Πλαστικά, χημικά και αντηλιακά φίλτρα «φέρνουν» πρόωρα την εφηβεία στα κορίτσια – Νέα μελέτη

Έρευνα σε 310 κορίτσια στην Ισπανία δείχνει ότι υψηλότερα επίπεδα BPA και βενζοφαινονών λειτουργούν ως ενδοκρινικοί διαταράκτες και σχετίζονται με την έλευση πρόωρης εφηβείας

 

Νέα μελέτη του Πανεπιστημίου της Γρανάδας φέρνει ξανά στο προσκήνιο την ανησυχία για τις χημικές ουσίες που υπάρχουν σε προϊόντα καθημερινής χρήσης και τη πιθανή επίδρασή τους στην ανάπτυξη των παιδιών.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο European Journal of Pediatrics, διαπίστωσε ότι τα κορίτσια με υψηλότερα επίπεδα δισφαινόλης Α, γνωστής ως BPA, και βενζοφαινονών είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να μπουν πρόωρα στην εφηβεία ή να παρουσιάσουν διόγκωση των μαστών. 

Η BPA χρησιμοποιείται σε πλαστικά, ρητίνες και υλικά συσκευασίας, ενώ οι βενζοφαινόνες ως φίλτρα υπεριώδους ακτινοβολίας σε αντηλιακά, καλλυντικά και προϊόντα προσωπικής φροντίδας.

Τι έδειξε η ανάλυση

Οι ερευνητές ιχνηλάτησαν φαινολικές ενώσεις και διάφορα μέταλλα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι για κάθε διπλασιασμό των επιπέδων BPA στα ούρα, ο κίνδυνος εμφάνισης οποιουδήποτε στοιχείου πρόωρης εφηβείας αυξανόταν κατά 44%.

Για την πρώιμη ήβη ειδικότερα, έφτανε το 69%, ενώ για την πρόωρη ανάπτυξη του μαστού το 29%. Στην περίπτωση των βενζοφαινονών, τα υψηλότερα επίπεδα συνδέθηκαν με περίπου τριπλάσιο κίνδυνο πρόωρης εφηβείας.

Όταν οι επιστήμονες εξέτασαν το συνολικό μείγμα φαινολών και μετάλλων, η πιθανότητα αυξανόταν κατά 20%, με την BPA να φαίνεται ότι είχε τη μεγαλύτερη συμβολή σε αυτή τη συσχέτιση.

Καθημερινές ουσίες με ορμονική δράση

Οι παραπάνω ουσίες ανήκουν στην κατηγορία των ενδοκρινικών διαταρακτών. Πρόκειται για χημικά που μπορούν να παρεμβαίνουν στη φυσιολογική λειτουργία του ορμονικού συστήματος.

Η BPA και οι βενζοφαινόνες μπορούν να μιμούνται, σε κάποιον βαθμό, τη δράση των οιστρογόνων. Αυτή η δραστηριότητα θεωρείται ένας πιθανός μηχανισμός μέσω του οποίου θα μπορούσαν να επιταχύνουν τη σεξουαλική ανάπτυξη στα κορίτσια.

Ταυτόχρονα, οι συγγραφείς σημειώνουν ότι, παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση απαγόρευσε τον Ιανουάριο του 2025 τη χρήση της BPA σε υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, οι πηγές έκθεσης παραμένουν πολλές και δεν είναι ακόμη σαφές αν τα τρέχοντα επίπεδα θεωρούνται ασφαλή για τα παιδιά.

Σε κάθε περίπτωση, η παρούσα μελέτη δεν υποστηρίζει ότι κάθε προϊόν που περιέχει τέτοιες ουσίες «οδηγεί» σε πρόωρη εφηβεία. Υπενθυμίζει, όμως, ότι η καθημερινή επαφή με τέτοια χημικά δεν είναι αμελητέα, ιδιαίτερα όταν αφορά παιδιά που βρίσκονται σε κρίσιμα στάδια της ανάπτυξης.

 

 

Πηγη:https://www.ygeiamou.gr/

Παρακεταμόλη στην εγκυμοσύνη: Τι έδειξε μελέτη σε 120.000 αδέρφια για την ασφάλειά της

Οι ερευνητές εξέτασαν αν η λήψη παρακεταμόλης στην εγκυμοσύνη επηρεάζει τον κίνδυνο αυτισμού ή ΔΕΠΥ στα παιδιά – Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο JAMA Pediatrics

 

Η παρακεταμόλη παραμένει το ασφαλέστερο αναλγητικό και αντιπυρετικό για λήψη κατά την εγκυμοσύνη, σύμφωνα με νέα μεγάλη μελέτη που έρχεται να βάλει τέλος στις ανησυχίες των τελευταίων ετών, σχετικά με πιθανή σύνδεσή της με τον αυτισμό και τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ).

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο  JAMA Pediatrics, αξιοποίησε μία από τις πιο αξιόπιστες μεθοδολογικές προσεγγίσεις για τη διερεύνηση του ζητήματος, συγκρίνοντας αδέλφια που είχαν διαφορετική έκθεση στην παρακεταμόλη κατά την ενδομήτρια ζωή. Με αυτόν τον τρόπο οι ερευνητές κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά την επίδραση γενετικών και οικογενειακών παραγόντων που θα μπορούσαν να αλλοιώσουν τα αποτελέσματα.

Στη μελέτη συμμετείχαν περισσότερα από 120.000 αδέλφια από το Χονγκ Κονγκ, τα οποία παρακολουθήθηκαν για αρκετά χρόνια μετά τη γέννησή τους. Η ανάλυση δεν έδειξε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αυτισμού ή ΔΕΠΥ στα παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν λάβει παρακεταμόλη κατά την εγκυμοσύνη, ακόμη και όταν εξετάστηκαν η δόση του φαρμάκου ή το τρίμηνο της κύησης κατά το οποίο έγινε η λήψη.

Γιατί οι προηγούμενες μελέτες είχαν προκαλέσει ανησυχία

Ένας σημαντικός λόγος είναι ότι οι γυναίκες που λαμβάνουν παρακεταμόλη κατά την κύηση εμφανίζουν συχνά πυρετό, λοιμώξεις ή χρόνιο πόνο, καταστάσεις που από μόνες τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ανάπτυξη του εμβρύου. Έτσι, ήταν δύσκολο να διαχωριστεί εάν η αυξημένη πιθανότητα οφειλόταν στο φάρμακο ή στην υποκείμενη κατάσταση της μητέρας.

Η σύγκριση μεταξύ αδελφών θεωρείται ιδιαίτερα ισχυρή μεθοδολογική προσέγγιση, καθώς περιορίζει σημαντικά την επίδραση κοινών γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Τι σημαίνουν τα νέα ευρήματα

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα ενισχύουν τη συνολική επιστημονική εικόνα σύμφωνα με την οποία η παρακεταμόλη δεν αποτελεί αιτία αυτισμού ή ΔΕΠΥ όταν χρησιμοποιείται κατά την εγκυμοσύνη.

Παράλληλα, υπενθυμίζουν ότι ο ανεξέλεγκτος πυρετός ή ο έντονος πόνος στην εγκυμοσύνη μπορεί να εγκυμονούν κινδύνους τόσο για τη μητέρα όσο και για το έμβρυο. Για τον λόγο αυτό, οι διεθνείς επιστημονικές εταιρείες εξακολουθούν να συνιστούν την παρακεταμόλη ως θεραπεία πρώτης επιλογής όταν υπάρχει ιατρική ανάγκη, πάντοτε στη μικρότερη αποτελεσματική δόση και για το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα.
Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

«Η παχυσαρκία είναι νόσος, με τη διακοπή της θεραπείας επανεμφανίζεται» – Ο παθολόγος εξηγεί

Όσο διαρκεί η θεραπεία, η νόσος παραμένει υπό έλεγχο, ενώ με τη διακοπή της επανεμφανίζεται, λέει ο παθολόγος με εξειδίκευση στον σακχαρώδη διαβήτη και ταμίας της Πανελλήνιας Εταιρείας Μελέτης της Παχυσαρκίας, Ευάγγελος Φουστέρης

Μέσα σε 1-2 χρόνια μπορεί κάποιος να ανακτήσει το 100% του βάρους που έχασε, ανεξάρτητα από το αν η απώλεια βάρους επιτεύχθηκε με δίαιτα, φαρμακευτική αγωγή ή συνδυασμό παρεμβάσεων, σύμφωνα με μελέτη που βασίστηκε σε δεδομένα της καθημερινής κλινικής πρακτικής και δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Βritish Mecical Journal, δηλώνει στο Πρακτορείο FM ο παθολόγος με εξειδίκευση στον σακχαρώδη διαβήτη και ταμίας της Πανελλήνιας Εταιρείας Μελέτης της Παχυσαρκίας, Ευάγγελος Φουστέρης. Η θεραπεία της παχυσαρκίας θα πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως η θεραπεία της υπέρτασης, του σακχαρώδη διαβήτη ή της υπερχοληστερολαιμίας. Όσο διαρκεί η θεραπεία, η νόσος παραμένει υπό έλεγχο, ενώ με τη διακοπή της επανεμφανίζεται, λέει χαρακτηριστικά, για να τονίσει στη συνέχεια ότι η παχυσαρκία είναι μία χρόνια νόσος και ως εκ τούτου ο ασθενής θα πρέπει να παίρνει την αγωγή σε όλη του τη ζωή.

Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας βελτιώνει υπνική άπνοια, οστεοαρθρίτιδα, διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος

Ο εξειδικευμένος στο διαβήτη παθολόγος επικαλείται τη μελέτη SURMOUNT-Maintain που ανακοινώθηκε πρόσφατα στο πανευρωπαϊκό συνέδριο παχυσαρκίας στην Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με την οποία, οι ασθενείς που με την πάροδο του χρόνου απλά μείωναν τη δόση του φαρμάκου, πχ από το 15 μιλιγκράμ στα 5, έπαιρναν έξι κιλά. «Οι ασθενείς που συνέχισαν να λαμβάνουν την πλήρη δόση στα 15 μιλιγκράμ για περίπου τρία-τέσσερα χρόνια που διήρκεσε η μελέτη, διατήρησαν την απώλεια περίπου του 23% του σωματικού τους βάρους. Αντίθετα, όσοι διέκοψαν πλήρως τη θεραπεία και έλαβαν placebo επανέκτησαν σχεδόν ολόκληρο το βάρος που είχαν χάσει». Άρα, μιλάμε για μια χρόνια ρύθμιση για καλή καρδιομεταβολική υγεία, αναφέρει ο κ. Φουστέρης, τονίζοντας ότι το μεγαλύτερο όφελος των φαρμάκων δεν περιορίζεται στη μείωση του αριθμού που δείχνει η ζυγαριά. «Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας βελτιώνει συνολικά την καρδιομεταβολική υγεία, μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης προδιαβήτη, σακχαρώδους διαβήτη, εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου, ενώ συμβάλλει και στη βελτίωση άλλων σοβαρών επιπλοκών, όπως η λιπώδης νόσος του ήπατος, η αποφρακτική υπνική άπνοια, η οστεοαρθρίτιδα και οι διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος».

Σε ποιες περιπτώσεις δικαιολογείται διακοπή της αγωγής

Στο ερώτημα πότε δικαιολογείται διακοπή της αγωγής, ο κ. Φουστέρης απαντά ότι αυτό γίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, «όταν κάποιος εμφανίσει σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια, για παράδειγμα παγκρεατίτιδα, ή όταν υπάρξει υπερβολική απώλεια βάρους με δείκτη μάζας σώματος κάτω από τα φυσιολογικά όρια, οπότε μπορεί να χρειαστεί μείωση ή διακοπή της θεραπείας, υπό στενή ιατρική παρακολούθηση».

Σχετικά με την ανησυχία που έχει προκαλέσει σε χιλιάδες ασθενείς που ήδη λαμβάνουν θεραπεία, ή περίμεναν να ενταχθούν σε αυτή, το ενδεχόμενο διακοπής του προγράμματος χρηματοδότησης των φαρμάκων παχυσαρκίας (κι ενώ η Πολιτεία αναζητεί λύση μέσω έκτακτης ευρωπαϊκής χρηματοδότησης), ο κ. Φουστέρης επισημαίνει ότι σήμερα δεν υπάρχουν ισοδύναμες φαρμακευτικές επιλογές που να μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως τις σύγχρονες θεραπείες που χορηγήθηκαν μέσω του προγράμματος.

Οι ασθενείς να συνεχίσουν τη θεραπεία, έστω και με χαμηλότερη δόση

Όπως αναφέρει, η Ελλάδα υπήρξε από τις πρώτες χώρες στην Ευρώπη που κάλυψαν, έστω και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, τη φαρμακευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, μιας χρόνιας νόσου που, όταν παραμένει αθεράπευτη, αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρών μεταβολικών και καρδιαγγειακών επιπλοκών. «Η διακοπή της θεραπείας χωρίς ιατρική καθοδήγηση αποτελεί μια δυσάρεστη εξέλιξη, καθώς πολλοί ασθενείς αναγκάζονται να εγκαταλείψουν μια αγωγή που τους έχει ωφελήσει», τονίζει. Παράλληλα, συνιστά σε όσους έχουν τη δυνατότητα, να συνεχίσουν, έστω και προσωρινά τη θεραπεία με δική τους οικονομική επιβάρυνση, ακόμη και με χαμηλότερη δόση συντήρησης, προκειμένου να περιοριστεί η επανάκτηση του βάρους, μέχρι την επανέναρξη του προγράμματος αποζημίωσης, «το οποίο, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, αναμένεται να ξανατρέξει από τον Σεπτέμβριο».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

7 είδη πόνου που οδηγούν τους ασθενείς στα 57 Ιατρεία Πόνου του ΕΣΥ

Η κυρία Ιωάννα Σιαφάκα, Ομότιμη Καθηγήτρια Αναισθησιολογίας και Θεραπείας Πόνου και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Θεραπείας Πόνου και Παρηγορικής Φροντίδας μιλά στο ygeiamou.gr για τον χρόνιο πόνο που υποτιμάται συχνά ως πρόβλημα υγείας παρότι έχει σημαντικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής των ασθενών

Ο χρόνιος πόνος δεν είναι απλώς ένα σύμπτωμα, αλλά μια σύνθετη και συχνά υποτιμημένη πάθηση που επηρεάζει βαθιά την ποιότητα ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων – στις ΗΠΑ και την Ευρώπη περίπου το 30% του πληθυσμού (1 στους 3) βιώνει χρόνιο πόνο. Μετατρέπεται σε καθημερινό εμπόδιο, περιορίζει τη λειτουργικότητα και επηρεάζει την ψυχική υγεία, ενώ συχνά παραμένει αόρατος και μη αναγνωρισμένος από το περιβάλλον.

«Ο πόνος που επιμένει για τρεις μήνες ή περισσότερο χαρακτηρίζεται χρόνιος και, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και άλλους διεθνείς φορείς, αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητο νόσημα» λέει στο ygeiamou.gr η κυρία Ιωάννα Σιαφάκα, Ομότιμη Καθηγήτρια Αναισθησιολογίας και Θεραπείας Πόνου και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Θεραπείας Πόνου και Παρηγορικής Φροντίδας (ΠΑΡΗΣΥΑ), και εξηγεί ποια είναι τα κύρια είδη του χρόνιου πόνου για τα οποία αναζητούν βοήθεια οι ασθενείς στα 57 Ιατρεία Πόνου του ΕΣΥ :
  • Χρόνιος Νευροπαθητικός Πόνος, που προκύπτει από τραύματα ή νοσήματα του κεντρικού ή περιφερικού νευρικού συστήματος
  • Καρκινικός πόνος
  • Μεθερπητική νευραλγία (μετά από έρπητα ζωστήρα)
  • Νευραλγία τριδύμου
  • Πόνος μετά από αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (ακόμη και σε παράλυτα μέλη)
  • Χρόνιος μετεγχειρητικός πόνος (π.χ. μετά από επέμβαση βουβωνοκήλης)
  • Πόνος από οσφυαλγία, ισχιαλγία, κεφαλαλγίες, ριζίτιδες, μυοσκελετικά προβλήματα.

Παρότι η έγκαιρη παρέμβαση στην οξεία φάση είναι κρίσιμη για να μειωθούν οι πιθανότητες χρονιότητας στον πόνο, φαίνεται ότι στην Ελλάδα αυτή η «μάχη» χάνεται για τους ασθενείς και το σύστημα υγείας.

«Στην Ελλάδα όχι μόνο δεν υπάρχει εθνικό μητρώο (registry) για τον πόνο στην Ελλάδα – υπάρχει μόνο ένα μητρώο για τον νευροπαθητικό πόνο που κατήρτισε η Ελληνική Εταιρεία Θεραπείας Πόνου και Παρηγορικής Φροντίδας. Δεν υπάρχει θεσμοθετημένη λειτουργία των Ιατρείων Πόνου – αυτά λειτουργούν σε εθελοντική βάση» υπογραμμίζει η κυρία Σιαφάκα.

Θα μπορούσε η διεπιστημονική συνεργασία να δράσει προληπτικά στα περιστατικά, πχ στα χειρουργικά, ώστε να μην αναπτυχθεί χρόνιος πόνος;

Πόσο απέχει η Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε ό,τι αφορά τις Δομές Παρηγορικής Φροντίδας και τα Ιατρεία Πόνου;

Τι μπορούν να κάνουν οι ασθενείς;

Δείτε τις απαντήσεις στο vidcast που ακολουθεί

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Επιστήμονες αποκαθιστούν τη μνήμη μπλοκάροντας μία πρωτεΐνη του Αλτσχάιμερ

Επιστήμονες έχουν εντοπίσει μια πρωτεΐνη που μπλοκάρει την κανονική λειτουργία των νευρώνων και προκαλεί συσσώρευση τοξικών πρωτεϊνικών συσσωματωμάτων, γνωστών ως αμυλοειδή

Επιστήμονες εργάζονται εντατικά για να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν την ασθένεια του Αλτσχάιμερ, η οποία αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές νευροεκφυλιστικές διαταραχές παγκοσμίως. Πρόσφατες έρευνες έχουν επικεντρωθεί στην προσπάθεια να αποκαταστήσουν τις διαταραχές στη μνήμη που προκαλεί η συγκεκριμένη νόσος, εστιάζοντας σε διατάξεις μορίων και πρωτεϊνών που εμπλέκονται στην παθολογία της.

Μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις αφορά τον ρόλο μιας συγκεκριμένης πρωτεΐνης, η οποία θεωρείται ότι συμβάλλει στην ανάπτυξη και εξέλιξη της ασθένειας. Συγκεκριμένα, επιστήμονες έχουν εντοπίσει μια πρωτεΐνη που μπλοκάρει την κανονική λειτουργία των νευρώνων και προκαλεί συσσώρευση τοξικών πρωτεϊνικών συσσωματωμάτων, γνωστών ως αμυλοειδή. Αυτά τα αμυλοειδή είναι υπεύθυνα για την καταστροφή των νευρικών κυττάρων και την εκδήλωση των γνωστικών διαταραχών.

Μετά από πειράματα σε εργαστηριακά μοντέλα, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η παρεμπόδιση αυτής της πρωτεΐνης μπορεί να αποτρέψει ή ακόμη και να αναστρέψει τη συσσώρευση των αμυλοειδών. Χρησιμοποιώντας φάρμακα ή γενετικές παρεμβάσεις, κατάφεραν να μπλοκάρουν τη δραστηριότητα της πρωτεΐνης και έτσι να διατηρήσουν τη μνήμη και τις γνωστικές λειτουργίες σε ποντίκια που παρουσίαζαν συμπτώματα Αλτσχάιμερ.

Αυτή η πρωτοποριακή προσέγγιση ανοίγει νέους δρόμους για την ανάπτυξη θεραπειών που στοχεύουν στη διαχείριση της ασθένειας από το αρχικό στάδιο. Αν και χρειάζεται περαιτέρω έρευνα και κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το στοχευμένο μπλοκάρισμα της συγκεκριμένης πρωτεΐνης μπορεί να αποτελέσει κλειδί στην αντιμετώπιση της νόσου.

