Πώς ο WHO αποφασίζει ποιοι παθογόνοι παράγοντες μπαίνουν σε «πρώτη γραμμή» πριν επόμενη πανδημία

Όταν μια νέα επιδημία εμφανίζεται, η επιστημονική κοινότητα δεν έχει την πολυτέλεια να ξεκινήσει την έρευνα από το μηδέν. Η ανάπτυξη ενός εμβολίου, μιας διαγνωστικής εξέτασης ή μιας θεραπείας μπορεί να απαιτήσει χρόνια, ενώ ένας νέος παθογόνος παράγοντας μπορεί να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Γι’ αυτό ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) προσπαθεί να προετοιμάσει το έδαφος πριν από την επόμενη υγειονομική κρίση. Το ερώτημα είναι: ποια από τα χιλιάδες παθογόνα που μπορούν να προκαλέσουν νόσο στον άνθρωπο αξίζει να μπουν πρώτα στη λίστα της έρευνας;

Η απάντηση δεν είναι απλώς «ποιο είναι το πιο θανατηφόρο». Ο WHO χρησιμοποιεί μια διαδικασία αξιολόγησης κινδύνου, στο πλαίσιο του R&D Blueprint, ώστε οι περιορισμένοι πόροι για έρευνα και ανάπτυξη να κατευθύνονται σε παθογόνους παράγοντες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρή διεθνή υγειονομική κρίση. Δεν είναι πρόβλεψη της επόμενης πανδημίας.

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία που χρειάζεται να ξεκαθαρίσει ένας explainer είναι ότι η λίστα του WHO δεν αποτελεί πρόβλεψη για το ποιος ιός θα προκαλέσει την επόμενη πανδημία.

Ούτε σημαίνει ότι τα παθογόνα που βρίσκονται στη λίστα είναι τα μοναδικά επικίνδυνα.

Η λογική είναι διαφορετική: ο WHO προσπαθεί να εντοπίσει εκείνες τις ασθένειες για τις οποίες υπάρχει συνδυασμός υψηλού κινδύνου και σημαντικών κενών στην επιστημονική και ιατρική προετοιμασία.

Με απλά λόγια, η ερώτηση είναι περίπου: «Αν αυτό το παθογόνο προκαλούσε αύριο μια μεγάλη επιδημία, πόσο σοβαρό θα ήταν το πρόβλημα και πόσο καλά προετοιμασμένοι θα ήμασταν για να το αντιμετωπίσουμε;»

Τα δύο βασικά φίλτρα αξιολόγησης του WHO

Στην αξιολόγηση του WHO έχουν ιδιαίτερη σημασία δύο παράγοντες.

Πρώτον, η επιδημική δυναμική ενός παθογόνου. Δηλαδή, κατά πόσο μια ασθένεια έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει μεγάλες ή διεθνείς επιδημίες.

Δεύτερον, τα διαθέσιμα αντίμετρα. Υπάρχουν αποτελεσματικά εμβόλια; Υπάρχουν θεραπείες; Μπορεί η νόσος να διαγνωστεί γρήγορα και αξιόπιστα; Ή υπάρχουν σημαντικά κενά που θα δυσκόλευαν την αντιμετώπισή της σε μια έκτακτη κατάσταση;

Έτσι, ένας παθογόνος παράγοντας μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα σημαντικός για έρευνα όχι μόνο επειδή είναι επικίνδυνος, αλλά και επειδή δεν διαθέτουμε επαρκή εργαλεία για να τον αντιμετωπίσουμε.

Ποιοι ιοί βρίσκονται σήμερα στη λίστα του WHO

Στην τρέχουσα λίστα προτεραιοτήτων του WHO περιλαμβάνονται η COVID-19, ο αιμορραγικός πυρετός Crimean-Congo, η νόσος από τον ιό Ebola και η νόσος Marburg, ο πυρετός Lassa, οι MERS-CoV και SARS, οι νόσοι από Nipah και henipaviruses, ο πυρετός Rift Valley, ο Zika, καθώς και η περίφημη «Disease X».

Η παρουσία της COVID-19 στη λίστα έχει προφανή εξήγηση: η πανδημία έδειξε στην πράξη πόσο γρήγορα ένας αναπνευστικός ιός μπορεί να μετατραπεί σε παγκόσμια κρίση.

Άλλες ασθένειες, όπως ο Ebola και ο Marburg, συνδέονται με σοβαρή νόσηση και υψηλή θνητότητα, ενώ για ορισμένες από τις υπόλοιπες υπάρχει ανησυχία λόγω της δυνατότητας εξάπλωσης και των περιορισμένων διαθέσιμων αντιμέτρων.

Η λίστα, ωστόσο, δεν είναι στατική. Ο WHO την επανεξετάζει και την επικαιροποιεί όταν αλλάζουν τα επιστημονικά δεδομένα, οι ανάγκες δημόσιας υγείας ή η ίδια η μεθοδολογία αξιολόγησης.

Και τι ακριβώς κάνει ο WHO αφού επιλέξει τις προτεραιότητες;

Η διαδικασία δεν σταματά στη δημιουργία μιας λίστας.

Για κάθε προτεραιότητα, ο WHO επιδιώκει να οργανώσει ένα R&D roadmap: έναν οδικό χάρτη που προσδιορίζει τι χρειάζεται να γίνει σε επίπεδο έρευνας και ανάπτυξης.

Ο στόχος είναι να μη βρεθεί η επιστημονική κοινότητα, όταν ξεσπάσει μια νέα επιδημία, να ψάχνει από την αρχή για βασικά εργαλεία. Η προετοιμασία μπορεί να αφορά την ανάπτυξη και αξιολόγηση εμβολίων, θεραπειών και διαγνωστικών εργαλείων, αλλά και τη δημιουργία γνώσης και τεχνολογικών πλατφορμών που μπορούν να προσαρμοστούν γρήγορα σε έναν νέο παθογόνο παράγοντα.

Εδώ βρίσκεται και μια από τις σημαντικότερες ιδέες πίσω από το R&D Blueprint: δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε σήμερα ποιος ακριβώς θα είναι ο επόμενος ιός για να προετοιμαστούμε για αυτόν.

Το «Disease X» είναι ακριβώς αυτή η ιδέα

Το πιο παράξενο όνομα στη λίστα είναι και ίσως το πιο σημαντικό για να καταλάβει κανείς τη φιλοσοφία του WHO.

Το Disease X δεν είναι ένας συγκεκριμένος ιός ή μια συγκεκριμένη ασθένεια. Είναι ένας τρόπος να περιγραφεί το ενδεχόμενο μιας σοβαρής διεθνούς επιδημίας που θα προκληθεί από έναν παθογόνο παράγοντα ο οποίος σήμερα είναι άγνωστος ως αιτία ανθρώπινης νόσου.

Άρα, η προετοιμασία δεν μπορεί να αφορά μόνο τους ιούς που γνωρίζουμε ήδη.

Η λογική είναι να αναπτυχθούν οριζόντιες επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες που θα μπορούν να αξιοποιηθούν και όταν εμφανιστεί κάτι πραγματικά καινούργιο. Με αυτόν τον τρόπο, η έρευνα για τους γνωστούς παθογόνους παράγοντες λειτουργεί ταυτόχρονα ως προετοιμασία για τον άγνωστο.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της λίστας. Ο WHO δεν προσπαθεί να προβλέψει ποιος θα είναι ο επόμενος πανδημικός ιός. Προσπαθεί να μειώσει τον χρόνο που θα χρειαστούμε για να αντιδράσουμε όταν αυτός εμφανιστεί.

 

 

Πηγη: https://medicalmanage.gr/

Σε δημόσια διαβούλευση το ν/σ του υπουργείου Υγείας για την Ψυχική Υγεία

Σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση δόθηκε το σχέδιο νόμου του υπουργείου Υγείας που επιχειρεί να βάλει τάξη και στο ζήτημα των ψυχολόγων. Το νομοσχέδιο έχει τίτλο: «Σύσταση και Οργάνωση Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία “Πανελλήνιος Σύλλογος Ψυχολόγων” – Σύσταση Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας – Σύσταση Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχιατροδικαστικής – Ρυθμίσεις για την Άσκηση του Νοσηλευτικού Επαγγέλματος και άλλες διατάξεις».

Μεταξύ άλλων το νομοσχέδιο προβλέπει:

β) ο καθορισμός των επαγγελματικών δικαιωμάτων των ψυχολόγων και

γ) η θέσπιση ενός σύγχρονου Κώδικα Ηθικής και Δεοντολογίας Ψυχολόγων, ο οποίος καλύπτει ζητήματα επαγγελματικής προβολής και χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με εγγυήσεις προστασίας των ληπτών των υπηρεσιών.

Επίσης στη 2η ενότητα περιλαμβάνει:

α) Η σύσταση Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας,

γ) ο καθορισμός των αρμοδιοτήτων τους και η ρύθμιση του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας τους.

Το τρίτο μέρος αφορά ρυθμίσεις του νοσηλευτικού επαγγέλματος, όπως:

α) Η συμπλήρωση και επικαιροποίηση της ρύθμισης του αδικήματος της αντιποίησης του νοσηλευτικού επαγγέλματος,

β) η διεύρυνση του θεσμού και του έργου του κλινικού εκπαιδευτή,

δ) η εισαγωγή διακριτών ειδικοτήτων για τους νοσηλευτές και τους βοηθούς νοσηλευτών που υπηρετούν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Επίσης το σχέδιο νόμου ρυθμίζει ζητήματα αρμοδιότητας του υπουργείου Υγείας επ’ ωφελεία του κοινωνικού συνόλου.

