Κορωνοϊός – Μάσκες: Το ύφασμα που εξοντώνει τον ιό σε ένα λεπτό

Ηλεκτρισμένα υφάσματα που μέχρι σήμερα χρησιμοποιούνται για την ιατρική φροντίδα σοβαρών τραυμάτων μπορεί να είναι η απάντηση στην ανάγκη για προστασία της ιατρικής και όχι μόνο κοινότητας από την μολυσματικότητα του νέου κορωνοϊού

Με τον αριθμό τω επίσημα καταγεγραμμένων κρουσμάτων του νέου κορωνοϊού να πλησιάζει πλέον τα τέσσερα εκατομμύρια, η χρήση του προσωπικού προστατευτικού εξοπλισμού έχει γίνει απαραίτητη για τους παρόχους υγείας ενάντια στη νόσο COVID-19. Παρόλα αυτά, τα μόρια του ιού προσκολλώνται στις επιφάνειες του εξοπλισμού, δημιουργώντας σοβαρό κίνδυνο για την εξάπλωσή του.

Μια ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα, λοιπόν, δημοσίευσε στο ChemRxiv τα αποτελέσματα μιας σημαντικής μελέτης, υποστηρίζοντας για πρώτη φορά ότι οι κορωνοϊοί εξοντώνονται με την έκθεση σε ηλεκτρισμένα υφάσματα, δηλαδή υφάσματα με ενσωματωμένο πλαίσιο μικροκυτταρικών μπαταριών που δημιουργούν ένα ηλεκτρικό πεδίο και παράγουν ασύρματα ένα χαμηλό επίπεδο ηλεκτρικής δραστηριότητας στην παρουσία υγρασίας.

Όπως είναι γνωστό, οι ιοί μπορούν να είναι ηλεκτρικά φορτισμένοι, ενώ συγκεκριμένα οι κορωνοϊοί βασίζονται σε ηλεκτροστατικές αλληλεπιδράσεις προκειμένου να μπορούν να προσκολληθούν στον ξενιστή τους και να αποκτήσουν μολυσματική μορφή. Για να διαδοθεί, μάλιστα, η μόλυνση, πρέπει η δομή τους να παραμείνει σταθερή. Γνωρίζοντας αυτά, οι ερευνητές προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τα ηλεκτροκινητικά χαρακτηριστικά του ίδιου του κορωνοϊού για να κατακερματίσουν τη μολυσματικότητά του.

Τα αποτελέσματα της εργασίας τους δείχνουν ότι η μολυσματική ικανότητα του ιού εξαλείφθηκε ολοκληρωτικά μέσα σε ένα λεπτό επαφής με το ρούχο, το οποίο διαταράσσει τις ηλεκτροστατικές δυνάμεις που χρειάζεται ο ιός. Με λίγα λόγια, τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι οι κορωνοϊοί εξοντώνονται μέσω της έκθεσης σε ύφασμα με χαμηλό επίπεδο παραγωγής ηλεκτρικού πεδίου, το οποίο προς το παρόν χρησιμοποιείται στον ρουχισμό για την ευρέως φάσματος αντιμικροβιακή φροντίδα τραυμάτων.

Ο άμεσος στόχος των ευρημάτων αυτών είναι να λάβουν έγκριση από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων ώστε να ενσωματωθεί η χρήση τέτοιου υφάσματος συγκεκριμένα για την κατασκευή μασκών προσώπου στη μάχη ενάντια στον SARS-CoV-2, καθώς οι υπάρχουσες μέχρι στιγμής μάσκες δεν έχουν τη δυνατότητα εξόντωσης ιών ή βακτηρίων.

Φωτογραφία του υπό μελέτη «υφάσματος» Δρ. Chandan Sen, επικεφαλής συγγραφέα της μελέτης

Η τεχνολογία αυτή, λοιπόν, θα μπορέσει να προσφέρει σε γιατρούς, νοσηλευτές και παρόχους υγείας μία μη φαρμακευτική λύση για τον περιορισμό του κινδύνου μόλυνσης από τον νέο κορωνοϊό.

 

 

Πηγη: https://ygeiamou.gr/

Cemiplimab και προχωρημένο πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος -ASCO

Νέα περισσότερο μακροπρόθεσμα δεδομένα ανακοινώθηκαν σήμερα για τον αναστολέα της πρωτεΐνης προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου PD-1, cemiplimab, από μία πιλοτική μελέτη Φάσης 2 στο προχωρημένο πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος, τον πιο θανατηφόρο μη μελανωματικό καρκίνο του δέρματος.

Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν μεγαλύτερης διάρκειας και υψηλότερα ποσοστά πλήρους ανταπόκρισης (CR) από εκείνα που έχουν αναφερθεί στο παρελθόν. Επιπλέον, τα δεδομένα ανήκουν στο μεγαλύτερο και πιο ώριμο σύνολο προοπτικών κλινικών δεδομένων σε ασθενείς με μεταστατικό πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος (mCSCC) ή τοπικά προχωρημένο πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος (laCSCC), οι οποίοι δεν είναι υποψήφιοι για χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία, που έχουν στόχο την ίαση. Τα δεδομένα παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του φετινού συνεδρίου της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO 2020) το οποίο διεξήχθη διαδικτυακά.

«Τα δεδομένα τριετούς παρακολούθησης καταδεικνύουν σημαντικά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα με το cemiplimab, το οποίο αποτελεί πλέον την καθιερωμένη θεραπεία για ασθενείς με προχωρημένο πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος σε πολλές χώρες», δήλωσε ο Δρ Danny Rischin, Διευθυντής του Τμήματος Κλινικής Ογκολογίας στο Αντικαρκινικό Κέντρο Peter MacCallum στη Βικτόρια της Αυστραλίας.

Ανταπόκριση ασθενών

«Τα δεδομένα του cemiplimab σχετικά με τη διάρκεια ανταπόκρισης και τη συνολική επιβίωση προσφέρουν σημαντικές νέες πληροφορίες για τη μακροπρόθεσμη θεραπεία του προχωρημένου πλακώδους καρκινώματος του δέρματος, με τη διάμεση τιμή να μην έχει επιτευχθεί ακόμα για καμία από τις δύο παραμέτρους. Μάλιστα, είναι συναρπαστικό να βλέπουμε τον αριθμό των ασθενών που εμφανίζουν πλήρη ανταπόκριση να αυξάνεται κατά τη μεγαλύτερης διάρκειας παρακολούθηση, γεγονός που ενισχύει το δυνητικό συνεχιζόμενο όφελος της θεραπείας με cemiplimab σε αυτόν τον επιθετικό τύπο καρκίνου του δέρματος».