Επιπλέον, η κατανόηση των μηχανισμών που διαχειρίζεται η πρωτεΐνη αυτή σε επίπεδο κυττάρων και μορίων ενισχύει τις γνώσεις μας σχετικά με τη νευροπροστατευτική λειτουργία του εγκεφάλου. Οι ερευνητές ελπίζουν ότι η ανάπτυξη φαρμάκων που θα στοχεύουν σε αυτή την πρωτεΐνη θα οδηγήσει σε αποτελεσματικές θεραπείες, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής των ασθενών και καθυστερώντας την εξέλιξη της νόσου.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Η τεχνητή νοημοσύνη ανακάλυψε άγνωστους αμυντικούς μηχανισμούς στα βακτήρια

Οι ερευνητές ανέλυσαν γονιδιωματικά δεδομένα από πληθώρα βακτηριακών στελεχών και εντόπισαν μοτίβα και λειτουργίες που προηγουμένως ήταν άγνωστα ή υποτιμημένα.

Η ανακάλυψη ότι η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) εντόπισε άγνωστους αμυντικούς μηχανισμούς στα βακτήρια αποτελεί ένα σημαντικό επίτευγμα στη βιολογία και την ιατρική έρευνα. Τα βακτήρια, παρόλο που είναι μικροσκοπικά μικρόβια, διαθέτουν πολύπλοκα συστήματα άμυνας που τους επιτρέπουν να επιβιώνουν σε αντίξοες συνθήκες και να αντεπεξέρχονται σε επιθέσεις από φονικούς παράγοντες, όπως τα αντιβιοτικά και τα ανοσοποιητικά συστήματα των ξενιστών.

Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, ειδικά των προηγμένων αλγορίθμων μηχανικής μάθησης και βαθιάς μάθησης, έχει επιτρέψει την ανάλυση τεράστιων όγκων δεδομένων γενετικών και πρωτεϊνικών αλληλουχιών. Μέσω αυτής της διαδικασίας, οι ερευνητές ανέλυσαν γονιδιωματικά δεδομένα από πληθώρα βακτηριακών στελεχών και εντόπισαν μοτίβα και λειτουργίες που προηγουμένως ήταν άγνωστα ή υποτιμημένα.

Μέσα από αυτήν την ανάλυση, ανακαλύφθηκαν νέοι μηχανισμοί άμυνας, όπως πρωτεΐνες και συστήματα διαμεσολάβησης που λειτουργούν ως φράγματα ή επιτίθενται σε εισβολείς. Παραδείγματα είναι συστήματα τύπου CRISPR-Cas, τα οποία έχουν ήδη γίνει γνωστά, αλλά και πιο περίπλοκα συστήματα αποσύνθεσης και απομόνωσης DNA ή πρωτεϊνών, καθώς και μηχανισμοί που επιτρέπουν στα βακτήρια να αναγνωρίζουν και να καταστρέφουν ξένα γονιδιώματα ή πρωτεΐνες.

Αυτές οι ανακαλύψεις έχουν μεγάλη σημασία, διότι μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία νέων αντιμικροβιακών στρατηγικών και στη βελτίωση των φαρμάκων κατά των ανθεκτικών στα αντιβιοτικά βακτηρίων. Επιπλέον, η κατανόηση αυτών των μηχανισμών συμβάλλει στην ανάπτυξη πιο στοχευμένων και αποτελεσματικών θεραπειών, καθώς και στη δημιουργία βιοτεχνολογικών εφαρμογών που εκμεταλλεύονται τις φυσικές άμυνες των βακτηρίων.

Συνολικά, η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στην εξερεύνηση των βακτηριακών μηχανισμών άμυνας αποτελεί μια επανάσταση στην κατανόηση της μικροβιακής βιολογίας και ανοίγει τον δρόμο για καινοτόμες λύσεις στην υγεία και τη φαρμακευτική. Αυτές οι εξελίξεις όχι μόνο προάγουν την επιστημονική γνώση, αλλά και έχουν πρακτικές εφαρμογές στην καταπολέμηση των λοιμώξεων και την αντιμετώπιση της ανθεκτικότητας στα φάρμακα.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Σακχαρώδης Διαβήτης: Μια «σιωπηλή επιδημία» Ελλάδα με 1,3 εκατομμύρια ασθενείς το 2025

Η ραγδαία εξάπλωση του σακχαρώδη διαβήτη στη χώρα μας λαμβάνει πλέον διαστάσεις σιωπηλής επιδημίας, καθώς τα νεότερα δεδομένα αποκαλύπτουν μια ιδιαίτερα ανησυχητική πραγματικότητα.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δίνει στη δημοσιότητα η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων – Σωματείων Ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη (ΠΟΣΣΑΣΔΙΑ), αξιοποιώντας τα δευτερογενή δεδομένα υγείας (ΗΔΙΚΑΕΛΣΤΑΤ), ο αριθμός των ασθενών έχει εκτοξευτεί, καταγράφοντας σταθερή ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια.

Την ίδια στιγμή, αυξάνονται ραγδαία και οι θάνατοι που σχετίζονται με τη νόσο. Η αποτύπωση αυτής της επιδημιολογικής εικόνας, ωστόσο, αποτελεί για τους πάσχοντες ένα «εργαλείο» διεκδίκησης, με σκοπό να επιτύχουν ουσιαστικές αλλαγές στην καθημερινότητα και την περίθαλψη τους.

Σακχαρώδης Διαβήτης: Η «ακτινογραφία» της νόσου σε αριθμούς

Τα νούμερα που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο Digital4Pharma 2026 καταδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος.  Μέσα από την ανάλυση των στοιχείων της ΗΔΙΚΑ, συγκεκριμένα προκύπτουν τα εξής:

  • Οι καταγεγραμμένοι άνθρωποι με σακχαρώδη διαβήτη αυξήθηκαν θεαματικά, περνώντας από τους 1.067.165 το 2021 στους 1.292.729 το 2025.
  • Ο επιπολασμός της νόσου στον γενικό πληθυσμό σκαρφάλωσε από το 10,2% στο 12,3%.
  • Στον Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2καταγράφονται κατά μέσο όρο 56.391 νέα περιστατικά κάθε χρόνο, για την περίοδο 2021-2025.
  • Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ξεκάθαρη αυξητική τάση στους θανάτους που σχετίζονται με τον διαβήτη, οι οποίοι ανέβηκαν από 1.667 το 2014 σε 2.580 μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2021.

Πώς τα δεδομένα φέρνουν αιτήματα από την πλευρά των ασθενών

Τα ανησυχητικά αυτά στοιχεία δεν αποτελούν απλώς στατιστικές καταγραφές, αλλά προκαλούν την έναρξη της συζήτησης για τη διαμόρφωση τεκμηριωμένων προτάσεων προς την Πολιτεία.

Όπως τόνισε η ΠΟΣΣΑΣΔΙΑ, η συστηματική αξιοποίηση αυτών των πληροφοριών έχει ήδη συμβάλει αποφασιστικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πασχόντων.

Συγκεκριμένα, η χρήση των δεδομένων συνέβαλε μέχρι σήμερα:

  • Στην αποζημίωση εξετάσεων πρόληψης για τις επιπλοκές της νόσου.
  • Στη μη καταβολή συμμετοχής στις διαγνωστικές απεικονιστικές εξετάσεις για τα άτομα με διαβήτη τύπου 1.
  • Στην αποζημίωση των Συστημάτων Συνεχούς Καταγραφής Γλυκόζης (CGMs) για τα άτομα με διαβήτη τύπου 1,
  • Στη διαμόρφωση πρότασης για επέκταση της αποζημίωσης στους ασθενείς με τύπου 2 που βρίσκονται σε εντατικοποιημένη ινσουλινοθεραπεία.
  • Στην τεκμηρίωση για την ανάγκη αναθεώρησης του προϋπολογισμού για τον διαβήτη και στη διεκδίκηση ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης.

Η προειδοποίηση

Μιλώντας στο θεματικό πάνελ, ο Πρόεδρος της ΠΟΣΣΑΣΔΙΑ, κ. Χρήστος Δαραμήλας, υπογράμμισε την αναγκαιότητα, η ασφαλής πρόσβαση στα δεδομένα να αποτελέσει βασική προϋπόθεση για ένα σύγχρονο σύστημα υγείας, στηλιτεύοντας τις καθυστερήσεις που παρατηρούνται.

«Τα δεδομένα δεν είναι αυτοσκοπός. Αποκτούν αξία μόνο όταν μετατρέπονται σε πολιτικές που βελτιώνουν τη ζωή των ανθρώπων. Η Ελλάδα διαθέτει πλέον δεδομένα για τον σακχαρώδη διαβήτη. Το ζητούμενο είναι να τα αξιοποιούμε συστηματικά, ώστε κάθε απόφαση να βασίζεται σε τεκμηρίωση και όχι σε εκτιμήσεις. Δυστυχώς, υπάρχουν ακόμα και σήμερα δυσκολίες που σχετίζονται με την ευρεία αποδοχή τους, τόσο από την επιστημονική κοινότητα όσο και από την ίδια την πολιτεία», κατέληξε.

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

Η ΤΝ φωτίζει την αθέατη πολυοργανική βλαβη της υπέρτασης [Μελέτη]

Πέρα από τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, η μελέτη αξιολογεί την πραγματική βιολογική επίδραση της νόσου στον οργανισμό. Τι δείχει για πρώτη φορά διεθνής συνεργασία με τη συμμετοχή του ΑΠΘ.

Μία νέα διεθνής επιστημονική μελέτη έρχεται να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητή και αξιολογείται η υπέρταση. Ερευνητές από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, το University of Oxford, το Khalifa University, και ακόμη δώδεκα κορυφαία πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα, ανέπτυξαν ένα πρωτοποριακό πλαίσιο Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), το οποίο μπορεί να αναγνωρίζει, να ποσοτικοποιεί και να χαρτογραφεί τη συνολική πολυοργανική βλάβη που προκαλεί η νόσος, ανοίγοντας νέους δρόμους για την Ιατρική Ακριβείας και την εξατομικευμένη πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Η εργασία δημοσιεύθηκε στο Circulation, το κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό της American Heart Association στον χώρο της καρδιαγγειακής ιατρικής.