Το σχέδιο νόμου, θα παραμείνει σε δημόσια διαβούλευση έως και την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026.

 

 

Πηγη: https://www.insider.gr/

Ο ΠΟΥ προειδοποιεί ότι ένας στους τέσσερις γιατρούς διεθνώς είναι κοντά στη συνταξιοδότηση

Συναγερμό για το επερχόμενο χάσμα στο παγκόσμιο ιατρικό προσωπικό λόγω της μαζικής συνταξιοδότησης των γιατρών που υπηρετούν τα συστήματα υγείας διεθνώς, αποστέλλει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε ο ΠΟΥ και περιλαμβάνονται στους Εθνικούς Λογαριασμούς Εργατικού Δυναμικού στον τομέα της υγείας: Επίπεδα και τάσεις του εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας 2026, ένας στους τέσσερις γιατρούς διεθνώς βρίσκεται κοντά σε ηλικία συνταξιοδότησης και η αποχώρησή τους θα δημιουργήσει κλυδωνισμούς με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού στα συστήματα υγείας.

Οι εθνικοί λογαριασμοί εργατικού δυναμικού αποτελούν την πρώτη έκθεση σε μια ετήσια σειρά εκθέσεων που προσφέρουν την πιο ολοκληρωμένη παγκόσμια εικόνα των επιπέδων, των τάσεων και των προκλήσεων του εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας, με βάση επίσημα δεδομένα ανά χώρα που κοινοποιούνται μέσω των Εθνικών Λογαριασμών Εργατικού Δυναμικού στον τομέα της υγείας (NHWA).

Μεσοσταθμική αύξηση των γιατρών που υπηρετούν

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η πυκνότητα του εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας (ιατροί, νοσηλευτικό και μαιευτικό προσωπικό, οδοντίατροι και φαρμακοποιοί) έχει αυξηθεί κατά 52% παγκοσμίως, από 44,8 γιατρούς ανά 10.000 κατοίκους το 2006 σε 67,9 γιατρούς το 2025. Σήμερα υπάρχουν περισσότεροι από 70 εκατομμύρια εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας και της περίθαλψης παγκοσμίως.

Ωστόσο, αυτή η παγκόσμια βελτίωση αποτελεί την κορυφή ενός παγόβουνου που καλύπτει τις βαθιές ανισότητες οι οποίες εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ χωρών και περιοχών. Για παράδειγμα, η πυκνότητα των ιατρών είναι 13 φορές υψηλότερη και η πυκνότητα των νοσηλευτών και του μαιευτικού προσωπικού είναι έξι φορές υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια του ΠΟΥ από ό,τι στην Αφρικανική Περιφέρεια του ΠΟΥ. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και η άνιση κατανομή συνεχίζουν να περιορίζουν την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες υγείας για πολλούς ανθρώπους.

«Παρά τα κέρδη στην παραγωγή εργατικού δυναμικού και την αναφορά δεδομένων, οι άνισες και σοβαρές ελλείψεις εργαζομένων στον τομέα της υγείας και της περίθαλψης παραμένουν, και η πυκνότητα των εργαζομένων στον τομέα της υγείας παραμένει έντονα συσχετισμένη με το εθνικό εισόδημα», εξήγησε ο Δρ. Κλάσουμ Ντιαλό (Khassoum Diallo) Αναπληρωτής Επικεφαλής Μονάδας Πολιτικών και Δεδομένων Εργατικού Δυναμικού στον Τομέα της Υγείας, στην Ακαδημία του ΠΟΥ. «Η αντιμετώπιση αυτών των ανισοτήτων είναι απαραίτητη για την επίτευξη της Υγείας για Όλους», πρόσθεσε.

Στις εύπορες χώρες ένας στους τρεις γιατρούς είναι κοντά στη συνταξιοδότηση

Η έκθεση αποκαλύπτει ότι σχεδόν ένας στους τέσσερις γιατρούς κατά μέσο όρο είναι άνω των 55 ετών και θα συνταξιοδοτηθεί την επόμενη δεκαετία (βάσει των τελευταίων διαθέσιμων δεδομένων από 122 χώρες). Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, αυτό αυξάνεται σε σχεδόν έναν στους τρεις γιατρούς. Εξήντα επτά χώρες δεν θα έχουν αρκετούς εργαζόμενους στον τομέα της υγείας για να καλύψουν τις ανάγκες υγείας του πληθυσμού έως το 2030.

«Η γήρανση είναι η κρυφή κρίση του εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας που απαιτεί επείγουσα προσοχή. Δημιουργεί διπλή πίεση στα συστήματα υγείας, κυρίως στις χώρες υψηλού εισοδήματος. Γνωρίζουμε ότι τα καλύτερα δεδομένα οδηγούν σε καλύτερες πολιτικές και αυτά τα ευρήματα ενισχύουν τη σημασία της δράσης που επικεντρώνεται στο μέλλον για την ενίσχυση του σχεδιασμού, της εκπαίδευσης, της απασχόλησης και της διατήρησης του εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας» τόνισε ο Δρ. Ντιαλό.

Το 2030, οι υπηρεσίες υγείας διεθνώς θα αντιμετωπίζουν ελλείψεις 11,1 εκατ. εργαζομένων

Κάθε έκθεση, εκτός από την αναφορά των ετήσιων επιπέδων και τάσεων του εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας, θα περιλαμβάνει μια θεματική εστίαση. Η πρώτη έκθεση εξετάζει τις επιπτώσεις τόσο της γήρανσης του πληθυσμού όσο και της γήρανσης των εργαζομένων στον τομέα της υγείας για τις μελλοντικές ανάγκες του εργατικού δυναμικού. Σε ορισμένες χώρες, η γήρανση των εργαζομένων στον τομέα της υγείας εντείνει την έλλειψη εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας, η οποία προβλέπεται να φτάσει τα 11,1 εκατομμύρια εργαζόμενους στον τομέα της υγείας παγκοσμίως έως το 2030, ενώ η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τη ζήτηση για υπηρεσίες.

Περισσότερο από το 90% των κρατών μελών του ΠΟΥ ανέφεραν ενεργά δεδομένα για το εργατικό δυναμικό στον τομέα της υγείας το 2025. Συνολικά, η διαθεσιμότητα δεδομένων για το εργατικό δυναμικό στον τομέα της υγείας έχει σχεδόν 20πλασιαστεί από την έναρξη της NHWA το 2017. Αυτό υπογραμμίζει την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην ενίσχυση των συστημάτων πληροφοριών του εργατικού δυναμικού στον τομέα της υγείας.

«Η επένδυση στο εργατικό δυναμικό στον τομέα της υγείας και της περίθαλψης είναι απαραίτητη για την ενίσχυση των συστημάτων υγείας, τη διαφύλαξη της ασφάλειας της υγείας και την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης», δήλωσε ο Δρ Ντιαλό.

 

 

Πηγη: https://www.insider.gr/

Πάνω από 50% η μείωση των γεννήσεων σε 6 νομούς της Ελλάδας – Ποιο νησί αντιστέκεται στην υπογεννητικότητα

Αντιμέτωπη με μια βαθιά και διαρκώς εντεινόμενη δημογραφική αλλαγή βρίσκεται η Ελλάδα. Η μείωση των γεννήσεων έχει ιδιαίτερα έντονο αποτύπωμα στην περιφέρεια, με τα στοιχεία να καταγράφουν μια μακρά πορεία υποχώρησης της γεννητικότητας που συνοδεύεται από γήρανση του πληθυσμού και αύξηση των θανάτων, σύμφωνα με νεότερα στοιχεία του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών.

Από περίπου 148.000 γεννήσεις κατά μέσο όρο την περίοδο 1979-1980, η χώρα έφτασε μόλις στις 67.000 το 2024-2025. Την ίδια στιγμή, η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού αυξήθηκε σχεδόν κατά έξι χρόνια, από τα 26,2 στα 32,2 έτη. Η πτωτική τάση ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και, με εξαίρεση την περίοδο 2003-2009, συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η μελανή εικόνα σε ό,τι αφορά στη μείωση του πληθυσμού δεν είναι ίδια σε ολόκληρη τη χώρα. Μεταξύ 2009 και 2024 οι γεννήσεις μειώθηκαν πανελλαδικά κατά 42%, από 117.440 σε 68.310. Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, τη Θεσπρωτία, τα Γρεβενά, τη Φθιώτιδα, την Κοζάνη, την Ευρυτανία και τη Φλώρινα, η μείωση ξεπέρασε το 50%. Αντίθετα, σε αρκετές νησιωτικές περιοχές η υποχώρηση των γεννήσεων είναι σαφώς μικρότερη, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο περιορίστηκε κάτω από 15%.

Καθοριστικό ρόλο έχει διαδραματίσει η μείωση της διαγενεακής γονιμότητας. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, ενώ για όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 ο αριθμός αυτός περιορίστηκε σε λιγότερα από 1,5. Παράλληλα, ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας υποχώρησε από περίπου 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980 σε μόλις 1.240 το 2024-2025.

