Ο HIV (Human Immunodeficiency Virus – Ιός Ανοσοανεπάρκειας του Ανθρώπου) είναι ο ιός που προκαλεί το Σύνδρομο της Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας (Acquired Immune Deficiency Syndrome – AIDS).
Η μετάδοση του HIV πραγματοποιείται κυρίως μέσω της σεξουαλικής επαφής χωρίς προστασία, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης από τη μητέρα στο έμβρυο, μέσω μολυσμένων υποδερμικών βελονών, καθώς και μέσω μολυσμένων μεταγγίσεων αίματος. [1]
Από την αρχή της επιδημίας, 84,2 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο έχουν μολυνθεί από τον HIV και περίπου 40,1 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν πεθάνει εξαιτίας του. Παγκοσμίως, 38,4 εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν με HIV στο τέλος του 2021. Υπολογίζεται ότι το 0,7% των ενηλίκων ηλικίας 15–49 ετών παγκοσμίως ζουν με HIV, παρότι το βάρος της επιδημίας συνεχίζει να ποικίλλει σημαντικά μεταξύ χωρών και περιοχών.
Η Αφρική παραμένει η περιοχή του πλανήτη που πλήττεται περισσότερο από τη νόσο, με σχεδόν 1 στους 25 ενήλικες (3,4%) να ζει με HIV και την αφρικανική ήπειρο να αντιπροσωπεύει πάνω από τα δύο τρίτα των ανθρώπων που ζουν με HIV παγκοσμίως. [2]
Πηγή: WHO, Ιούλιος 2022
Στην Ελλάδα, όπου η επιδημιολογική επιτήρηση της HIV λοίμωξης πραγματοποιείται κυρίως μέσω του συστήματος της υποχρεωτικής δήλωσης των περιστατικών λοίμωξης με HIV, των κρουσμάτων AIDS και των θανάτων στον ΕΟΔΥ, μέχρι και την 31η Οκτωβρίου του 2022, έχουν καταγραφεί 19.731 περιστατικά λοίμωξης με HIV (82,3% άνδρες). Από το σύνολο των ατόμων αυτών, 4.587 έχουν εκδηλώσει AIDS και 11.908 βρίσκονται υπό αντιρετροϊκή αγωγή, ενώ ο συνολικός αριθμός των θανάτων εξαιτίας του HIV ανέρχεται στους 3.309.
Την περίοδο 1/1/22 – 31/10/22 διαγνώστηκαν και δηλώθηκαν στον ΕΟΔΥ 430 νέα περιστατικά HIV λοίμωξης (4,0 ανά 100.000 πληθυσμού), εκ των οποίων τα 343 (79,8%) αφορούν σε άνδρες και τα 87 (20,2%) σε γυναίκες. Οι νέες διαγνώσεις HIV ανά 100.000 πληθυσμού για την περίοδο αυτή, φαίνεται να κυμαίνονται σε χαμηλότερα επίπεδα συγκριτικά με εκείνες που δηλώθηκαν τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα των 11 προηγούμενων ετών.
Τα περισσότερα περιστατικά αφορούσαν άτομα που μολύνθηκαν μέσω της απροφύλακτης σεξουαλικής επαφής, κυρίως μεταξύ ανδρών. Ειδικότερα, οι 202 (46,98%) νέες HIV διαγνώσεις αφορούν σε άνδρες που είχαν απροφύλακτες σεξουαλικές επαφές με άνδρες (ΑΣΑ), ενώ οι 94 (21,86%) αφορούν σε άτομα που μολύνθηκαν μέσω της απροφύλακτης ετεροφυλοφιλικής σεξουαλικής επαφής.
Η από κοινού χρήση ενδοφλέβιων εξαρτησιογόνων ουσιών δηλώθηκε ως πιθανός τρόπος μόλυνσης για 52 (12,09%) νέα περιστατικά. Επίσης, κατά τους 10 μήνες του 2022 διαγνώστηκαν και δηλώθηκαν 5 περιστατικά κάθετης μετάδοσης του ιού. [3]
Νέες διαγνώσεις λοίμωξης με HIV ανά 100.000 πληθυσμού στην Ελλάδα (Ιανουάριος-Οκτώβριος 2011-2022)
Πηγή: ΕΟΔΥ
Αντιρετροϊκή θεραπεία
Η συνδυαστική χρήση τριών ή περισσότερων αντιρετροϊκών φαρμάκων για την καταστολή της λοίμωξης με HIV ονομάζεται αντιρετροϊκή θεραπεία (Antiretroviral Therapy – ART), ενώ η χρήση πολλαπλών φαρμάκων σε συνδυασμό με σκοπό την αύξηση της αποτελεσματικότητας έναντι διάφορων ιικών στόχων ονομάζεται υψηλά ενεργή αντιρετροϊκή θεραπεία (Highly Active Antiretroviral Therapy – HAART). H HAART βοηθά στη διατήρηση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος, εμποδίζοντας τον HIV να αναπτύξει αντίσταση, και αναχαιτίζει άλλες λοιμώξεις που δυνητικά οδηγούν σε θάνατο. Οι πέντε κατηγορίες φαρμάκων που χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό για τη θεραπεία της λοίμωξης HIV είναι: αναστολείς εισόδου, αναστολείς νουκλεοσιδικής/νουκλεοτιδικής αντίστροφης μεταγραφάσης, μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς αντίστροφης μεταγραφάσης, αναστολείς ιντεγκράσης και αναστολείς πρωτεάσης. [1]
Τα τελευταία 35 χρόνια, η εξαιρετικά αποτελεσματική αντιρετροϊκή θεραπεία έχει σώσει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο καταστέλλοντας τον HIV σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα. Ωστόσο, αυτό δεν μεταφράζεται σε απουσία του ιού στον οργανισμό, καθώς ο ιός υπάρχει σε σταθερές δεξαμενές κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος που έχουν μολυνθεί από τον ιό κατά τη μόλυνση , οι οποίες παραμένουν ανενεργές, μη ανιχνεύσιμες και απρόσιτες για τα αντιρετροϊκά φάρμακα. [4]
Μια άλλη θεραπευτική προσέγγιση είναι η μεταμόσχευση αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων με ομόζυγη μεταλλαγή του υποδοχέα CCR5-delta32 σε άτομα μολυσμένα με HIV, η οποία αντιμετωπίζεται ως ορόσημο στην παγκόσμια επιδημία του AIDS. Έχουν αναφερθεί δύο περιπτώσεις λειτουργικής θεραπείας για τον HIV και είναι γνωστές ως «ο Ασθενής του Βερολίνου» και «ο Ασθενής του Λονδίνου». Και στις δύο περιπτώσεις, οι ασθενείς έλαβαν αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων από δότες με ομόζυγη μετάλλαξη CCR5- delta32 για σχετιζόμενη αιματολογική κακοήθεια. Από το 2008, όταν ο ασθενής του Βερολίνου θεραπεύτηκε από τον ιό HIV, οι επιστήμονες στοχεύουν σε μια μακροπρόθεσμη θεραπεία για τον ευρύτερο πληθυσμό. Το 2019, ο ασθενής από το Λονδίνο έγινε το δεύτερο άτομο που απαλλάχθηκε από τον ιό HIV και σταμάτησε τη θεραπεία με αντιρετροϊκά φάρμακα. Βάσει αυτών των περιπτώσεων, το γονίδιο CCR5 αντιμετωπίζεται τώρα ως βιώσιμος στόχος για τη θεραπεία του HIV. [1]
Ως εκ τούτου, υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για την επαγωγή ανθεκτικότητας του ανοσοποιητικού συστήματος στον HIV μέσω της χρήσης γονιδιακά τροποποιημένων αυτόλογων αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων με μη λειτουργικό CCR5.
Γονιδιακές θεραπείες
Παράλληλα, οι μελέτες στη γονιδιακή θεραπεία του HIV με στόχο τον υποδοχέα CXCR4 είναι πολλά υποσχόμενες. [5]
Η τεχνολογία νουκλεάσης δακτύλου ψευδαργύρου είναι ένα δημοφιλές εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη στόχευση συγκεκριμένων αλληλουχιών DNA στο γονιδίωμα. Εμπίπτει στην κατηγορία των περιοριστικών ενζύμων και παρασκευάζεται τεχνητά με τη σύντηξη μιας περιοχής σύνδεσης DNA (δάκτυλοψευδαργύρου) και μιας περιοχής διάσπασης DNA (νουκλεάση). Θα μπορούσε να αποτελέσει μία ελπιδοφόρα θεραπεία για το AIDS, ωστόσο, χρειάζεται περισσότερη έρευνα γύρω από το θέμα, ενώ παράλληλα είναι μια δαπανηρή τεχνική.
Μια άλλη πρωτοποριακή τεχνική είναι το σύστημα γονιδιακής επεξεργασίας CRISPR/Cas9. Γονιδιακά επεξεργασμένα βλαστοκύτταρα μπορούν να εγκατασταθούν σε έναν ασθενή με HIV λοίμωξη μέσω μεταμόσχευσης μυελού των οστών και να επάγουν την ανθεκτικότητα του ανοσοποιητικού συστήματος στον HIV. Αυτή η τεχνική, ωστόσο, ενδέχεται να εγείρει ηθικά ζητήματα και χρειάζεται ακόμη πολλή έρευνα για να καταστεί βιοηθικά ένα ασφαλές εργαλείο.
Οι ερευνητές έχουν κατασκευάσει επίσης ένα μόριο που ονομάζεται χιμαιρικός υποδοχέας αντιγόνου (Chimeric Antigen Receptor – CAR) και εισήγαγαν το κατασκευασμένο γονίδιο για αυτό το μόριο στα αιμοποιητικά βλαστοκύτταρα (αυτά που σχηματίζουν το αίμα). Αυτό το μόριο έχει δύο υποδοχείς που αναγνωρίζουν το αντιγόνο (HIV) και κατευθύνουν τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος να εντοπίσουν και να σκοτώσουν τα μολυσμένα με HIV κύτταρα. Σε μελέτες που έγιναν σε ποντίκια παρατηρήθηκε πτώση 80% έως 95% στο ιικό φορτίο, δίνοντας ελπίδες για μια εφικτή επιλογή θεραπείας σε οροθετικούς ανθρώπους.
Ανοσολογικές Προσεγγίσεις
Μελέτες έχουν δείξει ότι ένα εμβόλιο θα μπορούσε να συμβάλει αποτελεσματικά στην κάθαρση του ιού, όπως για παράδειγμα ο φορέας εμβολίου Rhesus CMV. Ένας φορέας εμβολίου είναι ένα είδος εμβολίου που αποτελείται από χημικά εξασθενημένους ιούς που μεταφέρονται στο σώμα για να δημιουργήσουν μια ανοσολογική απόκριση. Τα γονίδια που χρησιμοποιούνται σε αυτά τα εμβόλια είναι επιφανειακές πρωτεΐνες που κωδικοποιούν αντιγόνο από το συγκεκριμένο παθογόνο.
Το SAV001-H είναι το πρώτο και μοναδικό προληπτικό εμβόλιο HIV που χρησιμοποιεί τον αδρανοποιημένο ιό HIV-1. Είναι το μοναδικό από τα εμβόλια που χρησιμοποιεί γενετικά τροποποιημένο γονιδίωμα ολόκληρου του ιού, εξαλείφοντας την παθογένειά του και αδρανοποιώντας τη μολυσματικότητά του μέσω ακτινοβολίας και χημικών θεραπειών. Τα αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής Φάσης 1, που ολοκληρώθηκαν το έτος 2013, βρέθηκαν ωστόσο να έχουν σοβαρές και δυσμενείς επιπτώσεις στους 33 συμμετέχοντες. Ένα άλλο πολλά υποσχόμενο εμβόλιο που ονομάζεται εμβόλιο Kang χρησιμοποιεί επίσης τον αδρανοποιημένο HIV-1. Το εμβόλιο Kang είναι παρόμοιο με τα εμβόλια που αναπτύχθηκαν για τη λύσσα, την πολιομυελίτιδα και τη γρίπη. Ωστόσο, ο HIV-1 είναι γενετικά κατασκευασμένος σε αυτό το εμβόλιο, εγείροντας ερωτήματα σχετικά με την ασφάλεια και τη δυνατότητα παραγωγής μεγάλης ποσότητας.
Οι ερευνητές έχουν επίσης δοκιμάσει ένα ανοσογόνο που ονομάζεται eOD-GT8 60mer, ένα πρωτεϊνικό νανοσωματίδιο, το οποίο έχει σχεδιαστεί για να μιμείται μία σημαντική περιοχή της πρωτεΐνης του φακέλου του HIV που θα συνδεθεί και θα ενεργοποιήσει τα Β κύτταρα για να παράγουν κύτταρα πλάσματος, τα οποία με τη σειρά τους εκκρίνουν τα αντισώματα που απαιτούνται για την καταπολέμηση του HIV. Αυτό το νανοσωματίδιο αναπτύχθηκε στο εργαστήριο Schief και δοκιμάστηκε σε μοντέλα ποντικιών που κατασκευάστηκαν από το εργαστήριο Nemazee.
Οι ερευνητές έδειξαν ότι θα μπορούσε να είναι ένα πολλά υποσχόμενο πρώτο βήμα σε μια σειρά ανοσοποιήσεων κατά του HIV. Το εμβόλιο φαίνεται να λειτουργεί καλά σε μοντέλα ποντικών. Οι ερευνητές τώρα ερευνούν άλλα ανοσογόνα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σε συνύπαρξη με το eOD-GT8 60mer. [1]
Έρευνες για εμβόλιο mRNA
Στις ΗΠΑ το Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργίας και Λοιμωδών Νοσημάτων (NIAID) ξεκίνησε μια κλινική δοκιμή Φάσης 1 που αξιολογεί τρία πειραματικά εμβόλια για τον HIV που βασίζονται σε μια πλατφόρμα αγγελιοφόρου RNA (mRNA) — μια τεχνολογία που χρησιμοποιείται ήδη σε πολλά εγκεκριμένα COVID- 19 εμβόλια. Η μελέτη HVTN 302 θα εξετάσει εάν τα ακόλουθα τρία πειραματικά εμβόλια HIV mRNA είναι ασφαλή και μπορούν να προκαλέσουν ανοσοαπόκριση: 1) BG505 MD39.3 mRNA, 2) BG505 MD39.3 gp151 mRNA και 3) BG505 MD39.3 mRNA CD39.3 gp151 . Κάθε ερευνητικό υποψήφιο εμβόλιο έχει σχεδιαστεί για να παρουσιάζει την πρωτεΐνη ακίδας που βρίσκεται στην επιφάνεια του HIV που διευκολύνει την είσοδο στα ανθρώπινα κύτταρα.
Κάθε ένα από τα πειραματικά εμβόλια κωδικοποιεί διαφορετικές αλλά πολύ συγγενείς, σταθεροποιημένες πρωτεΐνες, ενώ κανένα από τα τρία υποψήφια εμβόλια δεν μπορεί να προκαλέσει μόλυνση από τον ιό HIV. [7]
Επιπλέον, οι ερευνητές μελετούν τη χρήση ορισμένων από αυτά τα πιθανά εμβόλια HIV ως μέσο θεραπείας. «Τα εμβόλια mRNA που εγκρίθηκαν για την πρόληψη της Covid-19 λοίμωξης ήταν επαναστατικά. Και η ίδια ακριβώς τεχνολογία μπορεί να είναι αυτή που μας οδηγεί στη γραμμή του τερματισμού για ένα εμβόλιο κατά του HIV», δηλώνει ο Steven Deeks, M.D., ειδικός για τον HIV, ερευνητής εμβολίων και καθηγητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια (UCSF).
