Δεν υπάρχουν ασθενείς παρά μόνο όταν τρέξει μελέτη, είτε για υγιείς είτε για ασθενείς»
  • πάντα διαθέσιμο ένα κρεβάτι ΜΕΘ, απαραίτητη προϋπόθεση για να τρέξει μια μελέτη Φάσης Ι
  • Πρότυπες διαδικασίες λειτουργίας (SOP), που της έχουν εξασφαλίσει πιστοποίηση, αρχικά με το γενικό ISO 9001, ενώ ακολουθεί και το πιο ειδικό 17025 για το Εργαστήριο.
  • Έχουν γίνει όλες οι διαδικασίες ώστε να πιστοποιηθεί και το προσωπικό που θα συμμετέχει στις μελέτες, κατά Good Clinical Practice (GCP) και Advanced Life Support (ALS)

Εκτός από μελέτες Φάσης 1 και 1Β, η Μονάδα πραγματοποιεί μελέτες βιοϊσοδυναμίας, κατά βάση φαρμακοκινητικές, με στόχο να αποδειχθεί ότι ένα γενόσημο φάρμακο είναι βιοϊσοδύναμο με το πρωτότυπό του.

Το Εργαστήριο που υποστηρίζει αυτές τις μελέτες, με προϊστάμενο τον καθηγητή Τοξικολογίας στο ΑΠΘ Νίκο Ράϊκο, το οποίο βασίζεται σε φασματογράφο μάζας, ενώ είναι εξοπλισμένο επίσης με έναν βιοχημικό αναλυτή και ένα τελευταίας γενιάς κυτταρόμετρο ροής, που υποστηρίζει διάφορες διαδικασίες, μεταξύ των οποίων και τη μελέτη εμβολίων που θα “τρέξει” σύντομα.

Πολλαπλά οφέλη

Συνοψίζοντας τα οφέλη της λειτουργίας της Μονάδας Κλινικών ερευνών, ο κ. Παπαζήσης ανέφερε ότι:

  • Μπορεί να αποτελέσει πόλο έλξης πολλών μελετών, να λειτουργήσει ως κέντρο – ομπρέλα για να γίνουν κι άλλες μελέτες που μπορεί να είναι και απώτερων φάσεων
  • Να γίνει το έναυσμα για την ανάπτυξη κι άλλων ανάλογων δομών στη χώρα
  • Απασχολεί εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό
  • Εκπαιδεύει νέους επιστήμονες πολλών διαφορετικών ειδικοτήτων, στο πεδίο των κλινικών μελετών που είναι ένα πολλά υποσχόμενο και αναπτυσσόμενο και για τη χώρα πεδίο
  • Οικονομικά οφέλη που αφορούν τόσο το Τμήμα Ιατρικής, όσο και το νοσοκομείο Παπαγεωργίου, αλλά και την εγχώρια φαρμακοβιομηχανία όλους (ιατρική, νοσοκομείο Παπαγεωργίου που προσφέρει την υποδομή και τη συμπαράσταση, ερευνητές, εγχώρια φαρμακοβιομηχανία.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Αναπτύχθηκε νέα ουσία που πιθανόν θα χορηγείται με σταγόνες στην εκφύλιση ωχράς κηλίδας

Μόριο μπορεί να αναστρέψει τη βλάβη της ηλικιακής εκφύλισης ωχράς κηλίδας και να προάγει αναγεννητικές διαδικασίες και διαδικασίες ίασης.

 

Nέα ουσία που αναπτύχθηκε από το University of Illinois Chicago θα μπορούσε πιθανόν να αποτελέσει εναλλακτική επιλογή στις ενέσεις, για ανθρώπους που πάσχουν από ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας υγρής μορφής.

Ερευνα που δημοσιεύτηκε στο Cell Reports Medicine και πραγματοποίησε η Yulia Komarova έδειξε ότι μόριο μπορεί να αναστρέψει τη βλάβη της ηλικιακής εκφύλισης ωχράς κηλίδας και να προάγει αναγεννητικές διαδικασίες και διαδικασίες ίασης.

Το φάρμακο μπορεί επίσης να χορηγείται με σταγόνες, κάτι που αποτελεί βελτίωση στην τρέχουσα αγωγή για την πάθηση, που απαιτεί επαναλαμβανόμενες ενέσεις στο μάτι.

Η Yulia Komarova, δήλωσε ότι η ιδέα ήταν να αναπτυχθεί κάτι που θα είναι πιο φιλικό στον ασθενή και δεν θα απαιτεί επίσκεψη στο ιατρείο.

Η ουσία στοχεύει την πρωτεΐνη EB3 στα ενδοθηλιακά κύτταρα.

Στην έρευνα, οι επιστήμονες εξέτασαν αν η καταστολή της λειτουργίας της EB3 θα μπορούσε να σταματήσει τη διαρροή που συνδέεται με την πάθηση.

Η αποτελεσματικότητα του μορίου εξετάστηκε σε ζώα με υγρής μορφής εκφύλιση ωχράς κηλίδας και φάνηκε ότι αγωγή 2 φορές την ημέρα μείωνε τη βλάβη στον οφθαλμό εντός 2-3 εβδομάδων.

Η γήρανση προκαλεί φλεγμονή και υποξία στα μάτια, που οδηγούν σε αλλαγές στη γονιδιακή έκφραση οι οποίες συνδέονται με την κυτταρική επίδραση και τα συμπτώματα της εκφύλισης ωχράς κηλίδας. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το μόριο που καταστέλλει την EB3 ανέστρεψε αυτές τις επιγενετικές αλλαγές αποκαθιστώντας τη γονιδιακή έκφραση σε φυσιολογικό, υγιές επίπεδο.