Ένα νέο μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης για την υπέρταση

Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται η ανάπτυξη ενός νέου υπολογιστικού πλαισίου βασισμένου σε προηγμένες τεχνικές Contrastive Machine Learning. Οι ερευνητές ανέλυσαν 566 πολυτροπικούς βιοϊατρικούς δείκτες από περισσότερους από 27.000 συμμετέχοντες της UK Biobank, αξιοποιώντας δεδομένα από μαγνητικές τομογραφίες καρδιάς και εγκεφάλου, υπερηχογραφήματα αγγείων, ηλεκτροκαρδιογραφήματα, εξετάσεις αίματος, μετρήσεις σύστασης σώματος, αναπνευστικές δοκιμασίες και άλλες κλινικές πληροφορίες. Στη συνέχεια, το μοντέλο επικυρώθηκε επιτυχώς σε έναν ανεξάρτητο πληθυσμό περισσότερων από 5.500 ατόμων της αμερικανικής μελέτης ARIC, επιβεβαιώνοντας την αξιοπιστία και τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων.

Από τη μέτρηση της πίεσης στη χαρτογράφηση της οργανικής βλάβης

Η σημαντικότερη καινοτομία της εργασίας είναι ότι μεταφέρει την αξιολόγηση της υπέρτασης από την απλή μέτρηση της αρτηριακής πίεσης στην εκτίμηση της πραγματικής βιολογικής επίδρασης της νόσου στον οργανισμό. Το νέο σύστημα υπολογίζει έναν συνολικό δείκτη πολυοργανικής βλάβης, τον HyperScore, ο οποίος αποτυπώνει το επίπεδο της συνολικής οργανικής επιβάρυνσης κάθε ασθενούς. Παράλληλα, εισάγει την έννοια των HyperTrajectories, έξι διαφορετικών διαδρομών εξέλιξης της υπέρτασης, αποδεικνύοντας ότι η νόσος δεν εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ανθρώπους. Αντίθετα, αναγνωρίζονται διαφορετικοί φαινότυποι με κυρίαρχες επιπτώσεις στην καρδιά, στον εγκέφαλο, στα αγγεία, στους νεφρούς ή στον μεταβολισμό, γεγονός που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περισσότερο στοχευμένες και εξατομικευμένες θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Η συμβολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου στη διεθνή ερευνητική προσπάθεια

Η συμμετοχή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου πραγματοποιήθηκε μέσω της Μονάδας Επεξεργασίας Σήματος και Βιοϊατρικής Τεχνολογίας (Signal Processing & Biomedical Technology Unit – SPBTU) του Εργαστηρίου Τηλεπικοινωνιών του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών. Ο Καθηγητής Λεόντιος Χατζηλεοντιάδης, Διευθυντής της SPBTU, συμμετείχε στη μελέτη εκπροσωπώντας τόσο το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο όσο και το Healthcare Engineering Innovation Group (HEIG) του Khalifa University, αναδεικνύοντας τον διεθνή χαρακτήρα της ελληνικής ερευνητικής παρουσίας.

Η SPBTU αποτελεί μία από τις πλέον δραστήριες ελληνικές ερευνητικές μονάδες στους τομείς της Βιοϊατρικής Τεχνολογίας και της ΤΝ στην  Υγεία. Με πολυετή εμπειρία στην επεξεργασία βιοϊατρικών σημάτων και εικόνων, στην ανάπτυξη ψηφιακών βιοδεικτών, στην αξιόπιστη ΤΝ, στην ιατρική απεικόνιση και στις αποκεντρωμένες κλινικές μελέτες, η ομάδα συντονίζει και συμμετέχει σε σημαντικά έργα Horizon Europe και Horizon 2020, όπως τα AI-PROGNOSIS, iPROLEPSIS, MOSAIC, MULTIPULM, HosmartAI και PROTEIN, συμβάλλοντας ενεργά στη διαμόρφωση της επόμενης γενιάς τεχνολογιών ψηφιακής  υγείας.

Διεθνής συνεργασία κορυφαίων πανεπιστημίων

Η διεθνής αυτή συνεργασία συγκέντρωσε επιστήμονες από το University of Oxford, το Khalifa University, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, το McGill University, το King’s College London, το London School of Hygiene & Tropical Medicine, το St George’s, University of London, το University of Bristol, το Brighton and Sussex Medical School, τα University of Brighton και University of Sussex, καθώς και το University of Cape Town και το South African Medical Research Council. Η συνύπαρξη ειδικών στη Βιοϊατρική Μηχανική, την Καρδιολογία, την Ιατρική Απεικόνιση, την Επιδημιολογία και την ΤΝ ανέδειξε τη δύναμη της διεπιστημονικής συνεργασίας στην αντιμετώπιση σύνθετων προβλημάτων υγείας.

Η υπέρταση ως «σιωπηλός δολοφόνος»

Η αρτηριακή υπέρταση χαρακτηρίζεται εδώ και δεκαετίες ως ο «σιωπηλός δολοφόνος». Παρότι αποτελεί τον σημαντικότερο τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα και ευθύνεται για εκατομμύρια θανάτους κάθε χρόνο παγκοσμίως, η πραγματική της επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό εξελίσσεται αθόρυβα. Πολύ πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα, προκαλεί σταδιακές αλλοιώσεις στην καρδιά, στον εγκέφαλο, στους νεφρούς, στα αιμοφόρα αγγεία και σε άλλα ζωτικά όργανα, οι οποίες συχνά παραμένουν αδιάγνωστες μέχρι να εμφανιστούν σοβαρές επιπλοκές.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποκαλύπτει τις «αόρατες» διαδρομές της υπέρτασης

Ο Καθηγητής Λεόντιος Χατζηλεοντιάδης δήλωσε: «Η εργασία αυτή αποτυπώνει τη μετάβαση της Τεχνητής Νοημοσύνης από την απλή ανάλυση δεδομένων στην παραγωγή νέας βιοϊατρικής γνώσης. Η υπέρταση δεν αποτελεί μία ενιαία νόσο που εξελίσσεται διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, επηρεάζοντας διαφορετικά όργανα και βιολογικά συστήματα. Με τη βοήθεια προηγμένων αλγορίθμων μπορέσαμε να αποκαλύψουμε αυτές τις μέχρι σήμερα αόρατες διαδρομές εξέλιξης της νόσου, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για πιο έγκαιρη διάγνωση, καλύτερη πρόγνωση και πραγματικά εξατομικευμένη θεραπεία. Η συμμετοχή της ομάδας μας σε αυτή τη διεθνή συνεργασία, επιβεβαιώνει ότι η έρευνα που αναπτύσσεται στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο συνδιαμορφώνει τις διεθνείς εξελίξεις στη Βιοϊατρική Μηχανική, την Ιατρική Ακριβείας και την αξιόπιστη Τεχνητή Νοημοσύνη.»

Συμβουλευτικέςυπηρεσίες

Το Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών στην αιχμή της διεθνούς έρευνας

Ο Πρόεδρος του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, Καθηγητής Παντελής Μικρόπουλος, δήλωσε: «Η Μονάδα Επεξεργασίας Σήματος και Βιοϊατρικής Τεχνολογίας του Εργαστηρίου Τηλεπικοινωνιών του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Αριστοτελείου, υπό τη διεύθυνση του Καθηγητή κ. Λεόντιου Χατζηλεοντιάδη, μέσω της ενεργούς συμμετοχής της σε μία υψηλού επιπέδου διεθνή συνεργασία, με επικεφαλής το University of Oxford, ανέδειξε τη δυναμική του Τμήματός μας στην παραγωγή έρευνας αιχμής με ουσιαστικό επιστημονικό και κοινωνικό αντίκτυπο. Προϊόν αυτής της διεθνούς συνεργασίας, αποτέλεσε μία δημοσίευση εργασίας στο Circulation, ένα από τα κορυφαία επιστημονικά περιοδικά παγκοσμίως στον χώρο της καρδιαγγειακής ιατρικής, η οποία πρωτοποριακά αξιοποιεί την Τεχνητή Νοημοσύνη στρατηγικά στην υπηρεσία της υγείας. Η διεθνής εξωστρέφεια, η διεπιστημονική συνεργασία και η ανάπτυξη τεχνολογιών που υπηρετούν τον άνθρωπο, αποτελούν στρατηγικούς άξονες του Τμήματός μας. Συγχαίρω θερμά τον Καθηγητή κ. Λεόντιο Χατζηλεοντιάδη και όλους τους ερευνητές της ομάδας για αυτή τη σημαντική επιτυχία, η οποία αποτελώντας σημαντική διάκριση για το Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Αριστοτελείου, ενισχύει περαιτέρω τη διεθνή παρουσία και το κύρος του ιδρύματος.».

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Φάρμακα και εμβόλια κατά των χανταϊών: Η έρευνα προχωρά – οι λύσεις περιορισμένες

Η πρόσφατη έξαρση κρουσμάτων χανταϊού που συνδέθηκε με το ερευνητικό κρουαζιερόπλοιο Hondius ανέδειξε για ακόμη μία φορά το διαχρονικό ερώτημα της ύπαρξης αποτελεσματικών θεραπειών και εμβολίων.

Παρότι ο ΠΟΥ θεωρεί ότι το συγκεκριμένο ξέσπασμα έχει πλέον τερματιστεί, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι επιδημίες εμφανίζονται περιοδικά και η ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις παραμένει επιτακτική.

Σήμερα δεν υπάρχει εγκεκριμένο ειδικό αντιιικό φάρμακο για τη θεραπεία των λοιμώξεων από χανταϊούς. Σύμφωνα με τους γερμανούς ιολόγους Δρ Χάνα Σ. Σβάρτσερ-Σπέρμπερ και Δρ Ρόλαντ Σβάρτσερ από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Ντούισμπουργκ-Έσσεν, οι ερευνητικές προσπάθειες επικεντρώνονται σε δύο βασικούς στόχους: την αναστολή της αντιγραφής του ιικού RNA και την παρεμπόδιση της εισόδου του ιού στα κύτταρα.

Ένας από τους πιο μελετημένους υποψήφιους παράγοντες είναι η φαβιπιραβίρη, αντιιικό που αναπτύχθηκε αρχικά για τη γρίπη. Εργαστηριακές και προκλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι μπορεί να αναστέλλει την αναπαραγωγή διαφόρων χανταϊών.