Με παρακολούθηση διάρκειας έως και τριών ετών, αποτελέσματα από την πιλοτική μελέτη Φάσης 2 έδειξαν ότι το 46% των ασθενών (95% CI: 39%-53%) εμφάνισε συρρίκνωση του όγκου μετά τη λήψη θεραπείας με cemiplimab, με διάμεσο χρόνο έως την ανταπόκριση 2 μήνες (ενδοτεταρτημοριακό εύρος: 2-4 μήνες). Επιπλέον, περισσότεροι ασθενείς (16%) είδαν τον όγκο τους να εξαφανίζεται εντελώς με την πάροδο του χρόνου σε σύγκριση με προηγούμενες αναλύσεις. Μεταξύ των ασθενών με μεταστατική νόσο, οι οποίοι είχαν και το πιο μακροχρόνιο διάστημα παρακολούθησης στη μελέτη (Ομάδα 1 στον πίνακα παρακάτω), το 20% αυτών έχει πλέον πετύχει πλήρη ανταπόκριση (CR), σημειώνοντας αύξηση σε σχέση με το 7% που καταγράφηκε στην πρωταρχική ανάλυση του 2017. Στους ασθενείς που πέτυχαν πλήρη ανταπόκριση σε οποιαδήποτε ομάδα, ο διάμεσος χρόνος έως την πλήρη ανταπόκριση ήταν 11 μήνες (ενδοτεταρτημοριακό εύρος: 7-15 μήνες). Η διάμεση συνολική επιβίωση και η διάμεση διάρκεια ανταπόκρισης δεν έχουν επιτευχθεί ακόμη για καμία από τις ομάδες θεραπείας.

Τα αποτελέσματα ανά ομάδα θεραπείας ήταν τα εξής:
Ομάδα 1:mCSCC

mg/kg κάθε

2 εβδομάδες

(n=59)

Ομάδα 2:laCSCC

mg/kg κάθε

 2 εβδομάδες

(n=78)

Ομάδα 3:mCSCC
350 
mg κάθε

3 εβδομάδες

(n=56)

Σύνολο(n=193)
Διάμεση διάρκεια παρακολούθησης (εύρος) 19 μήνες(1–36) 16 μήνες(1–36) 17 μήνες(1–26) 16 μήνες(1–36)
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (95% διάστημα εμπιστοσύνης [CI]) 51%(38%–64%) 45%(34%–57%) 43%(30%–57%) 46%(39%–53%)
Πλήρης ανταπόκριση [CR] (n) 20%(12) 13%(10) 16%(9) 16%(31)
Μερική ανταπόκριση (n) 31%(18) 32%(25) 27%(15) 30%(58)
Διάμεσος παρατηρούμενος χρόνος έως την ανταπόκριση (ενδοτεταρτημοριακό εύρος)* 2 μήνες(2–2) 2 μήνες(2–4) 2 μήνες(2–4) 2 μήνες(2–4)
Διάμεσος παρατηρούμενος χρόνος έως την πλήρη ανταπόκριση (CR) (ενδοτεταρτημοριακό εύρος) 11 μήνες
(7-18)
10 μήνες
(7–13)
12 μήνες
(8–17)
11 μήνες
(7–15)
Διάμεση διάρκεια ανταπόκρισης (95% CI)* Δεν έχει επιτευχθεί (21, NE) Δεν έχει επιτευχθεί (18, NE) Δεν έχει επιτευχθεί (NE, NE) Δεν έχει επιτευχθεί (29, NE)
Διάμεση συνολική επιβίωση Δεν έχει επιτευχθεί Δεν έχει επιτευχθεί Δεν έχει επιτευχθεί Δεν έχει επιτευχθεί

NE = μη αξιολογήσιμο

*Με βάση τον αριθμό των ασθενών με επιβεβαιωμένη πλήρη ή μερική ανταπόκριση και τις εκτιμήσεις KaplanMeier.

Τα ποσοστά πλήρους ανταπόκρισης (CR) με την πάροδο του χρόνου ήταν τα εξής:
Ομάδα 1:mCSCC

mg/kg κάθε

2 εβδομάδες

Ομάδα 2:**laCSCC

mg/kg κάθε 2 εβδομάδες

Ομάδα 3:mCSCC
350 
mg κάθε

3 εβδομάδες

Αρχική ανάλυση, πλήρης ανταπόκριση (CR) % (n) 7%(4) 13%(10) 5%(3)
Περίπου 1 έτος παρακολούθησης, πλήρης ανταπόκριση (CR) % (n) 17%(10) 13%(10) 16%(9)
Περίπου 2 έτη παρακολούθησης, πλήρης ανταπόκριση (CR) % (n) 20%(12) NE NE

**Στους 23 ασθενείς με τοπικά προχωρημένο πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος (laCSCC) οι οποίοι συμπεριλήφθηκαν στην προκαθορισμένη ενδιάμεση ανάλυση της Ομάδας 2, δεν καταγράφηκε πλήρης ανταπόκριση.

Ευρήματα ασφάλειας

Δεν αναγνωρίστηκαν νέα ευρήματα ασφάλειας. Οι πιο συχνές σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες (AEs) ήταν κόπωση (35%), διάρροια (28%) και ναυτία (24%). Οι πιο συχνές σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 3 ή υψηλότερου ήταν πνευμονίτιδα (3%), αυτοάνοση ηπατίτιδα (2%), αναιμία, κολίτιδα και διάρροια (καθεμία 1%). Δεν αναφέρθηκαν νέες ανεπιθύμητες ενέργειες που οδηγούν σε θάνατο σε σύγκριση με προηγούμενες αναφορές.

Πέρα από τα επικαιροποιημένα δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά μια ξεχωριστή ανάλυση post-hoc των εκβάσεων της σχετιζόμενης με την υγεία ποιότητας ζωής (HRQL) από τη μελέτη Φάσης 2. Η μεγάλη πλειονότητα (83%) των ασθενών ανέφερε βελτιωμένη ή σταθερή συνολική σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής (HRQL) και το 43% των ασθενών εμφάνισε μια κλινικά σημαντική μείωση του πόνου σε διάστημα 4 μηνών θεραπείας. Η ανάλυση βασίστηκε στις απαντήσεις των ασθενών στο ειδικά σχεδιασμένο για τον καρκίνο Ερωτηματολόγιο 30 ερωτήσεων για την σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής (QLQ-C30) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Έρευνα και τη Θεραπεία του Καρκίνου.

193 ασθενείς

Στην ανοιχτή, μονού σκέλους, διεθνή, πιλοτική κλινική μελέτη φάσης 2 (Μελέτη 1540) εντάχθηκαν 193 ασθενείς με τοπικά προχωρημένο πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος ή μεταστατικό πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος, οι οποίοι δεν ήταν υποψήφιοι για χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία, που έχουν στόχο την ίαση. Η αρχική πρωτογενής ανάλυση της μελέτης, σε συνδυασμό με αποτελέσματα από μία μελέτη Φάσης 1 (Μελέτη 1423), αποτέλεσε τη βάση για την έγκριση του cemiplimab από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ στα τέλη του 2018. Αυτές οι δύο μελέτες αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο και πιο ώριμο σύνολο προοπτικών κλινικών δεδομένων στο προχωρημένο πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος.