Πηγές:
Cell Reports Medicine

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

 

Παχυσαρκία: Νέο ενέσιμο φάρμακο με τριπλή δράση – Μειώνει ως 25% το σωματικό βάρος

Η υπό μελέτη δραστική ουσία ρετατρουτίδη μιμείται τη δράση τριών ορμονών -GLP-1, GIP και γλυκαγόνης (glucagon)- γι’ αυτό έχει λάβει και το προσωνύμιο “triple G”. Οι ορμόνες αυτές βοηθούν στη ρύθμιση της γλυκόζης αίματος, επιβραδύνουν την κένωση του στομάχου και μειώνουν την όρεξη

Μέχρι πρόσφατα, οι παχύσαρκοι που αγωνίζονταν να χάσουν σωματικό βάρος και να κερδίσουν… ποιότητα και ποσότητα ζωής βασίζονταν κυρίως στις δικές τους προσπάθειες και είχαν περιορισμένη ιατρική βοήθεια. Πλέον, όμως, μπορούν να βασίζονται ολοένα και περισσότερο στην επιστήμη, καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη μια «επανάσταση» στον τομέα του μεταβολισμού, με νέα φάρμακα που αναπτύσσονται συνεχώς.

Η Ρετατρουτίδη είναι ένας τριπλός αγωνιστής υποδοχέων του γλυκοζοεξαρτώμενου ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP), του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου 1 (GLP 1) και του γλυκαγόνου. Η συγκεκριμένη δραστική ουσία, που μελετάται σε σειρά ερευνών από τη φαρμακευτική εταιρία Eli Lilly, μιμείται τη δράση των ορμονών GLP-1, GIP και γλυκαγόνης (glucagon), γι’ αυτό έχει λάβει και το προσωνύμιο “triple G”. Οι ορμόνες αυτές βοηθούν στη ρύθμιση της γλυκόζης αίματος, επιβραδύνουν την κένωση του στομάχου και μειώνουν την όρεξη.

Σε μια μελέτη, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο έγκριτο διεθνές επιστημονικό περιοδικό NEJM, μελετήθηκε η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά της σε άτομα με παχυσαρκία.

Οι Καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου (Επίκουρη Καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας) και Νικόλαος Τεντολούρης (Καθηγητής Παθολογίας) συνοψίζουν τα κύρια σημεία της μελέτης αυτής.

Πρόκειται για κλινική μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 338 ενήλικες (51,8% άνδρες) με δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) >30 kg/m 2 ή >27 kg/m 2 και τουλάχιστον μια επιπλοκή σχετιζόμενη με το αυξημένο σωματικό βάρος. Οι συμμετέχοντες έλαβαν με τυχαιοποιημένο τρόπο υποδόρια ενέσιμη Ρετατρουτίδη 1 mg, 4 mg, 8 mg, 12 mg ή εικονικό φάρμακο 1 φορά την εβδομάδα για 48 εβδομάδες.

Στις 24 εβδομάδες, η απώλεια στο σωματικό βάρος για τους ασθενείς που έλαβαν Ρετατρουτίδη ήταν -7,2% στην ομάδα του 1 mg, -12,9% στην ομάδα των 4 mg, – 17,3% στην ομάδα των 8 mg και -17,5% στην ομάδα των 12 mg, σε σύγκριση με – 1,6% στην ομάδα που έλαβε εικονικό φαρμάκο. Στις 48 εβδομάδες, η απώλεια στο σωματικό βάρος για τους ασθενείς που έλαβαν Ρετατρουτίδη ήταν -8,7% στην ομάδα του 1 mg, -17,1% στην ομάδα των 4 mg, -22,8% στην ομάδα των 8 mg και -24,2% στην ομάδα των 12 mg, σε σύγκριση με -2,1% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Στις 48 εβδομάδες, μείωση βάρους 5% ή περισσότερο, 10% ή περισσότερο, και 15% ή περισσότερο από το αρχικό βάρος είχε παρουσιάσει το 92%, 75% και 60%, αντίστοιχα, των συμμετεχόντων που έλαβαν 4 mg Ρετατρουτίδης, 100%, 91% και 75% όσων έλαβαν 8 mg, 100%, 93% και 83% όσων έλαβαν 12 mg και 27%, 9% και 2% όσων έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν γαστρεντερικές, δοσοεξαρτώμενες και ως επί το πλείστον ήπιες, ενώ μετριάστηκαν σε αυτούς που ξεκινούσαν με χαμηλότερη δόση (ως 2 mg).

Συμπερασματικά, σε ενήλικες με παχυσαρκία η θεραπεία με Ρετατρουτίδη για 48 εβδομάδες είχε ως αποτέλεσμα σημαντικές μειώσεις στο σωματικό βάρος. Ακόμη το φάρμακο δεν έχει λάβει επίσημη έγκριση ώστε να είναι διαθέσιμο σε όλους τους ασθενείς, αλλά τα αποτελέσματα αυτά είναι αισιόδοξα.

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Έκθεση επιδημιολογικής επιτήρησης αναπνευστικών ιων

Εβδομαδιαία Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης Αναπνευστικών Λοιμώξεων 

της Διεύθυνσης Επιδημιολογικής Επιτήρησης και Παρέμβασης για Λοιμώδη Νοσήματα του ΕΟΔΥ,

για ενημέρωσή σας.

Εβδομαδιαία έκθεση επιδημιολογικής επιτήρησης_Αναπνευστικές Λοιμώξεις (39.2023)

 

 

 ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΙΑΤΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Διαβήτης τύπου 1: Ένα βήμα πιο κοντά στην απεξάρτηση από την ινσουλίνη με πρωτοποριακή νέα θεραπεία

Ο διαβήτης τύπου 1 θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με μία νέα θεραπεία, για την οποία τα βλαστοκύτταρα ενδέχεται να είναι το κλειδί, σύμφωνα με μια μελέτη. Η θεραπεία, που ονομάζεται VX-880, βελτίωσε τον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα και στους έξι ασθενείς που συμμετείχαν στη δοκιμή.

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τη νέα έρευνα που παρουσιάστηκε στο φετινό Ετήσιο Συνέδριο της European Association for the Study of Diabetes (EASD) στο Αμβούργο, έξι ενήλικες με διαβήτη τύπου 1 που έλαβαν θεραπεία με κύτταρα νησιδίων προερχόμενα από βλαστοκύτταρα παρουσίασαν βελτιωμένο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα, με τους τρεις από αυτούς να επιτυγχάνουν απόλυτη ανεξαρτησία από την ινσουλίνη.