Αναλυτικότερα, το 2024 αντιστοιχούσαν σε εθνικό επίπεδο 184 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, έναντι 92 το 2009. Σε ορισμένες Περιφερειακές Ενότητες, η αναλογία έφτασε ακόμη και τους 376 θανάτους ανά 100 γεννήσεις. Μόλις πέντε (Θήρας, Μυκόνου, Κω, Νάξου, Ρεθύμνου) από τις 74 Περιφερειακές Ενότητες είχαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους.

Πού οφείλονται οι αποκλίσεις

Οι μεγάλες περιφερειακές αποκλίσεις συνδέονται, σύμφωνα με την ανάλυση, με τρεις βασικούς παράγοντες: τη διαφορετική εξέλιξη της γονιμότητας, τη δημογραφική γήρανση και τις μεταναστευτικές ροές. Περιοχές που συγκράτησαν ή προσέλκυσαν νεότερους κατοίκους εμφανίζουν ηπιότερες απώλειες, ενώ εκείνες που έχασαν μεγάλο μέρος του νεανικού τους πληθυσμού αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα λιγότερες γεννήσεις και περισσότερους θανάτους.

Με βάση τα παραπάνω, φαίνεται ότι το δημογραφικό πρόβλημα δεν εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ο χάρτης της χώρας αλλάζει, με τη δημογραφική συρρίκνωση να πλήττει εντονότερα περιοχές που συνδυάζουν χαμηλή γονιμότητα, γήρανση και απώλεια πληθυσμού.

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Η Ελλάδα στην 9η θέση παγκοσμίως σε αριθμό εθελοντών δοτών μυελού των οστών

Μια σημαντική θέση στην παγκόσμια κατάταξη κατακτά η Ελλάδα, καθώς περισσότεροι από 306.000 άνθρωποι έχουν εγγραφεί ως εθελοντές δότες μυελού των οστών. Νέες δράσεις ενημέρωσης και εγγραφής πραγματοποιούνται σε όλη τη χώρα

Στην 9η θέση παγκοσμίως σε αριθμό εθελοντών δοτών μυελού των οστών, αναλογικά με τον πληθυσμό της, βρίσκεται πια η Ελλάδα, ανεβαίνοντας θεαματικά στην παγκόσμια κατάταξη.

O Σύλλογος ΟΡΑΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ που ιδρύθηκε το 2012, από την αείμνηστη Μαριάννα Β. Βαρδινογιάννη, πρωτοστατεί στην θεαματική αυτή αύξηση, καθώς, από την ίδρυσή του έως σήμερα, έχει εγγράψει 207.000 εθελοντές δότες μυελού των οστών, περίπου το 70%, δηλαδή, του συνολικού αριθμού των εγγεγραμμένων εθελοντών δοτών στην Ελλάδα (συνολικός αριθμός εθελοντών δοτών στην Ελλάδα: 306.130).

Με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Εθελοντή Δότη Μυελού των Οστών και τα ενθαρρυντικά αυτά η στοιχεία, η Πρόεδρος του Συλλόγου ΟΡΑΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ κυρία Χριστιάννα Β. Βαρδινογιάννη δήλωσε: «Ο Σύλλογος ΟΡΑΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ, σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εθελοντών Δοτών Μυελού των Οστών, WMDA, σήμερα που τιμάται η Παγκόσμια Ημέρα Εθελοντή Δότη Μυελού των Οστών στέλνουν ένα δυνατό μήνυμα αλληλεγγύης, ενσυναίσθησης και προσφοράς. Νιώθω βαθιά συγκίνηση και περηφάνεια που οι νέοι μας, 18-45 ετών, αγκαλιάζουν το έργο μας και γίνονται κομμάτι του ΟΡΑΜΑΤΟΣ της αείμνηστης μητέρας μου, Μαριάννας, να μην υπάρχει ούτε ένας συνάνθρωπός μας που δεν μπορεί να βρει συμβατό δότη. Ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσοι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της μεγάλης αλυσίδας αγάπης. Όλοι μαζί, ενωμένοι, δίνουμε πρωτιά στη ζωή!».

Δράσεις για την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας από το Όραμα Ελπίδας 
  • Ενημερωτικά περίπτερα την Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2026 στην Πλατεία Συντάγματος και στην Πλατεία Κοραή στον Πειραιά, καθώς επίσης και μέσω των συνεργατών μας σε Θεσσαλονίκη, Κομοτηνή, Κάρυστο, Κιλκίς, Περαχώρα Κορινθίας, Κρήτη, Σπάρτη, Ηγουμενίτσα, Τρίκαλα, Κατερίνη, Σύρο, Αλεξανδρούπολη και Ιωάννινα. Στα ειδικά διαμορφωμένα περίπτερα θα γίνεται ενημέρωση ενώ θα πραγματοποιούνται και εγγραφές νέων εθελοντών δοτών από εξειδικευμένα στελέχη του Συλλόγου
  • Φωταγώγηση εμβληματικών κτιρίων και συγκεκριμένα του κτιρίου του Ελληνικού Κοινοβουλίου, του Πύργου του Πειραιά αλλά και του σιντριβανιού στην Πλατεία Ομονοίας
  • Συνεργασία με τη SuperLeague. Όλοι οι αγώνες της 5ης αγωνιστικής που πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026 ήταν αφιερωμένοι στην εθελοντική δωρεά μυελού των οστών. Σε όλους τους αγώνες της 5ης αγωνιστικής του Πρωταθλήματος Stoiximan Super League, οι ποδοσφαιριστές, οι διαιτητές και τα παιδιά παράταξης εισήλθαν στον αγωνιστικό χώρο φορώντας T-shirts με μηνύματα για την εθελοντική δωρεά μυελού των οστών, ενώ παράλληλα, κατά την παράταξη των ομάδων, θα αναρτηθούν banners με μηνύματα ευαισθητοποίησης και στήριξης της δράσης του Συλλόγου «ΟΡΑΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ»
  • Ειδικές φωτεινές σημάνσεις στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών ‘’Ελευθέριος Βενιζέλος’’ καθώς επίσης σε σταθμούς στις γραμμές 2 και 3 του ΜΕΤΡΟ σε συνεργασία με την ΣΤΑΣΥ
  • Ενημέρωση της κοινής γνώμης μέσα από Δελτία Τύπου, τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά σποτ

Μπορείτε να ενημερωθείτε για το έργο του Συλλόγου ΟΡΑΜΑ ΕΛΠΙΔΑΣ αλλά και πώς να γίνετε και εσείς εθελοντές δότες στο www.oramaelpidas.gr

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

COVID-19: Μεγάλη μελέτη επιβεβαιώνει ότι μπορεί να «ξυπνήσει» ιούς που κρύβονται για χρόνια στο σώμα

Η COVID-19 μπορεί να «ξυπνήσει» ιούς που βρίσκονται εδώ και χρόνια σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στον οργανισμό, επιβεβαιώνει μεγάλη νέα μελέτη σε περισσότερους από 1.100 νοσηλευόμενους ασθενείς. Το φαινόμενο δεν είναι άγνωστο στους επιστήμονες, όμως η νέα έρευνα αποτυπώνει σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα πόσο συχνά μπορεί να συμβαίνει και διερευνά τη σχέση του με τη βαρύτητα της νόσου και τη long COVID.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Nature, παρακολούθησε 1.154 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν με COVID-19, εξετάζοντας όχι μόνο τον SARS-CoV-2, αλλά και τους χρόνιους ιούς που ήδη «φιλοξενούσε» ο οργανισμός τους. Πρόκειται για ιούς που πολλοί άνθρωποι αποκτούν κάποια στιγμή στη ζωή τους και οι οποίοι μπορούν στη συνέχεια να παραμένουν για χρόνια σε λανθάνουσα κατάσταση, χωρίς να προκαλούν συμπτώματα. Μεταξύ αυτών βρίσκονται γνωστοί ερπητοϊοί, όπως ο Epstein-Barr (EBV), ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV) και ο ιός του απλού έρπητα τύπου 1 (HSV-1).

Τι βρήκαν οι επιστήμονες

Οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα αίματος και από το αναπνευστικό σύστημα, καθώς και εκτενή ανοσολογικά και μοριακά δεδομένα, παρακολουθώντας τους ασθενείς τόσο κατά την οξεία φάση της COVID-19 όσο και για έως και έναν χρόνο μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. Η ανάλυση αποκάλυψε σημαντική επανενεργοποίηση διαφορετικών χρόνιων ιών, ιδιαίτερα από τις οικογένειες Herpesviridae και Anelloviridae. Μάλιστα, η ενεργοποίησή τους δεν ακολουθούσε το ίδιο μοτίβο: Διαφορετικοί ιοί φαίνεται ότι «ξυπνούσαν» σε διαφορετικές χρονικές στιγμές κατά τη διάρκεια της λοίμωξης.