«Υπάρχει μεγάλη ώθηση σήμερα για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό HIV, καθώς είναι δύσκολο για πολλούς ανθρώπους να ακολουθήσουν [αντιρετροϊκή] θεραπεία και να την παρατείνουν για δεκαετίες», τονίζει ο Deeks».[8]
Πηγές:
1) Gupta PK, Saxena A. HIV/AIDS: Current Updates on the Disease, Treatment and Prevention. Proc Natl Acad Sci India Sect B Biol Sci. 2021;91(3):495-510
2)WHO
3)ΕΟΔΥ
4) Maina EK, Adan AA, Mureithi H, Muriuki J, Lwembe RM. A Review of Current Strategies Towards the Elimination of Latent HIV-1 and Subsequent HIV-1 Cure. Curr HIV Res. 2021;19(1):14-26.
5) Ding J, Liu Y, Lai Y. Knowledge From London and Berlin: Finding Threads to a Functional HIV Cure. Front Immunol. 2021 May 27;12:688747.
6) Maina EK, Adan AA, Mureithi H, Muriuki J, Lwembe RM. A Review of Current Strategies Towards the Elimination of Latent HIV-1 and Subsequent HIV-1 Cure. Curr HIV Res. 2021;19(1):14-26
7) Νational Institutes of Health (NIH) USA
8) AARP Foundation
Ο καρκίνος του προστάτη είναι η πιο συχνή μη δερματική κακοήθεια μεταξύ των αντρών,[1,2] με τον αριθμό των νέων διαγνώσεων να φτάνει περίπου τα 1-3 εκατομμύρια κάθε χρόνο παγκοσμίως.[3] Στην Ελλάδα, ο καρκίνος του προστάτη είναι η δεύτερη πιο κοινή μορφή καρκίνου στους άντρες, με τα νέα περιστατικά να ανέρχονται στα 6.217 το 2020.[4] Παγκοσμίως, περίπου 10 εκατομμύρια άντρες ζούσαν με καρκίνο του προστάτη το 2021, εκ των οποίων οι 700.000 είχαν μεταστατική νόσο – o μεταστατικός καρκίνος του προστάτη ευθύνεται για περισσότερο από 400.000 θανάτους ετησίως, ενώ η θνησιμότητα εξαιτίας αυτού προβλέπεται ότι θα διπλασιαστεί μέχρι το 2040.[3]
Έχει υπολογιστεί ότι ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του προστάτη κατά τη διάρκεια ζωής ενός άντρα είναι 11,6%.[1] Παρόλο που ο εντοπισμένος καρκίνος του προστάτη έχει περισσότερο από 99% ποσοστό πενταετούς επιβίωσης, το ίδιο ποσοστό για τον μεταστατικό καρκίνο του προστάτη είναι μόνο 31%. Για αυτό τον λόγο κρίνεται ως επιτακτική η ανάγκη εξεύρεσης αποτελεσματικών νέων φαρμακευτικών παραγόντων και θεραπευτικών συνδυασμών για τη θεραπεία του προχωρημένου καρκίνου του προστάτη, ο οποίος ως όρος περιλαμβάνει εκτός από τον μεταστατικό καρκίνο του προστάτη χωρίς προηγούμενη τοπική θεραπεία και την υποτροπιάζουσα νόσο κατόπιν θεραπείας (χειρουργικής και/ή ακτινοβολιών).
Ιστορικά, από τη δεκαετία του 1940, η καταστολή της παραγωγής τεστοστερόνης στους όρχεις δια μέσω της θεραπείας στέρησης ανδρογόνων είναι ο κεντρικός άξονας της θεραπευτικής διαχείρισης του προχωρημένου καρκίνου του προστάτη. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια είμαστε μάρτυρες μίας ταχείας μεταμόρφωσης και εξέλιξης του θεραπευτικού πεδίου του προχωρημένου καρκίνου του προστάτη (Πίνακας 1) χάρη στην καλύτερη κατανόηση της εξέλιξης και των σηματοδοτικών μονοπατιών του, των μεταλλάξεων που συνδέονται με αυτόν και των μηχανισμών αντίστασης του στη θεραπεία.
Οι θεραπευτικοί παράγοντες κατά του προχωρημένου καρκίνου του προστάτη που έχουν λάβει έγκριση από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (U.S. Food and Drug Administration, FDA) τα τελευταία χρόνια περιλαμβάνουν φάρμακα που:
αναστέλλουν τον άξονα των ανδρογόνων [αμπιρατερόνη (abiraterone), ενζαλουταμίδη (enzalutamide), απαλουταμίδη (apalutamide), δαρολουταμίδη (darolutamide), relugolix] [1,2]
στοχεύουν τους μικροσωληνίσκους δια μέσω της αναστολής του αποπολυμερισμού τους ή της προαγωγής του πολυμερισμού τους [δοσεταξέλη (docetaxel), καμπαζιταξέλη (cabazitaxel)] [1,2]
αναστέλλουν τα ανθρώπινα ένζυμα της πολυμεράσης της πολυ-άδενο διφωσφορικής ριβόζης (PARP-1, PARP-2 και PARP-3) [ολαπαρίμπη (olaparib), rucaparib] [2]
χρησιμοποιούν ραδιενεργά μιμητικά ασβεστίου που στοχεύουν τις μεταστάσεις οστών (ράδιο-223) [1]
χρησιμοποιούν ραδιενεργά σωματίδια προσδεμένα σε μόρια που στοχεύουν καρκινικά κύτταρα που εκφράζουν το ειδικό προστατικό μεμβρανικό αντιγόνο (prostate-specific membrane antigen, PSMA) [lutetium-177 (177Lu)-PSMA-617] [5]
εμπλέκουν μηχανισμούς του ανοσοποιητικού συστήματος (παράγοντας sipuleucel-T). [1]
Στα ακόλουθα κεφάλαια συνοψίζονται οι κλινικές μελέτες που οδήγησαν στην έγκριση των προαναφερθέντων φαρμακευτικών παραγόντων, σχολιάζονται τα αποτελέσματα κλινικών δοκιμών που άλλαξαν την κλινική πρακτική τα τελευταία χρόνια, αναφέρονται κλινικές δοκιμές υπό εξέλιξη που ενδέχεται να συνεισφέρουν στο θεραπευτικό οπλοστάσιο κατά του προχωρημένου καρκίνου του προστάτη και συζητούνται οι αναδυόμενες προκλήσεις και μελλοντικές κατευθύνσεις της κλινικής έρευνας στο συγκεκριμένο θεραπευτικό πεδίο.
Μεταστατικός ορμονοευαίσθητος καρκίνος του προστάτη [1]
Ιστορικά, οι θεραπευτικές αποφάσεις για την αντιμετώπιση του μεταστατικού ορμονοευαίσθητου καρκίνου του προστάτη (metastatic castration-sensitive prostate cancer, mCSPC) βασίζονται στα κριτήρια που αναπτύχθηκαν στην κλινική δοκιμή CHAARTED για χαμηλής και υψηλής έντασης ασθένεια (low-/high-volume disease), με την υψηλής έντασης ασθένεια να καθορίζεται από την παρουσία σπλαχνικών μεταστάσεων και/ή τουλάχιστον τεσσάρων οστικών μεταστάσεων, με τουλάχιστον μία εξ αυτών σε οποιοδήποτε οστό εκτός αυτών της σπονδυλικής στήλης και της λεκάνης. Επί του παρόντος, κατά την τελευταία πενταετία επτά φαρμακευτικοί παράγοντες έχουν λάβει έγκριση για χρήση στη θεραπευτική αντιμετώπιση του mCSPC, η αμπιρατερόνη, η απαλουταμίδη, η ενζαλουταμίδη, η δοσεταξέλη, το relugolix, και η δαρολουταμίδη σε συνδυασμό με τη δοσεταξέλη. [6]
Δοσεταξέλη [1]
Η δοσεταξέλη ήταν η πρώτη συστηματική θεραπεία που δείχθηκε να οδηγεί στη βελτίωση της συνολικής επιβίωσης (overall survival, OS) ανδρών με mCSPC όταν συνδυάστηκε με θεραπεία στέρησης ανδρογόνων (androgen deprivation therapy). Οι μελέτες που έδειξαν αυτά τα αποτελέσματα ήταν δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙΙ, η E3805 CHAARTED και η STAMPEDE (πίνακας 1).
Ωστόσο, τα αποτελέσματα από μια μικρότερη μελέτη φάσης ΙΙΙ (δοκιμή GETUG-AFU15) διαφώνησαν με τα ευρήματα των μελετών E3805 CHAARTED και STAMPEDE, με την ασυμφωνία μεταξύ αυτών να αποδίδεται στο μικρότερο μέγεθος δείγματος, στη χαμηλότερη στατιστική ισχύ και στο μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών με χαμηλής έντασης ασθένεια στη δοκιμή GETUG-AFU15. Σε μια μετα-ανάλυση αυτών των τριών μελετών, η προσθήκη της δοσεταξέλης σε θεραπεία στέρησης ανδρογόνων σχετίστηκε με βελτιωμένη επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (progression-free survival, PFS) [αναλογία κινδύνου (hazard ratio, HR) =0,63, 95% διάστημα εμπιστοσύνης (confidence interval, CI) 0,57-0,70, P <0,001] και βελτιωμένο OS (HR =0,73, 95% CI 0,60-0,90, P =0,002) στους ασθενείς με mCSPC. Παρόλα αυτά, το όφελος της OS καθοδηγήθηκε από την υψηλής έντασης ασθένεια. Σε μία ανάλυση υποομάδας των μελετών GETUG-AFU 15 και E3805 CHAARTED, το HR για τους ασθενείς με υψηλής έντασης ασθένεια που έλαβαν δοσεταξέλη και θεραπεία στέρησης ανδρογόνων ήταν 0,67 (95% CI 0,51-0,88), ενώ για τους ασθενείς με χαμηλής έντασης ασθένεια που έλαβαν τον ίδιο συνδυασμό ήταν 0,80 (95% CI 0,49-1,32). Σε αντίθεση, σε μια post hoc ανάλυση 830 ασθενών (76%) που συμμετείχαν στη μελέτη STAMPEDE με αξιολογήσιμο φορτίο μεταστατικής νόσου, παρατηρήθηκε όφελος με τη δοσεταξέλη ανεξάρτητα από την ένταση της ασθένειας: το HR ήταν παρόμοιο μεταξύ της υποομάδας ασθενών με χαμηλής έντασης ασθένεια (HR =0,76, 95% CI 0,54-1,07, P =0,107) και αυτής των ασθενών με υψηλής έντασης ασθένεια (HR =0,81, 95% CI 0,64-1,02, P =0,064). Βάσει αυτών των αποτελεσμάτων, ο συνδυασμός της δοσεταξέλης με θεραπεία στέρησης ανδρογόνων συνίσταται σε ασθενείς με υψηλής έντασης mCSPC, ενώ για τους ασθενείς με χαμηλής έντασης mCSPC το όφελος αυτού του θεραπευτικού συνδυασμού παραμένει ασαφές.
Νέες ορμονικές θεραπείες: αμπιρατερόνη, απαλουταμίδη, ενζαλουταμίδη, relugolix, δαρολουταμίδη σε συνδυασμό με δοσεταξέλη [1]
Το έτος 2017, οι κλινικές μελέτες LATITUDE και STAMPEDE (σκέλος G) έδειξαν ότι η προσθήκη της αμπιρατερόνης και πρεδνιζόνης στη θεραπεία στέρησης ανδρογόνων βελτιώνει σημαντικά την επιβίωση χωρίς ακτινολογική εξέλιξη της νόσου (radiographic progression-free survival, rPFS) και τη συνολική επιβίωση σε ασθενείς που είναι νεοδιαγνωσθέντες με υψηλού κινδύνου mCSPC. Ωστόσο, αυτές οι δύο μελέτες διέφεραν σημαντικά ως προς τα κριτήρια ένταξης ασθενών – η μελέτη LATITUDE συμπεριέλαβε μόνο νεοδιαγνωσθέντες άνδρες με mCSPC με υψηλού κινδύνου ασθένεια (≥2 από τα ακόλουθα κριτήρια: σκορ Gleason ≥8, ≥3 οστικές μεταστάσεις, ή μετρήσιμη σπλαχνική μετάσταση), ενώ η μελέτη STAMPEDE συμπεριέλαβε ασθενείς με μη μεταστατικό καρκίνο και ασθενείς με mCSPC χωρίς διαστρωμάτωση κινδύνου. Παρόλο που οι κατευθυντήριες γραμμές στις ΗΠΑ συνιστούν τη χρήση της αμπιρατερόνης σε άνδρες με mCSPC ανεξάρτητα του κινδύνου ή της έντασης της ασθένειας, ο συνδυασμός της θεραπείας στέρησης ανδρογόνων με αμπιρατερόνη είναι εγκεκριμένος μόνο για χρήση σε άνδρες με υψηλού κινδύνου mCSPC. Μία post hoc ανάλυση υποομάδας της κλινικής δοκιμής STAMPEDE έδειξε ότι η προσθήκη αμπιρατερόνης σε θεραπεία στέρησης ανδρογόνων βελτίωσε το OS στους άνδρες με νόσο χαμηλού κινδύνου (HR =0,66, 95% CI 0,44-0,98) και την 3-ετή επιβίωση χωρίς αποτυχία (failure-free survival) (HR =0,25, 95% CI 0,17-0,33) συγκριτικά με τη θεραπεία στέρησης ανδρογόνων μόνο, ενώ το ίδιο παρατηρήθηκε και για την υποομάδα ασθενών με υψηλού κινδύνου νόσο (OS: HR =0,54, 95% CI 0,41-0,70 – 3-ετής επιβίωση χωρίς αποτυχία: HR =0,31, 95% CI 0,25-0,39). Με γνώμονα αυτά τα ευρήματα, η χρήση της αμπιρατερόνης μπορεί να συνίσταται σε άνδρες με mCSPC ανεξάρτητα από τον κίνδυνο της νόσου.
Οι πρόσφατες επιτυχίες με τη χρήση της ενζαλουταμίδης στις κλινικές δοκιμές ENZAMET και ARCHES και της απαλουταμίδης στη δοκιμή TITAN έχουν δημιουργήσει περισσότερες θεραπευτικές επιλογές για τους ασθενείς με mCSPC. Στη μελέτη ENZAMET, το σκέλος της ενζαλουταμίδης σε συνδυασμό με θεραπεία στέρησης ανδρογόνων συγκριτικά με το σκέλος της καθιερωμένης θεραπείας (μη στεροειδή αντιανδρογόνα σε συνδυασμό με θεραπεία στέρησης ανδρογόνων) παρουσίασε μεγαλύτερο διάστημα κλινικής επιβίωσης δίχως εξέλιξη (ρυθμός επιβίωσης χωρίς συμβάντα στα 3 χρόνια: 68% έναντι 41%, HR =0,40, 95% CI 0,33-0,49, P <0,001) και μεγαλύτερο OS στο διάστημα παρακολούθησης 34 μηνών (HR =0,67, 95% CI 0,52-0,86, P =0,002). Ένα μοναδικό χαρακτηριστικό αυτής της μελέτης ήταν ότι επέτρεψε την ταυτόχρονη χρήση της δοσεταξέλης σύμφωνα με την απόφαση του ασθενούς και του θεράποντα ιατρού, το οποίο αποτέλεσε προκαθορισμένο παράγοντα διαστρωμάτωσης της μελέτης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η πρώιμη χρήση της δοσεταξέλης οδήγησε σε περισσότερες τοξικότητες αλλά όχι σε βελτίωση του OS (HR =0,90, 95% CI 0,62-1,31, τιμή P για την αλληλεπίδραση =0,04, προσαρμοσμένη τιμή P =0,14).