Όλοι οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με VX-880 επέδειξαν βελτιωμένο γλυκαιμικό έλεγχο, όπως αποδεικνύεται από την εξάλειψη της σοβαρής υπογλυκαιμίας (χαμηλό σάκχαρο στο αίμα), τις βελτιώσεις στην HbA1c (μια μέτρηση των μακροχρόνιων επιπέδων σακχάρου) και τον χρόνο που τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα τους ήταν εντός του συνιστώμενου εύρους, καθώς και τη μείωση ή εξάλειψη των αναγκών τους για ενέσεις ινσουλίνης.

Τα αποτελέσματα της δοκιμής φάσης 1/2 που παρουσιάστηκαν από τον καθηγητή Trevor Reichman από το Γενικό Νοσοκομείο του Τορόντο στον Καναδά προέρχονται από μια μελέτη που αξιολογεί το VX-880 σε ενήλικες με μειωμένη υπογλυκαιμική επίγνωση και ιστορικό σοβαρών υπογλυκαιμικών συμβάντων, όπου οι ασθενείς δεν μπορούν να αντιληφθούν τα συμπτώματα του χαμηλού σακχάρου στο αίμα και τα επίπεδα σακχάρου που μπορεί να πέσουν τόσο χαμηλά ώστε οι ασθενείς να μην μπορούν να αναρρώσουν χωρίς βοήθεια.

«Αυτά τα αποτελέσματα είναι πραγματικά αξιοσημείωτα και προσφέρουν ελπίδα για μια θεραπεία που θα αλλάξει τη ζωή σε άτομα που υποφέρουν από το τεράστιο ισόβιο βάρος του διαβήτη τύπου 1», λέει ο καθηγητής Reichman και προσθέτει:

«Όλοι οι ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με VX-880 έχουν δείξει βελτίωση σε όλα τα μέτρα ελέγχου της γλυκόζης, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης ή ακόμη και της εξάλειψης της εξωτερικής χρήσης ινσουλίνης».

Πώς ανταποκρίθηκαν οι ασθενείς στη νέα θεραπεία

Στους ασθενείς χορηγήθηκε μία μόνο έγχυση VX-880 και παρακολουθήθηκαν για να ελεγχθούν για ανεπιθύμητες ενέργειες, επίπεδα ινσουλίνης και επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.

Ένας ασθενής σταμάτησε να χρειάζεται ενέσεις ινσουλίνης εννέα μήνες μετά την έγχυση και παρέμεινε ανεξάρτητος από την ινσουλίνη μετά από δύο χρόνια. Ο ασθενής ζούσε με σοβαρό διαβήτη τύπου 1 για 42 χρόνια πριν από τη δοκιμή και έκανε ενέσεις 34 μονάδες ινσουλίνης μέχρι τότε.

Ένας άλλος πέτυχε ανεξαρτησία από την ινσουλίνη μετά από έξι μήνες, αλλά έπρεπε να αρχίσει να παίρνει τέσσερις μονάδες την ημέρα μετά από 15 μήνες. Ο τρίτος επίσης σταμάτησε να χρειάζεται ενέσεις μετά από περίπου έξι μήνες.

Το VX-880 ήταν γενικά ασφαλές και καλά ανεκτό από  όλους τους ασθενείς που έλαβαν δόση μέχρι σήμερα. Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν ήπιες ή μέτριες, με δύο μη σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες να σχετίζονται με το VX-880. Επρόκειτο για αυξημένες τρανσαμινάσες (ηπατικά ένζυμα) που εμφανίστηκαν λίγο μετά την έγχυση VX-880, αλλά ήταν παροδικές και υποχώρησαν. Δεν υπήρχαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που να σχετίζονται με τη θεραπεία με VX-880.

Διαβήτης τύπου 1: Το μέλλον στη θεραπεία

Η θεραπεία αναπτύχθηκε από την Vertex Pharmaceuticals. Περιλαμβάνει την ανάπτυξη των κυττάρων που παράγουν ινσουλίνη που καταστρέφονται από τον διαβήτη τύπου 1 σε ένα εργαστήριο και τη μεταμόσχευση τους σε ασθενείς. Μια μεγαλύτερη δοκιμή πρόκειται να διεξαχθεί στο King’s College Hospital στο Camberwell, στο νότιο Λονδίνο.

Παρά τα πολλά υποσχόμενα αποτελέσματα, τα νέα κύτταρα κινδυνεύουν από το ανοσοποιητικό σύστημα του ίδιου του οργανισμού, επομένως, χρειάζονται ανοσοκατασταλτικά για να αποτραπεί η απόρριψη, τα οποία μπορεί να φέρουν τον δικό τους κίνδυνο.

«Ο μελλοντικός στόχος είναι να δημιουργηθεί μια έκδοση της θεραπείας που δεν θα απαιτεί ανοσοκατασταλτική θεραπεία», λέει ο καθηγητής Reichman και καταλήγει:

«Οι κατασκευαστές του VX-880 εργάζονται για την ενθυλάκωση των κυττάρων σε μια συσκευή που θα τους επέτρεπε να αποφύγουν το ανοσοποιητικό σύστημα καθώς και να τροποποιήσουν γενετικά τα κύτταρα ώστε να μην ξεκινήσουν μια αυτοάνοση επίθεση».

 

 

Πηγη: https://www.oloygeia.gr/

Νέα μέθοδος αντιμετώπισης της Καλοήθους Υπερπλασίας του Προστάτη και στην Ελλάδα

«Κλειδί» στην αντιμετώπιση της Καλοήθους Υπερπλασίας του Προστάτη  αποτελεί η μέθοδος Rezūm. Αυτή η εξατομικευμένη και αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου παρέχεται στη Γ΄ Πανεπιστημιακή Ουρολογική Κλινική Αθηνών.

 Ποια είναι η μέθοδος:

Πρόκειται για μία πρωτοποριακή, εναλλακτική ελάχιστα επεμβατική μέθοδος, που διασφαλίζει τη σταδιακή συρρίκνωση του υπερτροφικού προστατικού ιστού, χωρίς  συνέπειες τα ζωτικά τμήματα του οργάνου και τις λειτουργίες τους. Η  εν λόγω μέθοδος αξιοποιεί τη φυσική ενέργεια των υδρατμών, δηλαδή τη χρήση ραδιοσυχνοτήτων για τη μετατροπή αποστειρωμένου νερού σε αποθηκευμένη θερμική ενέργεια με τη μορφή υδρατμών. Η θερμική ενέργεια εφαρμόζεται μόνο στο πάσχον τμήμα του προστάτη που εμποδίζει την ούρηση και χωρίς να επηρεάζει τους παράπλευρους ιστούς.  Στόχος είναι η ανακούφιση από τα συμπτώματα ( συχνοουρία,  ασταθής ή ασθενής ροή των ούρων έως της επίσχεσης τους στην ουροδόχο κύστη, την επιτακτική ούρηση και τη νυχτουρία), την απόφραξη και τη μείωση του προστατικού ιστού που σχετίζεται με την καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.