Το cemiplimab αναπτύσσεται από κοινού από τη Sanofi και τη Regeneron στο πλαίσιο μιας συμφωνίας παγκόσμιας συνεργασίας.

Σχετικά με το πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος

Το πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος αποτελεί τη δεύτερη πιο συχνή μορφή καρκίνου του δέρματος παγκοσμίως, καθώς αντιστοιχεί σε σχεδόν 20% όλων των τύπων καρκίνου του δέρματος, ενώ ο αριθμός των νεοδιαγνωσθέντων περιστατικών αναμένεται ότι θα αυξηθεί σημαντικά σε πολλές χώρες. Μολονότι η πρόγνωση για τους ασθενείς με πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος είναι καλή εφόσον διαγνωστεί σε πρώιμο στάδιο, ο καρκίνος ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά σε προχωρημένα στάδια και οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν μειωμένη ποιότητα ζωής λόγω των επιπτώσεων της εξέλιξης της νόσου. Παρόλο που οι εκτιμήσεις ποικίλλουν, πηγές καταδεικνύουν ότι 7.000 ασθενείς χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο στις ΗΠΑ εξαιτίας του προχωρημένου πλακώδους καρκινώματος του δέρματος, αριθμός παρόμοιος με των ατόμων που καταλήγουν λόγω μελανώματος.

Σχετικά με το cemiplimab

Το cemiplimab είναι ένα πλήρως ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα που στοχεύει τον υποδοχέα ανοσολογικών σημείων ελέγχου της πρωτεΐνης προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου (PD-1) στην επιφάνεια των T-κυττάρων. Μέσω της πρόσδεσής του στην PD-1, το cemiplimab έχει δείξει ότι δεν επιτρέπει στα καρκινικά κύτταρα να χρησιμοποιούν το μονοπάτι σηματοδότησης της PD-1 για την καταστολή της ενεργοποίησης των T-κυττάρων.

Το cemiplimab είναι η πρώτη και μοναδική εγκεκριμένη ανοσοθεραπεία στις ΗΠΑ, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε άλλες χώρες για ενήλικες με μεταστατικό πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος ή τοπικά προχωρημένο πλακώδες καρκίνωμα του δέρματος οι οποίοι δεν είναι υποψήφιοι για χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία που έχουν στόχο την ίαση.

Το εκτενές κλινικό πρόγραμμα για το cemiplimab επικεντρώνεται σε τύπους καρκίνου που είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν. Στον καρκίνο του δέρματος, το πρόγραμμα περιλαμβάνει μία πιλοτική κλινική μελέτη για το προχωρημένο βασικοκυτταρικό καρκίνο (BCC) και επιπλέον μελέτες επικουρικής και νέο-επικουρικής θεραπείας του πλακώδους καρκίνου του δέρματος.

Θεραπευτικά μέτωπα

Το cemiplimab διερευνάται επίσης σε κλινικές μελέτες φάσης 3 για τον μη-μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα και τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, όπως επίσης και σε μελέτες που συνδυάζουν το cemiplimab με καινοτόμες νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις τόσο για συμπαγείς όγκους όσο και για αιματολογικές κακοήθειες. Οι εν λόγω δυνητικές χρήσεις είναι υπό έρευνα και η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά τους δεν έχουν αξιολογηθεί από καμία ρυθμιστική αρχή.

 

 

Πηγή: https://www.healthpharma.gr/

Παχυσαρκία: Δοκιμάζεται φόρμουλα που οδηγεί σε περισσότερες καύσεις

Ένα νέο φάρμακο που θα αποτρέπει την αύξηση του βάρους, τη συγκέντρωση του λίπους και θα μειώνει το σάκχαρο στο αίμα ευελπιστούν ότι θα αναπτύξουν οι επιστήμονες έχοντας ως βάση την πρωτεΐνη BAM15

Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο EMBO Molecular Medicine παρέχει τις πρώτες ενδείξεις ότι μια πρωτεΐνη που λέγεται BAM15 και λειτουργεί σαν διακόπτης που οδηγεί σε αύξηση των θερμίδων που καίει ο οργανισμός θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα αποτελεσματικό φάρμακο για τη θεραπεία της παχυσαρκίας και σχετικών παθήσεων.

Η παχυσαρκία επηρεάζει περισσότερους από 650 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως και δημιουργεί έναν σοβαρό αριθμό επικίνδυνων για την υγεία παθήσεων, όπως ο διαβήτης τύπου 2, οι καρδιακές νόσοι και πάνω από 12 θανατηφόρους καρκίνους. Το παγκόσμιο κόστος για τη θεραπεία της παχυσαρκίας και των σχετικών με αυτήν ασθενειών ξεπερνά, μάλιστα, τα 150 δις δολάρια ετησίως.

«Παρόλα αυτά, μόνο λίγα είναι τα φάρμακα που έχουν λάβει μέχρι σήμερα έγκριση από τον Εθνικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων της Αμερικής για τη θεραπεία της παχυσαρκίας και οι άνθρωποι που παίρνουν αυτά τα φάρμακα σπάνια επιτυγχάνουν μακροχρόνια απώλεια βάρους», επισημαίνει ο John Kirwan, εκτελεστικός διευθυντής του Βιοϊατρικού Ερευνητικού Κέντρου Pennington στη Λουιζιάνα και συνεχίζει:

«Ο περιορισμός της επιδημίας της παχυσαρκίας απαιτεί νέες, πιο αποτελεσματικές φαρμακευτικές αγωγές. Η μελέτη αυτή αντιπροσωπεύει ένα πολύ ελπιδοφόρο βήμα στην ερευνητική διαδικασία και ελπίζουμε ότι στο, όχι και τόσο μακρινό, μέλλον, η BAM15 ή σχετικές ενώσεις θα εξελιχθούν σε κλινική ανάπτυξη φαρμάκων και θα αποτελέσουν μια βιώσιμη θεραπευτική επιλογή για τους πάσχοντες από παχυσαρκία».

Η BAM15 διαφέρει από τις υπάρχουσες φαρμακευτικές αγωγές διαχείρισης του βάρους, οι οποίες λειτουργούν κυρίως μειώνοντας την ποσότητα του φαγητού που καταναλώνει ένα άτομο ή τις θερμίδες που απορροφά το σώμα. Αντίθετα, η BAM15 λειτουργεί κάνοντας τα μιτοχόνδρια, τις μονάδες παραγωγής ενέργειας των κυττάρων, λιγότερο αποδοτικά, με αποτέλεσμα να καίνε περισσότερη ενέργεια.