Γιατί «ξυπνούν» παλιοί ιοί

Η επανενεργοποίηση λανθανόντων ιών σε περιόδους μεγάλης σωματικής καταπόνησης ή σοβαρής ασθένειας δεν είναι άγνωστη στην Ιατρική. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, το φαινόμενο συνδεόταν ιδιαίτερα με ανθρώπους των οποίων το ανοσοποιητικό σύστημα ήταν εξασθενημένο. Η νέα μελέτη περιπλέκει αυτή την εικόνα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ανοσοκαταστολή δεν αρκούσε για να εξηγήσει τα υψηλά ποσοστά επανενεργοποίησης που παρατηρήθηκαν. Το φαινόμενο εμφανιζόταν και σε ανοσοεπαρκείς ασθενείς, υποδεικνύοντας ότι η έντονη φλεγμονώδης και ανοσολογική αναστάτωση που συνοδεύει τη σοβαρή COVID-19 μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο.

Η σύνδεση με τη long COVID

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τι συνέβαινε αφού είχε περάσει η οξεία λοίμωξη. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η επανενεργοποίηση ορισμένων ιών της οικογένειας Anelloviridae μπορούσε να επιμένει για τουλάχιστον τρεις μήνες μετά τη νοσηλεία. Αυτή η παρατεταμένη δραστηριότητα συνδέθηκε με συμπτώματα της long COVID, ιδιαίτερα με την κόπωση και τη μειωμένη σωματική λειτουργικότητα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι ιοί προκαλούν long COVID.

Η μελέτη είναι παρατηρητική και οι ίδιοι οι συγγραφείς τονίζουν ότι δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Είναι πιθανό η επανενεργοποίηση να συμβάλλει στα επίμονα συμπτώματα, αλλά είναι επίσης πιθανό να αποτελεί ένδειξη μιας ευρύτερης διαταραχής του ανοσοποιητικού που προκαλεί η σοβαρή λοίμωξη.

Η πιθανή σχέση λανθανόντων ιών και long COVID, άλλωστε, απασχολεί τους επιστήμονες εδώ και χρόνια. Προηγούμενες έρευνες είχαν ήδη στρέψει την προσοχή κυρίως στον Epstein-Barr, χωρίς όμως να έχει αποσαφηνιστεί ο ακριβής ρόλος της ιικής επανενεργοποίησης.

Τι προσθέτει η νέα μελέτη

Το νέο στοιχείο, επομένως, δεν είναι ότι η COVID-19 μπορεί να συνδέεται με την επανενεργοποίηση ενός λανθάνοντος ιού. Αυτό είχε παρατηρηθεί και στο παρελθόν. Η σημασία της νέας έρευνας βρίσκεται στο ότι εξέτασε συστηματικά ένα πολύ μεγαλύτερο φάσμα χρόνιων ιών σε 1.154 ασθενείς, χρησιμοποιώντας παράλληλα ανοσολογικές, μεταβολικές και γενετικές αναλύσεις και παρακολουθώντας την εξέλιξή τους σε βάθος χρόνου. Έτσι, η COVID-19 αρχίζει να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως μια λοίμωξη από έναν συγκεκριμένο ιό, αλλά και ως ένα γεγονός που μπορεί να διαταράξει το ήδη υπάρχον «ιολογικό οικοσύστημα» του ανθρώπινου οργανισμού.

Το επόμενο ερώτημα είναι και το σημαντικότερο: Οι ιοί που επανενεργοποιούνται είναι απλώς μάρτυρες αυτής της αναστάτωσης ή συμμετέχουν ενεργά στη σοβαρή νόσο και στη long COVID; Η απάντηση θα μπορούσε να ανοίξει νέους δρόμους τόσο για την πρόβλεψη του κινδύνου όσο και, ενδεχομένως, για την αντιμετώπιση ορισμένων ασθενών με επίμονα συμπτώματα.

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Ποιοι κινδύνευσαν περισσότερο από τον κορωνοϊό στην Ελλάδα; Ανάλυση σε 4,9 εκατομμύρια ασθενείς δίνει απαντήσεις

Η ηλικία, τα χρόνια νοσήματα και η εμβολιαστική κατάσταση διαμόρφωσαν το προφίλ της θνητότητας την περίοδο 2020 έως 2023 – Τι δείχνουν τα εθνικά ψηφιακά μητρώα

Σχεδόν 4,9 εκατομμύρια άνθρωποι, περισσότερα από 5,4 εκατ. καταγεγραμμένα επεισόδια λοίμωξης από SARS-CoV-2 και 33.740 θάνατοι. Η πορεία της πανδημίας στην Ελλάδα από το 2020 έως τις αρχές του 2023 αποτυπώνεται τώρα μέσα από μια μεγάλη ανάλυση των εθνικών ψηφιακών μητρώων, επιχειρώντας να απαντήσει στο εξής ερώτημα: Ποιοι κινδύνευσαν περισσότερο να χάσουν τη ζωή τους από την COVID-19; Και ποιοι απεβίωσαν, τελικά;

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Epidemiologia και, σύμφωνα με τους ερευνητές, αποτελεί την πρώτη εις βάθος ανάλυση συνδεδεμένων ατομικών δεδομένων από το Εθνικό Μητρώο Ασθενών COVID-19 και το Εθνικό Μητρώο Εμβολιασμών στην Ελλάδα.

Την εργασία υπογράφουν οι Ivo Rakovac, Χρήστος Τριανταφύλλου, Vion Psiakis, Adela Galinovic, Ana Marques Domingues, Παύλος Μυριανθεύς και Joao Breda, με συμμετοχή ερευνητών από το Περιφερειακό Γραφείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την Ευρώπη, το Γραφείο του ΠΟΥ στην Αθήνα για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών και το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ).

Βάση δεδομένων σχεδόν 4,9 εκατ. ανθρώπων

Συνολικά, σημειώθηκαν 5.472.147 επεισόδια COVID-19 σε 4.887.589 διαφορετικά άτομα. Το 11,9% είχε περισσότερες από μία καταγεγραμμένες λοιμώξεις, ενώ η διάμεση ηλικία όσων μολύνθηκαν ήταν τα 43 έτη.

Βέβαια, η εικόνα άλλαζε όταν η ανάλυση περιοριζόταν στις απώλειες.

Από τους 33.740 θανάτους, το 81,5% αφορούσε άτομα 70 ετών και άνω. Η διάμεση ηλικία όσων έχασαν τη ζωή τους ήταν τα 83 έτη, ενώ το 54,7% ήταν άνδρες. Ωστόσο, δεν ήταν ο μόνος παράγοντας που ξεχώρισε.

Το «βάρος» των χρόνιων νοσημάτων

Οι άνθρωποι που πέθαναν είχαν κατά διάμεσο όρο δύο συννοσηρότητες. Η υπέρταση ήταν η συχνότερη και καταγράφηκε στο 67,1% των θανάτων, ενώ ακολουθούσαν η δυσλιπιδαιμία με 62,7%, ο διαβήτης τύπου 2 με 35,1% και η στεφανιαία νόσος με 22,8%.

Στους άνω των 70 ετών η επιβάρυνση ήταν ακόμη εντονότερη. Το 72,7% είχε υπέρταση, το 66,4% δυσλιπιδαιμία, το 37,6% διαβήτη τύπου 2 και το 25,3% στεφανιαία νόσο. Περισσότεροι από τους μισούς θανάτους σε αυτή την ομάδα αφορούσαν ανθρώπους με δύο ή τρεις συννοσηρότητες.

Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, η Ελλάδα αποτελείται από γηραιότερο και βεβαρημένο από χρόνια νοσήματα πληθυσμό σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που μπορεί να επηρεάζει την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι σε μελλοντικές υγειονομικές κρίσεις.

Τι έδειξαν τα δεδομένα για τον εμβολιασμό

Η εμβολιαστική κατάσταση ήταν ένας ακόμη παράγοντας που συνδέθηκε με τη θνητότητα. Από τους 33.740 ανθρώπους που πέθαναν, το 70% κατατάχθηκε στην κατηγορία «μη εμβολιασμένοι», το 14% είχε λάβει δύο δόσεις και το 16% τρεις ή περισσότερες. Στους ανθρώπους ηλικίας 70 ετών και άνω, το 67,2% των θανάτων αφορούσε την πρώτη κατηγορία.

Σημειώνεται ότι στις περιγραφικές αναλύσεις οι ερευνητές συμπεριέλαβαν ως «μη εμβολιασμένους» τόσο όσους δεν είχαν καταγεγραμμένη δόση όσο και όσους είχαν λάβει μόνο μία. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση, τα άτομα με μία δόση αποκλείστηκαν λόγω του μικρού αριθμού τους και η σύγκριση έγινε με όσους δεν είχαν λάβει καμία.

Μετά την προσαρμογή για την ηλικία και τους υπόλοιπους διαθέσιμους παράγοντες, οι δύο δόσεις συνδέθηκαν με 65% χαμηλότερες πιθανότητες θανάτου. Για την πρώτη ενισχυτική δόση ήταν κατά 84% χαμηλότερες και για τη δεύτερη κατά 91%.

Η Omicron και η μεταβολή του τοπίου

Η μελέτη εξέτασε ξεχωριστά τις (3) περιόδους επικράτησης της αρχικής/Alpha παραλλαγής, της Delta και της Omicron.

Σε σύγκριση με την περίοδο Delta, η Omicron συσχετίστηκε με 72% χαμηλότερες πιθανότητες θανάτου. Αντίθετα, δεν καταγράφηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ της αρχικής/Alpha και της Delta.