Σε ποιους εφαρμόζεται:

Άξιο λόγου είναι πως η μέθοδος Rezūm μπορεί να εφαρμοστεί σε άνδρες με όγκο προστάτη μεγαλύτερο ή ίσο με 30 κυβικά εκατοστά, οι οποίοι αναζητούν άλλες λύσεις πέραν της καθιερωμένης θεραπείας (φαρμακευτική αγωγή στο αρχικό στάδιο και ενδοσκοπική διουρηθρική χειρουργική παρέμβαση) και θέλουν να διατηρήσουν τη σεξουαλική τους λειτουργία και την εκσπερματική τους ικανότητα. Ακόμη, μπορεί να βοηθήσει άνδρες με υπερπλασία της κεντρικής ζώνης ή και ενός μεσαίου λοβού. Χάρη στη λειτουργεία  του ως φυσικής εναλλακτικής του χειρουργείου, ο θεραπευμένος  μπορεί να επιστρέψει φυσιολογικά στις καθημερινές του δραστηριότητες, διατηρώντας τη σεξουαλική του κανονικότητα. Ωστόσο, στα αρνητικά της μεθόδου εντάσσεται η έλλειψη  δυνατότητας λήψης προστατικού ιστού για τη διενέργεια βιοψίας, η αυξημένη ενδεχομένως πιθανότητα επανεπέμβασης λόγω της αναπλαστικής ικανότητας του προστατικού ιστού και ότι το ποσοστό βελτίωσης των συμπτωμάτων, υπολείπεται της κλασσικής διουρηθρικής  TURis προστατεκτομής.

Στη Γ΄ Πανεπιστημιακή Ουρολογική Κλινική Αθηνών:

Η εν λόγω μέθοδος εφαρμόζεται στη Γ΄ Πανεπιστημιακή Ουρολογική Κλινική Αθηνών, που εδρεύει στο Αττικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο. Όπως εξηγεί ο καθηγητής Ουρολογίας Διευθυντής Γ’ Πανεπιστημιακής Ουρολογικής Κλινικής  Π.Γ.Ν. «Αττικόν» Μιχάλης Χρυσοφός η κλινική αποσκοπεί στην παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών στους ασθενείς της αξιοποιώντας την τεχνολογία αιχμής που διαθέτει, καλύπτοντας χειρουργικά όλο το φάσμα των ουρολογικών παθήσεων συμπεριλαμβανομένων των λαπαροσκοπικών επεμβάσεων και της ενδοσκοπικής χρήσης του Laser. «Όντας πιστοί στο στόχο μας αυτό και με γνώμονα την καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των περιστατικών με υπερπλασία προστάτη, η κλινική μας είναι σε θέση να προσφέρει πλέον την μέθοδο Rezūm™ στους ασθενείς, ως η πρώτη μάλιστα στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα. Προσθέτοντας ακόμη ένα «όπλο στη χειρουργική φαρέτρα μας», μας επιτρέπει την πλέον «εξατομικευμένη» και αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου, με βάση τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του κάθε ασθενή» σημειώνει ο καθηγητής.

 

 

Πηγη: https://virus.com.gr/

Ερευνα: Οι επιστήμονες βρήκαν το κλειδί για την επιβράδυνση της γήρανσης; Τι δείχνει νέα μελέτη

Οι επιστήμονες δεν σταματούν τις προσπάθειές τους για να ξεκλειδώσουν τα μυστικά της γήρανσης, ώστε να μπορούμε να είμαστε πιο υγιείς και να ζήσουμε περισσότερο. Τώρα η έρευνα για τα «Jumping Genes» αποκάλυψε έναν σημαντικό ρόλο που παίζουν στον τρόπο με τον οποίο το σώμα μας γερνάει.

Ένα βήμα πιο κοντά στη βιολογική «πηγή της νιότης» εκτιμούν πως βρίσκονται οι επιστήμονες που ξεκλειδώνουν τα μυστικά της γήρανσης. Η μελέτη πιθανώς να ανοίξει την πόρτα σε νέες έρευνες για την ανθρώπινη ανάπτυξη και τη γήρανση, αλλά και στην εξεύρεση θεραπειών για νοσήματα που συνδέονται με αυτήν.

Έρευνα κατά της γήρανσης: Τι είναι τα Jumping Genes;

Τα Jumping Genes είναι τα μετάθετα γονίδια (TE) στον κώδικα DNA μας. Τα μεταθετά γονίδια είναι αλληλουχίες DNA με καθορισμένη δομή που μπορούν να αλλάξουν τη θέση τους στο γονιδίωμα, να μετακινηθούν ή να «μεταπηδήσουν» από το ένα τμήμα στο άλλο. Εάν το DNA είναι σαν ένα βιολογικό σχέδιο για το σώμα μας, τότε τα ΤΕ είναι κομμάτια αυτού του σχεδιαγράμματος που μπορούν να κινηθούν μέσα στο γονιδίωμα. Αυτό είναι μια φυσική διαδικασία στους ανθρώπους και σε άλλα ζώα, αλλά αν δεν ελέγχεται προσεκτικά, μπορεί να προκαλέσει προβλήματα.

Τι ανακάλυψαν οι ερευνητές για τη γήρανση

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Eötvös Loránd στην Ουγγαρία θέλησαν να δουν εάν ο χειρισμός της θα άλλαζε κάπως τη διαδικασία γήρανσης στα σκουλήκια Caenorhabditis elegans.

«Στις αναλύσεις μας, απλώς μειώνοντας τα TEs ή υπερεκφράζοντας τα στοιχεία της οδού Piwi-piRNA, παρατηρήσαμε ένα στατιστικά σημαντικό πλεονέκτημα στη διάρκεια ζωής», λέει ο μοριακός γενετιστής Ádám Sturm από το Πανεπιστήμιο Eötvös Loránd. «Αυτό ανοίγει την πόρτα σε μια μυριάδα πιθανών εφαρμογών στον κόσμο της ιατρικής και της βιολογίας».