Στη μελέτη ARCHES, η επιβίωση χωρίς ακτινολογική εξέλιξη, η οποία ήταν το πρωτεύον τελικό σημείο της μελέτης, βελτιώθηκε σημαντικά τόσο στους ασθενείς με χαμηλής έντασης νόσο (HR =0,25, 95% CI 0,14-0,46) όσο και στους ασθενείς με υψηλής έντασης νόσο (HR =0,43, 95% CI 0,33-0,57). Η μελέτη ARCHES ήταν η πρώτη κλινική δοκιμή που έδειξε όφελος του rPFS σε άνδρες με mCSPC κατόπιν πρότερης χημειοθεραπείας με δοσεταξέλη. Στη μελέτη TITAN, τα κύρια σημεία της μελέτης ήταν δύο, η συνολική επιβίωση και η επιβίωση χωρίς ακτινολογική εξέλιξη. Τη χρονική στιγμή της ενδιάμεσης ανάλυσης, στο διάμεσο διάστημα παρακολούθησης των 23 μηνών, τόσο το OS όσο και το rPFS βελτιώθηκαν σημαντικά (OS: HR =0,67, 95% CI 0,51-0,89, P <0,005 – rPFS: HR =0,48, 95% CI 0,39-0,60, P >0,001). Συνολικά, παρατηρήθηκε μείωση της τάξης του 33% στον κίνδυνο θανάτου και μείωση της τάξης του 52% στον κίνδυνο εξέλιξης της νόσου ή θανάτου. Αξιοσημείωτα, η θεραπεία με απαλουταμίδη βελτίωσε την επιβίωση ενώ διατήρησε τη σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής των ασθενών. Σε μια πιο πρόσφατη κλινική μελέτη φάσης ΙΙΙ, τη HERO, ο παράγοντας relugolix δείχθηκε να είναι ανώτερος από τη λευπρορελίνη στη διατήρηση της τεστοστερόνης σε επίπεδα κατώτερα του ευνουχισμού στις 48 εβδομάδες (96,7% έναντι 88,8% των ασθενών, 95% CI 4,1-11,8, P <0,001). Περαιτέρω, στο σκέλος του relugolix, παρατηρήθηκαν ταχύτερη καταστολή της τεστοστερόνης και σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά καρδιαγγειακών συμβαμάτων (ειδικά στους άνδρες που είχαν εμφανίσει προηγούμενα καρδιαγγειακά συμβάματα).[2,7] Ακόμα πιο πρόσφατα, η χρήση της δαρολουταμίδης σε συνδυασμό με δοσεταξέλη και θεραπεία στέρησης ανδρογόνων εγκρίθηκε για ασθενείς με mCSPC βάσει των αποτελεσμάτων της κλινικής μελέτης φάσης ΙΙΙ ARASENS, η οποία έδειξε ότι η χρήση της δαρολουταμίδης σχετίστηκε με στατιστικά σημαντική μείωση του κινδύνου θανάτου της τάξης του 32,5% συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (HR =0,68, 95% CI 0,57-0,80, P <0,001). Η δαρολουταμίδη σχετίστηκε επίσης με σημαντική καθυστέρηση στον χρόνο έως την εξέλιξη του πόνου (HR =0,79, 95% CI 0,66-0,95, P =0,006). [6, 11]
Μη μεταστατικός ανθεκτικός στον ευνουχισμό καρκίνος του προστάτη [1]
Τρεις μεγάλες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, τυχαιοποιημένες μελέτες φάσης ΙΙΙ, η SPARTAN, η PROSPER και η ARAMIS, έδειξαν βελτιωμένη επιβίωση χωρίς μετάσταση με τη χορήγηση της απαλουταμίδης, της ενζαλουταμίδης και της δαρολουταμίδης, αντίστοιχα, σε ασθενείς με επίπεδα του ειδικού προστατικού αντιγόνου (prostate-specific antigen, PSA) >2 ng/ml και χρόνο διπλασιασμού των επιπέδων PSA ≤10 μήνες και χωρίς στοιχεία μεταστατικής νόσου βάσει συμβατικής τομογραφίας οστών και αξονικής τομογραφίας. Τα αποτελέσματα αυτών των κλινικών δοκιμών οδήγησαν στην έγκριση από τον FDA αυτών των φαρμάκων με τη θεραπευτική ένδειξη της θεραπείας του μη μεταστατικού ανθεκτικού στον ευνουχισμό καρκίνου του προστάτη (castrate-resistant prostate cancer, CRPC).
Πρόσφατες ενημερώσεις αυτών των μελετών έχουν επίσης αναφέρει τη βελτίωση του OS. Ωστόσο, σε αρκετούς από τους ασθενείς που συμμετείχαν σε αυτές τις μελέτες, και που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν διαγνωστεί με μη μεταστατικό CRPC, έχει ανιχνευτεί μετέπειτα μεταστατικός καρκίνος του προστάτη μέσω νέων και πιο ευαίσθητων μεθόδων απεικόνισης τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET) (μέθοδοι PSMA-PET, choline PET, fluorodeoxyglucose PET και fluciclovine PET). Σε αυτούς τους ασθενείς, η πρακτική εφαρμογή των ευρημάτων των παραπάνω μελετών μπορεί να είναι περίπλοκη. Πράγματι, σε μία πρόσφατη αναδρομική μελέτη που συμπεριέλαβε 200 άνδρες με M0CRPC (ο όρος M0CRPC χρησιμοποιείται για τις περιπτώσεις καρκίνου του προστάτη που η θεραπεία στέρησης ανδρογόνων οδηγεί στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας στη θεραπεία δίχως τον εντοπισμό μεταστάσεων με τις συμβατικές μεθόδους απεικόνισης), οι οποίοι είχαν παρεμφερή κλινικά και απεικονιστικά χαρακτηριστικά με τους ασθενείς των προαναφερόμενων τριών μελετών φάσης ΙΙΙ, και οι οποίοι υποβλήθηκαν σε απεικόνιση με PSMA-PET, δείχθηκε ότι οι ασθενείς παρουσίασαν μετάσταση στη λεκάνη (44%) και/ή σε απομακρυσμένα σημεία (55%) στη μεγαλύτερη πλειοψηφία τους.
Μεταστατικός ανθεκτικός στον ευνουχισμό καρκίνος του προστάτη [1,2]
Το έτος 2004, η δοσεταξέλη έλαβε έγκριση από τον FDA για τη θεραπεία ασθενών με μεταστατικό ανθεκτικό στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη (mCRPC) αφότου η χρήση της σχετίστηκε με ανώτερη συνολική επιβίωση συγκριτικά με τη μιτοξανδρόνη (mitoxantrone) σε δύο κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙΙ. Συγκεκριμένα, στη μελέτη TAX-372, η χρήση της δοσεταξέλης σε ασθενείς με mCRPC που παρουσίασαν εξέλιξη της νόσου υπό θεραπεία στέρησης ανδρογόνων σχετίστηκε με διάμεσο OS 19,2 μηνών έναντι 16,3 μηνών με τη μιτοξανδρόνη (P =0,004). Μεταγενέστερα, το έτος 2010, η κλινική δοκιμή TROPIC έδειξε βελτιωμένο διάμεσο OS με τη καμπαζιταξέλη (25 mg/m2) συγκριτικά με τη μιτοξανδρόνη (15,1 έναντι 12,7 μήνες – HR =0,70, 95% CI 0,59-0,83, P <0,0001) σε ασθενείς που προηγουμένως είχαν λάβει θεραπεία με δοσεταξέλη, γεγονός που οδήγησε στην έγκριση της χρήσης της σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών από τον FDA. Ακόμα πιο πρόσφατα, το έτος 2017, η μελέτη PROSELICA έδειξε ότι η θεραπεία με 20 mg/m2 καμπαζιταξέλης ήταν μη κατώτερη από αυτή των 25 mg/m2 σε ασθενείς που είχαν λάβει θεραπεία με δοσεταξέλη στο παρελθόν, οδηγώντας στην έγκριση της μικρότερης δόσης. Ωστόσο, όπως έδειξε η μελέτη FIRSTANA, καμία δόση της καμπαζιταξέλης δεν ήταν ανώτερη της δοσεταξέλης σε ασθενείς με mCRPC που δεν είχαν λάβει χημειοθεραπεία στο παρελθόν.
Η αμπιρατερόνη είναι ένα άλλο φάρμακο για τη θεραπεία του mCRPC που έλαβε έγκριση βάσει των αποτελεσμάτων των ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών COU-AA-301 και COU-AA-302, οι οποίες επέδειξαν το όφελος επιβίωσης με τη χρήση της αμπιρατερόνης σε ασθενείς που είχαν λάβει στο παρελθόν δοσεταξέλη (διάμεσο OS: 14,8 έναντι 10,9 μήνες, HR =0,65, 95% CI 0,54-0,77) και ασθενείς που δεν είχαν λάβει χημειοθεραπεία στο παρελθόν (διάμεσο OS: 34,7 έναντι 30,3 μήνες, HR =0,81, 95% CI 0,70-0,93), αντίστοιχα. Παρομοίως, η ενζαλουταμίδη έχει εγκριθεί για χρήση σε ασθενείς που έχουν λάβει δοσεταξέλη στο παρελθόν και ασθενείς που είναι πρωτοθεραπευόμενοι με χημειοθεραπεία βάσει των ευρημάτων των ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών AFFIRM (διάμεσο OS: 18,4 έναντι 13,6 μήνες, HR =0,63, 95% CI 0,53-0,75, P <0,001) και PREVAIL (διάμεσο OS: 32,4 έναντι 30,2 μήνες, HR =0,71, 95% CI 0,60-0,84, P <0,001), αντίστοιχα. Οι αναστολείς της πολυμεράσης της πολυ-άδενο διφωσφορικής ριβόζης ολαπαρίμπη και rucaparib αποτελούν δύο φάρμακα της Ιατρικής Ακριβείας (precision medicine) που έχουν λάβει έγκριση για τη θεραπεία του mCRPC σε συγκεκριμένους υποπληθυσμούς ασθενών. Η μελέτη φάσης ΙΙΙ PROFOUND, η οποία συμπεριέλαβε ασθενείς που παρουσίασαν εξέλιξη της νόσου ενώ λάμβαναν θεραπεία με τα νεότερα αντιανδρογόνα ενζαλουταμίδη ή αμπιρατερόνη, επέδειξε την σημαντική επιμήκυνση του rPFS (7,4 έναντι 3,6 μήνες, HR =0,34, 95% CI 0,25-0,47, P <0,001) και τη βελτίωση του OS (19,1 έναντι 14,7 μήνες, HR =0,69, 95% CI 0,50-0,97, P <0.02) με τη χρήση της ολαπαρίμπης συγκριτικά με τη θεραπεία νεότερων αντιανδρογόνων σε ασθενείς που έφεραν μεταλλάξεις σε γονίδια επιδιόρθωσης ομόλογου ανασυνδυασμού (homologous recombination repair, HRR). Κατόπιν της δημοσίευσης αυτών των αποτελεσμάτων, η ολαπαρίμπη έλαβε έγκριση για τη θεραπεία του mCRPC σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει εξέλιξη της νόσου ενόσω υπό θεραπεία με ενζαλουταμίδη ή αμπιρατερόνη και φέρουν μεταλλάξεις σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα γονίδια: BRCA1/2, ATM, BARD1, BRIP1, CDK12, CHEK1/2, FANCL, PALB2, RAD51B/C/D και RAD54L. Αντίστοιχα και ταυτόχρονα με την ολαπαρίμπη, το rucaparib έλαβε έγκριση για χρήση σε ασθενείς που φέρουν μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA και έχουν λάβει στο παρελθόν θεραπεία νεότερων αντιανδρογόνων και μίας ταξάνης. [8,12] Πολύ πρόσφατα εγκρίθηκε από τον FDA η χρήση του lutetium-177 (177Lu)-PSMA-617 σε ασθενείς με mCRPC που έχουν λάβει στο παρελθόν θεραπεία με τουλάχιστον έναν αναστολέα ανδρογόνων και με μία έως δύο ταξάνες.
Η έγκριση βασίστηκε στα αποτελέσματα της κλινικής μελέτης VISIOΝ, η οποία έδειξε ότι η προσθήκη του 177Lu-PSMA-617 στην καθιερωμένη θεραπεία οδήγησε σε σημαντική βελτίωση του OS (15,3 έναντι 11,3 μήνες για την καθιερωμένη θεραπεία μόνο, HR =0.62, 95% CI 0,52-0,74, P <0,001) και του rPFS (8,7 έναντι 3,4 μήνες, HR =0,40, 99,2% CI 0,29-0,57, P <0,001). Παρόλο που η θεραπεία με 177Lu-PSMA-617 σχετίστηκε με μεγαλύτερη συχνότητα ανεπιθύμητων συμβαμάτων συγκριτικά με την καθιερωμένη θεραπεία μόνο (52,7% έναντι 38%, αντίστοιχα), η ποιότητα ζωής των ασθενών δεν επηρεάστηκε αρνητικά. [5,13] Άλλοι παράγοντες που έχουν επιδείξει βελτίωση της συνολικής επιβίωσης σε ασθενείς με mCRPC είναι το ράδιο-223, ένας εκπομπός σωματιδίων άλφα, και o παράγοντας sipuleucel-T, ένα εμβόλιο δενδριτικών κυττάρων προερχόμενων από μονοκύτταρα αίματος του ασθενούς. Στην κλινική δοκιμή φάσης ΙΙΙ ALSYMPCA, ασθενείς με mCRPC που έλαβαν ράδιο-223 παρουσίασαν βελτιωμένο διάμεσο OS σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (14,9 έναντι 11,3 μήνες, HR =0,70, 95% CI 0,58-0,83, P <0,001). Αντίστοιχα, η χρήση του sipuleucel-T σε ελάχιστα συμπτωματικούς ασθενείς σχετίστηκε με βελτιωμένο διάμεσο OS σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (25,8 έναντι 21,7 μήνες, HR =0,78, 95% CI 0,61-0,98, P =0,03). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι προαναφερθείσες μελέτες απέκλεισαν ασθενείς με σπλαχνική νόσο, ως εκ τούτου το ράδιο-223 και το sipuleucel-T δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στον υποπληθυσμό ασθενών που παρουσιάζουν μεταστατική νόσο σε σημεία πέρα από τα οστά και τους λεμφαδένες. Μία άλλη επιλογή για κάποιους ασθενείς με mCRPC είναι η πεμπρολιζουμάμπη (pembrolizumab), ένα εξανθρωπισμένο μονοκλωνικό αντίσωμα, η χρήση της οποίας έχει εγκριθεί για την αντιμετώπιση καρκίνων προχωρημένου σταδίου οι οποίοι χαρακτηρίζονται από υψηλή μικροδορυφορική αστάθεια (microsatellite instability, MSI) ή ανεπάρκεια επιδιόρθωσης αναντιστοιχιών (deficiency in mismatch repair, dMMR) και οι οποίοι έχουν εξαπλωθεί ή υποτροπιάζουν, δεν αποκρίνονται σε άλλες θεραπείες ή δεν μπορούν να αφαιρεθούν χειρουργικά. [14] Δεδομένου ότι λιγότερο από 3% των ασθενών με καρκίνο του προστάτη έχουν όγκους χαρακτηρισμένους ως MSI ή dMMR και περίπου 50% των ασθενών με mCRPC αποκρίνονται στη θεραπεία με πεμπρολιζουμάμπη, η επιλογή της αφορά έναν πολύ μικρό υποπληθυσμό ασθενών με mCRPC.