Κάθε περίοδος της πανδημίας χαρακτηριζόταν από διαφορετική εμβολιαστική κάλυψη και διαφορετικές συνθήκες διαχείρισης της νόσου.

Τα όρια της μελέτης

Το μέγεθος του πληθυσμού και η χρήση εθνικών μητρώων αποτελούν ισχυρά πλεονεκτήματα της έρευνας. Οι συγγραφείς, ωστόσο, καταγράφουν και σημαντικούς περιορισμούς. Τα χρόνια νοσήματα εντοπίστηκαν μέσω δεδομένων συνταγογράφησης. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να έχουν διαφύγει αδιάγνωστες παθήσεις ή νοσήματα που δεν αντιμετωπίζονταν με φαρμακευτική αγωγή σε εξωνοσοκομειακό επίπεδο.

Επιπλέον, τα δεδομένα δεν επέτρεπαν σε όλες τις περιπτώσεις να διαχωριστούν οι άνθρωποι που πέθαναν από COVID-19 από εκείνους που πέθαναν με COVID-19, όταν δηλαδή η λοίμωξη δεν αποτελούσε την υποκείμενη αιτία θανάτου. Το ζήτημα αφορά ιδιαίτερα την περίοδο Omicron.

Το μάθημα για μια ενδεχόμενη επόμενη υγειονομική κρίση

Η μελέτη δεν αποτυπώνει τη σημερινή επιδημιολογική κατάσταση της COVID-19. Περιγράφει μια συγκεκριμένη και ιδιαίτερα φορτισμένη περίοδο, από την έναρξη της πανδημίας έως τον Ιανουάριο του 2023.

Για τους ερευνητές, όμως, το βασικό δίδαγμα υπερβαίνει τον SARS-CoV-2. Η μεγάλη συγκέντρωση θανάτων στους ηλικιωμένους και στους ανθρώπους με πολλαπλά χρόνια νοσήματα αναδεικνύει την ανάγκη για δύο παράλληλες γραμμές άμυνας: προστασία των ευάλωτων από τις λοιμώξεις και, ταυτόχρονα, καλύτερη πρόληψη και αντιμετώπιση των μη μεταδοτικών νοσημάτων.

Στα συμπεράσματά τους, οι συγγραφείς δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην υπέρταση, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τον διαβήτη και την παχυσαρκία, αλλά και στην ανάγκη ενίσχυσης της δημόσιας υγείας και της ποιότητας της φροντίδας. Η πανδημία δεν έφερε στο φως μόνο τα «τρωτά σημεία» απέναντι σε έναν νέο ιό. Έδειξε πόσο καθοριστική μπορεί να γίνει η συνολική κατάσταση υγείας ενός πληθυσμού εάν – και όταν – εμφανιστεί η επόμενη μεγάλη υγειονομική απειλή.

 

 

Πηγη: https://www.ygeiamou.gr/

Κώστας Αθανασάκης : Το μοντέλο του clawback είναι στα όριά του-Κίνδυνος για την πρόσβαση στα φάρμακα

Η φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση. Η συνολική δαπάνη αυξάνεται, το clawback και το rebate έχουν φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, ενώ η αγορά προειδοποιεί ότι για ορισμένα φάρμακα οι υποχρεωτικές επιστροφές καθιστούν πλέον μη βιώσιμη την παραμονή τους στη χώρα.Την ίδια στιγμή, οι αποσύρσεις σημαντικών θεραπειών, ακόμη και για σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή παθήσεις, εντείνουν την ανησυχία για το κατά πόσο το σημερινό οικονομικό περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει την πρόσβαση των ασθενών στη φαρμακευτική καινοτομία. Διότι πίσω από κάθε θεραπεία βρίσκεται ένας ασθενής και μια οικογένεια που χρειάζονται ασφάλεια, συνέχεια στη θεραπεία και ισότιμη πρόσβαση στις καλύτερες διαθέσιμες επιλογές.Παράλληλα, η Πολιτεία σχεδιάζει σημαντικές αλλαγές: ένα νέο σύστημα αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας, με αναφορά στο γαλλικό μοντέλο, τη δημιουργία οργανισμού HTA, αλλά και το Ταμείο Καινοτομίας. Μπορούν, όμως, αυτές οι παρεμβάσεις να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις της αγοράς και να αποτρέψουν τον κίνδυνο καθυστέρησης ή μη διάθεσης νέων θεραπειών στην Ελλάδα;

Για όλα αυτά μιλά στην εκπομπή Opinion Health του Healthweb.gr και στη Νικολέτα Ντάμπου ο Κώστας Αθανασάκης, Επίκουρος Καθηγητής Οικονομικών της Υγείας και Οικονομικής Αξιολόγησης των Τεχνολογιών Υγείας στο Τμήμα Πολιτικών Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής.  Αναλύει τι έχει πάει λάθος, γιατί η απλή αύξηση του προϋπολογισμού δεν αρκεί, πώς το clawback επηρεάζει τη βιωσιμότητα της αγοράς και ποιες αλλαγές μπορούν πραγματικά να διασφαλίσουν την πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες.

Στην εκπομπή Opinion Health του Healthweb.gr και στη Νικολέτα Ντάμπου μιλά ο Καθηγητής Οικονομικών της Υγείας, Κώστας Αθανασάκης.

Νικολέτα Ντάμπου: Κύριε Αθανασάκη, ποιο είναι σήμερα το βασικό πρόβλημα της φαρμακευτικής πολιτικής; Έχουμε ανεπαρκή δημόσια χρηματοδότηση ή ένα σύστημα που δεν καταφέρνει να ελέγξει αποτελεσματικά τη δαπάνη; Εάν αυξήσουμε απλώς τον προϋπολογισμό, χωρίς θεραπευτικά πρωτόκολλα, μητρώα ασθενών, έλεγχο της συνταγογράφησης και ουσιαστική αξιοποίηση των δεδομένων, μήπως πολύ γρήγορα βρεθούμε ξανά στο ίδιο σημείο;

Κώστας Αθανασάκης: Είναι ένα πολύ εύλογο ερώτημα. Αν δει κανείς τη γενική εικόνα, θα διαπιστώσει ότι τα βασικά μέτρα φαρμακευτικής πολιτικής που χρησιμοποιούμε σήμερα δημιουργήθηκαν κυρίως κατά την περίοδο των Μνημονίων. Πρόκειται, δηλαδή, για πολιτικές οι οποίες σχεδιάστηκαν με βασικό στόχο τον περιορισμό της δαπάνης.

Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά έχει αλλάξει πάρα πολύ. Τίποτα δεν είναι σήμερα ίδιο σε σχέση με το 2012 και το 2013. Ο κόσμος του φαρμάκου έχει μεταβληθεί σημαντικά και, κατά συνέπεια, χρειαζόμαστε μια νέα προσέγγιση στη φαρμακευτική πολιτική.

Η δημόσια χρηματοδότηση τα τελευταία χρόνια αυξάνεται και, πιθανότατα, με ρυθμό μεγαλύτερο από εκείνον της οικονομίας. Ωστόσο, η συνολική δαπάνη της αγοράς αυξάνεται με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα, ορισμένες φορές διπλάσια ή και τριπλάσια. Συνεπώς, πρέπει να εξετάσουμε τις αιτίες που παράγουν αυτή την αύξηση.

Ακόμη και εάν είχαμε ένα «μαγικό ραβδί» και προσθέταμε 300, 400 ή 500 εκατομμύρια ευρώ στον προϋπολογισμό, τα χρήματα αυτά πιθανότατα θα επαρκούσαν μόνο για ένα ή δύο χρόνια. Στη συνέχεια θα επιστρέφαμε στην προηγούμενη κατάσταση. Χρειάζεται, επομένως, συνολική αναθεώρηση και ένα νέο μείγμα πολιτικής.

Νικολέτα Ντάμπου: Αυξάνονται, όμως, και οι ανάγκες του πληθυσμού, όπως και η κατανάλωση φαρμάκων.

Κώστας Αθανασάκης: Βεβαίως. Πρόσφατη μελέτη που ολοκληρώσαμε δείχνει ότι η κατανάλωση φαρμάκων αυξάνεται. Ωστόσο, η συνολική κατανάλωση δεν αποτελεί το μείζον πρόβλημα της ελληνικής αγοράς, καθώς βρισκόμαστε περίπου κοντά στον διεθνή μέσο όρο, αν και το τελευταίο διάστημα κινούμαστε λίγο υψηλότερα.

Η κατανάλωση αυξάνεται επειδή αλλάζουμε ως πληθυσμός: αυξάνεται η ηλικία μας, μεταβάλλονται οι ανάγκες που δημιουργούνται από τη νοσηρότητα και αλλάζουν οι προτιμήσεις μας ως προς τις θεραπείες που επιθυμούμε να έχουμε στη διάθεσή μας.

Στην Ελλάδα το πρόβλημα φαίνεται να αφορά περισσότερο το μείγμα της αγοράς: πόσα πρωτότυπα, πόσα εκτός πατέντας και πόσα γενόσημα φάρμακα χρησιμοποιούμε. Με βάση τα διεθνή δεδομένα, πρόκειται περισσότερο για πρόβλημα του μείγματος και λιγότερο για πρόβλημα του συνολικού όγκου κατανάλωσης.