Με άλλα λόγια, τα σκουλήκια έζησαν αισθητά περισσότερο όταν η δραστηριότητα ΤΕ μειώθηκε μέσω του Piwi-piRNA, υποδηλώνοντας ότι μέρος του λόγου που γερνάει το σώμα μας οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο αυτά τα μεταθετά γονίδια, κινούνται στο γονιδίωμα του DNA.

Αυτό ταιριάζει με τις μελέτες σε ζώα όπως η λεγόμενη αθάνατη μέδουσα: ένα υδρόζωο που είναι σε θέση να αναγεννάται συνεχώς και θεωρητικά να ζει για πάντα. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, αποτελεί το μόνο ζώο, το οποίο μπορεί συνεχώς να γυρίζει πίσω το ρολόι του χρόνου. Το «κλειδί» αυτής της θαυμαστής ικανότητας κρύβεται σε μια διαδικασία που ονομάζεται συνεχής επαναδιαφοροποίηση.

Ο τρόπος με τον οποίο η οδός Piwi-piRNA καταστέλλει τα ΤΕ σε αυτήν τη μέδουσα και σε άλλα παρόμοια πλάσματα έχει επίσης εξεταστεί στο παρελθόν. Αλλά μέχρι τώρα, δεν ήταν σαφές εάν η κυτταρική γήρανση επηρέασε τη δραστηριότητα ΤΕ ή εάν η δραστηριότητα ΤΕ επηρέασε την κυτταρική γήρανση. Με αυτήν τη μελέτη  φαίνεται ότι η τελευταία υπόθεση είναι σωστή, δίνοντάς μας μια άλλη εικόνα για το πώς γερνούν οι οργανισμοί.

Όλα αυτά είναι συναρπαστικά ευρήματα, και πιο κάτω, μπορεί να είμαστε σε θέση να τροποποιήσουμε και να επηρεάσουμε αυτή τη συμπεριφορά ΤΕ, ώστε τα κύτταρα να μην γερνούν τόσο γρήγορα. Πιθανότατα δεν θα γίνουμε ποτέ αθάνατες μέδουσες, αλλά μπορεί να είμαστε σε θέση να διασφαλίσουμε ότι οι ηλικιωμένοι πληθυσμοί μας θα έχουν λιγότερα προβλήματα με ασθένειες και παθήσεις.

«Αυτή η επιγενετική τροποποίηση μπορεί να ανοίξει το δρόμο για μια μέθοδο προσδιορισμού της ηλικίας από το DNA, παρέχοντας ένα ακριβές βιολογικό ρολόι», λέει ο μοριακός γενετιστής Tibor Vellai από το Πανεπιστήμιο Eötvös Loránd.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Nature Communications.

 

 

Πηγη: https://www.oloygeia.gr/

Ανησυχητική μελέτη για τους πρωτοπαθείς καρκίνους – Γιατί κινδυνεύουν ασθενείς με κακοήθεια στο κεφάλι και τον τράχηλο

Αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν νέο πρωτοπαθή καρκίνο έχουν όσοι και όσες ήδη νοσούν από καρκίνο της περιοχής της κεφαλής και του τραχήλου

 

Αυτό αναφέρει επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Ear, Nose & Throat Journal από το Πανεπιστήμιο του Σακραμέντο στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τη μελέτη ο κίνδυνος είναι μεγάλος καθώς ήδη το 6% των νεοδιαγνωσθέντων ασθενών με πλακώδες καρκίνωμα κεφαλής και τραχήλου εμφάνισαν νέο πρωτοπαθή καρκίνο.

Να σημειωθεί ότι το πλακώδες καρκίνωμα κεφαλής και τραχήλου είναι ο έβδομος πιο συχνός καρκίνος παγκοσμίως, αντιπροσωπεύοντας περίπου 890.000 νέες περιπτώσεις (περίπου 4,5% όλων των διαγνώσεων καρκίνου σε όλο τον κόσμο) και 450.000 θανάτους ετησίως (περίπου 4,6% των θανάτων από καρκίνο παγκοσμίως).

Το εύρημα αυτό έχει κινητοποιήσει την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα που αναζητεί την αιτία εμφάνισης αλλά και τον κοινό τρόπο αντιμετώπισης ταυτόχρονα όλων των μορφών καρκίνου.

«Η διαπίστωση αυτή είναι πολύ σημαντική, δεδομένου ότι πρέπει να αλλάξει το σχέδιο θεραπείας και η χειρουργική προσέγγιση του ασθενούς» αναφέρει ο διαπρεπής Έλληνας Χειρουργός Ωτορινολαρυγγολόγος Μηνάς Ν. Αρτόπουλος, Διευθυντής της Α’ ΩΡΛ κλινικής του «ΜΗΤΕΡΑ».

Σύμφωνα με τη μελέτη οι νέοι πρωτοπαθείς καρκίνοι προέρχονται από παρόμοια αιτιολογία (π.χ. καπνός ή ιός ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV).

Υποτίθεται ότι τα χαμηλότερα ποσοστά έκθεσης στον καπνό και η έλλειψη δράσης καρκινοποίησης στο πεδίο λόγω της περιορισμένης ενσωμάτωσης του HPV DNA στον ιστό του όγκου είναι εύλογες εξηγήσεις για αυτήν την παρατήρηση.

«Είναι όμως πρόκληση αναφέρει ο κ. Αρτόπουλος, λόγω των δυνητικά διαφορετικών θεραπευτικών συστάσεων και της νοσηρότητας. Σε αυτήν την περίπτωση, το ίδιο χειρουργικό πεδίο είναι σε θέση να αντιμετωπίσει και τους δύο όγκους χωρίς πρόσθετη χειρουργική επέμβαση και η ίδια επικουρική θεραπεία (ακτινοθεραπεία +/- χημειοθεραπεία) ενδείκνυται και για τους δύο τύπους όγκων».

Σε άλλες περιπτώσεις, η ετερογένεια των σταδίων και οι διαφορές στις θέσεις της δεύτερης ταυτόχρονης πρωτοπαθούς κακοήθειας περιπλέκουν τη διαδικασία θεραπείας, εξού και η έλλειψη τυποποίησης της θεραπείας σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών.