Ωστόσο, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η αποτελεσματικότητά της στον άνθρωπο δεν έχει ακόμη αποδειχθεί. Επιπλέον, τα αντιιικά φάρμακα εκτιμάται ότι πρέπει να χορηγούνται πολύ νωρίς μετά τη μόλυνση, καθώς σε προχωρημένα στάδια της νόσου η απλή αναστολή του πολλαπλασιασμού του ιού πιθανότατα δεν επαρκεί.

Παράλληλα, διερευνώνται θεραπείες που στοχεύουν όχι τον ίδιο τον ιό αλλά τους μηχανισμούς του οργανισμού. Αναστολείς κινασών, οι οποίοι επηρεάζουν κυτταρικά μονοπάτια που σχετίζονται με τη λειτουργία του ενδοθηλίου και τη διαπερατότητα των αγγείων, έχουν παρουσιάσει ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε πειραματικά μοντέλα.

Ωστόσο, η χρήση τους στην κλινική πράξη δεν μπορεί ακόμη να συστηθεί, καθώς ενδέχεται να συνοδεύεται από σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ικατιμπάντη (Icatibant), φάρμακο που χρησιμοποιείται για το κληρονομικό αγγειοοίδημα. Η δράση της θεωρείται θεωρητικά εύλογη, επειδή η βραδυκινίνη φαίνεται να συμβάλλει στην αυξημένη αγγειακή διαπερατότητα που χαρακτηρίζει τις σοβαρές λοιμώξεις από χανταϊούς.

Αν και έχουν δημοσιευθεί μεμονωμένες περιπτώσεις επιτυχούς χρήσης, δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή κλινικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν την αποτελεσματικότητά της.

Αντίθετα, η χορήγηση κορτικοστεροειδών δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Σε τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη, η υψηλή δόση μεθυλπρεδνιζολόνης σε ασθενείς με καρδιοπνευμονικό σύνδρομο από τον ιό Andes δεν έδειξε σαφές θεραπευτικό όφελος.

Στον τομέα της πρόληψης, η ανάπτυξη εμβολίων βρίσκεται σε πιο προχωρημένο στάδιο.

Στην Κίνα και τη Νότια Κορέα χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια αδρανοποιημένα εμβόλια έναντι ορισμένων ασιατικών χανταϊών, όπως ο Hantaan και ο Seoul. Ωστόσο, η προστασία που προσφέρουν έναντι άλλων στελεχών παραμένει ασαφής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα νεότερα εμβόλια DNA. Κλινικές μελέτες Φάσης Ι για εμβόλια κατά των ιών Andes, Hantaan και Puumala έχουν δείξει ότι είναι ασφαλή και προκαλούν ικανοποιητική ανοσολογική απόκριση.

Παρ’ όλα αυτά, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η μετάβαση από τις πρώτες κλινικές δοκιμές στη μαζική διάθεση ενός αποτελεσματικού εμβολίου αποτελεί μια πολύ πιο σύνθετη διαδικασία.

Η ανάπτυξη ενός καθολικού εμβολίου που θα προστατεύει από όλα τα είδη χανταϊών παραμένει προς το παρόν επιστημονικός στόχος και όχι κλινική πραγματικότητα.

Επιπλέον, ακόμη και αν ένα τέτοιο εμβόλιο καταστεί διαθέσιμο, η χρήση του θα εξαρτηθεί από το επίπεδο κινδύνου.

Για τον γενικό πληθυσμό σε περιοχές με χαμηλή συχνότητα εμφάνισης της νόσου, ο μαζικός εμβολιασμός δύσκολα θα δικαιολογούνταν, ενώ για εργαζομένους σε εργαστήρια ή κατοίκους ενδημικών περιοχών τα οφέλη θα μπορούσαν να είναι σημαντικά μεγαλύτερα.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/

Χατζηανδρέου: Η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει στα χρόνια υγείας, όχι στα χρόνια νόσου

Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής δεν αρκεί, εάν τα επιπλέον χρόνια συνοδεύονται από χρόνια νοσήματα και εξάρτηση. Η Ευρυδίκη Χατζηανδρέου αναλύει στο The Doctor τις πολιτικές που μπορούν να αυξήσουν το healthspan των Ελλήνων, από την πρωτοβάθμια φροντίδα έως την ιατρική ακριβείας.

Κυρία Χατζηανδρέου, τι σημαίνει επιστημονικά και κοινωνικά η έννοια του healthspan;

Το healthspan -το υγιές προσδόκιμο ζωής- είναι ο αριθμός των ετών που ζούμε χωρίς σημαντική χρόνια νόσο, λειτουργικό περιορισμό ή εξάρτηση. Διαφέρει ουσιωδώς από το lifespan, τη συνολική διάρκεια ζωής. Η Eurostat (2023) δείχνει το χάσμα ευκρινώς: στην ΕΕ το προσδόκιμο ζωής φτάνει τα 84 χρόνια για τις γυναίκες και 78,7 για τους άνδρες, αλλά τα Healthy Life Years μόλις τα 63,3 και 62,8 αντίστοιχα. Επιστημονικά, η έννοια στηρίζεται στη «συμπίεση της νοσηρότητας» (compression of morbidity) του JamesFries – στην ιδέα ότι μπορούμε να μεταθέσουμε την έναρξη των χρόνιων νοσημάτων όσο πιο κοντά γίνεται στο τέλος της ζωής.

Κοινωνικά, η μετατόπιση είναι βαθιά: αλλάζει τον σκοπό της ιατρικής από τη διαχείριση της νόσου στη διατήρηση της λειτουργικότητας, σημαίνει ότι η ιατρική δεν αρκεί να παρατείνει τη ζωή – οφείλει να εξασφαλίσει αυτονομία, νοητική διαύγεια και ικανότητα συμμετοχής. Αυτό μεταφράζεται σε νέα ιεράρχηση προτεραιοτήτων και σε αλλαγή δομών και συστημάτων.

Από την κλασσική ιατρική, της αντιμετώπισης συμπτώματος, ασθένειας στην προσέγγιση ότι τα βιολογικά στοιχεία ενός οργανισμού – γονίδια, πρωτεΐνες, μεταβολίτες, κύτταρα, όργανα, μικροβίωμα, περιβαλλοντικά σήματα – αλληλεπιδρούν ως ολοκληρωμένο σύστημα για να παράγουν υγεία ή ασθένεια. Για τον πολίτη αυτό σημαίνει ότι παίρνει ενεργό ρόλο στην υγεία του. Για τα συστήματα υγείας σημαίνει τεράστια εξοικονόμηση – γιατί η θεραπεία μιας χρόνιας νόσου κοστίζει πολλαπλάσια από την πρόληψή της. Η πρόκληση; Τα συστήματα υγείας είναι ακόμα δομημένα γύρω από την ασθένεια. Αλλά αυτό αλλάζει – αργά αλλά αναπόφευκτα.

Πού τελειώνουν τα τεκμηριωμένα δεδομένα και πού αρχίζουν οι υπερβολικές υποσχέσεις;

Η διαχωριστική γραμμή είναι σαφέστερη απ’ όσο υποδηλώνει η καταναλωτική ζήτηση. Αυτή την στιγμή καμία παρέμβαση δεν προσθέτει υγιή χρόνια όσο ο τρόπος ζωής! Τεκμηριωμένα, οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής -διατροφή, άσκηση, ύπνος, διαχείριση του στρες, αποχή από το κάπνισμα, κοινωνικές σχέσεις- έχουν τη μεγαλύτερη και πιο σταθερή επίδραση στο υγιές προσδόκιμο ζωής, 10-15 έτη. Κανένα γηροθεραπευτικό δεν έχει εγκριθεί ακόμα από τον FDA.

Ο FDA δεν αναγνωρίζει τη γήρανση ως ένδειξη νόσου και δεν υπάρχει ρυθμιστική οδός για αντιγηραντικές παρεμβάσεις. Όλες οι μελέτες αξιολογούν δευτερεύουσες ενδείξεις (καρδιαγγειακή υγεία, σαρκοπενία, νόσος Alzheimer κ.λπ.) ως proxy για γήρανση. Ραπαμυκίνη (αναστολείς mTOR), μετφορμίνη , GLP-1 αγωνιστές, (χαρακτηρίζονται σαν “αντιγηραντικά” λόγω της πλειοτροπικής τους δράσης), Senolytics, πρόδρομα NAD+, σπερμιδίνη. Υπάρχουν επίσης νέα μόρια που βρίσκονται σε κλινικές δοκιμές φάσης 2. Μια συναρπαστική εξέλιξη είναι η εισαγωγή του μερικού επαναπρογραμματισμού σε κλινικές δοκιμές. Ο πρώτος ασθενής το έλαβε στις 26 Ιουνίου.

Στόχος: η αναστροφή τύφλωσης. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτό είναι το μέλλον της υγειούς μακροζωίας. Ο μερικός επιγενετικός επαναπρογραμματισμός βασίζεται σε μια σύντομη, ελεγχόμενη έκθεση σε παράγοντες Yamanaka όπου αρκεί για να επαναφέρει ένα κύτταρο σε νεαρότερη επιγενετική κατάσταση χωρίς να χάσει την αρχική του ταυτότητα.

Πάνω από 10 εταιρείες με επενδύσεις δισεκατομμυρίων βρίσκονται σε προ κλινικό στάδιο δοκιμών. Εκεί τελειώνουν τα δεδομένα. Οι υπερβολές ξεκινούν όπου ακούμε για «αναστροφή της γήρανσης», για πανάκριβα πρωτόκολλα συμπληρωμάτων, πεπτιδίων χωρίς κλινική τεκμηρίωση. Η στάση μου είναι σταθερά επιστημονική: η βιολογία της γήρανσης είναι πραγματική και συναρπαστική· η φαρμακολογική «ανανέωση» στον άνθρωπο, όμως, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ακόμα ερευνητική. Εκτιμώ όμως ότι σε 5 χρόνια θα έχουμε πολύ καλύτερη εικόνα.