Σε αυτή τη νέα μελέτη, οι επιστήμονες της Βιοϊατρικής του Pennington Biomedical δείχνουν για πρώτη φορά ότι τα ποντίκια στα οποία χορηγήθηκε η BAM15 είναι ανθεκτικά στην αύξηση του βάρους, μέσω της καύσης περισσότερων θερμίδων σε σχέση με τα υπόλοιπα τρωκτικά τα οποία δεν έλαβαν τη θεραπεία. Άλλα οφέλη της BAM15 περιλαμβάνουν:

  • Τη μείωση των επιπέδων σακχάρου και ινσουλίνης στο αίμα, ανεξάρτητα από την απώλεια βάρους.
  • Τη βελτίωση της ευαισθησίας των σκελετικών μυών στις επιδράσεις της ινσουλίνης. Η αντίσταση των σκελετικών μυών στην ινσουλίνη είναι βασικός παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2.
  • Τη μείωση της συνολικής συσσώρευσης λίπους, μέσω του περιορισμού της συγκέντρωσης του λίπους στο ήπαρ, τα νεφρά και το αίμα. Η υπερβολική συσσώρευση λίπους στο ήπαρ, τα νεφρά και το αίμα του ανθρώπου μπορεί να βλάψει τα όργανα και να οδηγήσει σε καρδιακές παθήσεις.

Οι ερευνητές πιστεύουν, τέλος, ότι η BAM15 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία διάφορων παθήσεων, όπως ο διαβήτης, η λιπώδης νόσος του ήπατος και κάποιες μορφές καρκίνου.

 

 

Πηγή: https://ygeiamou.gr/

Υπάρχει σύνδεση νόσου covid-19 με νευρολογικές επιπλοκές;

Δύο ενδιαφέροντα άρθρα ανασκόπησης με θέμα την προσβολή του νευρικού συστήματος από τον ιό SARS-CoV-2 και τις νευρολογικές εκδηλώσεις της νόσου COVID-19 δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στη διεθνή βιβλιογραφία (Zubair και συν., Needham και συν.). Τα άρθρα αυτά σχολιάζουν οι γιατροί της Β’ Νευρολογικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών: Λίνα Παλαιοδήμου (Νευρολόγος), Γεώργιος Τσιβγούλης (καθηγητής Νευρολογίας), Κωνσταντίνος Βουμβουράκης (καθηγητής Νευρολογίας).

Οι Zubair και συν. παρουσιάζουν στο περιοδικό JAMA Neurology σχετική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, με σκοπό την περιγραφή των πιθανών στόχων και μηχανισμών προσβολής του νευρικού συστήματος από τον ιό SARS-CoV-2.

Συνοπτικά προσδιορίζονται 4 πιθανές οδοί προσβολής του νευρικού συστήματος: διασπορά του ιού μέσω των νευρικών συνάψεων με ανάδρομη πορεία από τα περιφερικά νεύρα έως τους κεντρικότερους σχηματισμούς, διασπορά μέσω του ηθμοειδούς πετάλου και της οσφρητικής οδού, προσβολή του ενδοθηλίου των εγκεφαλικών αγγείων και αύξηση της διαπερατότητας του αιματοεγκεφαλικού φραγμού και τέλος μετανάστευση προσβεβλημένων λευκοκυττάρων από τον ιό SARS-CoV-2 εντός του του κεντρικού νευρικού συστήματος μέσω του αιματοεγκεφαλικού φραγμού. Κοινός στόχος στις παραπάνω οδούς προσβολής αποτελεί ο υποδοχέας της αγγειοτενσίνης 2 (ACE2), o οποίος εκφράζεται και σε δομές του νευρικού συστήματος, όπως στους νευρώνες, τη μικρογλοία, τα αστροκύτταρα και τα ολιγοδενδροκύτταρα.

Οι Needham και συν. παρουσιάζουν στο περιοδικό Neurocritical Care σχετική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας η οποία υπογραμμίζει ότι η προσβολή του νευρικού συστήματος από τη νόσο COVID-19 αναγνωρίζεται σε πολλές πρόσφατες πρωτότυπες δημοσιεύσεις. Μεταξύ των νευρολογικών εκδηλώσεων συγκαταλέγονται ως πιο συχνές η κεφαλαλγία, η ζάλη, η ανοσμία και η αγευσία. Περισσότερο σοβαρές νευρολογικές επιπλοκές από τη νόσο COVID-19 αποτελούν η διαταραχή του επιπέδου συνείδησης, η οξεία νεκρωτική αιμορραγική εγκεφαλίτιδα, οι επιληπτικές κρίσεις και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια.

Επίσης έχει παρατηρηθεί ότι ασθενείς με COVID-19 που αποσωληνώνονται μετά από κώμα και μηχανική αναπνευστική υποστήριξη παρουσιάζουν δυσχέρεια στην επάνοδο του επιπέδου συνείδησης, η οποία δύναται να διαρκέσει λίγες ημέρες έως και μερικές εβδομάδες. Επιπλέον δύναται να προσβληθεί και το περιφερικό νευρικό σύστημα με εμφάνιση οξείας φλεγμονώδους απομυελινωτικής πολυριζονευροπάθειας (σύνδρομο Guillain-Barre) με αποτέλεσμα σημαντικές κινητικές και αισθητικές διαταραχές, σε έδαφος παρά-λοιμώδους προσβολής από τον ιό SARS-CoV-2.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Αυξημένος ο κίνδυνος Αλτσχάιμερ για όσους κάνουν συχνά αρνητικές σκέψεις

Οι άνθρωποι που συστηματικά ρέπουν στον αρνητικό τρόπο σκέψης αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο Αλτσχάιμερ και γενικότερα άνοιας, σύμφωνα με μία νέα διεθνή επιστημονική μελέτη.

Οι ερευνητές από τη Βρετανία (Πανεπιστημιακό Κολλέγιο Λονδίνου-UCL), τη Γαλλία (Ιατρικό Ινστιτούτο INSERM) και τον Καναδά (Πανεπιστήμιο ΜακΓκιλ), με επικεφαλής τη δρα Νάταλι Μάρτσαντ του Τμήματος Ψυχιατρικής του UCL, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για θέματα Αλτσχάιμερ και άνοιας «Alzheimer’s & Dementia», μελέτησαν 360 ανθρώπους άνω των 55 ετών.

Για μία περίοδο δύο ετών, οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν μέσω ερωτηματολογίων σχετικά με τον τρόπο σκέψης τους (βαθμός αρνητικών σκέψεων, όπως γκρίνια για το παρελθόν και ανησυχία για το μέλλον), καθώς επίσης για συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους. Παράλληλα, αξιολογήθηκε η γνωστική-νοητική λειτουργία τους (μνήμη, προσοχή, γλωσσική ικανότητα κ.ά.), ενώ υποβλήθηκαν και σε εγκεφαλικές εξετάσεις ΡΕΤ (τομογραφίες εκπομπής ποζιτρονίων), οι οποίες μετρούν τις εναποθέσεις των πρωτεϊνών Ταυ και αμυλοειδούς που συνδέονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ όταν συσσωρεύονται στον εγκέφαλο και καταστρέφουν τα κύτταρα.