Η επικοινωνία μεταξύ ειδικών που εμπλέκονται σε πολυεπιστημονικές ομάδες είναι ζωτικής σημασίας για τον σχεδιασμό της θεραπείας σε ασθενείς με αυτή την πολυπλοκότητα.

«Ενώ υπάρχει περιορισμένη βιβλιογραφία για τη διαχείριση και τη θεραπεία αυτών των ασθενών, η έγκαιρη ανίχνευση και η κατάλληλη θεραπευτική προσέγγιση είναι απαραίτητες» καταλήγει ο κ. Αρτόπουλος.

 

 

Πηγη: https://www.news4health.gr/

Διαβήτης Τύπου 2: Η αντικατάσταση τεστοστερόνης βελτιώνει τον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα σε άνδρες με τη νόσο

“Τα ευρήματα αυτά θα αποτελέσουν, επίσης, τη βάση τεκμηρίωσης για τους γενικούς ιατρούς και τους ενδοκρινολόγους ώστε να ρωτούν προληπτικά τους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 για τα συμπτώματά τους, να διερευνούν και να διαγιγνώσκουν κατάλληλα την ανεπάρκεια τεστοστερόνης και να τους θεραπεύουν με τεστοστερόνη όπου ενδείκνυται”.

Διαβήτης Τύπου 2: Δεδομένα από τον πραγματικό κόσμο από έναν συνεχιζόμενο διεθνή έλεγχο της ανεπάρκειας τεστοστερόνης σε άνδρες με διαβήτη τύπου 2, που παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας για τη Μελέτη του Διαβήτη (EASD), στο Αμβούργο (2-6 Οκτωβρίου), δείχνουν ότι η θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης (TRT) βελτιώνει τον γλυκαιμικό έλεγχο για έως και δύο χρόνια. Τα πρώιμα δεδομένα από 37 κέντρα σε οκτώ χώρες που έχουν ενταχθεί μέχρι στιγμής στον έλεγχο της Ένωσης Βρετανών Κλινικών Διαβητολόγων (ABCD), υποδηλώνουν ότι ο λόγος που η HbA1c (μέτρο των μέσων επιπέδων σακχάρου στο αίμα κατά τους τελευταίους δύο έως τρεις μήνες) συνεχίζει να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου είναι πιθανό να οφείλεται στη συνεχιζόμενη επίδραση της τεστοστερόνης στην αντίσταση στην ινσουλίνη και στη μείωση του λίπους.

Τα αποτελέσματα παρέχουν προκαταρκτικές πληροφορίες σχετικά με το αμφιλεγόμενο ζήτημα του κατά πόσον η θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης TRT θα μπορούσε να έχει ευεργετική επίδραση στον διαβήτη και την παχυσαρκία. Πριν από δύο δεκαετίες, οι ερευνητές ανακάλυψαν μια σχέση μεταξύ της χαμηλής τεστοστερόνης στους άνδρες και του επιπολασμού του διαβήτη τύπου 2. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου το 40% των ανδρών με διαβήτη τύπου 2 έχουν συμπτωματική ανεπάρκεια τεστοστερόνης. Η ανεπάρκεια τεστοστερόνης συνδέεται με δυσμενείς επιπτώσεις στους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, την οστεοπόρωση και την ψυχολογική ευεξία και συνδέεται με διπλάσιο κίνδυνο θανάτου στους άνδρες με διαβήτη τύπου 2. Πολλαπλές μελέτες έχουν δείξει ότι η θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης TRT θα μπορούσε να έχει οφέλη για τους άνδρες με υπογοναδισμό (ανεπάρκεια τεστοστερόνης) που έχουν επίσης διαβήτη τύπου 2, παχυσαρκία και άλλες καρδιομεταβολικές διαταραχές. Η θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης TRT έχει αποδειχθεί ότι μειώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη, την HbA1c, τη χοληστερόλη, την παχυσαρκία και τη θνησιμότητα και βελτιώνει την ποιότητα ζωής και τη σεξουαλική λειτουργία. Ωστόσο, η εξάπλωση της θεραπείας υποκατάστασης τεστοστερόνης TRT έχει αργήσει στην πράξη εν μέρει λόγω αντικρουόμενων ευρημάτων σχετικά με τους καρδιαγγειακούς κινδύνους. Ωστόσο, μια πρόσφατα δημοσιευμένη μεγάλη, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη μελέτη σχετικά με την καρδιαγγειακή ασφάλεια της θεραπείας υποκατάστασης τεστοστερόνης TRT δεν διαπίστωσε καμία διαφορά στα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάντα μεταξύ των ομάδων που έλαβαν θεραπεία με τεστοστερόνη και εικονικό φάρμακο. “Παρά τα στοιχεία αυτά, η χρήση της τεστοστερόνης μεταξύ των ενδοκρινολόγων παραμένει χαμηλή και πολλοί διαβητολόγοι δεν έχουν καν ακούσει για τη συσχέτιση μεταξύ τεστοστερόνης και διαβήτη”, λέει ο καθηγητής Hugh Jones από το νοσοκομείο Barnsley στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο οποίος ήταν επικεφαλής της μελέτης. “Ελπίζουμε ότι ο έλεγχος της Ένωσης Βρετανών Κλινικών Διαβητολόγων ABCD θα παράσχει αρκετά δεδομένα για την πραγματική κλινική πρακτική ώστε να καθορίσουμε ποιοι ασθενείς ανταποκρίνονται και ποιοι όχι όσον αφορά την ποιότητα ζωής, τα συμπτώματα και τα καρδιομεταβολικά οφέλη”. Ο έλεγχος της Ένωσης Βρετανών Κλινικών Διαβητολόγων ABCD επιτρέπει την εισαγωγή ανώνυμων δεδομένων από νέους και αναδρομικούς ασθενείς που έχουν ξεκινήσει θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης TRT, καθώς και από ασθενείς με ανεπάρκεια τεστοστερόνης που δεν υποβάλλονται σε θεραπεία. Στόχος του ελέγχου είναι να προσδιοριστούν τα οφέλη και η ασφάλεια της θεραπείας υποκατάστασης τεστοστερόνης TRT στον πραγματικό κόσμο όσον αφορά τα συμπτώματα, τον γλυκαιμικό έλεγχο, την παχυσαρκία, άλλες καρδιομεταβολικές παραμέτρους (π.χ. λιπίδια, αρτηριακή πίεση, ΔΜΣ και περιφέρεια μέσης) και τα καρδιαγγειακά συμβάντα και τις επιπλοκές του διαβήτη.