Κλινικές δοκιμές σε εξέλιξη [2]
Πλήθος κλινικών μελετών διερευνά επί του παρόντος την αποτελεσματικότητα νεότερων φαρμάκων ή συνδυασμών τους στη θεραπεία του μεταστατικού ορμονοευαίσθητου/ανθεκτικού στον ευνουχισμό καρκίνου του προστάτη (mCSPC/mCRPC). Για παράδειγμα, ο παράγοντας capivasertib, ένας νεότερος αναστολέας του μονοπατιού AKT, διερευνάται σε συνδυασμό με την αμπιρατερόνη σε άνδρες με mCSPC που παρουσιάζουν ανεπάρκεια στο ομόλογο φωσφατάσης και τενσίνης (δοκιμή φάσης ΙΙΙ CAPItello-281), ενώ ο παράγοντας niraparib, ένας αναστολέας της πολυμεράσης της πολυ-άδενο διφωσφορικής ριβόζης, διερευνάται σε άνδρες με mCSPC που φέρουν μεταλλάξεις σε γονίδια του HRR (δοκιμή φάσης ΙΙΙ AMPLITUDE) και σε άνδρες με mCRPC που φέρουν μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA (δοκιμή φάσης ΙΙ GALAHAD).
Προκλήσεις και μελλοντική κατεύθυνση της έρευνας [2]
Οι πρόσφατες εξελίξεις του θεραπευτικού πεδίου του προχωρημένου καρκίνου του προστάτη θέτουν νέες προκλήσεις ως προς την επιλογή των θεραπευτικών συνδυασμών και της σειράς χορήγησης των νέων φαρμακευτικών παραγόντων. Παρόλο που οι κλινικές μελέτες δείχνουν σαφές όφελος όταν η θεραπεία στέρησης ανδρογόνων εντατικοποιείται με τη δοσεταξέλη ή τα νεότερα αντιανδρογόνα σε ασθενείς με mCSPC, ο αριθμός των ασθενών που δεν λαμβάνει εντατικοποιημένη θεραπεία επί του παρόντος παραμένει υπερβολικά υψηλός. Μία άλλη πρόκληση εντοπίζεται στην επιλογή και σειρά χορήγησης των φαρμακευτικών παραγόντων στο περιβάλλον του mCRPC κατόπιν εξέλιξης της νόσου υπό ένα εντατικοποιημένο σχήμα θεραπείας στέρησης ανδρογόνων, δεδομένου ότι μήτε τα νεότερα αντιανδρογόνα ούτε οι ταξάνες είχαν εγκριθεί αρχικά για χορήγηση μετά από εντατικοποιημένη θεραπεία στέρησης ανδρογόνων στο περιβάλλον του mCSPC.
Ένα άλλο πρόβλημα εδράζεται στο γεγονός ότι η πρόσβαση σε πρόσφατα εγκεκριμένα αντιανδρογόνα όπως επίσης και σε εξειδικευμένους γενετικούς ελέγχους είναι ελλιπής σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος εξαιτίας τόσο του ακριβού τους κόστους όσο και της πτωχής ασφαλιστικής κάλυψης σε αυτές τις χώρες. Συνεπώς, χρειάζεται να γίνει μία συντονισμένη προσπάθεια μεταξύ των διάφορων εμπλεκόμενων μελών συμπεριλαμβανομένων των γιατρών, των φαρμακευτικών εταιρειών, των κυβερνητικών υπηρεσιών υγείας, των ομάδων υποστήριξης ασθενών και των διεθνών ογκολογικών εταιρειών για να μετριαστούν οι ρυθμιστικοί, οικονομικοί και πολιτιστικοί φραγμοί σχετικά με την πρόσβαση σε αυτές τις θεραπείες που επιμηκύνουν τη ζωή. Οι μελλοντικές κατευθύνσεις στη διαχείριση του μεταστατικού προστάτη περιλαμβάνουν την αναγνώριση νέων μοριακών παραγόντων και την ανάπτυξη νέων συνδυασμών ανοσοθεραπείας. Για παράδειγμα, τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο μελέτης φάσης ΙΙΙ IPATential150 (Πίνακας 2), η οποία αξιολογεί τον συνδυασμό της αμπιρατερόνης με τον παράγοντα ipatasertib (αναστολέας του μονοπατιού AKT), είναι ενθαρρυντικά: οι ασθενείς που φέρουν μία μετάλλαξη απώλειας λειτουργίας στο γονίδιο του ομολόγου φωσφατάσης και τενσίνης παρουσίασαν βελτίωση του rPFS (HR =0,65, 95% CI 0,45-0,95, P =0.0206). Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί ο συνδυασμός της καμποζαντινίμπης, ενός αναστολέα πολλαπλών υποδοχέων της τυροσινικής κινάσης, και της ατεζολιζουμάμπης, ενός αναστολέα σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού συστήματος.
Αυτός ο θεραπευτικός συνδυασμός επέδειξε ποσοστό αντικειμενικής απόκρισης (ORR) της τάξης του 32% και μία διάμεση διάρκεια απόκρισης ίση με 8,3 μήνες σε έναν πληθυσμό ασθενών με mCRPC που είχε ήδη υποβληθεί σε βαριά θεραπεία [μελέτη φάσης Ιβ COSMIC-021 (NCT03170960)]. Επιπρόσθετα, παράγοντες με καινοτόμους μηχανισμούς δράσης ήδη ερευνώνται σε διάφορες υπό εξέλιξη κλινικές μελέτες. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο παράγοντας ARV-110, μία χιμαιρική πρωτεΐνη που προωθεί την ουβικιτίνωση (ubiquitination) και αποδόμηση του υποδοχέα ανδρογόνων.
Συμπερασματικά, ο αξιοσημείωτος ρυθμός ανάπτυξης φαρμάκων και ρυθμιστικών εγκρίσεων έχουν φέρει επανάσταση την τελευταία δεκαετία στο πεδίο της θεραπευτικής αντιμετώπισης του προχωρημένου καρκίνου του προστάτη. Η τρέχουσα εποχή της στοχευμένης θεραπείας, της ανοσοθεραπείας, της θεραποδιαγνωστικής (theranostics) θα συνεχίσει να εξελίσσεται γοργά και περαιτέρω βελτιώσεις στην επιβίωση των ασθενών αναμένονται τα επόμενα χρόνια. Αυτές οι εξελίξεις στη θεραπευτική αντιμετώπιση, ωστόσο, θα συνεχίσουν να θέτουν νέες προκλήσεις στην κλινική ιατρική σχετικά με την επιλογή και σειρά χορήγησης των διάφορων θεραπειών του προχωρημένου καρκίνου του προστάτη και θα απαιτούνται όλο και περισσότερο επιπρόσθετες μελέτες οι οποίες θα επικεντρώνονται στη βελτιστοποίηση των αποτελεσμάτων και στην ελαχιστοποίηση του κόστους και των τοξικοτήτων των νέων φαρμακευτικών θεραπειών.
Γλωσσάρι [1,2]:
Αναλογία κινδύνου: η αναλογία του κινδύνου ενός αποτελέσματος σε μία ομάδα ασθενών προς τον κίνδυνο του ίδιου αποτελέσματος σε μια άλλη ομάδα ασθενών
Aνθεκτικός στον ευνουχισμό καρκίνος του προστάτη: ο καρκίνος του προστάτη που συνεχίζει να εξελίσσεται παρά τη μείωση της τεστοστερόνης σε πολύ χαμηλά επίπεδα
Επιβίωση χωρίς ακτινολογική εξέλιξη της νόσου: το χρονικό διάστημα από την τυχαία ανάθεση θεραπείας μέχρι τον εντοπισμό ακτινολογικής εξέλιξης της νόσου ή θανάτου του ασθενούς
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου: το χρονικό διάστημα κατά ή μετά τη θεραπεία της νόσου κατά το οποίο ο ασθενής παραμένει εν ζωή χωρίς να παρουσιάζει τοπικά εξέλιξη της νόσου σε υψηλότερο στάδιο ή επέκταση της σε απομακρυσμένο σημείο
Θεραπεία (απο)στέρησης ανδρογόνων: η θεραπεία που καταστέλλει ή εμποδίζει την παραγωγή ή δράση των ανδρικών ορμονών
Νέα αντιανδρογόνα: οι δεύτερης γενιάς αναστολείς του άξονα των ανδρογόνων, οι οποίοι μπορούν να καταστείλουν την ανάπτυξη του καρκίνου του προστάτη αφότου αυτός έχει εμφανίσει ανθεκτικότητα στον ευνουχισμό
Oρμονοευαίσθητος καρκίνος του προστάτη: ο καρκίνος του προστάτη που μπορεί να ελεγχθεί μέσω της μείωσης των επιπέδων της τεστοστερόνης στον οργανισμό
Προχωρημένος καρκίνος του προστάτη: ο υποτροπιάζων καρκίνος του προστάτη μετά από χειρουργική θεραπεία και/ή ακτινοθεραπεία και ο μεταστατικός καρκίνος του προστάτη χωρίς προηγούμενη τοπική θεραπεία
Συνολική επιβίωση: το χρονικό διάστημα είτε από τη διάγνωση είτε από την έναρξη θεραπείας κατά το οποίο ο ασθενής παραμένει εν ζωή
Βασικές πηγές:
1. Swami U, McFarland TR, Nussenzveig R, Agarwal N. Advanced Prostate Cancer: Treatment Advances and Future Directions. Trends Cancer. 2020 Aug;6(8):702-715.
2. Sayegh N, Swami U, Agarwal N. Recent Advances in the Management of Metastatic Prostate Cancer. JCO Oncol Pract. 2022 Jan;18(1):45-55.
Συμπληρωματικές πηγές:
3. Sandhu S, Moore CM, Chiong E, Beltran H, Bristow RG, Williams SG. Prostate cancer. Lancet. 2021 Sep 18;398(10305):1075-1090.
4. Greece Cancer Statistics, Globocan 2020, WHO.
5. U.S. Food and Drug Administration (FDA),
March 2022.
6. U.S. Food and Drug Administration (FDA),
August 2022.
7. U.S. Food and Drug Administration (FDA), December 2020.
8. U.S. Food and Drug Administration (FDA),
May 2020.
9. U.S. Food and Drug Administration (FDA),
May 2020.
10. https://www.fda.gov/drugs/resources-information-approved-drugs/fda-approves-olaparib-hrr-gene-mutated-metastatic-castration-resistant-prostate-cancer (ημερομηνία πρόσβασης στον ιστότοπο: Οκτώβριος 2022)
11. Smith MR,et al; ARASENS Trial Investigators. Darolutamide and Survival in Metastatic, Hormone-Sensitive Prostate Cancer. N Engl J Med. 2022 Mar 24;386(12):1132-1142.
12. Abida W, et al; TRITON2 investigators. Rucaparib in Men With Metastatic Castration-Resistant Prostate Cancer Harboring a BRCA1 or BRCA2 Gene Alteration. J Clin Oncol. 2020 Nov 10;38(32):3763-3772.
13. Sartor O, et al; VISION Investigators. Lutetium-177-PSMA-617 for Metastatic Castration-Resistant Prostate Cancer. N Engl J Med. 2021 Sep 16;385(12):1091-1103.
14. European Medicines Agency, Keytruda (pembrolizumab).
Σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνητότητας τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες παγκοσμίως αποτελούν οι λοιμώξεις του αναπνευστικού, ενώ η πανδημία COVID-19 άλλαξε την επιδημιολογία των λοιμώξεων αυτών, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε διεθνές επίπεδο. Για το θέμα αυτό ο Πρόεδρος της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας (ΕΠΕ), Στέλιος Λουκίδης, παραχώρησε συνέντευξη στο Hellenic Medical Review, με τη συνεργασία της Βασιλικής Γεωργακοπούλου, συντονίστριας ομάδας εργασίας λοιμώξεων αναπνευστικού της ΕΠΕ.
Η σοβαρότητα των λοιμώξεων του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος, παρότι αποτελούν κύρια αιτία ασθενειών και θανάτων σε παιδιά και ενήλικες ανά τον κόσμο, συχνά υποτιμάται και οι ασθενείς αρκετές φορές δεν επανελέγχονται με την πάροδο των έντονων συμπτωμάτων. Ποια τα επιδημιολογικά στοιχεία των λοιμώξεων αυτών για τη χώρα μας, συνυπολογιζομένης και της Covid-19 λοίμωξης;
Οι λοιμώξεις κατώτερου αναπνευστικού αποτελούν σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνητότητας τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες παγκοσμίως. Η πανδημία COVID-19 άλλαξε την επιδημιολογία των λοιμώξεων του αναπνευστικού τόσο στην Ελλάδα όσο και σε διεθνές επίπεδο. Σχετικά με τη γρίπη, που προ πανδημίας COVID-19 αποτελούσε ένα από τα κυρίαρχα αίτια λοιμώξεων του αναπνευστικού, σύμφωνα με την Έκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης της Γρίπης από 28/09/2020 έως 08/05/2022 η δραστηριότητα της εποχικής γρίπης στην Ελλάδα παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα και ειδικότερα στο χρονικό διάστημα 04/10/2021 έως 08/05/2022 καταγράφηκαν μόνο 5 σοβαρά κρούσματα εργαστηριακά επιβεβαιωμένης γρίπης με νοσηλεία σε Μ.Ε.Θ, εκ των οποίων 3 απεβίωσαν (1 άρρεν 4 ετών και 2 θήλεα 75 ετών). Μέχρι και τα μέσα Σεπτεμβρίου, ο υπολογιζόμενος αριθμός των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων COVID-19, από την αρχή της πανδημίας, ανέρχεται περίπου σε 4.839.000 σε σύνολο περίπου 92.862.200 εξετασθέντων δειγμάτων. Συνολικά έχουν καταγραφεί στο ίδιο χρονικό διάστημα περίπου 32.900 θάνατοι. Η πορεία της πανδημίας στη χώρα μας είναι πτωτική, καθώς την εβδομάδα 05 Σεπτεμβρίου 2022 – 11 Σεπτεμβρίου 2022 καταγράφηκαν 33.590 κρούσματα, συγκριτικά λιγότερα με την περίοδο 08 Αυγούστου 2022 – 14 Αυγούστου 2022 οπότε και καταγράφηκαν 73.710 κρούσματα.