Διαπιστώθηκε ότι όσοι εμφάνιζαν περισσότερη τάση αρνητικών σκέψεων είχαν και μεγαλύτερη έκπτωση των γνωστικών και μνημονικών λειτουργιών τους σε βάθος τετραετίας, ενώ ήταν, επίσης, πιθανότερο να έχουν πλάκες αμυλοειδούς και Ταυ στον εγκέφαλο τους.

«Η κατάθλιψη και το άγχος στη μέση και την τρίτη ηλικία ήταν ήδη γνωστό ότι αποτελούν παράγοντες κινδύνου για άνοια. Η νέα μελέτη μας βρήκε ότι ορισμένα αρνητικά μοτίβα σκέψης που σχετίζονται με την κατάθλιψη και το άγχος μπορεί να συνιστούν την υποκείμενη αιτία γιατί οι άνθρωποι με αυτές τις ψυχικές διαταραχές είναι, επίσης, πιο πιθανό να εμφανίσουν άνοια. Σε συνδυασμό με άλλες μελέτες που συνδέουν την κατάθλιψη και το άγχος με τον κίνδυνο άνοιας, θεωρούμε ότι οι χρόνιες αρνητικές σκέψεις επί μεγάλο χρονικό διάστημα μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο άνοιας. Γι’ αυτό, πρέπει να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να μειώσουν αυτήν την τάση», δήλωσε η δρ Μάρτσαντ.

Η μελέτη βρήκε ότι η κατάθλιψη και το άγχος από μόνα τους σχετίζονται με τη συνακόλουθη γνωστική-νοητική έκπτωση, όχι όμως με τη συσσώρευση αμυλοειδούς και πρωτεΐνης Ταυ. Αυτό δείχνει, κατά τους ερευνητές, ότι τελικά ο διαχρονικός αρνητικός τρόπος σκέψης είναι ο βασικός λόγος που η κατάθλιψη και το άγχος συμβάλλουν στον κίνδυνο Αλτσχάιμερ.

«Πιστεύουμε ότι ο επαναλαμβανόμενος αρνητικός τρόπος σκέψης αποτελεί έναν νέο παράγοντα κινδύνου για άνοια», ανέφερε η Βρετανίδα ψυχίατρος. Ο επίμονος αρνητικός τρόπος σκέψης αυξάνει τους δείκτες του στρες (π.χ. υπέρταση), κάτι που με τη σειρά του αυξάνει την πιθανότητα συσσώρευσης των τοξικών πρωτεϊνών στον εγκέφαλο, άρα και της άνοιας (της οποίας η νόσος Αλτσχάιμερ αποτελεί τη συχνότερη μορφή).

«Οι σκέψεις μας μπορούν να έχουν βιολογικό αντίκτυπο στη σωματική υγεία μας, είτε θετικό είτε αρνητικό. Διάφορες πρακτικές, όπως ο διαλογισμός, μπορούν να βοηθήσουν να σκέφτεται κανείς θετικά και να μειώσει τις αρνητικές σκέψεις», σημείωσε ο δρ Γκαέλ Σετελά του INSERM και του Πανεπιστημίου της Καέν-Νορμανδίας.

 

 

ΠΗΓΗ:ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μοντέλο επιταχύνει την αναζήτηση φαρμάκων – εμβολίων κατά του κοροναϊού

Η παγκόσμια προσπάθεια ταχείας ανάπτυξης φαρμάκων και εμβολίων για το COVID-19 παρεμποδίστηκε από περιορισμένο αριθμό εργαστηριακών ποντικών που είναι ευαίσθητοι σε μόλυνση με SARS-CoV-2, τον ιό που προκαλεί το COVID-19. Τώρα, οι ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον στο St. Louis αναφέρουν ότι έχουν αναπτύξει ένα μοντέλο ποντικού COVID-19 που αναπαράγει την ασθένεια σε ανθρώπους. Επιπλέον, η ίδια προσέγγιση θα μπορούσε να υιοθετηθεί εύκολα από άλλους επιστήμονες για να επιταχύνει δραματικά τον έλεγχο των πειραματικών θεραπειών και προληπτικών μεθόδων COVID-19.

Το μοντέλο του ποντικιού περιγράφεται σε μια δημοσίευση στο περιοδικό Cell. Εκτός από τη δοκιμή φαρμάκων και εμβολίων, οι επιστήμονες μπορούν να χρησιμοποιήσουν το μοντέλο με ποντίκια που έχουν εκτραφεί για να αναπτύξουν καταστάσεις υγείας όπως η παχυσαρκία, ο διαβήτης ή η χρόνια πνευμονοπάθεια για να διερευνήσουν γιατί μερικοί άνθρωποι αναπτύσσουν απειλητικές για τη ζωή περιπτώσεις COVID-19, ενώ άλλοι αναρρώνουν μόνες τους.

“Υπήρξε μια τεράστια ώθηση για την ανάπτυξη εμβολίων και θεραπευτικών το συντομότερο δυνατό, και δεδομένου ότι τα ζωικά μοντέλα έχουν περιοριστεί, αυτά τα ερευνητικά φάρμακα και εμβόλια έχουν τοποθετηθεί απευθείας στον άνθρωπο και πολλά από αυτά δεν έχουν ξεφύγει”, δήλωσε ο κύριος ερευνητής Michael S. Diamond, MD, Ph.D., ο καθηγητής ιατρικής του Herbert S. Gasser και ειδικός στις ιογενείς λοιμώξεις. “Τα ποντίκια είναι χρήσιμα επειδή μπορείτε να μελετήσετε μεγάλο αριθμό από αυτά και να παρατηρήσετε την πορεία της νόσου και την ανοσοαπόκριση με τρόπο που είναι δύσκολο να γίνει σε ανθρώπους.”

Τα ποντίκια δεν μολύνονται φυσικά με τον ιό που προκαλεί το COVID-19. Για να μολύνει άτομα, ο ιός προσκολλάται σε μια πρωτεΐνη που ονομάζεται ένζυμο μετατροπής αγγειοτενσίνης-2 (ACE2) στην επιφάνεια των κυττάρων στην αναπνευστική οδό. Αλλά η ανθρώπινη πρωτεΐνη ACE2 είναι διαφορετική από την πρωτεΐνη ACE2 ποντικού και ο ιός δεν μπορεί να προσκολληθεί στην έκδοση του ποντικιού.