Συνολικά, 34 κέντρα σε οκτώ χώρες (Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Καναδάς, Νέα Ζηλανδία, Νότια Αφρική, Μαλαισία και Βιετνάμ), συμπεριλαμβανομένων 428 ασθενών (μέση ηλικία 71 ετών) έχουν μέχρι στιγμής συμμετάσχει στον έλεγχο. Τα σκευάσματα τεστοστερόνης που χρησιμοποιούνται από τους ασθενείς αυτούς είναι τζελ και ενδομυϊκές ενέσεις υποδεκονικής τεστοστερόνης μακράς δράσης. Οι κατευθυντήριες γραμμές για την τεστοστερόνη αναφέρουν ότι μετά την έναρξη της θεραπείας υποκατάστασης τεστοστερόνης TRT οι ασθενείς θα πρέπει να επανεξετάζονται σε τρεις, έξι, 12 μήνες και από εκεί και πέρα ετησίως. Οι ερευνητές αξιολόγησαν την HbA1c σε ζευγαρωμένα δεδομένα μετά από τρεις, 12 και 24 μήνες σε ασθενείς που συμπεριλήφθηκαν στον έλεγχο και έλαβαν θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης TRT. Το συνιστώμενο εύρος για τα περισσότερα άτομα με διαβήτη είναι να διατηρείται η HbA1c κάτω από 48 mmol/mol. Μετά από τρεις μήνες θεραπείας υποκατάστασης τεστοστερόνης TRT, η μέση HbA1c μειώθηκε κατά 4,9 mmol/mol από 71 mmol/mol σε 66 mmol/mol (81 ασθενείς)- μετά από 12 μήνες η μέση HbA1c μειώθηκε κατά 9,6 mmol/mol από 71 mmol/mol σε 61,7 mmol/mol (121 ασθενείς)- και μετά από 24 μήνες μειώθηκε κατά 15,4 mmol/mol από 71,2 mmol/mol σε 55 mmol/mol (101 ασθενείς). “Χρειάζονται περισσότερα και πιο μακροπρόθεσμα δεδομένα από μεγαλύτερο αριθμό ασθενών που περιλαμβάνονται στον έλεγχο για να προσδιοριστεί αν υπάρχουν δείκτες ως προς το ποιος τύπος ασθενούς είναι πιθανό να ανταποκριθεί στη θεραπεία με τεστοστερόνη”, λέει ο καθηγητής Jones. “Τα ευρήματα αυτά θα αποτελέσουν, επίσης, τη βάση τεκμηρίωσης για τους γενικούς ιατρούς και τους ενδοκρινολόγους ώστε να ρωτούν προληπτικά τους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 για τα συμπτώματά τους, να διερευνούν και να διαγιγνώσκουν κατάλληλα την ανεπάρκεια τεστοστερόνης και να τους θεραπεύουν με τεστοστερόνη όπου ενδείκνυται”.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Σκλήρυνση κατά Πλάκας: Η θεραπεία με βλαστοκύτταρα σταματά τη νόσο για ορισμένους ασθενείς

Ο Burman δήλωσε ότι κανείς δεν γνωρίζει γιατί συμβαίνει αυτό. Μια θεωρία είναι ότι η χημειοθεραπεία μειώνει τη φλεγμονή στον εγκέφαλο, οδηγώντας σε υποχώρηση ορισμένων αναπηριών. “Αυτό όμως μένει να αποδειχθεί”, δήλωσε ο Burman. Για τους ανθρώπους που αναρωτιούνται αν η διαδικασία είναι κατάλληλη γι’ αυτούς, το καλύτερο μέρος για να ξεκινήσουν είναι μια συζήτηση με τον γιατρό τους, δήλωσε ο Μπέμπο.

Σκλήρυνση κατά Πλάκας: Μια νέα μελέτη ενισχύει τις ενδείξεις ότι οι μεταμοσχεύσεις βλαστοκυττάρων μπορούν να είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές για ορισμένα άτομα με σκλήρυνση κατά πλάκας – στέλνοντας τη νόσο σε ύφεση για χρόνια και μερικές φορές αναστρέφοντας την αναπηρία. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι από τους 174 ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων -με κύτταρα από το ίδιο τους το αίμα- τα δύο τρίτα δεν είχαν καμία ένδειξη “δραστηριότητας της νόσου” σε διάστημα 10 ετών. Αυτό σήμαινε ότι δεν υπήρχαν υποτροπές συμπτωμάτων, δεν υπήρχε επιδείνωση της αναπηρίας και δεν υπήρχαν σημάδια νέας βλάβης στον εγκεφαλικό ιστό τους.

Στην πραγματικότητα, από τους ασθενείς που είχαν ήδη αναπτύξει αναπηρία πριν από την επέμβαση, περισσότεροι από τους μισούς παρουσίασαν βελτίωση μετά. Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στις 25 Σεπτεμβρίου στο Περιοδικό Νευρολογίας, Νευροχειρουργικής & Ψυχιατρικής (Journal of Neurology, Neurosurgery & Psychiatry). Οι ειδικοί δήλωσαν ότι η μελέτη ενισχύει τις ενδείξεις ότι η μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων είναι μια καλή επιλογή για ορισμένα άτομα με σκλήρυνση κατά πλάκας. “Γνωρίζουμε ότι αυτή η θεραπεία λειτουργεί και μπορεί να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια”, δήλωσε ο συν-συγγραφέας Dr. Joachim Burman, νευρολόγος στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Ουψάλα στη Σουηδία. Ωστόσο, οι μεταμοσχεύσεις βλαστοκυττάρων δεν είναι για όλους. Από άποψη ασφάλειας, οι σχετικά νεότεροι ασθενείς είναι πιθανό να τα πάνε καλύτερα, δήλωσε ο Burman. Και τα άτομα με “ιδιαίτερα ενεργή” σκλήρυνση κατά πλάκας -συμπεριλαμβανομένων των εξάρσεων παρά τη φαρμακευτική αγωγή- μπορούν να ωφεληθούν περισσότερο. Η σκλήρυνση κατά πλάκας είναι μια νευρολογική διαταραχή που προκαλείται από μια λανθασμένη επίθεση του ανοσοποιητικού συστήματος στις νευρικές ίνες της σπονδυλικής στήλης και του εγκεφάλου. Αυτό οδηγεί σε συμπτώματα όπως προβλήματα όρασης, μυϊκή αδυναμία, μούδιασμα και δυσκολία στην ισορροπία και τον συντονισμό. Η συντριπτική πλειονότητα των ατόμων με σκλήρυνση κατά πλάκας έχει αρχικά αυτό που ονομάζεται υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα μορφή, που σημαίνει ότι τα συμπτώματα φουντώνουν για ένα διάστημα και στη συνέχεια υποχωρούν. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όμως, τελικά μεταπίπτουν σε προοδευτική μορφή της νόσου και η αναπηρία τους επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου.