Γνωρίζαμε στο παρελθόν ότι το κυριότερο-αν και όχι το μόνο- μικρόβιο που προκαλεί πνευμονία είναι ο πνευμονιόκοκκος και έτσι στις ευπαθείς ομάδες χορηγείτο εμβόλιο για τον πνευμονιόκοκκο. Για τις πνευμονίες που μπορεί να προκαλέσει η γρίπη υπάρχει κάθε χρόνο το αντιγριπικό εμβόλιο και πλέον έχουμε και τις πνευμονίες που προκαλεί η Covid-19 λοίμωξη, καθώς, όπως αποκάλυψαν οι μελέτες, πνευμονίες προκύπτουν και κατά τη long-Covid ή μετά-Covid φάση. Πώς θα μπορέσουν οι διάφορες ομάδες πολιτών, αλλά και οι θεράποντες ιατροί, να αντιμετωπίσουν το σύνθετο αυτό περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί αναφορικά με τις λοιμώξεις του πνεύμονα;
Η πνευμονία αποτελεί διαχρονικά σοβαρή νόσο καθώς παρουσιάζεται ετησίως σε περίπου 450 εκατομμύρια ανθρώπους που αντιστοιχεί στο 7% του συνολικού παγκόσμιου πληθυσμού και προκαλεί περίπου 4 εκατομμύρια θανάτους. Την εποχή προ της πανδημίας οι πνευμονίες στους ενήλικες ήταν κυρίως βακτηριακής αιτιολογίας.
Η πνευμονική λοίμωξη από COVID-19 επιπλέκεται από βακτηριακή πνευμονία σε ποσοστό 5,6% σύμφωνα με μια πρόσφατη μετα-ανάλυση. Το φαινόμενο αυτό είναι συχνότερο σε ηλικιωμένους ασθενείς, σε ασθενείς με υποκείμενες χρόνιες παθήσεις, σε ασθενείς με μεγαλύτερη διάρκεια νοσηλείας και με σοβαρότερη λοίμωξη COVID-19.
Ως εκ τούτου συστήνεται ο εμβολιασμός για τα συνήθη παθογόνα της πνευμονίας, ειδικότερα στις πιο ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού, όπως και η αποφυγή παραγόντων κινδύνου για την ανάπτυξη πνευμονίας, όπως είναι το κάπνισμα, η κακή στοματική υγιεινή και η κατάχρηση αλκοόλ. Ο ρόλος των θεραπόντων πνευμονολόγων είναι κρίσιμος στην ενημέρωση για τα μέτρα πρόληψης της πνευμονίας.
Ποια η θεραπευτική αντιμετώπιση των κυριοτέρων λοιμώξεων του πνεύμονα; Υπάρχουν εξελίξεις αναφορικά με θεραπείες;
Οι κυριότερες και σοβαρότερες λοιμώξεις του πνεύμονα είναι συνήθως μικροβιακής αιτιολογίας.
H θεραπεία της πνευμονίας στηρίζεται κυρίως στη χορήγηση αντιβιοτικών.
Η αγωγή θα πρέπει να αρχίσει το συντομότερο δυνατό από τη διάγνωση και είναι πολύ σημαντική είναι η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου και η σωστή δοσολογία. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από το παθογόνο αίτιο. Για τη θεραπείας της γρίπης χορηγούνται αντιικά φάρμακα. Για τη θεραπεία της νόσου COVID-19 χορηγούνται ανοσοτροποποιητικοί και αντιιικοί παράγοντες.
Τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερα αντιβιοτικά λαμβάνουν έγκριση για τη θεραπεία της βακτηριακής πνευμονίας, ενώ είναι σε εξέλιξη έρευνες για νέες αντιικές θεραπείες για τη νόσο COVID-19. Σε σοβαρές πνευμονικές λοιμώξεις είναι απαραίτητη η νοσηλεία των ασθενών και πιθανώς η συμπληρωματική χορήγηση οξυγόνου.
Τι γνωρίζουμε για τις υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του πνεύμονα και ποια η αντιμετώπισή τους;
Οι συχνές λοιμώξεις είναι ένα φαινόμενο συνηθισμένο στα παιδιά και όχι στους ενήλικες. Επίσης, η επαφή με παιδιά, η ατμοσφαιρική ρύπανση, το κάπνισμα, η έλλειψη ύπνου και το στρες προδιαθέτουν σε συχνές λοιμώξεις αναπνευστικού στους ενήλικες.
Ωστόσο, υποτροπιάζουσες λοιμώξεις μπορεί να υποκρύπτουν υποκείμενη πνευμονοπάθεια όπως άσθμα, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, βρογχεκτασίες και καρκίνο πνεύμονα.
Επίσης οι υποτροπιάζουσες λοιμώξεις αναπνευστικού μπορεί να σχετίζονται με ανοσοανεπάρκεια ή ληψη ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων και χημειοθεραπείας. Τέλος, υποτροπιάζουσες λοιμώξεις αναπτύσσονται σε ασθενείς με νευρολογικά νοσήματα και λήψη κατασταλτικών φαρμάκων που μειώνουν το αντανακλαστικό της κατάποσης και οδηγούν σε συχνές εισροφήσεις.
Σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των υποτροπιαζουσών λοιμώξεων, εκτός από την αναζήτηση του υπεύθυνου παθογόνου και τη χορήγηση κατάλληλων αντιβιοτικών είναι η έγκαιρη διάγνωση πιθανού υποκείμενου νοσήματος.
Πρόσφατα υπήρξαν περιστατικά με πνευμονία αγνώστου προελεύσεως, που παρότι αποδόθηκε πιθανά σε legionella, προκάλεσε ανησυχία ακόμα και από τον ΠΟΥ. Υπάρχει κάποιο νεότερο στοιχείο στους επιστημονικούς κύκλους σχετικά με το θέμα;
Το χρoνικό διάστημα 18-22/08/2022, ιδιωτική κλινική στην επαρχία Tucuman της βορειοδυτικής Αργεντινής ανακοίνωσε την εμφάνιση πνευμονίας αγνώστου αιτιολογίας σε εννέα άτομα, μεταξύ των οποίων οκτώ εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας.
Τα συμπτώματα των περιστατικών ήταν πυρετός, μυαλγίες και δύσπνοια. Δύο εργαζόμενοι στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης πέθαναν στις 29 και 31 Αυγούστου. Την 1η Σεπτεμβρίου ανακοινώθηκε ότι ένα τρίτο άτομο πέθανε – μια 70χρονη γυναίκα που βρισκόταν στην ιδιωτική κλινική για χειρουργική επέμβαση.
Οι επαφές των κρουσμάτων ιχνηλατήθηκαν, αλλά κανένας δεν είχε παρουσιάσει παρόμοια συμπτώματα. Ο Παναμερικανικός Οργανισμός Υγείας (PAHO) στις 3 Σεπτεμβρίου ενημερώθηκε από το Υπουργείο Υγείας της Αργεντινής ότι η Legionella pneumoniae επιβεβαιώθηκε ως η αιτία της πνευμονίας που εμφανίστηκε στην ιδιωτική κλινική της Αργεντινής. Μέχρι το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου, συνολικά ταυτοποιήθηκαν 11 περιπτώσεις με συνολικά 4 θανάτους, σε ασθενείς ωστόσο με υποκείμενα νοσήματα. Το Υπουργείο Υγείας της Αργεντινής και οι τοπικές υγειονομικές αρχές προσπαθούν να ταυτοποιήσουν την πηγή της λοίμωξης συλλέγοντας δείγματα από το περιβάλλον της κλινικής και εφαρμόζοντας τα κατάλληλα μέτρα ελέγχου της λοίμωξης.
Ειδική κατηγορία θεωρούνται οι μετεγχειρητικές λοιμώξεις του πνεύμονα, που αποτελούν μία από τις σημαντικότερες αιτίες νοσηρότητας στους θωρακοχειρουργημένους ασθενείς. Πώς αντιμετωπίζονται αυτές οι λοιμώξεις, καθώς απαιτείται ενδεχομένως η σύμπραξη περισσοτέρων ειδικοτήτων;
Ο κύριος παράγοντας κινδύνου για μετεγχειρητικές πνευμονικές λοιμώξεις είναι ο τύπος της χειρουργικής επέμβασης, με τον υψηλότερο κίνδυνο να σχετίζεται με χειρουργική επέμβαση στο θώρακα, την κοιλιά, την κεφαλή και τον αυχένα σε σύγκριση με άλλες επεμβάσεις.
Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι η ηλικία άνω των 50 ετών, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, το κάπνισμα, η υπολευκωματιναιμία και η μη αυτοεξυπηρέτηση. Είναι σημαντικός ο προεγχειρητικός έλεγχος του αναπνευστικού συστήματος από τον πνευμονολόγο για τον καθορισμό ασθενών υψηλού κινδύνου και την πρόληψη αυτών των λοιμώξεων. Είναι επίσης σημαντική για την πρόληψη των λοιμώξεων αυτών η σύμπραξη άλλων ειδικοτήτων, όπως π.χ φυσικοθεραπευτών για την εφαρμογή τεχνικών προφυλακτικής έκπτυξης πνεύμονα, αναισθησιολόγων για την αποφυγή γενικής αναισθησίας όπου αυτό είναι εφικτό αλλά και χειρουργών για την εφαρμογή συγκεκριμένων χειρουργικών τεχνικών, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα ανάπτυξης λοίμωξης.
Ενόψει της λειτουργίας του θεσμού του Προσωπικού Ιατρού, τι θα συμβουλεύατε τον ιατρό της πρωτοβάθμιας όσον αφορά την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση συμπτωμάτων που παραπέμπουν σε λοιμώξεις του πνεύμονα; Ποιες εξετάσεις είναι απαραίτητες και πότε θα πρέπει να παραπέμψει τον ασθενή στον πνευμονολόγο;
Οι ιατροί της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση και να αναγνωρίζουν έγκαιρα τη συμπτωματολογία των λοιμώξεων του αναπνευστικού που βρίσκονται σε έξαρση κυρίως τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η έγκαιρη αναγνώριση ασθενών υψηλού κινδύνου για σοβαρή νόσηση και νοσηλεία.
Ασθενείς με συμπτώματα και σημεία λοίμωξης κατώτερου αναπνευστικού, όπως ασθενείς με ακτινολογική εικόνα πνευμονίας, ή ασθενείς με επιμονή του πυρετού> 3-5 μέρες ή ασθενείς με δύσπνοια, σύγχυση, υπόταση ή ολιγουρία πρέπει να εξετάζονται από ειδικό πνευμονολόγο. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για τις περιπτώσεις λοίμωξης αναπνευστικού σε ηλικιωμένους και ασθενείς με υποκείμενα νοσήματα, αλλά και ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς που μπορεί να νοσούν από ειδικές λοιμώξεις.
Με δεδομένη την διαρκή πλέον έξαρση των λοιμώξεων του πνεύμονα, αποτελεί πρώτιστη ανάγκη η αντιμετώπιση της εργασιακής εξουθένωσης (burn out) των πνευμονολόγων. Σε συνέντευξη τύπου που είχε παραχωρήσει η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία για το θέμα, είχε αναφερθεί και η ανάγκη λήψης σχετικών μέτρων από το υπουργείο Υγείας. Επίσης, είχατε αναφερθεί σε ένα πρόγραμμα που θα υλοποιείτο με τη χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα. Υπάρχουν αποτελέσματα από ένα τέτοιο πρόγραμμα; Εάν όχι, ποιες οι προτάσεις της ΕΠΕ για την αντιμετώπιση του burn out των πνευμονολόγων;
Η ιατρική πρέπει να βρίσκεται πάντα σε εγρήγορση. Είναι λογική και αναμενόμενη η σωματική και ψυχική κόπωση των τελευταίων 3 ετών.
Αυτό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση έλλειψη συγκέντρωσης και προσοχής. Σηματοδοτεί όμως αλλαγές στον εργασιακό τομέα που θα μπορούν να δίνουν ανάσες.
Η αύξηση του ενεργά δυναμικού προσωπικού είναι θα έλεγε κανείς μια πρόκληση που πρέπει να απαντηθεί από τη πολιτεία με βάση κυρίως ότι το προσωπικό αυτό έχει τη δυναμική και τη γνώση να δώσει άλλη πνοή στο σύστημα υγείας.
Συνέντευξη στο Hellenic Medical Review, με τη συνεργασία της Βασιλικής Γεωργακοπούλου, συντονίστριας ομάδας εργασίας λοιμώξεων αναπνευστικού της ΕΠΕ
Για σημαντικές εξελίξεις στον καρκίνο των ωοθηκών και της ουροδόχου κύστεως μίλησε στο Hellenic Medical Review ο Αριστοτέλης Μπάμιας, Καθηγητής Θεραπευτικής – Παθολογίας-Ογκολογίας, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διευθυντής της Β’ Προπαιδευτικής Παθολογικής Κλινικής, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, ΑΤΤΙΚΟΝ Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο.
Στην ομιλία σας στο πρόσφατο 7th Cancer Conference κάνατε λόγο για «καταρράκτη» εξελίξεων στον τομέα των θεραπευτικών επιλογών για την αντιμετώπιση του καρκίνου των ωοθηκών από το 2003 και μετά. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα γι΄αυτές τις εξελίξεις;
Ο «καταρράκτης εξελίξεων» τον οποίο ανέφερα στο Cancer Conference αφορά τόσο συστηματικές θεραπείες όσο και χειρουργικές, που αφορούν τον προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών. Αναφορικά με τις χειρουργικές θεραπείες, υπήρξε μεγάλη βελτίωση με την εισαγωγή της λαπαροσκοπικής τεχνικής, κυρίως όμως με τη δημιουργία εξειδικευμένων κέντρων σε όλο τον κόσμο. Αναφορικά με τα φάρμακα, η «ραχοκοκαλιά» παραμένει η χημειοθεραπεία, όμως πλέον έχουν προστεθεί και νέα φάρμακα που στοχεύουν συγκεκριμένα μοριακά «μονοπάτια».