Ο ιός που προκάλεσε την επιδημία SARS το 2003 σχετίζεται στενά με αυτόν που προκαλεί την πανδημία COVID-19, και ο ιός SARS μολύνει επίσης κύτταρα με την προσκόλληση στην ανθρώπινη πρωτεΐνη ACE2. Κατά τη διάρκεια της επιδημίας SARS, οι ερευνητές δημιούργησαν ένα στέλεχος γενετικά τροποποιημένων ποντικών με την ανθρώπινη πρωτεΐνη ACE2, ώστε να μπορούν να μελετήσουν το SARS.

Ωστόσο, μετά το τέλος της επιδημίας, το ενδιαφέρον για το SARS μειώθηκε και οι αποικίες των ποντικών έκλεισαν. Η εμφάνιση του COVID-19 νωρίτερα αυτό το έτος προκάλεσε μια ξέφρενη βιασύνη να αρχίσει ξανά την αναπαραγωγή των ποντικών, αλλά ακόμη και τώρα δεν υπάρχουν σχεδόν αρκετά ποντίκια για όλους τους ερευνητές που θέλουν να μελετήσουν την ασθένεια και να δοκιμάσουν πιθανά εμβόλια και θεραπευτικά.

 

 

Πηγή: https://www.healthweb.gr/

Biogen: Θετικά δεδομένα στη θεραπεία «έκπληξη» για τον Λύκο

Την πληρέστερη εικόνα αποτελεσματικότητας ενός νέου φαρμάκου σε ασθενείς με Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο (ΣΕΛ) -συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων ασφαλείας-παρουσίασε η φαρμακευτική επιχείρηση Biogen στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Ρευματολογίας (EULAR).

Τον περασμένο Δεκέμβριο, η Biogen παρουσίασε μια «θετική έκπληξη» για το υποψήφιο φάρμακο κατά του Συστηματικού Ερυθηματώδη Λύκου (ΣΕΛ) όταν και οι τρεις δόσεις ξεπέρασαν το εικονικό φάρμακο -ως προς τη βελτίωση των δερματικών συμπτωμάτων της νόσου- σε δοκιμή Φάσης 2.

Σύμφωνα με τα πρώτα δεδομένα που παρουσιάστηκαν από την Biogen και οι τρεις δόσεις του φαρμάκου -50 mg, 150 mg και 450 mg- πέτυχαν βελτίωση των συμπτωμάτων της νόσου στο δέρμα. Η μελέτη έγινε σε 132 ασθενείς με Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο (ΣΕΛ).

Για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων χρησιμοποιήθηκε ο δείκτης σοβαρότητας της νόσου -Cutaneous Lupus Erythematosus Disease Area and Severity Index Activity (CLASI-A)- που αποτελεί μέτρο αξιολόγησης των συμπτωμάτων του δέρματος. Δηλαδή, κοκκίνισμα, απολέπιση και αλωπεκία ή απώλεια μαλλιών. Μετά από 16 εβδομάδες θεραπείας, οι ασθενείς σε καθεμία από τις δόσεις σημείωσαν βαθμολογία CLASI-A κατά 39%, 48% και 43%, σε σύγκριση με το 15% για το εικονικό φάρμακο.

Αποτελέσματα και αξιολογήσεις για τον Λύκο

Σχεδόν το ένα τέταρτο των ασθενών που έλαβαν την υψηλότερη δόση (23%) είχαν 50% μεγαλύτερη μείωση στη βαθμολογία CLASI-A. Τα αναλυτικά στοιχεία της μελέτης παρουσιάστηκαν στο διαδικτυακό Ευρωπαϊκό Συνέδριο Ρευματολογίας (EULAR). Οι χαμηλότερες δόσεις έδειξαν επίσης κάποια επίδραση. Οι περισσότεροι ασθενείς σε αυτές τις ομάδες σημείωσαν πτώση κατά 50% ή ακόμα μεγαλύτερη μείωση στη βαθμολογία του CLASI-A.

Οκτώ ασθενείς που έλαβαν το υπό ανάπτυξη φάρμακο BIIB059 εγκατέλειψαν τη μελέτη λόγω παρενεργειών. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ήπιες ή μέτριες. Ένα ελαφρώς χαμηλότερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν BIIB059 ανέφεραν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, σε σχέση με εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Συγκεκριμένα, το 7% έναντι του 9% της δεύτερης περίπτωσης.

Τα νεότερα δεδομένα προέρχονται από ασθενείς με Λύκο, των οποίων η ασθένεια περιορίζεται στο δέρμα τους. Ωστόσο, η μελέτη LILAC εξετάζει το φάρμακο και σε ασθενείς με Συστηματικό Λύκο (ΣΕΛ), που επηρεάζει διάφορα όργανα. Συμπεριλαμβανομένων των νεφρών, του νευρικού συστήματος και του εγκεφάλου. Η Biogen θα αποκαλύψει τα τελικά αποτελέσματα σε προσεχή ιατρική συνάντηση.

Η Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) δεν έχει εγκρίνει νέο φάρμακο για τον Λύκο, πλην του Benlysta της GlaxoSmithKline το 2011.

 

 

Πηγή: https://www.healthpharma.gr

Γονίδιο από τους Νεάντερταλ ενισχύει τη γονιμότητα στις γυναίκες

Ερευνα έδειξε ότι μια στις 3 γυναίκες στην Ευρώπη κληρονόμησε τον υποδοχέα προγεστερόνης από τους Νεάντερταλ, γονιδιακή ποικιλομορφία που συνδέεται με καλύτερη γονιμότητα.

Δεν είναι σαφές ακόμα γιατί ο τοκετός ορισμένων εγκύων έχει μεγάλη διάρκεια και ορισμένες διατρέχουν κίνδυνο στον τοκετό. Επίσης ορισμένες συλλαμβάνουν γρήγορα ενώ για άλλες απαιτούνται χρόνια.

Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται σε γονίδιο που κληρονομήθηκε από τους Νεάντερταλ, που έζησαν στην Ευρασία μέχρι πριν 40.000 χρόνια.

Ερευνητές του Max Planck Institute for Evolutionary Anthropology στη Γερμάνια και του Karolinska Institutet ανακάλυψαν σχέση μεταξύ κληρονομικού υποδοχέα  προγεστερόνης από τους Νεάντερταλ και αυξημένης γονιμότητας, λιγότερων αποβολών και λιγότερης αιμορραγίας στην αρχή της εγκυμοσύνης.

Η προγεστερόνη παίζει αναγκαίο ρόλο στη διατήρηση των αρχικών σταδίων της κύησης.

Μια από τις αναγκαίες λειτουργίες της είναι η σκλήρυνση του τοιχώματος της μήτρας. Όταν το τοίχωμα του ενδομητρίου εμπλουτίζεται, προετοιμάζεται να λάβει και να θρέψει γονιμοποιημένο ωάριο.