Σε ποιον βαθμό η βιολογική γήρανση είναι τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου;

Σε σημαντικό βαθμό – και αυτή είναι η μεγάλη εννοιολογική μετατόπιση της γηροεπιστήμης. Η κεντρική υπόθεση είναι ότι η γήρανση αποτελεί τον ισχυρότερο κοινό παράγοντα κινδύνου για τα περισσότερα χρόνια νοσήματα -καρδιαγγειακά, καρκίνο, νευροεκφυλισμό, διαβήτη- και ότι, αν επιβραδύνουμε τους υποκείμενους μηχανισμούς της, μπορούμε να καθυστερήσουμε ταυτόχρονα πολλές νόσους. Οι López-Otín και Kroemerκωδικοποίησαν αυτούς τους μηχανισμούς στα δεκατέσσερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της γήρανσης (hallmarks of aging) -από τη γονιδιωματική αστάθεια και τις επιγενετικές μεταβολές μέχρι την κυτταρική γήρανση, την απορρύθμιση της ανίχνευσης θρεπτικών και τη χρόνια φλεγμονή (inflammaging).

Το κρίσιμο είναι ότι πολλά από αυτά είναι τροποποιήσιμα: ανταποκρίνονται στη διατροφή, την άσκηση, τον ύπνο, το περιβάλλον στην διαχείριση του στρες. Άρα η γήρανση δεν είναι ένα μονολιθικό, αναπόφευκτο γεγονός, αλλά ένας ρυθμός που μπορούμε εν μέρει να επηρεάσουμε. Προσοχή όμως στη διατύπωση: δεν μιλάμε για κατάργηση της γήρανσης, αλλά για διαμόρφωση της τροχιάς της. Ήδη σήμερα, αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης αναλύουν πρωτεΐνες αίματος και εντοπίζουν αν ο εγκέφαλος ή η καρδιά «γερνά» γρηγορότερα από το αναμενόμενο – πριν εκδηλωθεί οποιοδήποτε σύμπτωμα άρα δυνατότητα παρέμβασης. Το ρεαλιστικό, και επιστημονικά υπεύθυνο, ζητούμενο είναι να γεράσουμε πιο αργά και πιο υγιώς – όχι να μη γεράσουμε.

Ποιες πολιτικές Δημόσιας Υγείας είναι κρίσιμες για την Ελλάδα;

Η Ελλάδα είναι από τις χώρες με τον ταχύτερο δημογραφικό γήρανση: η διάμεση ηλικία είναι ήδη γύρω στα 47 έτη και περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού —κοντά στο 24%— είναι άνω των 65, ποσοστό που προβλέπεται να ξεπεράσει το 30% έως το 2050.

Το προσδόκιμο ζωής, γύρω στα 81,5 έτη, είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, αλλά αυτό ακριβώς είναι το διακύβευμα: αν δεν επενδύσουμε στο healthspan, θα κερδίζουμε χρόνια νόσου αντί για χρόνια υγείας. Μελέτη του London Business School και του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, δημοσιευμένη στο Cold Spring Harbor Perspectives in Medicine (2023), εκτίμησε ότι η αύξηση του υγιούς προσδόκιμου ζωής κατά 1 χρόνο έχει ετήσιο όφελος ~4-5% του ΑΕΠ. Τα κέρδη είναι συνεργιστικά — το να στοχεύεις τη γήρανση ως σύνολο αποδίδει πολύ περισσότερο από το να στοχεύεις μεμονωμένες ασθένειες.

Για αυτό θεωρώ κρίσιμες τρεις κατευθύνσεις. Πρώτον, μια στροφή του συστήματος από τη θεραπεία στην πρόληψη συστηματικά με ισχυρή πρωτοβάθμια φροντίδα που εντοπίζει νωρίς τον καρδιομεταβολικό κίνδυνο και την ευθραυστότητα (frailty). Δεύτερον, παρεμβάσεις σε πληθυσμιακή κλίμακα στους τροποποιήσιμους παράγοντες —διατροφή, σωματική δραστηριότητα, ύπνος, κάπνισμα, ψυχική υγεία— που είναι και οι πιο αποδοτικές. Χρειαζόμαστε ριζική μείωση του καπνίσματος (η Ελλάδα παραμένει υψηλά στην ΕΕ) και έλεγχο της παχυσαρκίας στους νεότερους. Επίσης δομές κίνησης για τους 65+ — υποδομές βαδίσματος, προγράμματα ισορροπίας και πρόληψης πτώσεων, που μειώνουν αναπηρία και νοσηλείες.

Δίνω έμφαση στην ψυχική υγεία και κοινωνική ένταξη ως μέρος της υγειονομικής ατζέντας· η κοινωνική απομόνωση είναι πλέον αναγνωρισμένη ως 14η χαρακτηριστική διεργασία της γήρανσης. Τρίτον, υποδομές δεδομένων και αγωγή υγείας, από πολύ νωρίς ώστε οι πολιτικές να σχεδιάζονται στοχευμένα με βάση την πραγματικότητα του ελληνικού πληθυσμού. Στο Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιούς Μακροζωίας αυτή ακριβώς την εικόνα επιδιώκουμε να αποτυπώσουμε — γιατί δεν μπορούμε να βελτιώσουμε αυτό που δεν μετράμε.

Ποια χρόνια νοσήματα πρέπει να είναι πρώτη προτεραιότητα και ποιες παρεμβάσεις αποδίδουν περισσότερο;

Θα έβαζα στην πρώτη γραμμή τα νοσήματα που μοιράζονται την ίδια υποκείμενη βιολογία της γήρανσης και ταυτόχρονα παράγουν τη μεγαλύτερη εξάρτηση: τα καρδιαγγειακά, τον καρκίνο, τον νευροεκφυλισμό —ιδίως την άνοια— και τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, μαζί με τη σαρκοπενία και την ευθραυστότητα που οδηγούν στην απώλεια αυτονομίας. Η λογική της υγιούς μακροζωίας είναι ότι αυτά δεν είναι ανεξάρτητα: τα συνδέει ένα κοινό έδαφος, με κεντρικό άξονα τη χρόνια, υποκλινική φλεγμονή (inflammaging) και την καρδιομεταβολική δυσλειτουργία.

Σε επίπεδο πληθυσμού, οι παρεμβάσεις με τη μεγαλύτερη απόδοση δεν είναι οι εντυπωσιακές, αλλά οι θεμελιώδεις: ο έλεγχος του καπνίσματος, η προαγωγή της σωματικής δραστηριότητας, η έγκαιρη αντιμετώπιση της υπέρτασης, της δυσλιπιδαιμίας και της δυσγλυκαιμίας στην πρωτοβάθμια φροντίδα, και —κάτι που για εμάς είναι σχεδόν αυτονόητο— η επιστροφή στο μεσογειακό διατροφικό πρότυπο. Έχουμε στα χέρια μας ένα από τα πιο τεκμηριωμένα προστατευτικά μοντέλα διατροφής παγκοσμίως· το παράδοξο είναι ότι ο ελληνικός πληθυσμός απομακρύνεται σταδιακά από αυτό. Η επανασύνδεση με τη μεσογειακή διατροφή είναι ίσως η πιο ώριμη πληθυσμιακή μας ευκαιρία.

Πώς περνά η γενετική πληροφορία με ασφάλεια και κλινική αξία από το εργαστήριο στην καθημερινή φροντίδα;

Για να περάσει η γενετική πληροφορία στην καθημερινή φροντίδα με πραγματική αξία, πρέπει να περάσει διαδοχικά τρία φίλτρα. Το πρώτο είναι η αναλυτική και κλινική εγκυρότητα: το τεστ να μετράει αξιόπιστα αυτό που υπόσχεται και να συσχετίζεται όντως με τη νόσο. Το δεύτερο, και δυσκολότερο, είναι η κλινική χρησιμότητα (clinical utility): να αλλάζει την απόφαση του γιατρού και, τελικά, την έκβαση για τον ασθενή — κάτι που αποδεικνύεται μόνο με προοπτικές μελέτες, όχι με συσχετίσεις. Το τρίτο είναι η δυνατότητα δράσης: μια γενετική πληροφορία αποκτά νόημα όταν συνδέεται με μια συγκεκριμένη παρέμβαση.

Πάνω από αυτά, χρειάζονται τρεις προϋποθέσεις-κλειδιά: εκπαίδευση των κλινικών και συστήματα υποστήριξης αποφάσεων ενσωματωμένα στον φάκελο υγείας· ισότητα, με βάσεις αναφοράς κατάλληλες για τον πληθυσμό μας· και αυστηρή διακυβέρνηση των δεδομένων. Η μετάβαση από το εργαστήριο στην εξέταση δεν είναι θέμα τεχνολογίας — είναι θέμα κλινικής δομής. Όπου αυτή υπάρχει (ογκολογία, καρδιολογία, ορισμένες περιοχές της φαρμακογονιδιωματικής), η ενσωμάτωση προχωρά με ασφάλεια.

Η αρχή που υπερασπίζομαι είναι απλή: η γονιδιωματική πρέπει να μπει ως ένα επιπλέον επίπεδο πληροφορίας που ενημερώνει την κλινική κρίση, ποτέ ως αυτόνομη «ετυμηγορία». Και δεν παραγγέλνουμε ένα γενετικό τεστ αν δεν υπάρχει σαφής διαδρομή διαχείρισης για το αποτέλεσμά του.

Ποιο είναι σήμερα το πραγματικό όφελος των πολυγονιδιακών βαθμολογιών στον καρδιαγγειακό κίνδυνο;

Σήμερα το όφελος είναι σαφές αλλά οριοθετημένο. Οι πολυγονιδιακές βαθμολογίες κινδύνου (polygenic riskscores) προσθέτουν πληροφορία πέρα από τους κλασικούς παράγοντες. Το πρόσφατο κείμενο συναίνεσης της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC, 2025) αποτυπώνει ακριβώς αυτή την ισορροπία. ο μεγαλύτερο όφελος προκύπτει στους ασθενείς ενδιαμέσου κινδύνου με το SCORE2, όπου το PRS μπορεί να αναταξινομήσει περίπου 10-20% σε υψηλότερη ή χαμηλότερη κατηγορία.