Ο καρκίνος ωοθηκών πριν μερικά χρόνια θεωρείτο ένας σοβαρός και επικίνδυνος για τη ζωή καρκίνος, όμως σήμερα πλέον θεωρείται χρόνιο νόσημα; Πώς φτάσαμε εδώ; Ποια τα επιδημιολογικά στοιχεία που έχουμε για τη χώρα μας;
Είναι αλήθεια ότι η έκβαση του καρκίνου των ωοθηκών, ειδικά του προχωρημένου, δεν έχει καμιά σχέση με αυτή που αντιμετωπίζαμε όταν ξεκίνησα να εργάζομαι στην ογκολογία. Αφενός η χειρουργική αντιμετώπιση είναι πλέον πιο «επιθετική», με πολύ καλά αποτελέσματα. Σήμερα εφαρμόζεται δεύτερο ή και τρίτο χειρουργείο στον προχωρημένο καρκίνο, με αποτέλεσμα τη σημαντική βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών. Αφετέρου, έχουμε πολύ μεγάλη βελτίωση με τις μοριακές θεραπείες, που σταθεροποιούν και αδρανοποιούν τους όγκους. Πλέον γυναίκες με πολύ προχωρημένη νόσο ξεπερνούν την πενταετία σε επιβίωση και αρκετές και τη δεκαετία, πολλές δε από αυτές με καλή ποιότητα ζωής. Αναφορικά με τα επιδημιολογικά στοιχεία, στη χώρα μας υπάρχει το γνωστό πρόβλημα της μη πλήρους καταγραφής των περιστατικών από τους θεράποντες γιατρούς, με αποτέλεσμα να μην έχουμε πλήρη στοιχεία. Τα στοιχεία για την έκβαση των περιστατικών τα έχουμε κυρίως από νοσοκομειακούς ασθενείς και κατά βάση από ακαδημαϊκά κέντρα. Ωστόσο, από την εποχή που βρισκόμουν στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα» είχαμε δημοσιεύσει σειρές στοιχείων που έδειχναν ξεκάθαρα ότι η πρόγνωση των ασθενών με καρκίνο των ωοθηκών στην Ελλάδα είναι ακριβώς η ίδια με αυτή που υπάρχει στα καλύτερα κέντρα του εξωτερικού, ενώ η φαρμακευτική πρόοδος από το εξωτερικό δεν αργεί να φτάσει στη χώρα μας. Οι γυναίκες ασθενείς στην Ελλάδα δεν στερούνται τις σύγχρονες θεραπείες, με αποτέλεσμα να έχουν βελτιωμένα αποτελέσματα.
Ποιο ρόλο παίζει το γονίδιο BRCA στη βιολογία της νόσου; Ποιες γυναίκες με καρκίνο ωοθηκών θα πρέπει να ελέγχονται για γενετικές μεταβολές του γονιδίου BRCA; Έχει νόημα γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό να ελέγχονται για τον εν λόγω γονίδιο;
Υπάρχουν κριτήρια, σύμφωνα με τα οποία ακόμα και υγιείς γυναίκες που έχουν συγκεκριμένο οικογενειακό ιστορικό, θα πρέπει να ελέγχονται για την ύπαρξη του γονιδίου BRCA. Πρέπει βεβαίως πρώτα να ελέγχεται η ασθενής, και εάν είναι θετική, θα πρέπει να ελέγχεται και το στενό συγγενικό περιβάλλον. Το γονίδιο BRCA έχει διπλή σημασία: Αφενός να βρούμε συγγενείς που δεν πάσχουν, αλλά πρέπει να μπουν σε ένα πρόγραμμα προληπτικού ελέγχου για να μην αναπτύξουν καρκίνο μαστού ή ωοθηκών, για τους οποίους προδιαθέτει το εν λόγω γονίδιο, αφετέρου δε για θεραπευτικούς λόγους.
Η έρευνα έχει δείξει ότι το γονίδιο αυτό είναι απαραίτητο για να επιδιορθώνει το DNA των κυττάρων. Εάν ο όγκος έχει αυτό το γονίδιο, είναι δύσκολο να καταστραφούν τα καρκινικά κύτταρα. Ξέρουμε όμως, ότι σε ένα υψηλό ποσοστό όγκων, που φτάνει και το 50%, τα κύτταρα δεν έχουν αυτό το γονίδιο, επομένως αναγκάζονται να ακολουθήσουν άλλα μοριακά «μονοπάτια» για να επιδιορθώσουν το DNA τους. Σήμερα διαθέτουμε φάρμακα που αναστέλλουν αυτά τα μονοπάτια, με αποτέλεσμα να έχουμε πολύ καλά αποτελέσματα. Συνεπώς, όλες οι γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών, με τον πιο κοινό ιστολογικό τύπο που είναι το ορώδες υψηλής κακοήθειας καρκίνωμα, θα πρέπει να ελέγχονται για το γονίδιο BRCA.
Επισημαίνετε ότι η θεραπεία του καρκίνου των ωοθηκών είναι ένας συνδυασμός χειρουργικής και φαρμακευτικής (συστηματικής) αντιμετώπισης, για αυτό και είναι αναγκαία η ύπαρξη εξειδικευμένων κέντρων με κατάλληλες υποδομές όπου οι χειρούργοι συνεργάζονται με τους ογκολόγους –παθολόγους για την επίτευξη των βέλτιστων θεραπευτικών αποτελεσμάτων. Δώστε μας περισσότερες λεπτομέρειες, καθώς και παραδείγματα αυτής της συνεργασίας.
Τα ογκολογικά συμβούλια των νοσοκομείων είναι θεσμοθετημένα από τον νόμο, όμως δεν εξασφαλίζουν ταυτόχρονα ότι θα υπάρχει το επίπεδο εξειδίκευσης και η διεπιστημονική συνεργασία που απαιτούνται για τη θεραπεία του καρκίνου των ωοθηκών. Κατά συνέπεια, οι ασθενείς θα πρέπει να αναζητούν τα εξειδικευμένα αυτά κέντρα, όπου μπορούν να τους δώσουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Είμαι ευτυχής που εργάστηκα επί 17 χρόνια στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», που αποτελεί το μεγαλύτερο κέντρο αναφοράς για γυναικολογικούς καρκίνους, ένα κέντρο αναγνωρισμένο και από την Ευρωπαϊκή Σχολή Γυναικολογικής Ογκολογίας, που παρέχει εξειδίκευση και σε ιατρούς από άλλες χώρες. Βεβαίως, αυτό δεν είναι το μόνο κέντρο, υπάρχουν και άλλα εξειδικευμένα κέντρα στην Ελλάδα που μπορούν να επιτύχουν το καλύτερο αποτέλεσμα για τις γυναίκες με καρκίνο των ωοθηκών.
Οι Ελληνίδες ασθενείς θα πρέπει να έχουν εμπιστοσύνη στους Έλληνες ογκολόγους και στα ελληνικά κέντρα, γιατί δεν στερούνται των επιστημονικών εξελίξεων που καταγράφονται σε διεθνές επίπεδο και μπορούν να έχουν υψηλό επίπεδο θεραπευτικής αντιμετώπισης.
Καρκίνος ουροδόχου κύστεως
Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως αυξήθηκε κατά 36% την τελευταία 10ετία;
Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως είναι πολύ συχνός στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στις Μεσογειακές χώρες. Η Ελλάδα είναι η χώρα με την υψηλότερη συχνότητα σε όλο τον κόσμο, όσον αφορά τους άνδρες.
Οι λόγοι δεν είναι επαρκώς καθορισμένοι, ωστόσο ο σημαντικότερος λόγος θεωρείται το κάπνισμα. Όμως παράλληλα, ο καρκίνος αυτός, στα ¾ των περιπτώσεων που παρουσιάζεται κατά τη διάγνωση, δεν είναι θανατηφόρος. Είναι επιφανειακός και αντιμετωπίζεται με τοπικές θεραπείες και καλή παρακολούθηση.
Συνεπώς η αύξηση των περιστατικών καρκίνου της ουροδόχου κύστεως στη χώρα μας είναι κάτι που θα πρέπει να μας προβληματίσει, όμως στη συντριπτική πλειοψηφία, δεν αποτελεί κίνδυνο για τη ζωή των ασθενών.
Πώς μπορεί να διαγνωστεί εγκαίρως ο καρκίνος αυτός και ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου;
Σας ευχαριστώ πολύ για την ερώτηση, διότι η ομάδα που έχω την τιμή να είμαι πρόεδρός της, η Ελληνική Ερευνητική Ομάδα Ουρογεννητικού Καρκίνου (ΕΕΟΟΓΕΚ), σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ουρολογίας, έχει δώσει πολύ μεγάλη σημασία στην ευαισθητοποίηση του κοινού.
Το βασικό σύμπτωμα του καρκίνου του ουροθηλίου είναι η αιματουρία. Πριν μερικές εβδομάδες ήμασταν στο Σύνταγμα ενημερώνοντας το κοινό, ενώ σύντομα θα τρέξει και ένα ενημερωτικό σποτ στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Οι άνδρες πολλές φορές συνδέουν την αιματουρία με προβλήματα στον προστάτη, ενώ οι γυναίκες με ουρολοίμωξη, όμως την τελική λέξη πρέπει να την έχει ο ουρολόγος. Στην πρώτη παρουσία αίματος στα ούρα πρέπει να επισκεφθούμε ουρολόγο, γιατί σε περίπτωση καρκίνου της ουροδόχου κύστεως η έγκαιρη διάγνωση παίζει κομβικό ρόλο. Όσο για τους παράγοντες κινδύνου, το κάπνισμα παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο, ενώ άλλοι παράγοντες αφορούν την έκθεση σε ορισμένες βιομηχανικές χημικές ουσίες, χρωστικές κ.ά. που όμως δεν αφορούν τόσο τη χώρα μας.
Ποιες οι διαφορές στην αντιμετώπιση του ουρογεννητικού καρκίνου μεταξύ ανδρών και γυναικών ασθενών;
Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως είναι πιο συχνός στους άνδρες. Επίσης, διαφέρει η χειρουργική αντιμετώπιση: εάν πρέπει να αφαιρεθεί η κύστη, πρόκειται για διαφορετική επέμβαση, καθώς εάν υπάρχει διήθηση, στον άνδρα αφαιρείται ο προστάτης, ενώ στη γυναίκαι αφαιρείται η μήτρα.
Ποιος ο ρόλος της ανοσοθεραπείας στην αντιμετώπιση του ουροθηλιακού καρκίνου;
Η ανοσοθεραπεία έφερε πραγματική κοσμογονία στη θεραπευτική αντιμετώπιση του ουροθηλιακού καρκίνου. Είναι μια θεραπεία η οποία προς το παρόν χρησιμοποιείται στη μεταστατική νόσο, όμως μελετάται και ήδη έχει μπει και σε προηγούμενα στάδια.
Ήδη η ενδοκυστική ανοσοθεραπεία εφαρμόζεται από το 1976, όταν έγινε η πρώτη χρησιμοποίηση του BCG (εξασθενημένα μυκοβακτηρίδια φυματίωσης) στην αντιμετώπιση του καρκίνου της ουροδόχου κύστεως. Σήμερα έχουμε πολύ καλύτερα φάρμακα, πολλά από τα οποία χρησιμοποιούνται και σε άλλους καρκίνους, φάρμακα τα οποία είναι διαθέσιμα και στην Ελλάδα.
Ποια η πρόγνωση, αλλά και η θεραπευτική αντιμετώπιση του υποτροπιάζοντος καρκίνου ουροδόχου κύστεως;
Μέχρι τη εμφάνιση της ανοσοθεραπείας, οι γιατροί δεν είχαν στα χέρια τους πολλές θεραπευτικές λύσεις για τον υποτροπιάζοντα καρκίνο ουροθηλίου. Η χημειοθεραπεία είναι πάρα πολύ καλή θεραπεία και το 20%-25% των ασθενών με προχωρημένη νόσο ιώνται με αυτή. Σήμερα, με την παρουσία της χημειοθεραπείας, τα πράγματα γίνονται ακόμα καλύτερα. Ωστόσο, θα πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια ώστε να μην υποτροπιάσει η νόσος, με σωστότερη θεραπεία, συνδυασμό χειρουργείου και φαρμακευτικών θεραπειών και φυσικά διεπιστημονική προσέγγιση. Θα ήθελα καταλήγοντας να προσθέσω ότι στη χώρα μας τρέχουν πολλές και αξιόλογες κλινικές μελέτες και καλό θα είναι τόσο οι συνάδελφοι ιατροί όσο και οι συγγενείς των ασθενών να έχουν υπόψιν τους τη μεγάλη ωφέλεια που θα έχουν οι ασθενείς από τη συμμετοχή σε αυτές, έχοντας την ευκαιρία να λάβουν τα νέα καινοτόμα φάρμακα, πριν κυκλοφορήσουν στη χώρα μας. Οι ρυθμιστικές αρχές, τα νοσοκομεία και η Πολιτεία σήμερα έχουν αγκαλιάσει αυτή την υπόθεση, αναγνωρίζοντας το μεγάλο όφελος που έχουν οι ασθενείς, αλλά και το όφελος για το σύστημα υγείας της χώρας, με την εισροή χρημάτων για τη διεξαγωγή αυτών των κλινικών μελετών.
Η Θεραπευτική Κλινική της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ έκανε αισθητή την παρουσία της στο Ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Αιματολογικής Εταιρείας, αποδεικνύοντας γι άλλη μία φορά ότι βρίσκεται στις πρώτες γραμμές πρωτοπορίας σε ότι αφορά την αντιμετώπιση του Πολλαπλούν Μυελώματος και της Συστηματικής Αμυλοείδωσης.
Το Αμερικανικό Συνέδριο Αιματολογίας που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ από τις 9 έως τις 12 Δεκεμβρίου 2022, είναι η μεγαλύτερη παγκόσμια συνάντηση που αφορά την αιματολογία, και πραγματοποιείται μία φορά κάθε χρόνο.
Στο συνέδριο αυτό υπήρχε έντονη ελληνική παρουσία με πολλές προφορικές και αναρτημένες ανακοινώσεις από την Ελλάδα.
Η παρουσία της Θεραπευτικής Κλινικής του ΕΚΠΑ
Στο πεδίο των πλασματοκυτταρικών δυσκρασιών η ομάδα της Θεραπευτικής Kλινικής του ΕΚΠΑ στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα, υπό τον Πρύτανη Θάνο Δημόπουλο, παρουσίασε τρεις προφορικές ανακοινώσεις που αφορούσαν την προγνωστική αξία των κυκλοφορούντων πλασματοκυττάρων σε ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα (από τον Καθηγητή Ευάγγελο Τέρπο) και με πρωτοπαθή συστηματική (AL) αμυλοείδωση (από τον Καθηγητή Ευστάθιο Καστρίτη) καθώς και μελέτη για τη θεραπεία των ασθενών με υψηλού κινδύνου (με προσβολή της καρδιάς) ασθενών με AL αμυλοείδωση (από τον Καθηγητή Ευστάθιο Καστρίτη).
Επιπλέον, η ομάδα είχε περισσότερες από 20 αναρτημένες ανακοινώσεις (posters) που αφορούσαν τη βιολογία και τη θεραπεία των πλασματοκυτταρικών νεοπλασμάτων, καθώς και την ανταπόκριση των ασθενών με μυέλωμα και μακροσφαιριναιμία Waldenstrom στον εμβολιασμό έναντι του SARS-CoV-2, ιδιαίτερα όσον αφορά τις νέες μεταλλάξεις omicron 4/5.
Η αξιολόγηση των κυκλοφορούντων μυελωματικών κυττάρων γίνεται σε συνεργασία με τη Μονάδα Κυτταρομετρίας Ροής του Τμήματος Βιολογίας (Καθηγήτρια Ουρανία Τσιτσιλώνη και Δρ. Ιωάννης Κωστόπουλος) και αποτελεί πρωτοποριακή εξέταση καθώς φαίνεται ότι τα προσεχή χρόνια θα αντικαταστήσει τη βιοψία μυελού των οστών στην παρακολούθηση του πολλαπλού μυελώματος.