Νικολέτα Ντάμπου: Ο ΣΦΕΕ και η PIF έχουν αναδείξει ότι το clawback στα νοσοκομειακά φάρμακα άνω των 30 ευρώ φτάνει στο 80,7%. Τι σημαίνει οικονομικά ένα τέτοιο ποσοστό;

Κώστας Αθανασάκης: Πρόκειται για ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο επιστροφών, το οποίο για ορισμένα προϊόντα μπορεί να καταστεί μη βιώσιμο. Για να κατανοήσουμε και να λύσουμε το πρόβλημα του νοσοκομειακού clawback, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τις αιτίες που το δημιουργούν.

Έχει τεθεί ένας προϋπολογισμός ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα φάρμακα που διακινούνται μέσα από το νοσοκομείο. Περιλαμβάνει τόσο τα φάρμακα που συνδέονται άμεσα με τη νοσηλεία όσο και εκείνα για τα οποία το νοσοκομείο λειτουργεί κυρίως ως κανάλι διάθεσης. Αυτές είναι δύο διαφορετικές κατηγορίες, οι οποίες ενώθηκαν σε έναν αρχικό, κατά τη γνώμη μου αυθαίρετο, προϋπολογισμό.

Ο προϋπολογισμός αυτός αυξήθηκε εν μέρει με την πάροδο των ετών, αλλά δεν μπορεί να καλύψει ούτε την αλλαγή της τεχνολογίας ούτε τη μεταβολή του ρόλου του νοσοκομείου ως φορέα διάθεσης φαρμάκων.

Τα συγκεκριμένα ποσοστά δείχνουν ότι το μοντέλο μπορεί να έχει φτάσει στα όριά του. Μια αγορά με τόσο υψηλές επιστροφές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κινείται με βιώσιμο τρόπο.

Νικολέτα Ντάμπου: Πόσο πιεσμένη είναι η εξωνοσοκομειακή αγορά, δηλαδή τα φάρμακα που αποζημιώνονται από τον ΕΟΠΥΥ;<
Κώστας Αθανασάκης: Οι επιστροφές διαφοροποιούνται ανάλογα με την κατηγορία. Άλλα είναι τα ποσοστά στα γενόσημα, διαφορετικά στα εκτός προστασίας φάρμακα και υψηλότερα στα φάρμακα που βρίσκονται ακόμη υπό καθεστώς προστασίας.

Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα. Απέναντι στα περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ που διαθέτει το κράτος για την εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική περίθαλψη, υπάρχουν σχεδόν άλλα τόσα –λίγο λιγότερα– από ιδιωτικές πληρωμές.

Σε αυτές περιλαμβάνονται οι θεσμοθετημένες συμμετοχές των ασθενών, οι διαφορές από την τιμή αναφοράς, τα φάρμακα που αγοράζονται αποκλειστικά από την τσέπη του πολίτη, τα μη αποζημιούμενα σκευάσματα, αλλά και ορισμένα ιατροτεχνολογικά προϊόντα.

Αυτό μπορεί να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες τόσο ως προς τις ανισότητες όσο και ως προς τη συνέπεια και τη συνέχεια της θεραπείας. Έχει έρθει η ώρα να εξετάσουμε πολύ σοβαρά το ζήτημα της συμμετοχής των ασθενών.

Νικολέτα Ντάμπου: Έχει μετακυλιστεί σημαντικό μέρος του κόστους στους ασθενείς;

Κώστας Αθανασάκης: Το 2009 η συνολική φαρμακευτική αγορά εκτός νοσοκομείων στην Ελλάδα χρηματοδοτούνταν περίπου κατά 80% από τη δημόσια δαπάνη και κατά 20% από την ιδιωτική. Σήμερα η αναλογία βρίσκεται περίπου στο 51%-49%, σχεδόν στο 50%-50%.

Αυτό σημαίνει ότι ένα συνεχώς αυξανόμενο μέρος του κόστους έχει μεταφερθεί στους καταναλωτές, δηλαδή στους ανθρώπους που χρειάζονται και αγοράζουν φάρμακα. Πρέπει να το δούμε πολύ σοβαρά, επειδή η ιδιωτική δαπάνη υγείας που πληρώνεται απευθείας από την τσέπη του πολίτη δημιουργεί ανισότητες και προβλήματα στη συνέπεια και στη συνέχεια της θεραπείας.

 

 

Πηγη: https://www.healthweb.gr/

Ανθεκτικά βακτήρια: Νέες οδηγίες για θεραπεία με βακτηριοφάγους όταν τα αντιβιοτικά αποτυγχάνουν

Πάνω από 60 συστάσεις δημοσιεύθηκαν στο Nature Medicine για τη χρήση των βακτηριοφάγων, των ιών που μπορούν να εντοπίζουν και να καταστρέφουν συγκεκριμένα βακτήρια – Για ποιους ασθενείς μπορεί να εξετάζεται η θεραπεία

Μια θεραπευτική προσέγγιση με ιστορία άνω του ενός αιώνα επιστρέφει στο προσκήνιο, καθώς η αυξανόμενη αντοχή των βακτηρίων στα αντιβιοτικά περιορίζει τις επιλογές για ορισμένους ασθενείς με δύσκολες λοιμώξεις.

Πρόκειται για τη χρήση βακτηριοφάγων, δηλαδή ιών που προσβάλλουν επιλεκτικά βακτήρια και μπορούν να τα καταστρέψουν, χωρίς να μολύνουν τα ανθρώπινα κύτταρα. Η μεγάλη εξειδίκευσή τους είναι και το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της προσέγγισης. Ένας βακτηριοφάγος ή απλά φάγος, μπορεί να είναι αποτελεσματικός απέναντι σε συγκεκριμένο είδος ή ακόμη και συγκεκριμένο στέλεχος βακτηρίου, αλλά όχι απέναντι σε άλλα.

Αυτό σημαίνει ότι πριν από τη χορήγησή τους πρέπει να έχει εντοπιστεί το βακτήριο που προκαλεί τη λοίμωξη και να επιλεγεί ο κατάλληλος φάγος για το συγκεκριμένο περιστατικό. Η αντιμετώπιση είναι επομένως εξατομικευμένη και δεν βασίζεται σε μία ενιαία θεραπεία για όλους τους ασθενείς.

Σε αυτό το πλαίσιο, νέες αναλυτικές συστάσεις δημοσιεύθηκαν στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 στο Nature Medicine, με στόχο να καθοριστούν κοινοί κανόνες για την επιλογή, την παρασκευή, τον ποιοτικό έλεγχο και τη χορήγηση των βακτηριοφάγων στην κλινική πράξη.

Πάνω από 60 συστάσεις – Από το εργαστήριο έως τον ασθενή

Οι νέες οδηγίες αναπτύχθηκαν υπό την ηγεσία της Γερμανικής Εταιρείας Λοιμωδών Νοσημάτων, με τη συμμετοχή εκπροσώπων από 20 επιστημονικές εταιρείες, οργανώσεις ασθενών και ρυθμιστικές αρχές, καθώς και 18 διεθνών ειδικών. Περιλαμβάνουν δε περισσότερες από 60 συστάσεις και θέσεις.

Το πλαίσιο καλύπτει όλη τη διαδρομή που απαιτείται πριν ένας βακτηριοφάγος φτάσει στον ασθενή:

  • την ακριβή ταυτοποίηση του βακτηρίου που προκαλεί τη λοίμωξη,
  • την επιλογή του κατάλληλου φάγου που μπορεί να το προσβάλει,
  • τον έλεγχο ποιότητας και την ασφαλή παρασκευή του,
  • τον τρόπο χορήγησης και την παρακολούθηση του ασθενούς,
  • αλλά και την καταγραφή των περιστατικών και των αποτελεσμάτων σε ειδικά μητρώα.

Οι συστάσεις όμως δεν σταματούν στην επιλογή του κατάλληλου φάγου. Περιγράφουν και τις προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν για να εφαρμοστεί η θεραπεία με ασφάλεια.

Οι ειδικοί προτείνουν η απόφαση να λαμβάνεται με τη συμμετοχή διεπιστημονικής ομάδας, στην οποία μπορεί να συμμετέχουν θεράποντες γιατροί, λοιμωξιολόγοι, μικροβιολόγοι, φαρμακοποιοί και ειδικοί στους βακτηριοφάγους. Οι δομές που χορηγούν τη θεραπεία πρέπει επίσης να διαθέτουν κατάλληλες συνθήκες φύλαξης, εξειδικευμένο προσωπικό και δυνατότητα παρακολούθησης της ασφάλειας του ασθενούς.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στην ποιότητα των σκευασμάτων. Οι φάγοι που προορίζονται για θεραπευτική χρήση πρέπει να είναι καλά χαρακτηρισμένοι και να ελέγχονται, μεταξύ άλλων, ως προς την ταυτότητα, τη δραστικότητα, τη στειρότητα και την καθαρότητά τους.

Παράλληλα, οι οδηγίες θεωρούν σημαντική την καταγραφή των θεραπειών σε εθνικά ή διεθνή μητρώα, ώστε να συγκεντρώνονται στοιχεία για τα θεραπευτικά σχήματα, την έκβαση και τυχόν απρόβλεπτα συμβάντα.

Οι ειδικοί τονίζουν ότι η θεραπεία με φάγους θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση, κυρίως όταν οι καθιερωμένες θεραπείες έχουν αποτύχει ή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν.