Στη μελέτη GENVASC (Fuat et al., Eur Heart J 2024), το PRS προστέθηκε στο QRISK2 σε ασθενείς της πρωτοβάθμιας φροντίδας του NHS και βελτίωσε την αναταξινόμηση κινδύνου με κλινικά αποδεκτή ροή εργασίας. Για τον γιατρό, αυτό σημαίνει: στους ασθενείς που σήμερα μένουν σε μια γκρίζα ζώνη — όπου δεν είναι σαφές αν χρειάζεται στατίνη — το PRS μπορεί να γείρει την απόφαση τεκμηριωμένα. Για τον ασθενή, σημαίνει ότι η πρόληψη δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλους, αλλά εντατικοποιείται όπου χρειάζεται. Είναι ένα ώριμο εργαλείο για στοχευμένη χρήση, όχι μια γενική σάρωση για όλους.

Αρα, πραγματική προστιθέμενη αξία εντοπίζεται σε τρία σημεία: στους νεότερους ενήλικες, όπου η προβλεπτική απόδοση είναι μεγαλύτερη· στην επαναταξινόμηση των ατόμων ενδιάμεσου κινδύνου· και ως συμπλήρωμα του οικογενειακού ιστορικού. Πρακτικά, το PRSλειτουργεί ως «ενισχυτής κινδύνου» (risk enhancer) που βελτιώνει την εκτίμηση και μπορεί να μετακινήσει έναν ασθενή ενδιάμεσου κινδύνου προς την έγκαιρη πρόληψη.

Πότε ένα PRS μπορεί να αποζημιωθεί από το ελληνικό σύστημα

Για να εξεταστεί σοβαρά ένα PRS εργαλείο για αποζημίωση από το ελληνικό σύστημα υγείας, πρέπει να ικανοποιήσει τρεις προϋποθέσεις. Πρώτη, αποδεδειγμένη κλινική χρησιμότητα: ότι αλλάζει θεραπευτικές αποφάσεις και κλινικές εκβάσεις σε σύγκριση με την τρέχουσα αξιολόγηση κινδύνου.

Η βιβλιογραφία είναι πλέον επαρκής για συγκεκριμένες ομάδες — κυρίως ενδιαμέσου κινδύνου ασθενείς σε πρωτοβάθμια πρόληψη — αλλά λιγότερο ώριμη για γενικευμένη εφαρμογή. Δεύτερη, οικονομική αποδοτικότητα σε ελληνικά δεδομένα: το κόστος ανά αποτρεπόμενο καρδιαγγειακό συμβάν να είναι ανταγωνιστικό άλλων προληπτικών παρεμβάσεων. Πρόσφατες οικονομικές μελέτες δείχνουν ότι η ενσωμάτωση PRS μπορεί να είναι cost-effective εφόσον στοχεύεται σε επιλεγμένες ομάδες. Τρίτη, υποδομή εφαρμογής: εργαστηριακή πιστοποίηση κατά EN ISO 15189, εκπαίδευση κλινικών στην ερμηνεία, καθορισμένη κλινική ροή με δυνατότητα παραπομπής σε γενετικό σύμβουλο, και ψηφιακή υποδομή για ενσωμάτωση στον ηλεκτρονικό φάκελο.

Στην Ελλάδα, ένα ρεαλιστικό μονοπάτι θα ξεκινούσε με στοχευμένα pilot programs σε επιλεγμένα κέντρα, για συγκεκριμένο πληθυσμό ενδιαμέσου κινδύνου, με συλλογή δεδομένων κόστους-αποτελεσματικότητας. Από εκεί, η μετάβαση σε ευρύτερη αποζημίωση γίνεται με βάση την τεκμηρίωση — όχι με βάση την εμπορική πίεση.

Υπάρχει κίνδυνος οι γονιδιωματικές τεχνολογίες να διευρύνουν τις ανισότητες;

Η εξατομικευμένη πρόληψη οφείλει να σχεδιαστεί ως μέσο μείωσης ανισοτήτων. Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και έχει δύο διαστάσεις. Η πρώτη είναι επιστημονική: η συντριπτική πλειονότητα των γονιδιωματικών μελετών έχει διεξαχθεί σε πληθυσμούς ευρωπαϊκής καταγωγής — περίπου το 78% των ατόμων στον κατάλογο GWAS τον Ιανουάριο του 2024. Επειδή η ακρίβεια ενός PRS μειώνεται όσο αυξάνεται η γενετική απόσταση από τον πληθυσμό εκπαίδευσης, η αποτελεσματικότητα τους μειώνεται.

Αν δεν διορθωθεί, αυτή η ανισορροπία μπορεί να διευρύνει, αντί να μειώσει, τις ανισότητες υγείας. Η δεύτερη διάσταση είναι οικονομική: αν τα τεστ δεν αποζημιώνονται, η εξατομικευμένη πρόληψη θα αφορά μόνο όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα. Η απάντηση είναι διπλή: επιστημονικά, επένδυση σε δεδομένα πολλαπλών καταγωγών και σε πληθυσμιακές βάσεις αναφοράς —ιδανικά και μια ελληνική βάση· και πολιτικά, ενσωμάτωση μόνο των επικυρωμένων εργαλείων στο δημόσιο σύστημα, με ισότητα εξ ορισμού. Η εξατομικευμένη ιατρική θα δικαιωθεί ηθικά μόνο αν γίνει δημόσιο αγαθό — όχι προνόμιο.

Ποιες δικλίδες προστασίας, συναίνεσης και διακυβέρνησης θεωρείτε αδιαπραγμάτευτες;

Τα γενετικά δεδομένα είναι μοναδικά ευαίσθητα για τρεις λόγους: είναι αμετάβλητα, είναι ταυτοποιητικά, και αφορούν έμμεσα και τους συγγενείς ενός ατόμου — μια εύρεση σε εμένα λέει κάτι και για τα παιδιά ή τα αδέλφια μου. Γι’ αυτό θεωρώ ορισμένες δικλίδες αδιαπραγμάτευτες.

Πρώτον, ουσιαστικά ενημερωμένη, λεπτομερής και ανακλητή συναίνεση — όχι μια υπογραφή σε ένα έντυπο, αλλά κατανόηση του τι μετριέται, γιατί, και τι θα γίνει με το αποτέλεσμα. Δεύτερον, αρχή του περιορισμού του σκοπού και της ελαχιστοποίησης των δεδομένων, σύμφωνα με το πλαίσιο του GDPR· τα δεδομένα συλλέγονται για συγκεκριμένο λόγο και όχι «για κάθε ενδεχόμενο».

Τρίτον, ισχυρή ασφάλεια και, ιδανικά, αρχιτεκτονικές όπου η ανάλυση γίνεται χωρίς να μετακινούνται τα ακατέργαστα δεδομένα. Τέταρτον, νομική προστασία από διακρίσεις — στην ασφάλιση και την εργασία. Και, καθοριστικά, διακυβέρνηση: ανεξάρτητη ηθική εποπτεία, διαφάνεια, το δικαίωμα του ατόμου «να μη γνωρίζει», και ξεκάθαρη διαχείριση των ευρημάτων που αφορούν την οικογένεια. Η εμπιστοσύνη του πολίτη είναι η πιο πολύτιμη υποδομή της γονιδιωματικής ιατρικής· χωρίς αυτήν, τίποτα άλλο δεν λειτουργεί.

Πώς πρέπει να επικοινωνείται ένας αυξημένος γενετικός κίνδυνος σε έναν υγιή άνθρωπο;

Αυτό είναι ίσως το πιο λεπτό σημείο όλης της εξατομικευμένης πρόληψης, και είναι κατεξοχήν ζήτημα επικοινωνίας. Η πρώτη αρχή είναι ότι ο κίνδυνος είναι πιθανότητα, όχι πεπρωμένο. Πρέπει να μιλάμε σε απόλυτους και όχι μόνο σε σχετικούς όρους —«ο κίνδυνός σας πηγαίνει από το Χ στο Ψ», με κατανοητούς αριθμούς— γιατί ένα «διπλάσιος κίνδυνος» χωρίς βάση τρομάζει χωρίς να ενημερώνει. Η δεύτερη, και η πιο απελευθερωτική, είναι η έμφαση στην τροποποιησιμότητα: τα γονίδια γεμίζουν το όπλο, αλλά ο τρόπος ζωής και το περιβάλλον είναι αυτά που συχνά τραβούν —ή δεν τραβούν— τη σκανδάλη. Η τρίτη είναι η ρητή αποδόμηση του γενετικού ντετερμινισμού: τα περισσότερα κοινά νοσήματα προκύπτουν από την αλληλεπίδραση γονιδίων και περιβάλλοντος, όχι από ένα μόνο γονίδιο.

Το παράδειγμα της APOE ε4 είναι χαρακτηριστικό: ένας ομόζυγος φορέας έχει αυξημένο κίνδυνο Alzheimer, αλλά η Lancet Commission(Livingston et al., 2024) τεκμηριώνει ότι έως 45% του κινδύνου άνοιας συνδέεται με τροποποιήσιμους παράγοντες (αρτηριακή, κάπνισμα, παχυσαρκία, ακοή, μόρφωση, κοινωνική σύνδεση). Δηλαδή ο γενετικός κίνδυνος συναντά τη συμπεριφορά. Και η τέταρτη, καθοριστική: ποτέ δεν παραδίδουμε έναν κίνδυνο χωρίς ένα σχέδιο. Κάθε μήνυμα αυξημένου κινδύνου πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένα, εφικτά βήματα πρόληψης και, όπου χρειάζεται, από γενετική συμβουλευτική. Στόχος δεν είναι να φοβίσουμε, αλλά να δώσουμε στον άνθρωπο την αίσθηση —και την πραγματικότητα— ότι έχει τον έλεγχο. Η γνώση οφείλει να ενδυναμώνει, όχι να παραλύει.