Οι εξελίξεις στον τομέα της θεραπείας του πολλαπλού μυελώματος, που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο, ήταν σημαντικές. Αφορούσαν κυρίως τα αποτελέσματα της χρήσης νέων ανοσοθεραπειών στην αποτελεσματικότερη θεραπεία της νόσου, ακόμα και σε ασθενείς που είχαν λάβει πολλαπλές γραμμές θεραπείας και είχαν αντοχή στις διαθέσιμες θεραπείες.
Οι περισσότερες ανακοινώσεις αναφέρονταν στα νεότερα αμφι-ειδικά μονοκλωνικά αντισώματα (BiTEs), τα οποία αφενός μεν συνδέονται πάνω σε αντιγονικούς στόχους που υπάρχουν στα κακοήθη πλασματοκύτταρα και από την άλλη συνδέονται πάνω στα Τ λεμφοκύτταρα, επάγοντας την καταστροφή των καρκινικών κυττάρων από το ανοσοποιητικό σύστημα.
Μελέτες και νέες θεραπείες στην Θεραπευτική Κλινική του ΕΚΠΑ
Τα αποτελέσματα των μελετών που παρουσιάστηκαν ήταν εξαιρετικά ενθαρρυντικά με πολύ υψηλά ποσοστά ανταπόκρισης, με επίτευξη ύφεσης της νόσου που σε πολλές περιπτώσεις ήταν διατηρήσιμες για αρκετά μακρό χρονικό διάστημα. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα παρακάτω φάρμακα: teclistamab, talquetamab, elranatamab, cevostamab κ.αλ. Τα αμφι-ειδικά αντισώματα έχουν ιδιαίτερες τοξικότητες που απαιτούν χορήγηση σε έμπειρα κέντρα, κυρίως στις πρώτες χορηγήσεις αλλά και ειδική παρακολούθηση. Μια άλλη προσέγγιση αφορούσε την σύνδεση μορίων ιντερφερόνης με μονοκλωνικό αντίσωμα (modakafusp alfa) ώστε με αυτό το τρόπο η ιντεφρερόνη να κατευθύνεται μόνο στο μικροπεριβάλλον του κακοήθους κυττάρου και στο ίδιο το κακόηθες πλασματοκύτταρο και να είναι αποτελεσματική, χωρίς σημαντική συστηματική τοξικότητα.
Με βάση τα παραπάνω θετικά αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι αυτές οι νέες θεραπείες είναι διαθέσιμες σε επίπεδο κλινικών μελετών για τους Έλληνες ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα.
Οι παραπάνω νέες ανοσοθεραπείες είναι διαθέσιμες για την θεραπεία της νόσου και σε Ελληνικά κέντρα, όπως στην Θεραπευτική Κλινική του ΕΚΠΑ (στο Νοσοκομείο Αλεξάνδρα), σε μία σειρά πολλών κλινικών μελετών οι οποίες καλύπτουν τη θεραπεία του μυελώματος από την αρχική φάση μέχρι και την αντιμετώπιση της πολυανθεκτικής νόσου.
Συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου θα πραγματοποιηθεί αύριο στο Μέγαρο Μαξίμου με παρουσία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Στην συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου που θα πραγματοποιηθεί αύριο Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου, στις 11:00 με παρουσία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου, θα γίνει παρουσίαση μεταξύ άλλων από τον Υπουργό Υγείας Θάνο Πλεύρη και την αναπληρώτρια Υπουργό Υγείας Μίνα Γκάγκα σχετικά με το νομοσχέδιο για τη δωρεά και μεταμόσχευση οργάνων, ιστών και κυττάρων.
Επίσης θα γίνει παρουσίαση και από τον Υπουργό Υγεία Θάνο Πλεύρη και την Υφυπουργό Ζωή Ράπτη του Εθνικού Σχεδίου Δράσης σχετικά με την Ψυχική Υγεία.
Στο σχέδιο νόμου για την ανακουφιστική φροντίδα κατατίθεται τροπολογία με την οποία «κλείνει» το θέμα της νοσοκομειακής δαπάνης των ηπαρινών για το 2021.
Νομοθετική ρύθμιση με την οποία θα καλυφθεί η νοσοκομειακή δαπάνη των ηπαρινών για το 2021 και συγκεκριμένα την υπέρβαση της, προωθεί ο Υπουργός Υγείας, Θ. Πλεύρης. Σύμφωνα με πληροφορίες του News4Health, η τροπολογία θα κατατεθεί το αργότερο αύριο στο νομοσχέδιο για την παρηγορητική φροντίδα.
Θυμίζουμε ότι ανάλογη ρύθμιση είχε γίνει για τη δαπάνη των ηπαρινών στον ΕΟΠΥΥ το 2021, εξαιρώντας τες από το clawback, αναγνωρίζοντας τα προβλήματα που προέκυψαν από τις διεθνείς ελλείψεις πρώτων υλών για την παραγωγή τους και τις αυξημένες ανάγκες της χώρας, για την κάλυψη των ασθενών.
Ωστόσο, δημιουργήθηκαν δύο σημαντικά κενά.
Το πρώτο, που αφορούσε στην παράλειψη της αγοράς των νοσοκομείων για το 2021, που αντιστοιχεί σε περίπου 13 εκατ. ευρώ, 6 εκατ. ευρώ από αυτά αντιστοιχούν στο clawback, έρχεται να λύσει με την τροπολογία που θα καταθέσει αυριο το Υπ. Υγείας, όπως είχε γράψει το News4Health.
Παράλληλα, στον αέρα παρέμενε και η δαπάνη των ηπαρινών, τόσο σε ΕΟΠΥΥ όσο και ΕΣΥ, για το 2022. Για τις δαπάνες ΕΟΠΥΥ και νοσοκομείων για το τρέχον έτος, λοιπόν, λύση θα δοθεί με Υπουργική Απόφαση, η οποία είναι στη διαδικασία σύνταξης, για τη δημιουργία σχετικών κλειστών προϋπολογισμών. Μένει να διευκρινιστεί τι θα γίνει με τη δαπάνη για το 2023.
Δεν είναι όμως η τροπολογία για τις ηπαρίνες, η μόνη που αναμένεται να κατατεθεί από το Υπ. υγείας. Η Γενική Γραμματέας Δημόσιας Υγείας επιμελείται νομοθετική ρύθμιση με την οποία θα εκκινήσει το πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου για τα καρδιαγγειακά νοσήματα, για πολίτες ηλικίςε 30 έως 70 ετών, στο πλαίσιο της δράσης “Δοξιάδης”. Η τροπολογία αναμένεται να κατατεθεί σήμερα ή αύριο και αναμένεται να προβλέπει αμοιβή για γιατρούς, ακόμη και για εκείνους του δημοσίου.
Ακόμη, μεταξύ άλλων, θα έρθει η διάταξη για την ενίσχυση του προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ για τα διαγνωστικά, με επιπλέον 15 εκατ. ευρώ, όπως ανακοίνωσε ο Υπ.Υγείας, ενώ αναμένεται να ρυθμιστούν και θέματα συστεγάσεων, μετά από σχετικά αιτήματα ιατρικών συλλόγων.
Οι ετερόλογες μεταμοσχεύσεις – δηλαδή μεταμόσχευση ζωικού οργάνου σε άνθρωπο – αποτελούν μια νέα πρόκληση για την Ιατρική και την κοινωνία, σύμφωνα με την Ισμήνη Κριάρη, Ομότιμη Καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου
Στις 7 Ιανουαρίου του 2022 ο 57χρονος David Bennett έγινε ο πρώτος άνθρωπος που έλαβε μόσχευμα καρδιάς από γενετικά τροποποιημένο χοίρο. Απεβίωσε δύο μήνες μετά την επέμβαση. Παρά την τραγική κατάληξη του ιατρικού εγχειρήματος, η περίπτωση του David ανοίγει τον δρόμο για την περαιτέρω διερεύνηση και βελτιστοποίηση της ετερόλογης μεταμόσχευσης (ξενομεταμόσχευσης).
Σύμφωνα με τον ορισμό του Οργανισμού Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) ως ετερόλογη μεταμόσχευση ορίζεται «οποιαδήποτε διαδικασία περιλαμβάνει τη μεταμόσχευση, εμφύτευση ή έγχυση σε άνθρωπο: ζώντων κυττάρων, ιστών ή οργάνων από μη ανθρώπινη ζωική πηγή και ανθρωπίνων σωματικών υγρών, κυττάρων, ιστών και οργάνων που είχαν ex vivo επαφή με ζώντα μη ανθρώπινα ζωικά κύτταρα, ιστούς ή όργανα».
Εν ολίγοις η διαδικασία περιλαμβάνει τη μεταμόσχευση, εμφύτευση ή έγχυση κυττάρων, ιστών ή οργάνων μεταξύ διαφόρων ειδών και χρησιμοποιείται μόνο για ασθενείς τελικού σταδίου καρδιακής, αναπνευστικής ή ηπατικής ανεπάρκειας, όταν η μόνη πιθανότητα επιβίωσης του ασθενή είναι η μεταμόσχευση.
Παγκοσμίως η ζήτηση για μοσχεύματα είναι μεγαλύτερη από την προσφορά, με αποτέλεσμα η λίστα αναμονής να είναι μακρά και πολλές φορές οι υποψήφιοι λήπτες να χάνουν τη ζωή τους περιμένοντας το πολυπόθητο «δώρο». Ενδεικτικά στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ) 1.350 ασθενείς βρίσκονται σε λίστα αναμονής για ένα ή περισσότερα όργανα. Πανευρωπαϊκά στη λίστα αναμονής για ένα ή περισσότερα συμπαγή όργανα είναι εγγεγραμμένοι περισσότεροι από 150.000 ασθενείς, ενώ κάθε ώρα 6 νέοι ασθενείς προστίθενται κατά μέσο όρο στις εθνικές λίστες αναμονής στην Ευρώπη. Η αναμονή εκτός από μακρά, μπορεί να είναι και μοιραία: 18 άνθρωποι στην Ευρώπη πεθαίνουν καθημερινά αναμένοντας να λάβουν ένα όργανο. Συνολικά, περίπου 6.500 άνθρωποι τον χρόνο.
Η ιδέα της ξενομεταμόσχευσης δεν είναι νέα. Το 1667 ο Γάλλος γιατρός Jean-Baptiste Denys έκανε παρακέντηση σε φλέβες οικόσιτων ζώων προκειμένου να μεταγγίσει αίμα σε ανθρώπους. Η τεχνική του απαγορεύθηκε μετά τον θάνατο δύο ασθενών του. Τον 19ο αιώνα πολλές φορές έγιναν μεταμοσχεύσεις δέρματος από ζώα (περιλαμβανομένων κουνελιών, σκυλιών και περιστεριών) σε ανθρώπους, με τους μελετητές ωστόσο να θεωρούν ότι κανένα από τα μοσχεύματα δεν ενσωματώθηκε πλήρως και απλώς προσέφεραν πρόσκαιρη βοήθεια στην επούλωση τραυμάτων. Μεταξύ 1963 και 1964 ο καθηγητής Keith Reemtsman πραγματοποίησε 13 μεταμοσχεύσεις νεφρών από χιμπατζή σε άνθρωπο αλλά κανείς εκ των ασθενών δεν επιβίωσε. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Δρ. David Cooper, άρχισε να υποστηρίζει ότι οι χοίροι ήταν οι καλύτεροι δότες για μεταμόσχευση καρδιάς, κυρίως με βάση το μέγεθος του οργάνου. Την επόμενη δεκαετία, ο Δρ. Cooper και οι συνεργάτες τους εντόπισαν ένα από τα κύρια συστατικά των κυττάρων των χοίρων που ενεργοποιούν ανοσολογική απόκριση στον άνθρωπο, ανοίγοντας την πόρτα για την δημιουργία των πρώτων γενετικά τροποποιημένων χοίρων.
Ξενομεταμοσχεύσεις: Μια νέα πρόκληση
Είναι όμως οι ξενομεταμοσχεύσεις η λύση στην παγκόσμια έλλειψη μοσχευμάτων; Δημοσκόπηση που έγινε στις ΗΠΑ σε δείγμα 6.715 επαγγελματιών υγείας μόνο το 10% απάντησε ότι δεν θα συνέστηνε την ετερόλογη μεταμόσχευση σε ασθενείς τους, αλλά οι μισοί εξ αυτών θεωρούν την ξενομεταμόσχευση ως πολλά υποσχόμενη λύση. Επί του συνόλου του δείγματος, το 85% την θεωρεί ως βιώσιμη θεραπευτική λύση, αλλά το 45% θα την επέλεγε για ασθενή του μόνο αν ήταν η ύστατη λύση για την επιβίωση του πάσχοντος.
Οι ξένομεταμοσχεύσεις λοιπόν αποτελούν μια νέα πρόκληση για την Ιατρική επιστήμη και την κοινωνία, όπως επεσήμανε η κυρία Ισμήνη Κριάρη, Ομότιμη καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου, τέως πρύτανις κατά τη διάρκεια του 2ου διεθνούς συνεδρίου Eco-Ευ Ζην – «Οικογένεια και Περιβάλλον: Πυλώνες κοινωνικού πολιτισμού. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην οικογένεια» (15-16 Δεκεμβρίου 2022, Κωνσταντινούπολη/Χάλκη), που συνδιοργάνωσαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ), σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρεία Αναπαραγωγικής Ιατρικής (ΕΕΑΙ).
«Η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με έλλειψη οργάνων προς μεταμόσχευση. Η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία στην Ευρώπη στη δωρεά οργάνων, εν αντιθέσει με την Ισπανία που κατέχει πανευρωπαϊκή πρωτιά. Ενδεχομένως τα μοσχεύματα από ζώα να ήταν μια ενδιαφέρουσα λύση στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα μας και να μείωνε την αναμονή για τους υποψήφιους λήπτες», σύμφωνα με την κυρία Κριάρη.
Ωστόσο συμπλήρωσε πως η βιολογική συμβατότητα μεταξύ ανθρώπων και ζώων είναι μια περίπλοκη διαδικασία.
Στην Ιατρική ήδη χρησιμοποιούνται ζωικά μέρη για διάφορους θεραπευτικούς λόγους, όπως η αντικατάσταση των καρδιακών βαλβίδων του ανθρώπου με καρδιακές βαλβίδες από χοίρους. Τα θεραπευτικά αυτά προϊόντα όμως έχουν υποστεί ειδική εργαστηριακή διαδικασία και δεν θεωρούνται ζώντας ιστός. Έτσι διακρίνονται από τα ζώντα όργανα που χρησιμοποιούνται στις ξενομεταμοσχεύσεις. Οι ετερόλογες μεταμοσχεύσεις οργάνων, όπως προαναφέρθηκε, μπορεί να αφορούν την καρδιά, τους πνεύμονες, το ήπαρ, τους νεφρούς ή το πάγκρεας. Οι ξενομεταμοσχεύσεις μπορεί να αφορούν και ιστούς, όπως μοσχεύματα για την επούλωση εγκαυμάτων, τον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού για την εξασθενημένη όραση ή οστικά μοσχεύματα. Οι επιστήμονες επίσης εξετάζουν αν η κυτταρική ετερόλογη μεταμόσχευση μπορεί να προσφέρει θεραπευτικές λύσεις σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, νόσο Αλτσχάιμερ ή νόσο του Πάρκινσον.