Αυτό μπορεί να αφορά, για παράδειγμα, δύσκολες λοιμώξεις από βακτήρια ανθεκτικά στα αντιβιοτικά ή λοιμώξεις στις οποίες σχηματίζεται βιοφίλμ. Δηλαδή ένα προστατευτικό στρώμα μέσα στο οποίο τα βακτήρια μπορούν να επιβιώνουν και να γίνονται δυσκολότερα προσβάσιμα από τη θεραπεία.

Πώς επιλέγεται ο κατάλληλος φάγος

Η εξατομίκευση είναι ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας. Αρχικά πρέπει να απομονωθεί και να αναγνωριστεί το βακτήριο που προκαλεί τη λοίμωξη. Στη συνέχεια, στο εργαστήριο αναζητείται ένας βακτηριοφάγος – ή συνδυασμός βακτηριοφάγων – που είναι δραστικός απέναντι στο συγκεκριμένο βακτήριο.

Οι οδηγίες επισημαίνουν ότι η ευαισθησία του βακτηρίου στους φάγους πρέπει να ελέγχεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην έναρξη της θεραπείας, επειδή μπορεί να μεταβάλλεται με τον χρόνο.

Σε λοιμώξεις στις οποίες συμμετέχουν περισσότερα από ένα βακτήρια, πρέπει να εξετάζονται όλα τα βακτηριακά είδη που θεωρούνται υπεύθυνα για τη λοίμωξη. Διαφορετικά, η εξουδετέρωση ενός μόνο βακτηρίου μπορεί να μην είναι αρκετή για να υποχωρήσει η λοίμωξη.

Η θεραπεία με φάγους μπορεί επίσης, ανάλογα με το περιστατικό, να χρησιμοποιείται συμπληρωματικά με αντιβιοτικά. Δεν πρόκειται επομένως απαραίτητα για επιλογή «φάγοι αντί αντιβιοτικών», αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις για μια επιπλέον θεραπευτική στρατηγική.

Ανθεκτικά βακτήρια – Το μεγάλο πρόβλημα

Το ενδιαφέρον για τους βακτηριοφάγους έχει αυξηθεί ιδιαίτερα εξαιτίας της μικροβιακής αντοχής.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια η μικροβιακή αντοχή ευθύνεται άμεσα για περίπου 133.000 θανάτους τον χρόνο και συνδέεται έμμεσα με περίπου 541.000 θανάτους. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, το οικονομικό κόστος εκτιμάται σε περίπου 11,7 δισ. ευρώ ετησίως, εξαιτίας των δαπανών Υγείας και των απωλειών παραγωγικότητας.

Ο ΠΟΥ θεωρεί ότι οι βακτηριοφάγοι μπορούν να αποτελέσουν μια πολλά υποσχόμενη θεραπευτική επιλογή απέναντι στις δύσκολες βακτηριακές λοιμώξεις, Τονίζει, ωστόσο, την ανάγκη για περισσότερα κλινικά δεδομένα. Σήμερα, στις περισσότερες χώρες η εξατομικευμένη θεραπεία με φάγους χρησιμοποιείται κυρίως σε ειδικές περιπτώσεις, συχνά όταν οι συμβατικές θεραπευτικές επιλογές έχουν αποτύχει.

Το ίδιο επισημαίνουν και οι συντάκτες των νέων οδηγιών. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι, όταν τηρούνται οι απαιτούμενες προδιαγραφές ποιότητας, η θεραπεία με φάγους φαίνεται γενικά ασφαλής. Ωστόσο, τα ελεγχόμενα κλινικά δεδομένα παραμένουν περιορισμένα και η αποτελεσματικότητά της δεν έχει ακόμη αποδειχθεί με συνέπεια στις κλινικές δοκιμές.

Χρειάζονται επομένως καλύτερα σχεδιασμένες προοπτικές μελέτες, ώστε να διευκρινιστεί σε ποιες λοιμώξεις, με ποιους φάγους και με ποια θεραπευτικά σχήματα μπορεί να προσφέρει το μεγαλύτερο όφελος.

Οι νέες συστάσεις επιχειρούν να καλύψουν ένα άλλο σημαντικό κενό. Το να υπάρχουν κοινοί κανόνες και συγκεκριμένες προδιαγραφές ώστε, όταν η θεραπεία χρησιμοποιείται, η επιλογή των φάγων, η παρασκευή, η ποιότητα, η χορήγηση και η παρακολούθηση του ασθενούς να γίνονται με έναν ασφαλή και τυποποιημένο τρόπο.

 

 

Πηγη: https://www.iatropedia.gr/

F. Bocchetti: Το ελληνικό σύστημα Υγείας να περάσει από μεμονωμένες μεταρρυθμίσεις σε πιο ολοκληρωμένο μοντέλο φροντίδας

Η οικοδόμηση ενός βιώσιμου οικοσύστηματος υγείας που θα επιτρέπει την έγκαιρη πρόσβαση στην καινοτομία, διασφαλίζοντας παράλληλα την υπεύθυνη και αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων θα πρέπει να είναι κοινός στόχος για όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς – την κυβέρνηση, τη βιομηχανία, τους επαγγελματίες υγείας και τις ενώσεις ασθενών”, μας λέει ο Fabrizio Bocchetti, Managing Director στη Merck Greece & Cyprus.

Kαινοτόμα φάρμακα και Ελλάδα. Πώς θα χαρακτηρίζατε τη σχέση μεταξύ των καινοτόμων φαρμακευτικών προϊόντων και της Ελλάδας και ποια βήματα θα πρέπει να ληφθούν για την προώθηση μιας αρμονικής και βελτιωμένης συνύπαρξης μεταξύ των δύο;

Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικές δυνατότητες να επωφεληθεί από τη φαρμακευτική καινοτομία, χάρη στην άρτια καταρτισμένη επιστημονική και ιατρική κοινότητά της, καθώς και στη συνεχή ανάπτυξη του οικοσυστήματος υγείας της. Η βασική πρόκληση είναι να διασφαλιστεί ότι αυτές οι δυνατότητες θα μεταφραστούν σε έγκαιρη και βιώσιμη πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες.

Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται η δημιουργία ενός προβλέψιμου και βιώσιμου πλαισίου για την καινοτομία. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα πρέπει να περιλαμβάνει την καλύτερη ευθυγράμμιση της δημόσιας χρηματοδότησης της φαρμακευτικής δαπάνης με τις πραγματικές ανάγκες υγείας της χώρας, τη βελτίωση της προβλεψιμότητας γύρω από τις υποχρεωτικές επιστροφές, την επιτάχυνση των διαδικασιών αξιολόγησης και αποζημίωσης, καθώς και την ουσιαστική αξιοποίηση των δεδομένων υγείας για τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων.

Ταυτόχρονα, η καινοτομία δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μονοσήμαντα ως δαπάνη και άρα επιβάρυνση για το εθνικό σύστημα υγείας. Όταν αξιολογείται και στοχεύει κατάλληλα, αποτελεί επένδυση για το μέλλον – μια επένδυση που μπορεί να βελτιώσει τα αποτελέσματα για τους ασθενείς, να μειώσει το ευρύτερο φορτίο των ασθενειών και να δημιουργήσει αξία για το σύστημα υγείας, την οικονομία και την κοινωνία.

Τελικά, ο στόχος θα πρέπει να είναι κοινός για όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς – την κυβέρνηση, τη βιομηχανία, τους επαγγελματίες υγείας και τις ενώσεις ασθενών: η οικοδόμηση ενός βιώσιμου οικοσύστηματος υγείας που θα επιτρέπει την έγκαιρη πρόσβαση στην καινοτομία, διασφαλίζοντας παράλληλα την υπεύθυνη και αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.

Ποια είναι η παρουσία σήμερα της Merck στην Ελλάδα; Πόσα σκευάσματα εισάγει, μέσω ποιων καναλιών διανομής και ποιος είναι ο σχεδιασμός για την επόμενη μέρα, δηλαδή σε ποιες θεραπευτικές κατηγορίες θέλετε να επικεντρωθείτε;

Η Merck δραστηριοποιείται στην Ελλάδα εδώ και περισσότερες από πέντε δεκαετίες και σήμερα η τοπική μας παρουσία περιλαμβάνει τόσο τον τομέα της Υγείας όσο και τον τομέα
των Βιοεπιστημών.

Στον τομέα της Υγείας, διαθέτουμε ένα καθιερωμένο χαρτοφυλάκιο σε τομείς όπως η Ογκολογία, η Νευρολογία και η Ανοσολογία, η Γονιμότητα, η Ενδοκρινολογία και οι καρδιομεταβολικές παθήσεις, ενώ πιο πρόσφατα διευρύναμε την εστίασή μας και στους σπάνιους όγκους.
Στον τομέα της Βιοεπιστημών, υποστηρίζουμε τις επιστημονικές και ακαδημαϊκές κοινότητες και τη βιομηχανία με τεχνολογίες, προϊόντα και υπηρεσίες για την έρευνα και την ανάπτυξη βιοφαρμακευτικών προϊόντων.