Ένας από τους απαραίτητους ρόλους του πλακούντα είναι να παράγει την προγεστερόνη που χρειάζεται για τη διατήρηση της κύησης.

Τα επίπεδα προγεστερόνης παραμένουν αυξημένα στην εγκυμοσύνη, βοηθώντας το έμβρυο να είναι βιώσιμο.

Όσες έχουν χαμηλά επίπεδα προγεστερόνης στην κύηση μπορεί ενδεχομένως να αποβάλουν και να αιμορραγούν στο πρώτο τρίμηνο.

Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο Molecular Biology and Evolution, έδειξε ότι μια στις 3 γυναίκες στην Ευρώπη κληρονόμησε τον υποδοχέα προγεστερόνης από τους Νεάντερταλ , γονιδιακή ποικιλομορφία που συνδέεται με καλύτερη γονιμότητα, λιγότερες αποβολές και λιγότερες κυήσεις υψηλού κίνδυνου.

Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η γονιδιακή ποικιλομορφία των Νεάντερταλ έχει φτάσει σε συχνότητα 20% σε μη Αφρικανές και έχει συνδεθεί με πρόωρο τοκετό.

Οι ερευνητές έδειξαν ότι μία από τις παρανοηματικές υποκαταστάσεις εμφανίζεται σταθερή στους Νεάντερταλ.
Ανακάλυψαν επίσης ότι 2 απλότυποι Νεάντερταλ που φέρουν τον υποδοχέα προγεστερόνης έφθασαν ως το σύγχρονο ανθρώπινο πληθυσμό.

Σήμερα, ορισμένες γυναίκες φέρουν το γονίδιο που εκφράζει υψηλότερα επίπεδα του υποδοχέα

Ο Hugo Zeberg, δήλωσε ότι ο υποδοχέας προγεστερόνης είναι παράδειγμα του πώς ευνοϊκές γενετικές ποικιλομορφίες που εισήχθησαν στους συγχρόνους ανθρώπους με μείξη με Νεάντερταλ μπορεί να έχει επίδραση στους ανθρώπους που ζουν σήμερα.

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία 450.000 ανθρώπων. Από αυτούς 244.000 ήταν γυναίκες. Ανακάλυψαν ότι μια στις 3 γυναίκες στην Ευρώπη έχει τον υποδοχέα προγεστερόνης.

Στο μεταξύ, 29% φέρουν ένα αντίγραφο του υποδοχέα Νεάντερταλ και 3% έχουν 2 αντίγραφα.

Το ποσοστό γυναικών που κληρονόμησαν το γονίδιο είναι περίπου 10 φορές μεγαλύτερο από τα περισσότερα γονίδια Νεάντερταλ. Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η ποικιλομορφία Νεάντερταλ του υποδοχέα έχει θετική επίδραση στη γονιμότητα.

Η έρευνα έδειξε επίσης ότι γυναίκες που φέρουν την ποικιλομορφία τείνουν να έχουν λιγότερες αποβολές, γεννούν περισσότερα παιδιά, μένουν πιο εύκολα έγκυες και έχουν λιγότερες αιμορραγίες. Η ομάδα επίσης πραγματοποίησε μοριακές αναλύσεις και ανακάλυψε ότι γυναίκες παράγουν περισσότερους υποδοχείς προγεστερόνης στα κύτταρα δύοντας αυξημένη ευαισθησία στην προγεστερόνη

Ως αποτέλεσμα, αυτές οι γυναίκες προστατεύονται από αιμορραγία και αποβολές.

 

 

Πηγή: https://www.iatronet.gr/

Θεραπεία με αντισώματα κατά του COVID-19 στο «μικροσκόπιο» των ερευνητών

Την πρώτη κλινική μελέτη παγκοσμίως για δυνητική θεραπεία με ανθρώπινα αντισώματα κατά της νόσου COVID-19, ανακοίνωσε η Lilly.

Μια θεραπεία κατά του COVID-19 που αξιοποιεί ανθρώπινα αντισώματα εξετάζει η φαρμακευτική εταιρεία Lilly. Η εταιρεία ανακοίνωση την έναρξη της πρώτης φάσης των κλινικών μελετών, σε ασθενείς σε ιατρικά κέντρα των Η.Π.Α.

Στις αρχές Φεβρουαρίου ελήφθη δείγμα αίματος από έναν εκ των πρώτων ασθενών που ανέκαμψαν από την COVID-19. Εντός μόλις μιας εβδομάδας από τη λήψη του αίματος, η AbCellera η εταιρεία με την οποία η Lilly έχει συνάψει συνεργασία για την ανάπτυξη αντισωμάτων για την πρόληψη και τη θεραπεία της νόσου COVID-19, εξέτασε πάνω από 5 εκατομμύρια κύτταρα του ανοσολογικού συστήματος! Αναζητούσε αυτά που παρήγαγαν τα λειτουργικά αντισώματα και βοήθησαν τον ασθενή να εξουδετερώσει τον ιό και να ανακάμψει από τη νόσο.

Από την προσπάθεια αυτή είχαν εντοπιστεί πάνω από 500 μοναδικές αλληλουχίες ανθρώπινων αντισωμάτων κατά του ιού SARS-CoV-2 οι οποίες ελέγχθηκαν, ώστε να βρεθούν οι πιο αποτελεσματικές για την εξουδετέρωση του ιού.

Οι επιστήμονες της Lilly ανέπτυξαν ταχύτατα τη νέα αυτή θεραπεία αντισωμάτων μέσα σε 3 μόλις μήνες και τώρα ξεκινά η πρώτη μελέτη του φαρμάκου σε ασθενείς σε μεγάλα ιατρικά κέντρα των Η.Π.Α.
Αυτή η ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη φάσης 1, θα αξιολογήσει την ασφάλεια της νέας θεραπείας σε νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19, ενώ τα αποτελέσματα αναμένονται στο τέλος Ιουνίου.

Αν από την πρώτη αυτή μελέτη σε ανθρώπους φανεί ότι το αντίσωμα μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια, τότε η Lilly θα προχωρήσει άμεσα σε μελέτες φάσης 2 για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητα της θεραπείας σε μη νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19. Ταυτόχρονα με τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας της θεραπείας θα ξεκινήσει παραγωγή της θεραπείας σε μεγάλη κλίμακα, ώστε να είναι δυνατή η διάθεση πολλών εκατοντάδων χιλιάδων δόσεων έως το τέλος του έτους.

Η συνεργασία Lilly και AbCellera αξιοποιεί την πλατφόρμα ταχείας πανδημικής απόκρισης της AbCellera και τις δυνατότητες που διαθέτει η Lilly σε παγκόσμιο επίπεδο για την ταχεία ανάπτυξη, παραγωγή και διακίνηση θεραπευτικών αντισωμάτων.