Γιατί να αντιμετωπίσετε τη σκλήρυνση κατά πλάκας με μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων;

Η βασική ιδέα είναι η “επανεκκίνηση” του ελαττωματικού ανοσοποιητικού συστήματος, δήλωσε ο Bruce Bebo, εκτελεστικός αντιπρόεδρος των ερευνητικών προγραμμάτων της Εθνικής Εταιρείας Σκλήρυνσης κατά Πλάκας. Η διαδικασία περιλαμβάνει την αφαίρεση βλαστικών κυττάρων από το αίμα του ίδιου του ασθενούς, και στη συνέχεια τη χρήση ισχυρών χημειοθεραπευτικών φαρμάκων για να χτυπηθεί το υπάρχον ανοσοποιητικό σύστημα. Στη συνέχεια, τα αποθηκευμένα βλαστικά κύτταρα εγχέονται ξανά στον ασθενή και το ανοσοποιητικό σύστημα αναδομείται με την πάροδο του χρόνου. Ο Bebo, ο οποίος δεν συμμετείχε στη νέα μελέτη, δήλωσε ότι τα αποτελέσματα είναι “πολύ συνεπή” με προηγούμενες μελέτες που ακολούθησαν ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας οι οποίοι υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων. “Νιώθουμε ότι τα στοιχεία έχουν φτάσει πραγματικά σε σημείο καμπής”, δήλωσε ο Bebo. Το 2020, σημείωσε, μια συμβουλευτική επιτροπή της Εθνικής Εταιρείας Σκλήρυνσης κατά Πλάκας δημοσίευσε συστάσεις σχετικά με το ποιοι άνθρωποι είναι οι καλύτεροι υποψήφιοι για μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων. Περιλαμβάνουν άτομα που είναι νεότερα από 50 ετών, έχουν υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα σκλήρυνση κατά πλάκας για λιγότερο από 10 χρόνια και έχουν υποστεί έξαρση των συμπτωμάτων ή έχουν αναπτύξει νέες εγκεφαλικές βλάβες παρά τη λήψη βέλτιστης φαρμακευτικής αγωγής για τη σκλήρυνση κατά πλάκας. Η σύσταση για μικρότερη ηλικία, σημείωσε ο Bebo, αποσκοπεί στην ασφάλεια. Η μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων δεν είναι απλή υπόθεση. Απαιτεί παραμονή στο νοσοκομείο και αφήνει τους ανθρώπους αρχικά ευάλωτους σε λοιμώξεις. Ο κίνδυνος λοίμωξης είναι υψηλότερος τις λίγες ημέρες μετά τη διαδικασία. “Μετά από 10 ημέρες περίπου, μπορείτε με ασφάλεια να πάρετε εξιτήριο από το νοσοκομείο”, δήλωσε ο Burman, “και μετά από τρεις μήνες μπορείτε να επιστρέψετε στην εργασία σας”. Οι ασθενείς σε αυτή τη μελέτη -μέση ηλικία: 31 ετών- υποβλήθηκαν όλοι στη διαδικασία σε ένα από τα επτά σουηδικά κέντρα μεταμοσχεύσεων, που χρονολογούνται από το 2004. Συνολικά, το 73% δεν παρουσίαζε κανένα σημάδι δραστηριότητας της νόσου κατά την πενταετία και το 65% εξακολουθούσε να ανήκει σε αυτή την κατηγορία μετά από μια δεκαετία. Από τους 149 ασθενείς που είχαν αναπηρίες πριν από τη μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων, το 54% παρουσίασε βελτίωση μετά.

Ο Burman δήλωσε ότι κανείς δεν γνωρίζει γιατί συμβαίνει αυτό. Μια θεωρία είναι ότι η χημειοθεραπεία μειώνει τη φλεγμονή στον εγκέφαλο, οδηγώντας σε υποχώρηση ορισμένων αναπηριών. “Αυτό όμως μένει να αποδειχθεί”, δήλωσε ο Burman. Για τους ανθρώπους που αναρωτιούνται αν η διαδικασία είναι κατάλληλη γι’ αυτούς, το καλύτερο μέρος για να ξεκινήσουν είναι μια συζήτηση με τον γιατρό τους, δήλωσε ο Μπέμπο. Αλλά, πρόσθεσε, δεν είναι μόνο θέμα του να είστε καλός υποψήφιος: Χρειάζεται επίσης πρόσβαση σε ένα ιατρικό κέντρο με εμπειρία στη διαδικασία και ένα ασφαλιστικό πρόγραμμα που θα την καλύπτει. Ο Bebo τόνισε ότι αυτό δεν είναι ένα εγχείρημα που μπορεί να γίνει σε αυτοαποκαλούμενες “κλινικές βλαστοκυττάρων” που διαφημίζουν τις υπηρεσίες τους για διάφορες ιατρικές παθήσεις. Οι μεταμοσχεύσεις βλαστοκυττάρων διαφέρουν, επίσης, από άλλες θεραπείες με βλαστοκύτταρα που μελετώνται για τη σκλήρυνση κατά πλάκας – οι οποίες βρίσκονται σε “πολύ πιο πειραματικό” στάδιο, δήλωσε ο Bebo.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/