Επιπλέον, στο πλαίσιο της δέσμευσής μας για την ενίσχυση της συνεργασίας με την τοπική βιομηχανία και τις επενδύσεις στην Ελλάδα, η Merck συνεργάζεται με έναν τοπικό παραγωγό για την εγχώρια παραγωγή ενός ευρέως χρησιμοποιούμενου φαρμάκου για τον διαβήτη. Η πρωτοβουλία αυτή αντικατοπτρίζει τη δέσμευσή μας να στηρίζουμε την ελληνική φαρμακευτική βιομηχανία, να ενισχύουμε τις τοπικές παραγωγικές δυνατότητες και να συμβάλλουμε στη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης της χώρας.

Η στρατηγική μας για την Ελλάδα δεν περιορίζεται απλώς στην επέκταση του χαρτοφυλακίου μας. Στόχος μας είναι να καταστήσουμε τη χώρα μέρος του ευρύτερου οικοσύστηματος καινοτομίας της Merck. Αυτό σημαίνει ότι θα συνεχίσουμε να φέρνουμε ουσιαστική καινοτομία στους Έλληνες ασθενείς, να στηρίζουμε την επιστημονική συνεργασία και την κλινική έρευνα, καθώς και να διερευνούμε ευκαιρίες που μπορούν να συνδέσουν ακόμη περισσότερο την Ελλάδα με τις διεθνείς δυνατότητες και την τεχνογνωσία μας.

Κοιτάζοντας προς το μέλλον, βλέπουμε εξαιρετικές δυνατότητες, ιδίως σε εξειδικευμένους τομείς όπου εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων της θεραπευτικής κατηγορίας των σπάνιων όγκων, διατηρώντας παράλληλα την ισχυρή μας δέσμευση στους καθιερωμένους θεραπευτικούς μας τομείς.

Αν και έχουν γίνει σημαντικά βήματα στην ανάπτυξη των κλινικών μελετών στην Ελλάδα υπάρχουν πάντα περιθώρια βελτίωσης. Ποια είναι αυτά κατά τη γνώμη σας και ποια είναι η παρουσία της εταιρείας στον συγκεκριμένο τομέα στην εσωτερική αγορά;

Η Ελλάδα έχει σημειώσει ουσιαστική πρόοδο στην κλινική έρευνα και διαθέτει σημαντικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα: άρτια καταρτισμένους επαγγελματίες υγείας, ισχυρή επιστημονική τεχνογνωσία, έμπειρα κλινικά κέντρα και ένα οικοσύστημα υγείας με προοπτικές ανάπτυξης.

Η επόμενη πρόκληση είναι να μετατρέψουμε αυτά τα πλεονεκτήματα σε πράξεις με μεγαλύτερη ταχύτητα και προβλεψιμότητα και σε μία ευρύτερη κλίμακα. Η κλινική έρευνα γίνεται ολοένα και πιο ανταγωνιστική σε διεθνές επίπεδο, καθώς οι χώρες ανταγωνίζονται για την προσέλκυση των ίδιων μελετών, επενδύσεων και επιστημονικών ευκαιριών. Ως εκ τούτου, η απλοποίηση και επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών, η μείωση στους χρόνους σύναψης συμβάσεων και ενεργοποίησης των ερευνητικών κέντρων, καθώς και η ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ νοσοκομείων, ερευνητικών ιδρυμάτων, αρμόδιων αρχών και της βιομηχανίας, είναι απαραίτητες.

Υπάρχει επίσης η δυνατότητα να διασφαλιστεί ότι τα διαθέσιμα κίνητρα για την κλινική έρευνα επηρεάζουν ουσιαστικά τις αποφάσεις για διεθνείς επενδύσεις. Θα πρέπει να αντανακλούν τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτείται και οργανώνεται στην πράξη η παγκόσμια κλινική έρευνα, ώστε οι επενδύσεις σε έρευνα που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα να αναγνωρίζονται και να ενθαρρύνονται αποτελεσματικά.

Ταυτόχρονα, οι κανονιστικές απαιτήσεις πρέπει να παραμένουν αναλογικές προς τη φύση και τον κίνδυνο κάθε ερευνητικής δραστηριότητας. Περαιτέρω απλοποίηση, ιδιαίτερα για έρευνα χαμηλής παρέμβασης, θα μπορούσε να διευκολύνει την υποστήριξη επιστημονικών ιδεών που αναπτύσσονται τοπικά, καθώς και μελετών με πρωτοβουλία των ίδιων των ερευνητών, διατηρώντας πάντοτε τα υψηλότερα πρότυπα προστασίας των ασθενών και επιστημονικής ποιότητας.

Ένας ακόμη σημαντικός καταλύτης είναι η διαθεσιμότητα και η αποτελεσματική αξιοποίηση δεδομένων υγείας υψηλής ποιότητας και μητρώων ασθενών. Τα καλύτερα δεδομένα μπορούν να διευκολύνουν τον εντοπισμό επιλέξιμων πληθυσμών ασθενών, να βελτιώσουν την αξιολόγηση εφικτότητας των μελετών και να καταστήσουν την Ελλάδα ολοένα και πιο ελκυστική για τη διεθνή κλινική έρευνα.

Στη Merck, θέλουμε να συμβάλουμε ενεργά σε αυτήν την εξέλιξη. Η φιλοδοξία μας είναι να αξιοποιήσουμε τις παγκόσμιες ερευνητικές μας δυνατότητες για να αυξήσουμε τη συμμετοχή της Ελλάδας στην καινοτόμο κλινική ανάπτυξη, συνεργαζόμενοι στενά με Έλληνες ερευνητές, νοσοκομεία και την επιστημονική κοινότητα.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι στο παγκόσμιο οικοσύστημα υγείας οι κλινικές δοκιμές δεν έχουν μόνο μία διάσταση, την αμιγώς επιστημονική. Παρέχουν στους ασθενείς πρώιμη πρόσβαση στην καινοτομία, ενισχύουν την τεχνογνωσία των επαγγελματιών υγείας και των ερευνητικών κέντρων και προσελκύουν επενδύσεις στη χώρα. Ως εκ τούτου, η δημιουργία ενός ταχύτερου, πιο προβλέψιμου και διεθνώς ανταγωνιστικού περιβάλλοντος κλινικής έρευνας μπορεί να δημιουργήσει σημαντική αξία για τους ασθενείς, το σύστημα υγείας και την ελληνική οικονομία.

Μολονότι στον Υγεία έχουν γίνει σημαντικά βήματα εκσυγχρονισμού και βελτίωσης, ωστόσο η κατάσταση πολλές φορές χωλαίνει από τις αναίτιες καθυστερήσεις στην εφαρμογή υπουργικών αποφάσεων (π.χ. βιοδείκτες) . Αν συμφωνείτε με αυτή μου την τοποθέτηση, τι πρέπει να αλλάξει;

Η πραγματική ευκαιρία για το ελληνικό σύστημα υγείας σήμερα είναι να περάσει από μεμονωμένες μεταρρυθμίσεις σε ένα πιο ολοκληρωμένο και συνεκτικά εφαρμοσμένο μοντέλο φροντίδας. Σημαντικά δομικά στοιχεία έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή, ιδίως στον τομέα της ψηφιακής υγείας, της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης και των υποδομών δεδομένων υγείας. Η επόμενη πρόκληση είναι να διασφαλιστεί ότι όλα αυτά τα στοιχεία λειτουργούν αποτελεσματικά μεταξύ τους και μεταφράζονται σε ταχύτερη πρόσβαση για τους ασθενείς.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε τομείς όπως η ιατρική ακριβείας, όπου η πρόσβαση σε μια καινοτόμο θεραπεία εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την έγκαιρη πρόσβαση στην κατάλληλη διαγνωστική εξέταση ή στον κατάλληλο βιοδείκτη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το φάρμακο και η αντίστοιχη διαγνωστική διαδρομή πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μέρος της ίδιας διαδρομής του ασθενούς και όχι μέσα από ξεχωριστές και ασύνδετες διαδικασίες.

Γενικότερα, η μεγαλύτερη προβλεψιμότητα είναι απαραίτητη. Τα σαφή χρονοδιαγράμματα, ο ενισχυμένος συντονισμός μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και η καλύτερη ευθυγράμμιση μεταξύ αξιολόγησης, αποζημίωσης και εφαρμογής μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των περιττών καθυστερήσεων. Παράλληλα, η καλύτερη αξιοποίηση των δεδομένων από την πραγματική κλινική πρακτική και των μητρώων ασθενών μπορεί να υποστηρίξει πιο τεκμηριωμένες αποφάσεις, να μας επιτρέψει να μετράμε τα αποτελέσματα και να βοηθήσει στην κατανομή των πόρων εκεί όπου δημιουργούν τη μεγαλύτερη αξία.

Προσωπικά πιστεύω ότι ο εκσυγχρονισμός της υγειονομικής περίθαλψης αφορά τελικά τη σύνδεση όλων αυτών των στοιχείων. Όταν οι ψηφιακές υποδομές, τα διαγνωστικά εργαλεία, τα φάρμακα και οι διαδικασίες αποζημίωσης λειτουργούν ως μέρος ενός ολοκληρωμένου συστήματος, μπορούμε να φέρουμε την καινοτομία στους ασθενείς ταχύτερα, καθιστώντας παράλληλα τη δαπάνη για την υγεία πιο στοχευμένη και βιώσιμη.

 

 

Πηγη: https://www.iatronet.gr/