«Χρειάζεται τεράστια επιστημονική προσπάθεια ώστε τα μοσχεύματα από ζώα να μην απορριφθούν από τον ανθρώπινο οργανισμό. Το ανοσοποιητικό μας σύστημα αναγνωρίζει ένα ξένο όργανο και ενεργώντας σωστά το απορρίπτει αμέσως μόλις αυτό μεταμοσχευθεί. Χρειάζεται λοιπόν γονιδιακή τροποποίηση ώστε το ζωικό όργανο να αποκτήσει ανθρώπινα γονίδια και να μην αναγνωρίζεται ως ξένο από το οργανισμό του λήπτη», τόνισε η ομότιμη καθηγήτρια του Παντείου.
Στην περίπτωση των γενετικά τροποποιημένων χοίρων, όπως συνέβη στην περίπτωση του 57χρονου David Bennett, για να παραχθεί το καρδιακό μόσχευμα εγχύθηκε μικρή ποσότητα ανθρώπινου γενετικού υλικού στο αναπτυσσόμενο έμβρυο χοίρου ώστε να μην αναγνωριστεί η καρδιά αργότερα ως ξένη και με τη βοήθεια ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων να περιοριστεί η πιθανότητα απόρριψής της.
«Τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχει αυστηρό νομικό πλαίσιο για την Βιοϊατρική, με έμφαση στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου για ίση πρόσβαση στα επιστημονικά επιτεύγματα, την προστασία της υγείας και τη συναίνεση για την οποιαδήποτε ιατρική πράξη αφορά στο σώμα του, μεταξύ άλλων. Παράλληλα είναι κατοχυρωμένη η ελευθερία της επιστημονικής έρευνας χωρίς ωστόσο να προσβάλλονται τα δικαιώματα ανθρώπων και ζώων. Οι προσπάθειες που αφορούν στη βελτιστοποίηση των ξενομεταμοσχεύσεων λοιπόν πρέπει να γίνονται με προσοχή και καλό ζύγισμα των θετικών και αρνητικών για τον άνθρωπο και το περιβάλλον», υπενθύμισε η κυρία Ισμήνη Κριάρη.
Οι ετερόλογες μεταμοσχεύσεις μπορούν να αποβούν σωτήριες για ασθενείς που χρειάζονται μόσχευμα αλλά αυτό δεν είναι διαθέσιμο από το ανθρώπινο γένος. Επίσης, τα ζωικά είδη που είναι βιολογικά κοντά στον άνθρωπο μπορούν αν γίνουν μια ανεξάντλητη πηγή κυττάρων, ιστών και οργάνων, ενώ μπορούν να γίνουν η βάση για νέες θεραπευτικές λύσεις για πλήθος ασθενειών.
Όμως, ενέχουν και κινδύνους, όπως η απόρριψη του μοσχεύματος, ενώ η χορήγηση υψηλών δόσεων ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων μπορεί να εκθέτει περισσότερο τον λήπτη σε λοιμώδη νοσήματα ή νεοπλασίες. Ακόμα υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης των ληπτών τόσο με αναγνωρισμένους όσο και με μη αναγνωρισμένους μολυσματικούς παράγοντες και η πιθανή επακόλουθη μετάδοση στην κοινότητα, αλλά και η μόλυνση μεταξύ ειδών από ρετροϊούς, οι οποίοι μπορεί να είναι λανθάνοντες και να οδηγήσουν σε ασθένεια χρόνια μετά τη μόλυνση. Το χειρότερο σενάριο θα ήταν μια νέα μεγάλη επιδημία, όπως η πρόσφατη του κορωνοϊού που σάρωσε τον πλανήτη.
Ηθικά ζητήματα
Η ετερόλογη μεταμόσχευση έχει εγείρει και μια σειρά ηθικών και κοινωνικών ζητημάτων όπως, τι είναι ηθικά καλό για τον λήπτη και ηθικά καλό για την κοινωνία. Είναι σαφές ότι η ξενομεταμόσχευση θα μπορούσε να είναι η μόνη επιλογή για έναν ασθενή όταν δεν υπάρχουν συμβατοί δότες. Οπότε η ζωή του ασθενή υπερτερεί των κινδύνων διασποράς ρετροϊών που μπορεί να μεταδοθούν από τους χοίρους στους ανθρώπους και να πυροδοτήσουν μια νέα πανδημία.
Τίθεται επίσης το θέμα της καλής διαβίωσης των ζώων. Το ηθικό ζήτημα που απασχολεί την πλειοψηφία της κοινωνίας δεν είναι η θανάτωση των ζώων, αν και θα είναι για κάποιους. Μάλλον, αυτό που προβληματίζει την κοινωνία γενικά είναι η κατάσταση του τρόπου διαβίωσης των ζώων και οι αφύσικες συνθήκες υπό τις οποίες πολλές φορές εκτρέφονται. Για παράδειγμα, οι χοίροι που εκτρέφονται για μεταμόσχευση οργάνων διατηρούνται όπως τα πειραματόζωα, υπό περιορισμένες, στείρες συνθήκες που ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο πολλαπλασιασμού παθογόνων και διατηρούν τα ζώα αρκετά υγιή ώστε να αποτελούν μια ασφαλή πηγή για μεταμόσχευση.
Τέλος, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε εκείνους που είναι αντίθετοι στο βιολογικό «ανακάτεμα» ανθρώπων και ζώων υποστηρίζοντας ότι είναι είναι «ενάντια στη φύση» ή αντιβαίνει στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.
Οι φαρμακευτικές εταιρείες, οι κλινικές, τα διαγνωστικά αλλά και επιστήμονες υγείες, μέσω των υποχρεωτικών επιστροφών rebate και clawback θα αποδώσουν στον οργανισμό εκατομμύρια ευρώ που αρχικά εκτιμώνται στα 748
Στα 748 εκατομμύρια ευρώ διαμορφώνονται τα κεφάλαια που θα αποδώσουν στον ΕΟΠΥΥ μέσα στην επόμενη χρονιά οι φαρμακευτικές εταιρείες, οι κλινικές, τα διαγνωστικά αλλά και επιστήμονες υγείες, μέσω των υποχρεωτικών επιστροφών rebate και clawback. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε κάτι λίγο πάνω από το 10% των προβλεπόμενων εσόδων του οργανισμού για το 2023 και φυσικά μέχρι το τέλος της χρονιά θα έχει πολλαπλασιαστεί!
Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι σαν αρχική εκτίμηση για τις επιβαρύνσεις των εταιρειών, το ποσό αυτό είναι μειωμένο σε σχέση με πέρυσι όταν οι αντίστοιχες αρχικές εκτιμήσεις ήταν της τάξης των 861,8 εκατ. ευρώ. Αυτό συνέβη διότι υπήρξε σχετική ενίσχυση κάποιων λογαριασμών εσόδων από τον οργανισμό, όπως πχ για το φάρμακο.
Όμως και πάλι στις επικείμενες τροποποιήσεις του προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ μέσα στη χρονιά, αυτό θα αλλάξει και ο τελικός λογαριασμός για rebate και clawback θα ναι παραπάνω. Αξίζει να αναφέρουμε ότι το 2022 τελικά θα κλείσει με επιβαρύνσεις της τάξης των 2,1 δισ. ευρώ, ποσό που απέχει δραματικά από τα 861 εκατ. ευρώ.
Ποιοι είναι οι βασικοί χρηματοδότες
Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ, διαπιστώνεται ότι τα περισσότερα κεφαλαία στην κατηγορία rebate και clawback θα καταβάλουν οι παρακάτω:
Αυτές βέβαια είναι ιδιαίτερα συντηρητικές εκτιμήσεις, καθώς και πέρυσι όπως είπαμε, στον αρχικό προϋπολογισμό, οι εν λόγω λογαριασμοί για το 2022 προέβλεπαν επίσης ποσά σε αυτά τα επίπεδα, αλλά τελικά ξέφυγαν δραματικά. Αρκεί να αναφέρουμε ότι για το φάρμακο το τελικό clawback εκτιμάται πλέον στα 1.246 εκατ. ευρώ έναντι αρχικής εκτίμησης για 378 εκατ. ευρώ, ενώ και το rebate φαρμάκου τελικά κλείνει στα 322 εκατ. ευρώ έναντι αρχικής εκτίμησης για 70,4 εκατ. ευρώ.
Συνολικά και πάλι φέτος οι επιστροφές θα είναι υψηλές, ίσως λόγω της μετατροπής του clawback σε…εκπτώσεις από την Επιτροπή Διαπραγμάτευσης, να έχουμε χαμηλότερη φαινομενικά επιβάρυνση των φαρμακευτικών. Όμως ακόμη δεν είναι γνωστό τι θα γίνει με τις υπόλοιπες κατηγορίες.
Έσοδα – Έξοδα
Να αναφέρουμε ότι τα έσοδα του ΕΟΠΥΥ για το 2023 ανέρχονται στα 7,29 δισεκατομμύρια ευρώ (από 6,82 δισ. ευρώ πέρυσι) εκτιμώνται, με την Κυβέρνηση να γνωρίζει εξ αρχής ότι δεν θα είναι ικανά να καλύψουν τις ανάγκες περίθαλψης των ασφαλισμένων.
Την ίδια στιγμή τα έξοδα για το 2023 εκτιμώνται στα 6,92 δισ. ευρώ, όμως και εδώ η εκτίμηση είναι αρκετά συντηρητική καθώς και πέρυσι αυτά είχαν προϋπολογιστεί στα 6,66 δισ. ευρώ αλλά τελικά διαμορφώθηκαν στα 8,7 δισ. ευρώ. Για να μην προκύψει φυσικά χρηματοδοτικό κενό, ο οργανισμός πέρα από οποιαδήποτε επιπλέον ενίσχυση λαμβάνει, χρησιμοποιεί τη διαδικασία των clawback και rebate φαρμάκων, των κλινικών και των διαγνωστικών κέντρων.
Από τα στοιχεία του προϋπολογισμού διαπιστώνονται και οι αλλαγές που έχουν συμβεί σχετικά με την κατανομή των κονδυλίων για τη φαρμακευτική δαπάνη. Ειδικότερα προβλέπεται ποσό 1,26 δισ. ευρώ για τα ιδιωτικά φαρμακεία και 865 εκατ. ευρώ για τα φάρμακα που διακινούνται μέσω των φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ αλλά και την ειδική κατηγορία φαρμάκων 1Α που χορηγούνται από τις ιδιωτικές κλινικές.
Συνολικά φτάνουμε δηλαδή στα 2,125 δισ. ευρώ για το 2023, από 2,088 δισ. ευρώ φέτος. Η αύξηση αυτή όπως αναφερόταν και στον Κρατικό Προϋπολογισμό αποδίδεται στη διασύνδεση της ενίσχυση της φαρμακευτικής δαπάνης με την πορεία του ΑΕΠ.
Όμως και πάλι δεν αρκεί αν σκεφτεί κανείς ότι για φέτος η συνολική δαπάνη για το φάρμακο προσεγγίζει τα 3,5 δισ. ευρώ.
Για τις ιδιωτικές κλινικές προβλέπονται επίσης δαπάνες 270 εκατ. ευρώ από αρχικό φετινό προϋπολογισμό για 237 εκατ. ευρώ, που τελικά φέτος διαμορφώνεται στα 301 εκατ. ευρώ, άρα και εδώ υπάρχει κενό που θα καλυφθεί με clawback.
Άλλες ερευνητικές ομάδες και έργα στο Πανεπιστήμιο Charité, καθώς και εκείνα στα οποία συμμετέχει η κοινοπραξία των συγγραφέων, δεν επηρεάζονται. Ο καθηγητής Drexler και η ομάδα του λυπούνται βαθύτατα για το περιστατικό και είναι ευγνώμονες στους διεθνείς συναδέλφους τους για την επισήμανση των πιθανών προβλημάτων μετά τη δημοσίευση του άρθρου.
Πανεπιστήμιο Βερολίνου: Το Universitätsmedizin Berlin ανέφερε νέα ευρήματα σχετικά με την προέλευση της παραλλαγής Omicron του SARS-CoV-2. Η ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Jan Felix Drexler ανακάλεσε τώρα το άρθρο, το οποίο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science. Με βάση τα νέα ευρήματα, ορισμένες από τις δηλώσεις που έγιναν στη μελέτη δεν μπορούν πλέον να αποδειχθούν πέραν πάσης αμφιβολίας. Με την απόσυρση του άρθρου, οι ερευνητές τηρούν την ορθή επιστημονική πρακτική, στην οποία το Πανεπιστήμιο Charité και η διεθνής ομάδα συγγραφέων έχουν δεσμευτεί πλήρως. Το άρθρο με τίτλο “Σταδιακή εμφάνιση ακολουθούμενη από εκθετική εξάπλωση της παραλλαγής Omicron του SARS-CoV-2 στην Αφρική” διαπίστωσε ότι η παραλλαγή Omicron του SARS-CoV-2 εμφανίστηκε στη δυτική Αφρική λίγους μήνες πριν από την τελική ανακάλυψή της στη Νότια Αφρική.
Λίγο μετά τη δημοσίευση του άρθρου, άλλοι επιστήμονες αμφισβήτησαν την αληθοφάνεια των αλληλουχιών του γονιδιώματος που αναλύθηκαν στη μελέτη. Σε μεταγενέστερη ανάλυση υπολειπόμενων δειγμάτων, διαπιστώθηκε ότι ήταν μολυσμένα. Δεν είναι πλέον δυνατό να προσδιοριστεί η πηγή της μόλυνσης. Ένα από τα μηνύματα του άρθρου – ότι ιοί με υπογραφές αλληλουχιών Omicron υπήρχαν σε ολόκληρη την ήπειρο πριν ανιχνευθεί επίσημα το στέλεχος Omicron στη Νότια Αφρική- βασίζεται σε συλλογικά δεδομένα από αναλύσεις PCR που έγιναν ανεξάρτητα από εργαστήρια σε διάφορες αφρικανικές χώρες. Ωστόσο, η οριστική ανακατασκευή της εξέλιξης του ιού, ένα άλλο από τα βασικά μηνύματα του άρθρου, είναι πιθανό να επηρεαστεί από τη μόλυνση της αλληλουχίας που δεν ανιχνεύθηκε πριν από την ανάλυση.
Η επιμόλυνση καθιστά επίσης αδύνατη την εκ των υστέρων διόρθωση των αναλύσεων σε εύθετο χρόνο, διότι αυτό θα απαιτούσε πρόσθετες αναλύσεις χιλιάδων δειγμάτων ασθενών από την Αφρική, τα οποία ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμα σε επαρκή ποσότητα και ποιότητα. Ως εκ τούτου, σε συμφωνία με όλους τους συγγραφείς, ολόκληρο το άρθρο αποσύρεται. Η ερευνητική ομάδα που διεξήγαγε το έργο διενεργεί επί του παρόντος αξιολόγηση και επανεξέταση των αναλύσεων. Άλλες ερευνητικές ομάδες και έργα στο Πανεπιστήμιο Charité, καθώς και εκείνα στα οποία συμμετέχει η κοινοπραξία των συγγραφέων, δεν επηρεάζονται. Ο καθηγητής Drexler και η ομάδα του λυπούνται βαθύτατα για το περιστατικό και είναι ευγνώμονες στους διεθνείς συναδέλφους τους για την επισήμανση των πιθανών προβλημάτων μετά τη δημοσίευση του άρθρου.