Σε ποιους τομείς βλέπετε τις πιο ώριμες εφαρμογές της φαρμακογονιδιωματικής σήμερα;

Η φαρμακογονιδιωματική είναι ήδη ώριμη εκεί όπου υπάρχουν ζεύγη γονιδίου-φαρμάκου με ισχυρή τεκμηρίωση, κωδικοποιημένα σε διεθνείς κατευθυντήριες όπως αυτές του CPIC —που σήμερα καλύπτουν 34 γονίδια και 164 φάρμακα— και του ολλανδικού DPWG. Η φαρμακογονιδιωματική έχει σήμερα κλινική ωριμότητα σε αρκετούς τομείς. Η μελέτη PREPARE (Swen et al., Lancet 2023; 401:347-356) — η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή τυχαιοποιημένη δοκιμή — εξέτασε προληπτικό έλεγχο 12 γονιδίων σε 6.944 ασθενείς και έδειξε 30% μείωση των κλινικά σημαντικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Σχεδόν το 93% των συμμετεχόντων έφερε τουλάχιστον μία γνωστή κλινικά αξιοποιήσιμη παραλλαγή.

Πλέον ώριμες εφαρμογές βρίσκονται σε τέσσερα πεδία. Ογκολογία: το DPYD πριν από φλουοροπυριμιδίνες (5-FU, καπεσιταβίνη) αποτρέπει σοβαρή έως θανατηφόρα τοξικότητα σε φορείς ελλιπούς λειτουργίας — εξέταση που πλέον συστήνεται και από τον EMA. Το TPMT πριν από θειοπουρίνες και το UGT1A1 πριν από ιρινοτεκάνη ακολουθούν την ίδια λογική. Ψυχιατρική: το CYP2C19 και CYP2D6 επηρεάζουν τον μεταβολισμό SSRIs και τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, και συμβάλλουν στη διαχείριση ανθεκτικής στη θεραπεία κατάθλιψης. Καρδιολογία: το CYP2C19 για κλοπιδογρέλη και το SLCO1B1 για στατίνες έχουν σαφείς συστάσεις από το CPIC (Clinical Pharmacogenetics Implementation Consortium). Λοιμωξιολογία: το HLA-B*57:01 πριν από αμπακαβίρη απέκλεισε σχεδόν εξ ολοκλήρου τη σοβαρή αντίδραση υπερευαισθησίας. Πρακτικά, η φαρμακογονιδιωματική δεν είναι επιστήμη του μέλλοντος — είναι ώριμη παρέμβαση που χρειάζεται κλινική υποδομή για να εφαρμοστεί ευρέως.

Ο φάκελος του ασθενούς μπορεί να περιλαμβάνει έναν “γενετικό φαρμακευτικό φάκελο” εφ’ όρου ζωής, που συμβουλεύεται κάθε φορά που συνταγογραφείται κάτι νέο. Το μήνυμα προς τους κλινικούς είναι ότι η προληπτική (pre-emptive) εξέταση με πάνελ είναι πλέον και οικονομικά αποδοτική: ξέρουμε το προφίλ του ασθενούς πριν χρειαστεί να συνταγογραφήσουμε.

Πώς συνδυάζονται βιοδείκτες, exposome, διατροφή, άσκηση και γενετική σε ένα αξιόπιστο μοντέλο πρόληψης;

Η σύγχρονη πρόληψη δεν χωρά πια σε ένα μόνο επίπεδο δεδομένων. Το γονιδίωμα δίνει σταθερή προδιάθεση. Το epigenome (επιγένωμα ) και ο μεταβολισμός αντανακλούν το πώς το περιβάλλον αποτυπώνεται στο σώμα. Η διατροφή, η άσκηση, ο ύπνος και το exposome (εκθεσίωμα), αποτυπώνουν το σύνολο των μη γενετικών εκθέσεων κατά τη ζωή. Εκεί κρύβεται το μεγαλύτερο μέρος του τροποποιήσιμου κινδύνου.

Ένα επιστημονικά αξιόπιστο μοντέλο πρόληψης ενσωματώνει: γονιδιωματικό κίνδυνο (PRS), επιγενετικούς δείκτες ταχύτητας γήρανσης (DunedinPACE, GrimAge), κλινικούς βιοδείκτες (λιπιδαιμικός έλεγχος, HbA1c, hsCRP, ApoB), λειτουργικές μετρήσεις (αερόβια ικανότητα, δύναμη λαβής, νοητική επίδοση), Η ολοκλήρωση γίνεται μέσω της πολυωμικής (multi-omics) ανάλυσης, και δεδομένα συμπεριφοράς από wearables (ύπνος, βήματα, μεταβλητότητα καρδιακού ρυθμού).

Σήμερα κανένα από αυτά δεν είναι ένας έτοιμος κλινικός αλγόριθμος, (αν και ήδη υπάρχουν εφαρμογές ΑΙ)— όλα μαζί όμως διαμορφώνουν ένα προφίλ κινδύνου πολύ πιο ακριβές από τους κλασικούς δείκτες. Το ζητούμενο δεν είναι ο μέγιστος αριθμός εξετάσεων, αλλά η σωστή ιεράρχηση: τι αλλάζει απόφαση, σε ποια ηλικία, για ποιον και πως. Εκεί χωρίζεται η πραγματική Ιατρική Ακριβείας από την εμπορική.

Ποια πρότυπα τεκμηρίωσης, εκπαίδευσης και εποπτείας χρειάζεται ο χώρος της longevity medicine;

Ο χώρος της longevity medicine αναπτύσσεται ταχύτερα από τους κανόνες του, και αυτό είναι ακριβώς το ρίσκο. Η ταχεία ανάπτυξη υπηρεσιών “longevity medicine” δημιουργεί κενό ρύθμισης που πρέπει να καλυφθεί. Χωρίς πρότυπα, ο χώρος γίνεται ευάλωτος σε δύο κινδύνους: μη τεκμηριωμένες πρακτικές που αναλαμβάνουν τη φόρμα της ιατρικής χωρίς το βάρος των αποδείξεων, και εμπορική υπερβολή που εκμεταλλεύεται την επιθυμία ευεξίας

Χρειαζόμαστε, πρώτον, κοινά πρότυπα τεκμηρίωσης: κάθε παρέμβαση —φάρμακο, συμπλήρωμα, «πρωτόκολλο»— να κρίνεται με τα ίδια κριτήρια τεκμηριωμένης ιατρικής, με σαφή διάκριση ανάμεσα σε ό,τι είναι επικυρωμένο και σε ό,τι παραμένει πειραματικό. Δεύτερον, εκπαίδευση και πιστοποίηση: η υγιής μακροζωία οφείλει να ασκείται από καταρτισμένους επαγγελματίες υγείας, με αναγνωρισμένα προγράμματα και όχι από αυτοσχέδιους «ειδικούς».

Τρίτον, εποπτεία και ρύθμιση: αυστηρός έλεγχος των ισχυρισμών και της διαφήμισης, με πλήρη συμμόρφωση στο κανονιστικό πλαίσιο —στην Ελλάδα, στις απαιτήσεις του ΕΟΦ— ώστε να μη διατυπώνονται θεραπευτικοί ισχυρισμοί για προϊόντα που δεν τους δικαιολογούν. Και, τέταρτον, διαφάνεια: δημοσιοποίηση του επιπέδου των αποδείξεων και των τυχόν συγκρούσεων συμφερόντων. Πιστεύω βαθιά ότι η αξιοπιστία είναι το μόνο μακροπρόθεσμο κεφάλαιο αυτού του πεδίου. Στο Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιούς Μακροζωίας θεωρούμε ότι μέρος της αποστολής μας είναι ακριβώς αυτό: να θέσουμε τον επιστημονικό πήχη και να εκπαιδεύσουμε, ώστε η υγιής μακροζωία να μείνει επιστήμη και να μην εκπέσει σε εμπόρευμα.

Ποια θέλετε να είναι η εικόνα της πρόληψης στην Ελλάδα την επόμενη δεκαετία, και τι πρέπει να ξεκινήσει άμεσα;

Το όραμά μου είναι μια Ελλάδα όπου η πρόληψη θα είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Μέσα στην επόμενη δεκαετία θα ήθελα να δω μια πρωτοβάθμια φροντίδα που διαχειρίζεται ενεργά το healthspan και όχι μόνο τη νόσο· έναν πληθυσμό που έχει ξανασυνδεθεί με τη μεσογειακή του κληρονομιά· επικυρωμένα εργαλεία ακριβείας ενσωματωμένα με ισότητα στο δημόσιο σύστημα· και πολίτες εξοικειωμένους με την έννοια της βιολογικής ηλικίας. Πάνω απ’ όλα, θα ήθελα τα επιπλέον χρόνια που μας χαρίζει το προσδόκιμο ζωής να είναι χρόνια υγείας, αυτονομίας και νοήματος.

Η δημογραφική μας πρόκληση μπορεί έτσι να μετατραπεί σε ένα πραγματικό «μέρισμα μακροζωίας» (longevity dividend) — οικονομικό και κοινωνικό. Η αλλαγή που πρέπει να ξεκινήσει άμεσα είναι, στην ουσία της, πολιτισμική και συστημική ταυτόχρονα: η μετάβαση από ένα σύστημα που θεραπεύει τη νόσο σε ένα σύστημα που προστατεύει την υγεία. Και έχει συγκεκριμένη αφετηρία: ενίσχυση της πρόληψης στην πρωτοβάθμια φροντίδα, μαζική αγωγή υγείας, και υποδομές δεδομένων που χαρτογραφούν τον ελληνικό πληθυσμό.

Συνεπώς, εθνική στρατηγική υγιούς μακροζωίας, με μετρήσιμους στόχους, χρονοδιάγραμμα, και θεσμοθετημένη παρακολούθηση — με συμμετοχή της επιστημονικής κοινότητας, της κοινωνίας των πολιτών και του ιδιωτικού τομέα, σε σαφές δημόσιο πλαίσιο. Η υγιής μακροζωία δεν είναι πολυτέλεια· είναι η πιο αποδοτική επένδυση δημόσιας υγείας που μπορεί να κάνει η Ελλάδα στην επόμενη δεκαετία. Και ξεκινά σήμερα.

  • Η Δρ. Εύη Χατζηανδρέου είναι ειδικός στη Δημόσια Υγεία και μέλος της Healthy Longevity Medicine Society. Είναι Επιστημονική Σύμβουλος στην iDNA Genomics. Απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατέχει διδακτορικό δίπλωμα (joint Doctoral Degree) στην Πολιτική και Διοίκηση Υγείας και στην Επιδημιολογία από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Harvard.

 

 

 

Πηγη: https://healthpharma.gr