Περισσότερες ερευνητικές προσπάθειες της Lilly

Πέραν αυτής της προσπάθειας, στις αρχές Απριλίου, η Lilly σύναψε συμφωνία με το Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργίας και Λοιμωδών Νοσημάτων (NIAID, τμήμα των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας NIH των ΗΠΑ), με στόχο να μελετηθεί σε έναν από τους βραχίονες της μελέτης Adaptive του NIAID για την COVID-19, ένα φαρμακευτικό μόριο της Lilly ήδη εγκεκριμένο για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Η μελέτη διερευνά την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του μορίου αυτού ως πιθανή συνδυαστική θεραπεία για νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19.

Επίσης η Lilly προχώρησε και ένα ερευνητικό μόριο, ένα μονοκλωνικό αντίσωμα έναντι της αγγειοποιητίνης 2 (Ang2), σε μελέτη φάσης 2 σε νοσηλευόμενους ασθενείς με πνευμονία λόγω COVID-19. Η μελέτη ερευνά εάν ασθενείς που λαμβάνουν το φάρμακο εμφανίζουν μειωμένες ανάγκες για μηχανική αναπνευστική υποστήριξη.

Τέλος στις αρχές Μαΐου, η Lilly ανακοίνωσε μία ακόμα συνεργασία για την από κοινού ανάπτυξη αντισωμάτων για την πρόληψη & αντιμετώπιση της νόσου COVID-19, αυτή τη φορά με την Junshi Biosciences μια βιοφαρμακευτική εταιρεία με έδρα την Κίνα, που ειδικεύεται στην ανακάλυψη & ανάπτυξη νέων θεραπειών.

Η Junshi Biosciences ξεκίνησε μία από τις πρώτες προσπάθειες ανάπτυξης πολλαπλών αντισωμάτων εξουδετέρωσης του ιού και προχώρησε με σημαντικό προβάδισμα σε κλινικές δοκιμές ήδη από το δεύτερο τρίμηνο του έτους. Η συνεργασία με την Lilly δίνει τη δυνατότητα επιτάχυνσης της κλινικής έρευνας και τα αποτελέσματα αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την επιστημονική κοινότητα.

 

 

Πηγή: https://www.news4health.gr/

Eρευνα ενοχοποιεί τα ηρεμιστικά πριν την εγκυμοσύνη για την εξωμήτριο κύηση

Οι γυναίκες που, προτού μείνουν έγκυες, παίρνουν βενζοδιαζεπίνες, μια συχνά συνταγογραφούμενη κατηγορία φαρμάκων με ηρεμιστική, αγχολυτική και υπνωτική δράση, κινδυνεύουν περισσότερο να εμφανίσουν έκτοπη (εξωμήτρια) κύηση, σύμφωνα με μια νέα μεγάλη αμερικανική επιστημονική έρευνα.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Ελίζαμπεθ Γουόλ-Γουίλερ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ της Καλιφόρνια, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό “Human Reproduction” της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Αναπαραγωγής και Εμβρυολογίας, ανέλυσαν στοιχεία για σχεδόν 1,67 εκατομμύρια κυήσεις γυναικών ηλικίας 15 έως 44 ετών. Από αυτές, το 1% των γυναικών είχαν κάνει χρήση τουλάχιστον δύο συνταγών για βενζοδιαζεπίνες κατά τις προηγούμενες 90 μέρες πριν τη σύλληψη του παιδιού τους, ενώ συνολικά 30.046 κυήσεις (περίπου το 2%) ήσαν έκτοπες.
Υπολογίστηκε ότι ο κίνδυνος έκτοπης κύησης, κατά την οποία το έμβρυο αρχίζει να αναπτύσσεται έξω από τη μήτρα, συνήθως στις σάλπιγγες, είναι 50% μεγαλύτερος για τις έγκυες που έχουν πριν τη σύλληψη πάρει τα εν λόγω ηρεμιστικά φάρμακα για τουλάχιστον δέκα μέρες.
Οι έκτοπες κυήσεις είναι περίπου το 1% έως 2% των συνολικών κυήσεων κάθε χρόνο και ευθύνονται για το 6% έως 13% των θανάτων που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη, κυρίως λόγω αιμορραγίας κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Επίσης η εξωμήτρια κύηση μπορεί να προκαλέσει άλλες σοβαρές επιπλοκές και υπογονιμότητα. Οι λοιμώξεις, το κάπνισμα, η προχωρημένη ηλικία, η χρήση αναπαραγωγικής τεχνικής κ.α. αποτελούν παράγοντες κινδύνου για έκτοπες κυήσεις, όμως στις μισές περίπου περιπτώσεις η αιτία παραμένει άγνωστη.
Ήταν ήδη γνωστό ότι η χρήση βενζοδιαζεπινών κατά την εγκυμοσύνη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για αποβολή, προβλήματα στον τοκετό και στην ανάπτυξη του μωρού. Η νέα μελέτη, στην οποία συμμετείχε η Ελληνο-αμερικανίδα αναπληρώτρια καθηγήτρια ψυχιατρικής Θάλεια Ρομπάκη της Ιατρικής Σχολής του Όρους Σινά στη Νέα Υόρκη, προσθέτει και τον κίνδυνο έκτοπης κύησης, χωρίς πάντως να αποδεικνύει ότι οι ίδιες οι βενζοδιαζεπίνες αποτελούν την αιτία.
“Για γυναίκες με άγχος και αϋπνία, οι βενζοδιαζεπίνες μπορεί να αποτελούν σημαντικό μέρος της θεραπείας τους, όμως πολλά πράγματα παραμένουν άγνωστα για το πόσο ασφαλής είναι η χρήση αυτών των φαρμάκων από τις έγκυες. Η νέα μελέτη δείχνει ότι οι γυναίκες που κάνουν χρήση βενζοδιαζεπινών όταν μένουν έγκυες, κινδυνεύουν περισσότερο να έχουν έκτοπη κύηση”, ανέφερε η δρ Γουόλ-Γουίλερ.
Οι ερευνήτριες τόνισαν ότι, σε περίπτωση χρήσης βενζοδιαζεπινών πριν τη σύλληψη, οι έγκυες πρέπει να κάνουν όσο γίνεται πιο νωρίς υπέρηχο και τεστ αίματος για να διαπιστωθεί γρήγορα τυχόν έκτοπη κύηση, καθώς πολλές γυναίκες δεν ξέρουν αν έχουν εξωμήτρια κύηση, εωσότου αρχίσουν να νιώθουν πόνους και άλλες επιπλοκές.
Οι βενζοδιαζεπίνες περιλαμβάνουν τις εξής δραστικές ουσίες: alprazolam, chlordiazepoxide, clobazam, clonazepam, clorazepate, diazepam, estazolam, flurazepam, lorazepam, oxazepam, quazepam, temazepam και triazolam.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πηγή:https://medlabgr.blogspot.com/